Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

     Ο φωστήρας τούτος στο στερέωμα των αγίων, ο στύλος αυτός της Εκκλησίας και της οικουμένης διδάσκαλος, γεννήθηκε περί το 349 στην Αντιόχεια από χριστιανούς γονείς: τον Σεκούνδο, που ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού, και την Ανθούσα, μια γυναίκα θαυμαστή για την πίστη και την ευσέβειά της. Έμεινε χήρα σε ηλικία μόλις είκοσι ετών και, αντί να νυμφευθεί πάλι, προτίμησε να αφιερώσει το υπόλοιπο της ζωής της στον Θεό και στην ανατροφή του γιου της. Ενέπνευσε στον Ιωάννη τον έρωτα της αγνείας και του εμφύτευσε τους σπόρους των θείων αρετών. Και ο ίδιος, άλλωστε, παρουσίασε μια φύση φλεγόμενη για την ευσέβεια και την υπεράσπιση του δικαίου, ζήλο απτόητο και ακλόνητο θάρρος. Η μητέρα του τού προσέφερε επιμελημένη μόρφωση στα ελληνικά γράμματα κοντά στους καλύτερους δάσκαλους, μεταξύ των οποίων ο περίφημος Λιβάνιος. Τα χαρίσματά του στη ρητορική ήταν τέτοια, που υπήρχε η σκέψη να τον κάνουν έναν λαμπρό δικηγόρο και ο Λιβάνιος επιθυμούσε να τον ορίσει διάδοχό του. Ο Ιωάννης όμως δεν αφέθηκε να περισπασθεί από τις ματαιότητες του κόσμου· βαπτίσθηκε σε ηλικία δεκαοκτώ χρόνων, έγινε αναγνώστης λίγο αργότερα και έκτοτε στράφηκε προς την αληθινή φιλοσοφία των αγίων. Μετά τη βάπτισή του κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να προφέρει βλασφημία, ψέμα ή κακολογία, μήτε να χαρεί καν με τον χλευασμό ή τον έλεγχο του πλησίον του. Ενεδύθη, όντως, τον Χριστό, στολισμένος, μέσα από έντονο και καθημερινό αγώνα, τη στολή των θείων αρετών και των χαρισμάτων του Πνεύματος. Λίγο αργότερα, εγκατέλειψε όλες τις κοσμικές του σχέσεις για να αποσυρθεί στο οικογενειακό του κτήμα και να επιδοθεί εκεί στην άσκηση. Άκρως αυστηρός με τον εαυτό του, ο νέος επιδόθηκε με ζήλο στη νηστεία, την αγρυπνία και την προσευχή, δίχως να επιτρέπει στον εαυτό του κανένα περισπασμό. Έμενε σταθερά στην ησυχία, προσέχοντας να αποκρούει τις παράλογες ορμές της όποιας επιθυμίας και του ακράτητου θυμού. Προόδευσε τόσο πολύ σε τόσο λίγο χρόνο, ώστε πολύ γρήγορα απέκτησε την ικανότητα να προσεύχεται αρεμβάστως και να διατηρεί σε κάθε περίσταση ατάραχη τη διάνοια και μια απαρασάλευτη πραότητα. Όταν, αργότερα, τύχαινε να παροργισθεί στις ομιλίες του, αυτό γινόταν προς διόρθωση και αφύπνιση του ποιμνίου του και δίχως ποτέ να χάνει την αυτοκυριαρχία του. Σε ηλικία είκοσι πέντε χρόνων η φήμη του είχε ήδη διαδοθεί και ο επίσκοπος Αντιοχείας θέλησε να τον κάνει πρεσβύτερο, αλλά ο ταπεινόφρων Ιωάννης, ιστάμενος με δέος προ του αξιώματος της ιερωσύνης, προτίμησε αρχικά με κάθε εύσχημο τρόπο τη φυγή.

