Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΥΓΙΗΣ ΚΑΙ ΝΟΣΗΡΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

ΥΓΙΗΣ ΚΑΙ ΝΟΣΗΡΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
※
※
     Όπως μιλήσαμε στις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων για υγιείς και νοσηρές σχέσεις, έτσι ακριβώς μπορούμε να μιλήσουμε στην σχέση μας με τον Θεό· για υγιείς και νοσηρές σχέσεις. Βασικά, ας θυμόμαστε ότι η σχέση με τον Θεό είναι και αυτή μία διαπροσωπική σχέση. Διότι για μας ο Θεός είναι Πρόσωπο. Και, ως διαπροσωπική σχέση, υπόκειται σε όλους τους ψυχολογικούς νόμους που χαρακτηρίζουν όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις.
※
※
     Φυσικά, υπάρχουν διαφορές. Ποιές είναι οι διαφορές από τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων; Η μία είναι, ότι το Πρόσωπο Τούτο είναι αόρατο· αισθητά, δεν Το συναντάμε με τα μάτια του σώματος. Δεύτερον, ότι είναι ένα Πρόσωπο το Οποίο δεν σφάλλει και δεν αμαρτάνει ποτέ, όπως οι άλλοι άνθρωποι σφάλλουν και αμαρτάνουν απέναντί μας (ή και το αντίθετο). Καλούμαστε να μπούμε σε μία διαπροσωπική σχέση με ένα Πρόσωπο που έχει κάποιες ιδιαιτερότητες, αλλά δεν παύει να είναι πρόσωπο όμως. Και θα δείτε στην συνέχεια τις αναλογίες που υπάρχουν. Επομένως, οι βασικές αρχές του τί είναι υγιής σχέση με τους ανθρώπους και τί είναι νοσηρή, ισχύουν και για την σχέση μας με τον Θεό.
※
※
     Εάν, παραδείγματος χάρη, έχω μία κτητική σχέση με κάποιον άνθρωπο, μία φιλία με κτητικότητα και αποκλειστικότητα, εάν ζηλεύω που θα μιλήσει κάποιος στον φίλο μου ή στην φίλη μου, εάν έχω κτητική σχέση μέσα στον γάμο, εάν δηλαδή με χαρακτηρίζουν εγωκεντρικές σχέσεις, ανώριμες και νοσηρές, το ίδιο πράγμα μπορεί να ισχύσει και στην σχέση μου με τον Θεό. Να αισθάνεται κάποιος ότι έχει μία τόσο κτητική σχέση με τον Θεό, ώστε να νομίζει ότι αυτός κατέχει πλήρως την αλήθεια –τον Θεό, δηλαδή– και κανείς άλλος δεν Τον κατέχει όπως αυτός· όπως και κανείς άλλος δεν μπορεί να προσεγγίσει την αλήθεια ή (δεν γίνεται) να του μιλήσει και να τον συναντήσει ο Θεός (όπως μιλάει και συναντάει αυτόν). Μόνο ό,τι αυτός καταλαβαίνει και ό,τι αυτός πει. Ή (νομίζει) ότι αυτός απολαμβάνει μία «ειδική εύνοια» του Θεού, που οφείλεται στην «αρετή» του.
※
※
     Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, συμπεριφέρεται στον Θεό σαν να είναι Αυτός κατεχόμενο έδαφος σε αυτόν. Και, το «κατέχω την αλήθεια», πολύ λίγο απέχει από το να πούμε ότι «είναι κατεχόμενη η αλήθεια». Όπως στην Κύπρο· που δεν μπορείς να μπεις μέσα στα κατεχόμενα όπου υπάρχουν συρματοπλέγματα. Αυτό, είναι ένα παράδειγμα νοσηρής σχέσης· η κτητικότητα.
※
※
     Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σχέση εξάρτησης. Και μέσα στο ζευγάρι μπορεί να αναπτυχθεί μία σχέση τέτοιας εξάρτησης, που να προσκολληθεί ο δήθεν αδύναμος στον δήθεν δυνατό. Και η σχέση αυτή να είναι νοσηρή, να μην είναι ισότιμη, να μην προάγει την δημιουργικότητα, να μην προάγει την αγάπη, να μην προάγει την ελευθερία, αυτά τα στοιχεία του κατ’ εικόνα ανθρώπου.
※
※
     Μα, μήπως δεν υπάρχει σχέση εξάρτησης και με τον Θεό; Υπάρχει· και εδώ χρειάζεται να κάνουμε μία διάκριση και χρειάζεται αρκετή προσοχή, γιατί θα μπορούσε να πει κάποιος: «Μα, αλίμονο! Δεν θα είναι η σχέση μας με τον Θεό σχέση εξάρτησης; Ισότιμοι είμαστε με τον Θεό; Αφού περιμένουμε από τον Θεό τα πάντα. Εδώ, ψάλλουμε στον 103ο Ψαλμό: “Άμα αποστρέψεις το Πρόσωπό Σου από εμάς, τότε, εξαφανιστήκαμε και μας κατάπιε το σκοτάδι· Εσύ είσαι που μας τα δίνεις όλα!”». Αυτό, είναι πράγματι αλήθεια· συμβαίνει και ανήκει στις ιδιαιτερότητες της σχέσης μας με τον Θεό. Όμως, και εδώ, μπορούμε να διακρίνουμε σχέσεις εξάρτησης· με ποιά έννοια;
※
※
     Ότι δηλαδή ο άνθρωπος σε αυτή την περίπτωση αχρηστεύεται, όταν κάνει και έχει σχέση εξάρτησης με τον Θεό. Αχρηστεύεται, όπως εκείνη η κοπέλα που θα κάνει σχέση εξάρτησης με τον αγαπημένο της. Αχρηστεύει την προσωπικότητά της και τα περιμένει όλα από εκείνον. Δεν είναι αυτής της «λογικής» ο Θεός, από όσο φαίνεται τουλάχιστον. Δεν θέλει να αχρηστεύσει την προσωπικότητά μας.
※
※ 
     Όταν κάλεσαν τον Χριστό στον Λάζαρο και συνάντησε τις αδελφές του και πήγαν στο μνήμα μαζί, ξέρουμε ότι ανέστησε έναν νεκρό που είχε πεθάνει τέσσερις μέρες πριν. Αλλά ωστόσο, δεν έκανε μία κίνηση για να φύγει η πέτρα από την πόρτα του μνημείου. Είπε: «τραβήξτε την πέτρα!». Αντιλαμβάνεστε τί σημαίνει να τραβήξουν την πέτρα; Σε αυτά τα ζεστά τα μέρη, έναν μεγάλο βράχο; Έσπρωχναν δυο–τρεις άνθρωποι, ιδρώσανε. Τί πρόβλημα είχε ο Χριστός να τραβήξει την πέτρα; Αλλά ανέθεσε στους ανθρώπους να κάνουν αυτό που εκείνοι μπορούσαν. Δεν μπορούσαν αυτοί να αναστήσουν τον νεκρό. Αυτό, ήταν δική Του δουλειά.
※
※
     Δηλαδή, με κανέναν τρόπο δεν θέλει ο Θεός να αχρηστεύεται ο άνθρωπος. Και αυτό έχει δογματική κατοχύρωση στην πίστη μας. Το θέμα της Θεανθρωπότητας του Χριστού, το δόγμα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας, ήταν καθοριστικής σημασίας· γιατί διατύπωσε αυτό που ήταν ήδη εμπειρία της Εκκλησίας από την αρχή. Και μετά έτυχε περαιτέρω θεολογικής αναπτύξεως. Ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος και καμμία από τις δύο φύσεις δεν καταργείται και δεν αχρηστεύεται. Μάλιστα, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έδωσε μάχη αργότερα, όταν επέμενε ότι ο Χριστός έχει δύο θελήματα· το θεϊκό και το ανθρώπινο.
※
※