     Όταν εκοιμήθη η οσία μητέρα του, μπόρεσε να εκπληρώσει τον πόθο που έτρεφε για πολλά χρόνια να απαρνηθεί εντελώς τον κόσμο και να αποσυρθεί μεταξύ των μοναχών που ζούσαν στα βουνά γύρω από την Αντιόχεια. Έζησε εκεί υπό την καθοδήγηση ενός Σύρου ασκητή, στην αγία υπακοή, την απόλυτη πτωχεία, τη νηστεία και την προσευχή. Οι μοναχοί αυτοί σηκώνονταν καθημερινά κατά το μεσονύκτιο και προσεύχονταν όλοι μαζί μέχρι ανατολής του ηλίου, κατόπιν επέστρεφε ο καθένας στο κελλί του για να περάσει το υπόλοιπο της ημέρας με τη μελέτη της Αγίας Γραφής και με επίμοχθες πρακτικές εργασίες. Δεν λάβαιναν για τροφή, παρά λίγο ψωμί και αλάτι, μετά τη δύση του ηλίου, κατόπιν δε, συνομιλούσαν για λίγα λεπτά περί πνευματικών θεμάτων, πριν αναπαυθούν ελαφρώς. Μετά από τέσσερα χρόνια τέτοιας βιοτής, στην οποία αναδείχθηκε υπόδειγμα για τους αδελφούς του, ο Ιωάννης αποφάσισε να αποσυρθεί, «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», προσομιλών μαζί Του με καθαρή προσευχή μέσα σε μια σπηλιά. Εκεί μπόρεσε να επιδοθεί στους πιο σκληρούς αγώνες για να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πέρασε όλη την περίοδο αυτή δίχως να καθίσει στιγμή για να κοιμηθεί, αναπαυόμενος για λίγο, κρεμάμενος από τους ώμους σε ένα σχοινί δεμένο από την οροφή. Όλος ο χρόνος του ήταν αφιερωμένος στην προσευχή και στη μελέτη των Γραφών, από τις οποίες άντλησε εμπνευσμένη γνώση μοναδικής βαθύτητας. Εκτέθηκε όμως σε τέτοιες σκληραγωγίες στη νηστεία και το κρύο, ώστε μετά από δύο χρόνια αρρώστησε βαριά στα νεφρά και χρειάσθηκε να επιστρέψει οπωσδήποτε πίσω στην Αντιόχεια. Κατά τη σύντομη αυτή περίοδο του μοναχικού του βίου, ο Ιωάννης έλαβε μοναδική γνώση των θείων πραγμάτων και, παρά το νεαρό της ηλικίας του, άρχισε να διδάσκει με τη συγγραφή πραγματειών περί πνευματικής ζωής. 

     Μετά την επιστροφή του στην Αντιόχεια (381), χειροτονήθηκε διάκονος από τον άγιο Μελέτιο [12 Φεβρ.] και, εν συνεχεία, δύο χρόνια αργότερα (383), πρεσβύτερος από τον διάδοχό του Φλαβιανό. Έγινε δεκτός μετά χαράς από τον λαό και για δώδεκα χρόνια ανέλαβε την πραγματική πνευματική καθοδήγηση της μεγάλης μητροπόλεως, η οποία τον καιρό εκείνο χειμαζόταν, από πολλά ήδη χρόνια, ευρισκόμενη σε μια αξιοθρήνητη εκκλησιαστική κατάσταση. Λέγεται ότι, τη στιγμή της χειροτονίας του, ορισμένοι είδαν μία λευκή περιστερά να κάθεται στο κεφάλι του και, πράγματι, η Χάρις του Αγίου Πνεύματος, που την ημέρα της Πεντηκοστής κατέβηκε στους Αποστόλους με τη μορφή πύρινων γλωσσών, κατοικούσε έκτοτε στον Ιωάννη και έδινε στον θεσπέσιο λόγο του τη δύναμη του θείου Πυρός. Η ευγλωττία του ήταν τόσο λαμπρή, που μάζευε σε κάθε ομιλία του στους διάφορους ναούς ολόκληρη την πόλη και στο εκκλησίασμα γεννούσε τόσο μεγάλο ενθουσιασμό, που συχνά τον διέκοπταν θυελλώδεις επευφημίες. Τα λόγια του ήταν όμοια με τα πλούσια νερά του ποταμού που «ευφραίνουν την πόλη του Θεού» (Ψαλμ. 45, 5)· εισέδυαν βαθειά στις καρδιές και ύψωναν τη ψυχή προς τον Θεό και προς τον έρωτα της αρετής. Από όλους τους αγίους Πατέρες, αυτός που διέπρεψε περισσότερο στη θεόφθογγη ευφράδεια ήταν ο Ιωάννης, και για τον λόγο αυτό έγινε σύντομα θεοφώτιστη συνήθεια να του αποδίδουν καίρια την ονομασία: «Χρυσόστομος»! Το κήρυγμά του ήταν θεμελιωμένο κυρίως στην Αγία Γραφή, στο άφθαρτο μέλι της οποίας είχε με φιλοπονία εντρυφήσει όταν ασκήτευε μόνος στην ερημία των βουνών έξω από την Αντιόχεια· αρεσκόταν να επεξηγεί βιωματικά το κατά γράμμα νόημά της και να φανερώνει τη μυστική ενότητα του θεϊκού σχεδίου που αποκαλύπτει, εφαρμόζοντάς το πάντα στην άμεση χριστιανική ζωή. Έφθανε στη θεωρία της αβύσσου των θείων μυστηρίων και βολιδοσκοπούσε τον πλούτο των δογμάτων, γνώριζε όμως άριστα να καταδεικνύει πώς αυτά βρίσκουν πρακτικά την αντανάκλασή τους στις ευαγγελικές αρετές: συγκεκριμένα την ελεημοσύνη, τη δικαιοσύνη, την ταπεινοφροσύνη, τη μετάνοια και τη συντριβή της καρδίας, που βασίζεται στην εμπιστοσύνη στο άπειρο μεγαλείο του ελέους του Θεού. Γι’ αυτό και συχνά τον αποκαλούσαν «Κήρυκα του ελέους», αλλά και «Φωτισμένο οφθαλμό της μετανοίας». Δεν αρκούνταν, ωστόσο, στο κήρυγμα, οργάνωνε επίσης τη φιλανθρωπία, διηύθυνε τις τελετές, τις μυσταγωγίες και τις προσευχές, ασχολούνταν με τον καθέναν όπως ακριβώς και με την ίδια του τη ψυχή και ενεργούσε ως διαιτητής σε δημόσιες υποθέσεις, όπως το γκρέμισμα των αγαλμάτων του αυτοκράτορα Θεοδοσίου από τον εξεγερμένο λαό (387), που δίχως τη μεσολάβηση του αγίου, θα επέσυρε αιματηρά κατασταλτικά μέτρα.

     Το 397 εκοιμήθη ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος [11 Οκτ.] και ο χηρεύων θρόνος έγινε αντικείμενο δριμείας αντιζηλίας, ιδιαιτέρους εκ μέρους του Θεοφίλου, τότε αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας, που φθονώντας την αυξανόμενη επιρροή της Βασιλεύουσας, επιθυμούσε να τοποθετήσει εκεί έναν από τους ανθρώπους της δικής του εύνοιας και εμπιστοσύνης, τον Ισίδωρο. Η φήμη όμως του Ιωάννη είχε κατά πολύ ξεπεράσει τα σύνορα της επαρχίας της Αντιόχειας και εμφανιζόταν ως ο μόνος πραγματικά άξιος να αναλάβει το αξίωμα αυτό. Υπό την πίεση του ευνούχου και αυτοκρατορικού σύμβουλου, του Ευτροπίου, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος τον όρισε αρχιεπίσκοπο και τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, χάρη σε ένα στρατήγημα για να τον φέρει προ τετελεσμένου γεγονότος, αφού ήταν πασίγνωστο πως η ταπεινοφροσύνη του αγίου δεν θα τον άφηνε ποτέ να δεχθεί ένα παρόμοιο αξίωμα. Ενθρονίσθηκε τον Φεβρουάριο του 398, από τον Θεόφιλο, που του κρατούσε από τότε βαθειά και κρυφή έχθρα. Μόλις έγινε επίσκοπος, τα χαρίσματα και η αγιότητά του κυριολεκτικά έλαμψαν παντού. Κήρυττε ακούραστα παντού, συγκεντρώνοντας αναρίθμητα πλήθη που τον άκουγαν με δέος και ενθουσιασμό. Έδειχνε πατρική αγάπη για