     Ο άνθρωπος, έχει επιθυμίες. Και η Πίστη μας δεν είναι σαν τον βουδισμό να καταργεί τις επιθυμίες του, επειδή πονούν όταν δεν πραγματοποιούνται. Δεν είναι λύση απέναντι στον πόνο να ακρωτηριάζεις τον άνθρωπο. Μας εμπνέει, λοιπόν, αυτό το δόγμα της Χαλκηδόνας· και, νομίζω, όχι τόσο πολύ όσο θα έπρεπε, όχι αρκετά. Μας εμπνέει και πρέπει συνεχώς αυτό να είναι οδηγός μας ως βασικό κριτήριο για να αντιλαμβανόμαστε πότε μία σχέση με τον Θεό είναι υγιής και πότε όχι. Και, είναι υγιής, όταν δεν αχρηστεύει τον άνθρωπο αλλά επίσης και όταν δεν «αχρηστεύει» τον Θεό.
※
※
     Γιατί υπάρχουν σχέσεις ανθρώπων με τον Θεό, οι οποίες, ενώ αυτοί (οι άνθρωποι) όλο μιλούν για τον Θεό και όλο «πίνουν νερό στο όνομά Του» που λένε, αλλά στην πράξη, «αχρηστεύουν» τον Θεό· Του λένε δηλαδή: «κάνε πέρα τώρα Εσύ, γιατί εγώ ξέρω καλύτερα!». Περιπτώσεις υπερβολικού ναρκισσισμού, έλλειψης πίστης, τάσης για υπερβολικό έλεγχο των καταστάσεων· λες και ο Θεός δεν ξέρει ή κάνει λάθος (!) που αφήνει ελευθερία στον άνθρωπο. Το «λάθος», μπορεί να γίνει και προς τις δύο κατευθύνσεις. Η σχέση με τον Θεό μπορεί να είναι νοσηρή, είτε εάν αχρηστεύεται ο άνθρωπος είτε εάν «αχρηστεύεται» ο Θεός.
※
※
     Το δύσκολο είναι να υπάρχει η θεανθρωπότητα, η θεανθρώπινη συνεργασία. Πάντα τα άκρα είναι τα πιο εύκολα. Το δύσκολο είναι να υπάρχουν μαζί και τα δύο· γι’ αυτό είχαμε και τόσες πολλές αιρέσεις στην πορεία της Εκκλησίας: γιατί οι άνθρωποι έτειναν πάντα προς το εύκολο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν το πώς αυτή η θεανθρωπία λαμβάνει χώρα. Διότι, δεν είναι τόσο το μυαλό να καταλάβει· το μυαλό, δεν θα καταλάβει ποτέ! Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση τις αλήθειες της Πίστης να τις καταλάβει κανείς με το μυαλό.
※
※
     Το πρόβλημα με τις αιρέσεις, φαινομενικά, ήταν το μυαλό κάποιων αιρετικών. Σίγουρα, και αυτό ισχύει. Αλλά εγώ νομίζω, ότι στις συγκεκριμένες αιρέσεις –τις χριστολογικές– η δυσκολία ήταν να αντιμετωπίσουν την ευθύνη και το άγχος που φέρνει αυτή η θεανθρωπία στον «ψυχικό» και στον «σαρκικό» άνθρωπο (βλ. Α΄ Κορ. β΄ 12· γ΄ 4). Εάν δρα μόνο ο Θεός και ο άνθρωπος είναι στην άκρη, υπάρχει ένα είδος πεπρωμένου· οπότε μειώνεται πολύ το άγχος. Εάν δρα μόνο ο άνθρωπος και δεν έχει «ασχοληθεί» με τον Θεό, (σημ.: υπάρχει και εδώ ένα είδος αγνωστικισμού)· και σε αυτήν την περίπτωση πάλι αποφεύγει το άγχος. Ουσιαστικά, αποφεύγει ο άνθρωπος να μπει σε μία προσωπική σχέση μαζί με τον Θεό.
※
※
     Το άγχος αυτό, δημιουργείται από το γεγονός ότι πρέπει να λειτουργήσει η διαπροσωπική σχέση με μία ισορροπία τέτοια, που να σέβεται ο ένας τον άλλον. Και, στις ανθρώπινες σχέσεις –θα το δείτε και από την δική σας ζωή και εμπειρία– είναι πολύ πιο εύκολο να καταλήξει κάποιος στα άκρα των σχέσεων. Δηλαδή, ή να ελέγχει και να κυβερνά τον άλλον, ή να αφεθεί να κυβερνάται από τον άλλον. Το δύσκολο πάντα είναι η ισοτιμία… 
※
※