τους πιστούς και τους μιλούσε με οικειότητα, χαίροντας ειλικρινά για τις προόδους τους στην αρετή και χύνοντας καυτά δάκρυα, όταν οι ουράνιες διδαχές του έμεναν, εξαιτίας της σκληρότητας και της αμετανοησίας των ανθρώπων, ατελέσφορες. Ξένος προς κάθε είδους δουλικής ευγνωμοσύνης απέναντι στους ισχυρούς της αυλής που είχαν στηρίξει αρχικά τη χειροτονία του, δεν άργησε να επιτεθεί στη σκανδαλώδη υπερπολυτέλεια, την αναίσχυντη τρυφή, την υποκριτική ευλάβεια των πλουσίων αρχόντων, δίχως, ωστόσο, να τους καταδικάζει ονομαστικά. Έδωσε ο ίδιος το παράδειγμα της χριστοευαγγελικής πτωχείας, αφαιρώντας κάθε πολυτέλεια που συνδεόταν εθιμοκρατικά με το πρόσωπο του επισκόπου. Πούλησε υπάρχοντα της αρχιεπισκοπής και αντικείμενα αξίας για να μοιράσει τα χρήματα στους φτωχούς και να κτίσει νοσοκομεία και ξενώνες. Δεν είχε τίποτε δικό του, δεν είχε τίποτε στην κατοχή του και σταδιακά απαλλάχθηκε από κάθε ψυχοφθόρα φροντίδα που συνδεόταν από δεξιώσεις και επίσημα γεύματα. Έτρωγε πάντα μόνος, ίσα-ίσα για να συντηρεί το ασθενικό και λιπόσαρκο σώμα του, και δεν δεχόταν ποτέ προσκλήσεις, με σκοπό να αποφύγει συνειδητά τις μάταιες κοσμικές συντυχίες. Αντιθέτως, η φιλοξενία του ήταν απλόχερη, επισκεπτόταν ο ίδιος αρρώστους και φυλακισμένους, βοηθούσε ολοπρόθυμα τους φτωχούς και όσους είχαν ανάγκη. Για να αποσπά τον λαό από τα ανωφελή αγωνίσματα και θεάματα, οργάνωνε λιτανείες και ψαλμωδίες που αντηχούσαν στην Πόλη από το πρωί ως το βράδυ. Τελούνταν συχνά ιερές αγρυπνίες, έτσι ώστε όσοι εργάζονταν την ημέρα να έχουν τη δυνατότητα να έρχονται να προσευχηθούν μέσα στην ησυχία και τη κατάνυξη της νύχτας. Ο Ιωάννης προέτρεπε, εξάλλου, τον καθένα να διακόπτει τον ύπνο του για να αφιερώσει λίγο χρόνο στην προσευχή. Τότε μάλιστα ήταν που συνέθεσε τις ευχές της θείας Λειτουργίας που τελούμε επ’ ακριβώς μέχρι σήμερα. Όταν λειτουργούσε, έβλεπε συχνά να κατεβαίνει από τον ουρανό πλήθος αγγέλων που έρχονταν να σταθούν κυκλικά γύρω από το Θυσιαστήριο. Παρ’ όλα τα ποιμαντικά του καθήκοντα, πρώτη του ασχολία ήταν η προσευχή και η μελέτη της Αγίας Γραφής. Απορροφούνταν τόσο σε αυτήν, που λησμονούσε να λάβει τροφή και να αναπαυθεί. Μια νύχτα, ο μαθητής του Πρόκλος [20 Νοεμ.], που ήταν κοντά του και τον διακονούσε, κοίταξε κρυφά στο κελλί του και είδε με έκπληξη ότι ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος στεκόταν στο πλάι του σεπτού ιεράρχου και του υπαγόρευε την ερμηνεία των επιστολών του. Ο ζήλος του Ιωάννη για την αρετή επεκτεινόταν σε όλο το περιβάλλον, και δεν άργησε να επιδοθεί με ενεργητικότητα να διορθώσει τα παρακμιακά ήθη του κλήρου, φροντίζοντας δε μάλιστα να αφορισθούν ορισμένοι σιμωνιακοί επίσκοποι. Επέδειξε μεγάλο και έμπρακτο ενδιαφέρον για τις ιεραποστολές και τη διάδοση του Ευαγγελίου στου βαρβάρους, ιδιαιτέρως στους Γότθους, στους οποίους μάλιστα προσέφερε μία εκκλησία στην Κωνσταντινούπολη.

     Όλη αυτή η πολυεδρική ποιμαντική δραστηριότητα όμως, και η αποφασιστικότητα για την αντιμετώπιση των ηθών, γέννησαν πολύ σύντομα την εχθρότητα κατά του αγίου επισκόπου σε ορισμένες θεοσεβείς αρχόντισσες και σε κοσμικόφρονες επισκόπους, που εκμεταλλεύθηκαν κάθε πρόφαση για να τον διαβάλλουν παντού. Ο Θεόφιλος Αλεξανδρείας εκμεταλλεύθηκε επίσης τις διαδόσεις αυτές και την πατρική προστασία που είχε προσφέρει ο Ιωάννης προς τους αδικημένους Μακρούς Αδελφούς, οι οποίοι χαρακτηρίσθηκαν σφαλερώς ωριγενιστές και διέφυγαν στανικά από τη Νιτρία [20 Ιουλ.], για να τον κατηγορήσει με κάθε εμπάθεια και να προκαλέσει την εκθρόνισή του από τη Σύνοδο της Δρυός, αποτελούμενη αποκλειστικά από οπαδούς του (403). Αντί να απαντήσει στις καταφανώς ψευδείς κατηγορίες και στις ραδιουργίες της αυλής, ο Ιωάννης προτίμησε να μιμηθεί τον Χριστό, που κράτησε σιγή ενώπιον των κατηγόρων Του και παραδόθηκε εκουσίως στο Πάθος ως αμνός προς σφαγήν. Άφησε λοιπόν να κατηγορηθεί και να καθαιρεθεί και, παρά το γεγονός ότι ο λαός ήταν έτοιμος να εξεγερθεί για να υπερασπίσει με πάθος τον πολυαγαπημένο του ποιμενάρχη, παραδόθηκε ο ίδιος στους στρατιώτες που τον οδήγησαν στην εξορία στη Βιθυνία. Αμέσως όμως, μετά την εσπευσμένη και αθόρυβη αναχώρηση του αγίου, ένας ισχυρός σεισμός συγκλόνισε την πρωτεύουσα, ακολουθούμενος και από άλλες καταστροφές που έκαναν την αυτοκράτειρα Ευδοξία να συναισθανθεί, έστω πρόσκαιρα, το σφάλμα της και να καλέσει πίσω τον Ιωάννη μέσα στον πάνδημο ενθουσιασμό του λαού.