ΠΑΤΗΡ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΡΜΟΣ

※
[πατρός Βασιλείου Θερμού: 
«Άνθρωπος μόνος και μπερδεμένος ψάχνει», 
κεφ. 5ο («Σχέση με το Πρόσωπο του Θεού»), 
σελ. 188–193, εκδόσεις «Αρμός», 
Αθήνα Νοέμβριος 20091.]
※


※
※



















Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
※
※
«Άλλοι, πάλι, “χάνονται”
με συχνές διαγνώσεις του εαυτού τους.
Σημειώνουν–σημειώνουν σχολαστικά τα σφάλματά τους,
δήθεν για να κάνουν μία πιο λεπτή εργασία,
τα περνάνε από διυλιστήριο, ζαλίζονται,
αλλά δεν διορθώνονται.
Ενώ, αν πιάσουν ένα–ένα τα μεγάλα τους ελαττώματα
και αγωνισθούν να διορθωθούν σ’ αυτά,
θα εξαφανιστούν μετά και τα μικρά…».
※

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)

※
[Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: «Λόγοι»,
τόμ. γ΄ «Πνευματικός Αγώνας»,
3ο μέρος, κεφ. 5ο, σελ. 169,
Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης, Μάϊος 20011.]
※


※
※










ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΕΧΘΡΟ»

ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΕΧΘΡΟ»
※
※
     Ο πατήρ Ιάκωβος Βαλοδήμος (1870–1960), ο μυστικός αετός της Ηπείρου, ο θεοφόρος ασκητής από το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Μονοδένδρι, στην εποχή της Κατοχής, προστάτευσε τον ίδιο τον εχθρό του, τον Καπετάν–Φωτιά καθώς και τον δικό του τον αδελφό, τον Ηλία, όταν κινδύνευε η ζωή τους.
     Ο Καπετάν–Φωτιάς, πιστεύοντας ότι θα τους βοηθήσει ο πατήρ Ιάκωβος, πήγε στο Μοναστηράκι του και του είπε:
     –Έχεις κανένα παράπονο μαζί μου, Γέροντα;
     –Έχω.
     –Γιατί δεν μου τό ’λεγες τότε που είχα το λημέρι μου στα μέρη σας;
     –Δεν μ’ ερώτησες· γι’ αυτό.
     –Πες το μου, τώρα. Και μπορεί να το διορθώσω το λάθος μου.
     –Ήρθες, γιε μου, τόσες φορές στο Μοναστηράκι μου και, μια φορά, δε μπήκες μέσα να προσκυνήσεις τον Βασιλέα Χριστό. Τί, νομίζεις πως είσαι;  Υπάρχει άνθρωπος που δεν έχει ανάγκη από τον Παντοκράτορα;
     –Αυτό, μονάχα, είναι το παράπονο;
     –Αυτό, γιε μου!
     –Για το βόδι που σου πήρα, δε μου κρατάς κακία;
     –Δεν μου το πήρες εσύ.
     –Αλλά, ποιός το πήρε;
     –Ο Θεός έκρινε ότι μπορούσα να κάνω και με τό ’να βόδι τη δουλειά μου. Αν δεν ήταν θέλημα Θεού, κανένας δε θα μπορούσε να μου το πάρει. Εκείνος που μου τό ’δωκε, Εκείνος και μου το πήρε. Ευλογημένο για όλα νά ’ναι τ’ όνομά Του! «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον»! «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν»! Μπορώ νά ’χω παράπονο κατά του Θεού μας;
※
※
     –Τότε εγώ, που σου το πήρα, δεν έχω ευθύνη;
     –Αυτό, είναι δική σου δουλειά. Αλλά, ένα βόδι, μια μαχαιριά στον τράχηλο του βοδιού, τί είναι; Ένα τίποτε! Άλλα, είναι τα τρισχειρότερα!
     –Τί θέλεις να πεις, Γέροντα;
     –Τους ανθρώπους, κλαίω· πονάω τους ανθρώπους που σκοτώνονται αμετανόητοι κι ανεξομολόγητοι. Το ίδιο λυπάμαι κι εκείνους που τους αφαιρούν τον καιρό, για να ετοιμασθούν και να βγάλουν εισιτήριο.
     –Τί «εισιτήριο» να βγάλουν;
     –Εισιτήριο για τον Ουρανό, τέκνον μου! Για την αιώνια ζωή και βασιλεία.
     Ο Καπετάν–Φωτιάς, σκέφτηκε:
     –Εμένα με είπε «τέκνον μου» και, πολύ με κολάκευσε ο λόγος του! Πράγματι, αυτός ο Γέροντας, δεν ήταν άνθρωπος αυτού του αιώνα κι αυτού του κόσμου. Από κάπου αλλού ερχόταν. Κάτι διαφορετικό είχε στην έκφρασή του και στο λόγο του.
     –Και πού το δίνουν, ποιοί το πουλάνε αυτό το «εισιτήριο», πάτερ; –μου φάνηκε ότι έτσι έπρεπε να τον προσφωνήσω.
     Με κοίταξε μ’ ένα γλυκό παιδιάτικο βλέμμα.
     –Όταν πονέσεις, διότι έφυγες από το σπίτι του Πατέρα σου, κι όταν λάβεις την απόφαση να γυρίσεις κοντά Του, τότε είναι που το παίρνεις αυτό το εισιτήριο.
※
※
     –Μα, εγώ δεν έχω πατέρα· είμαι ορφανός.
     –Ο Πατέρας σου και ο Πατέρας μου, γιε μου, είναι Αθάνατος· επομένως, δεν είμαστε ορφανοί.
     Κατάλαβα τί μου έλεγε, ντράπηκα κι έγυρα το κεφάλι.
     Τότε, πήρε τον λόγο ο αδελφός του Καπετάν–Φωτιά.
     –Γέροντα, αν ο εχθρός σου βρεθεί στην ανάγκη να σου ζητήσει να τον βοηθήσεις, θα του κάνεις καλό;
     –Δεν έχω εχθρούς, παιδί μου. Κι εκείνος που με εχθρεύεται, είναι αδελφός μου, είναι παιδί του Θεού. Μπορώ, εγώ, να μη κάνω καλό στο παιδί του Θεού μου;
     –Τότε…, τότε…, ζητάμε την προστασία σου.
     –Εγώ, ο φτωχός, ο αδύνατος και γέρος, να προστατεύσω εσάς, που είσθε νέοι κι έχετε δύναμη; Όμως, αν μπορώ και ό,τι μπορώ, στη διάθεσή σας, παιδιά μου…
     –Γέροντα, κινδυνεύει η ζωή και των δύο μας, ξαναείπε ο αδελφός του Καπετάν–Φωτιά, ο Ηλίας.
     –Μήπως φάνηκαν Γερμανοί; Έχουμε μάχη; ρώτησε ο πατήρ Ιάκωβος.
     –Όχι… Αλλά, Γέροντα, πρωτύτερα πρέπει να σου πούμε ποιοί είμαστε και τί μας συμβαίνει.
     –Μα, γιε μου, εσένα σε ξέρω.
     –Δε με ξέρεις! Ξέρεις, Γέροντα, ότι είμαι γιος μιας χριστιανής χήρας, πολύ χριστιανής; Ξέρεις ότι ο Θεός έκαμε χθες το βράδυ θαύμα αληθινό, ότι παραλίγο να σκότωνα αυτόν εδώ που είναι αδελφός μου, ότι άφησα τους δικούς μου και φεύγω, ότι έχω δέκα ώρες που φεύγω και αναζητάω προστάτη και σωτήρα;
     –Ζητάς, παιδί μου, προστάτη και σωτήρα… Έχω καθήκον, μεγάλο καθήκον!… Θα με περιμένετε πέντε λεπτά. Καθίστε στο πεζούλι. Θα σας παρουσιάσω ενώπιόν Του και θα Τον παρακαλέσω για ’σας. Αυτός, με αγαπά και μού ’χει δώσει το θάρρος να Του ζητάω χάρες και θα μ’ ακούσει. Όμως νά ’ρθετε μαζί μου, αφού πρέπει να σας παρουσιάσω πρώτα... Περιμένετε…
※
※
     Είχε στον τοίχο κρεμάσει ένα νιπτήρα. Έπλυνε πολλές φορές τα χέρια του. Έπειτα, έπλυνε το πρόσωπό του, τα γένια του, τα μαλλιά του. Σκουπίστηκε με μια υφαντή, παλιωμένη πετσέτα. Μπήκε μέσα στο σπιτάκι του. Βγήκε έξω διαφορετικός. Τώρα, είχαμε μπροστά μας έναν παπά! Φαινόταν και τώρα χωριάτης και αγρότης όπως πριν, ήταν όμως τώρα και παπάς: με το ράσο του, με το καλυμαύχι του, με το αντερί του. Κρατούσε από το χέρι μια γυναίκα, εξήντα με εξηνταπέντε χρονών. Την οδηγούσε αυτός επειδή τα μάτια της ήταν σβησμένα· ήταν τυφλή κι αόμματη.  
     –Είναι η αδελφή μου, μας είπε. Καλόγρια κι αυτή, όπως κι εγώ. Ελάτε, παιδιά μου, μαζί μου!...  
※
※
     Μπήκε στο Εκκλησάκι. Μπήκαμε κι εμείς μαζί του. Μας έδειξε το στασίδι. Πήγε κι άφησε την τυφλή Μοναχή αδελφή του στο ψαλτικό. Αυτός, προχώρησε στο Ιερό. Φόρεσε τ’ άμφιά του, λευκά, ολοκάθαρα, άσπιλα άμφια. Άρχισε με το «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…».
     Όπως μας εξήγησε κατόπιν, αυτό ήταν το «Τυπικὸ» του παράξενου Μοναστηριού του· Έκανε τον Όρθρο με το χάραγμα. Έπειτα, πήγαινε να δουλέψει πέρα στα χωράφια και, προς το μεσημέρι, έκαμνε τη Θεία Λειτουργία. Η φωνή του ήταν γλυκειά, ταπεινή, φωνή ικεσίας. Οι αιτήσεις και οι ευχές, έδειχναν ένα παιδί που μιλάει με σεβασμό και μ’ εμπιστοσύνη στον Πατέρα του.
     Μετά το Ευαγγέλιο, μας έκανε κήρυγμα. Μιλούσε απλά, χωριάτικα. Μιλούσε για ’μας. Μας καλούσε στη μετάνοια, στην εξομολόγηση, στη συμφιλίωση με τον Πατέρα μας τον Θεό.
     Ξέχασα να σας πω, ότι τον ψάλτη τον έκανε σεμνά κι ωραία η τυφλή Μοναχή αδελφή του. Τά ’ξερε όλα απ’ έξω.
※
※
     Ω, αυτή η Λειτουργία!... Μέσα στ’ άγρια βουνά, μέσα στην ερημιά και μέσα στην ερήμωση της δικής μας καρδιάς, να φανεί ένας άγιος στον δρόμο μας, να σταθεί ένας μεσίτης, αυτός ο σεμνός Γέροντας, ο πατήρ Ιάκωβος, ανάμεσα στον Θεό και σ’ εμάς, τους κυνηγημένους.
     Η Λειτουργία βρισκόταν στο τέλος της. Ο πάτερ Ιάκωβος με το Άγιο Ποτήριο στα χέρια πρόβαλε από την Ωραία Πύλη. «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε...». Ποιός θα «προσερχόταν», όμως; Αλλά παραξενεύτηκα στη συνέχεια: η τυφλή Μοναχή, προχώρησε με σταθερό βήμα, στάθηκε μπροστά στο Ποτήρι της Ζωής, κι άνοιξε το στόμα της… 
     Ένοιωσα βαθειά πίκρα μέσα μου. Είχα χρόνια να κοινωνήσω, εγώ. Και, τί όμορφα που ήταν τότε! Τί, αισθήματα άγια, πλημμύριζαν την καρδιά μου! Ντράπηκα για το κατάντημά μου. Και είδα, την ώρα εκείνη, τον γέρο παπά και την τυφλή γριά, σαν δύο διαλεχτές υπάρξεις. Αυτοί μπορούσαν να προσέρχονται, μπορούσαν να πλησιάζουν με παρρησία τον Ένα και να ενώνονται με τον Βασιλέα του Ουρανού και της γης. Ο πατήρ Ιάκωβος, μας κάλεσε να μας δώσει αντίδωρο. Δειλά πήγαμε κοντά του. Ασπασθήκαμε το χέρι του. Ακόμη και το αντίδωρο που πήραμε απ’ αυτόν, ήταν κάτι το πολύ σπουδαίο για ’μας, τους ασώτους.
※
※
     Αποτραβηχτήκαμε σε μιαν άκρη της Εκκλησίας και τον περιμέναμε, ώσπου ετοιμάσθηκε και βγήκε από το Ιερό. Είχε το πρόσωπό του ολόχαρο κι ακτινοβόλο, ο γερο ιερομόναχος, και τα μάτια γελαστά.
     –Τώρα, θα πάμε για φαΐ! είπε.
     Πήρε πάλι την αδελφή του τη Μοναχή από το χέρι. Μας πήγε στο κελλί του. Αφού φάγαμε το λιτό εκείνο γεύμα, μας ρώτησε:
     –Τί θέλετε από μένα τώρα;
     –Δύο πράγματα, απάντησε ταπεινωμένος ο Καπετάν–Φωτιάς, έναν τόπο να ξαποστάσουμε λίγο. Όλη τη νύχτα δεν κλείσαμε μάτι. Έπειτα, ζητάμε να μας βοηθήσεις, Γέροντα, να φθάσουμε μ’ ασφάλεια στα Τζουμέρκα.
     –Στα Τζουμέρκα;! Μα εκεί είναι οι άλλοι!
     –Ναι, σ’ αυτούς πάμε. Να ζητήσουμε την προστασία τους. Άλλη σωτηρία, δεν έχουμε.
     –Καλά, απάντησε ο Γέροντας, καλά! Θα σας στρώσω ένα χράμι (=χοντρό στρωσίδι που υφαίνεται στον αργαλειό, σκέπασμα για το κρεβάτι) να κοιμηθείτε στην άλλη κάμαρη πού ’χει και πάτωμα. Όταν ξυπνήσετε, τα ξαναλέμε…
※
※
     Πέσαμε ξεροί. Ξυπνήσαμε αργά, το δειλινό. Ο Γέροντας, μας περίμενε. Είχε βάλει κάτω στο σοφρά δύο μεγάλες κατακόκκινες, λαχταριστές ντομάτες, κι είχε γεμίσει με δροσερό νερό το κέδρινο κανάτι.
     Συμμορφωθήκαμε με του γερο–παπά τις υποδείξεις. Έτσι, με το πέσιμο του ήλιου, μεταμφιεσμένοι καθώς είμαστε, πήγαμε και προσκυνήσαμε τον Χριστό και την Παναγία στο Εκκλησάκι. Έπειτα, ήρθε η ώρα ν’ αποχαιρετήσουμε τον ερημίτη.
     Πρώτος μίλησε με συστολή ο Φωτιάς:
     –Πάτερ, εγώ είμαι μεγάλος αμαρτωλός. Τα δικά μου τα κρίματα…
     Τον πρόλαβε ο Γέροντας Ιάκωβος σηκώνοντας το χέρι του και στηρίζοντάς το στον ώμο του Καπετάνιου:
     –Τέκνον μου! «Ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐλεεῖ». Θέλεις να προσπέσεις στο μέγα και ανείκαστο (=αυτό που ξεπερνά κάθε εικασία, υπερβολικό, ανεξιχνίαστο, ακατάληπτο) έλεος του Κυρίου; Θέλεις να πάρεις το λουτρό της μετανοίας και εξομολογήσεως;
     Ακολούθησε σιωπή. Ακούστηκε μετά το ψέλλισμα:
     –Ναι, θέλω!...  
※
※
     Τον τράβηξε ελαφρά ο λειτουργός του Θεού. Μπήκαν μέσα στην Εκκλησία. Πόση ώρα τους περίμενα κι εγώ, δε το ξέρω. Όμως, το καταλάβαινα, ότι το πρόσταζε η συνείδηση πού ’χε ξυπνήσει πια και μόνο αυτή τώρα κυβερνούσε τα πράγματα. Έφτανε τώρα κι η σειρά μου.
     –Κι εγώ, πάτερ! του είπα. Να εξομολογηθώ κι εγώ!...  
※
※
     Δεν το θυμάμαι, πότε βρεθήκαμε μέσα στον ιερό τόπο. Όμως θυμάμαι, ότι έτρεμαν τα χείλη μου, έτρεμε η φωνή μου, έτρεχαν τα μάτια μου. Την ώρα εκείνη, δε βρισκόμουν μπροστά σ’ έναν «παπαδάκο», αλλά μπροστά στον Ίδιο τον Άγιο και Παντοκράτορα Θεό. Ο Πνευματικός, πού ’βλεπε το σπαραγμό της ψυχής μου, ζήτησε να με παρηγορήσει.
     –Αυτό σου το δάκρυ, τέκνον μου, τά ’πλυνε και τά ’σβησε όλα σου τα κρίματα! Έχε εμπιστοσύνη στη δύναμη της σταυρικής θυσίας του Χριστού μας. Όμως, πρόσεξε, πρέπει ν’ αλλάξεις διαγωγή και πορεία: «Μηκέτι ἁμάρτανε!» (πρβλ. Ιωάν. ε΄ 14).
     Μού ’σφιξε το χέρι κι εγώ έσκυψα κι έβρεξα το δικό του με το δάκρυ μου. Βρεθήκαμε στην αυλή της Εκκλησίας. Ο Γέροντας Ιάκωβος, ήταν βαθειά συγκινημένος. Και, μέσα από την πατρική του αγάπη, μας ευχήθηκε:
     –Άγγελος Κυρίου να συμπορεύεται μ’ εσάς!...
※

※



[Τριμηνιαίο Περιοδικό «Ορθόδοξος Μαρτυρία», αριθμ. τεύχ. 62–63, Ιούλιος–Δεκέμβριος 1995, σελ. 8–13. Άρθρο εξολοκλήρου δανεισμένο από το βιβλίο του μακαριστού Αρχιμ. Χαραλάμπους Βασιλόπουλου (1910–1982): «Ένας σύγχρονος άγιος», εκδόσεις «Ορθόδοξος Τύπος», 19923. Η 4η και η 6η, κατά κατακόρυφη σειρά, φωτογραφία είναι του Adonios GK. Και η τελευταία κάτω φωτογραφία (με τη λιθοανάγλυφη παράσταση), της Μαρίας Τσούπη.]



※
※
















Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

«ΠΑΝΑΪΑ ΜΟΥ!... ΠΑΝΑΪΑ ΜΟΥ!...»

«ΠΑΝΑΪΑ ΜΟΥ!... ΠΑΝΑΪΑ ΜΟΥ!...»
※
※
Έχει ήδη περάσει πάνω από μία δεκαετία από τότε
που ήλθε ένας χριστιανός για εξομολόγηση,
ο οποίος είχε έναν παππού ιερέα σ’ ένα χωριό
κάπου στα περίχωρα της Δράμας.
Όταν αυτός ήταν μικρός,
διακονούσε τον αγαπημένο του παππού,
τον παπα–Γιώργη –αυτό, ήταν το όνομα του παππού του–
μέσα στο Ιερό Βήμα.
Ο δε παπα–Γιώργης, ήλθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία
ξεφεύγοντας από τις σφαγές στη Σμύρνη
και το κάψιμο της πόλης.
Αν και ο ίδιος αγράμματος, ήταν ωστόσο ευλαβέστατος.
Το εκκλησάκι του χωριού ήταν φτωχό,
με δάπεδο κακοστρωμένο από πρόχειρες πλάκες·
γι’ αυτό και ο ταπεινός παπα–Γιώργης
κάθε τόσο σκόνταφτε σ’ αυτές.
Ένα Σάββατο που λειτουργούσε με πέντε–έξι πιστούς,
κατά την Μεγάλη Είσοδο, σκόνταψε
και παραλίγο να σωριαστεί κάτω με τα Τίμια Δώρα.
Ο μικρός εγγονός του, είδε τότε ξαφνικά μια ολόλαμπρη
Κυρία να τον συγκρατεί για να μη πέσει κάτω,
λέγοντάς του τα εξής:
«Μη φοβάσαι!... Σε κρατάω καλά!... Προχώρα!...».
Τρέμοντας ο παπα–Γιώργης από την ιερή συγκίνηση,
εισήλθε μαζί Της μέσα στο Ιερό Βήμα.
Εκείνη, έκλεισε τα βημόθυρα της Ωραίας Πύλης και,
όταν τα Τίμια Δώρα τοποθετήθηκαν
επάνω στην Αγία Τράπεζα,
του έδωσε το θυμιατό για να τα θυμιάσει.
Ο μικρός εγγονός τα έβλεπε όλα αυτά κατάπληκτος,
άφωνος και θαμπωμένος από την ακτινοβολία
Εκείνης της μεγαλόπρεπης Κυρίας.
Η παιδική του ψυχή –και δεν το ξεχνάει ποτέ αυτό– 
πλημμύρισε από ιερό θαυμασμό και δέος.
Καθόλου όμως δεν κατάλαβε το πώς το θυμιατό
που κρατούσε με το μικρό του χέρι,
βρέθηκε στα χέρια της ολόλαμπρης Εκείνης Κυρίας,
της Υπεραγίας Θεοτόκου, της Βασίλισσας των Ουρανών!
Όταν συνήλθε ο μικρός, είδε τον ιερέα παππού του να κλαίει.
Σε κάθε αίτηση που έκαμνε,
σε κάθε εκφώνηση και ευχή που διάβαζε,
από τη μεγάλη του συγκινησιακή φόρτιση,
συνεχώς επαναλάμβανε τη λέξη: «Παναΐα μου!».
«Ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον…» – «Παναΐα μου!».
«Ἄγγελον εἰρήνης, πιστὸν ὁδηγόν…» – «Παναΐα μου!».
«Ἄξιον καὶ δίκαιον Σὲ ὑμνεῖν…» – «Παναΐα μου!».
Στον Καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, το ίδιο.
Ειδικότερα στο «Ἐξαιρέτως τῆς παναγίας, ἀχράντου, 
ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου, δεσποίνης ἡμῶν,
Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας…»,
εκεί λυγμοί, εκεί δάκρυα πολλά,
εκεί πάμπολλες φορές το «Παναΐα μου!».
Και όλη αυτή η κατάνυξη, συνεχίσθηκε
μέχρι το πέρας της Θείας Λειτουργίας.
Αφού έκανε και την κατάλυση του Αγίου Ποτηρίου,
γύρισε και είπε στον αγαπημένο του εγγονό:
«Δε θα πεις σε κανέναν ό,τι είδες και ό,τι άκουσες!...
Σε κανέναν!... Γιατί η “Παναΐα” θα μας κόψει τη γλώσσα!...».
Στα χρόνια της κατοχής (1941–1944)
εμφανίσθηκε ξανά η Παναγία στον παπα–Γιώργη
–ανήμερα των Χριστουγέννων,
δυο χρόνια πριν αυτός κοιμηθεί–
για να τον βοηθήσει και για να τον στηρίξει.
Από τότε ο καλός λευΐτης του Θεού,
μέρα–νύχτα, συνέχεια και ακατάπαυστα,
μουρμούριζε ευλαβικά: «Παναΐα μου!».
Μάλιστα, εξαιτίας αυτής της έκφρασης
πήραν αφορμή και τον πείραζαν καλόκαρδα
οι συγχωριανοί και συντοπίτες του
που ήταν συγχρόνως και τα λογικά του πρόβατα.
Τελικά, ο παπα–Γιώργης εκοιμήθη οσιακώς.
Ένα πρωϊνό που ήταν αδιάθετος,
άνοιξε ο γιος του την πόρτα του δωματίου του
και τον είδε γονατιστό, με τα γεροντικά του χέρια υψωμένα
και, μέσα σ’ ένα υπερκόσμιο φως, να ψελλίζει ικετευτικά: 
«Παναΐα μου! Παναΐα μου! Παναΐα μου, έρχομαι!».
Και Εκείνη, της Οποίας το όνομα δεν έλειψε ποτέ
από τα ιερατικά του χείλη
και από την παναγιόφιλη καρδιά του,
παράλαβε την ευλαβική του ψυχή…

※
[Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Αναγνωστόπουλου: 
«Εμπειρίες κατά την Θεία Λειτουργία»,
μέρος 2ο, κεφ. 3ο, σελ. 250–251,
Πειραιάς 20032.]
※