     Επιστρέφοντας στον θρόνο του, ο Ιωάννης δεν ήταν, παρά ταύτα, διατεθειμένος να κάνει συμβιβασμούς. Η σχετική σύμπνοια με την αυτοκράτειρα κράτησε μονάχα λίγους μήνες· μέχρι εκείνη να ανεγείρει αλαζονικά προς τιμήν της άγαλμα εν μέσω επιδεικτικών εορτών και θορυβωδών εκδηλώσεων που αναστάτωσαν τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και έγιναν αιτία να κατακριθεί εκ νέου ο άγιος Ιωάννης για τη δίκαιη αντίδρασή του. Οι ραδιούργοι επωφελήθηκαν της τροπής αυτής για να περάσουν ξανά στην επίθεση: ο Θεόφιλος και οι περί αυτόν κατόρθωσαν να πείσουν τον αυτοκράτορα να μην παραστεί στις ακολουθίες του Πάσχα στις οποίες χοροστατούσε ο Ιωάννης (404), με το πρόσχημα ότι κατείχε τον θρόνο αντικανονικά. Ο Αρκάδιος προχώρησε ασυλλόγιστα στην εκδίωξη του ταπεινού επισκόπου από την εκκλησία του και διέταξε να διωχθεί ο κλήρος που παρέμενε πιστός στον άγιο, καθώς και οι πιστοί στις εκκλησίες, την ιερή στιγμή που τελούνταν οι βαπτίσεις κατά το Μεγάλο Σάββατο, με αποτέλεσμα να χυθεί μαρτυρικό αίμα στις κολυμβήθρες. Οι ταραχές συνεχίσθηκαν και τις επόμενες ημέρες μετά το Πάσχα. Ο Ιωάννης κρατούνταν έγκλειστος στο μέγαρό του, στενά και αυστηρά επιτηρούμενος από στρατιώτες. Τέλος, λίγες ημέρες μετά την Πεντηκοστή, παρά τους φόβους της Ευδοξίας μήπως επαναληφθούν οι καταστροφές της προηγούμενης αναχώρησής του, ο αυτοκράτορας αποφάσισε τελικά να διατάξει την εξορία του Ιωάννη. Εκείνος πάλι παραδόθηκε όπως πρώτα οικειοθελώς, ο έκρυθμος λαός όμως που συγκεντρώθηκε γύρω από την Αγία Σοφία βρισκόταν σε μεγάλο αναβρασμό, ξέσπασαν συγκρούσεις και έπιασε δυνατή φωτιά καταστρέφοντας μεγάλο τμήμα του καθεδρικού ναού και του παλατιού της Συγκλήτου. Δεν παρέβλεψαν, βέβαια, να κατηγορήσουν για το γεγονός του οπαδούς του αγίου, τους λεγομένους «Ιωαννίτες», και να βρουν ποταπό άλλοθι και κίνητρο για να τους καταδιώξουν με απίστευτο μίσος.

     Εν τω μεταξύ, ο Ιωάννης υφίστατο τις κακουχίες μιας αβάσταχτα πικρής εξορίας. Οδηγημένος πρώτα στη Νίκαια, μεταφέρθηκε κατόπιν στην Κουκουσό (Μικρή Αρμενία), όπου δεινοπάθησε από το τραχύ κλίμα, την πείνα, τις επιδρομές των βαρβάρων και την απομόνωση. Απαρασάλευτος, ωστόσο, στο θάρρος του και στην ελπίδα του, δεν έπαυσε, παρά ταύτα, να ενδυναμώνει με άφθονη αλληλογραφία όσους υφίσταντο την εξορία και τις διώξεις για χάρη του. Ιδιαίτερα οι επιστολές του αγίου προς τη σεμνή διακόνισσα και πιστή του μαθήτρια, Αγία Ολυμπιάδα [25 Ιουλ.], προσφέρουν μια εξαιρετική όσο και συγκινητική διδασκαλία για τη χριστιανική ελπίδα. Η δραματική κατάστασή του γέννησε το ενδιαφέρον του πάπα Ρώμης Ιννοκέντιου, ο οποίος προσπάθησε μεν να τον στηρίξει, δίχως επιτυχία όμως. Καθώς η παρουσία του και μόνον αποτελούσε έλεγχο και καταδίκη των εχθρών του, επιχείρησαν να τον μεταφέρουν σε ακόμη πιο αφιλόξενο τόπο, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στους πρόποδες του Καυκάσου. Δίχως να σεβασθούν την ηλικία, τη θέση και την ασθενική του υγεία, ανάγκασαν τον άγιο επίσκοπο να οδοιπορεί με όλους τους καιρούς σε δρόμους τραχείς και δύσβατους. Μετά από τρεις μήνες έφθασαν στα Κόμανα του Πόντου και σταμάτησαν κοντά σε ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στον τοπικό μάρτυρα άγιο Βασιλίσκο [22 Μαΐου]. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ ο Ιωάννης προσευχόταν, παρά τη μεγάλη του εξάντληση, του φανερώθηκε ο άγιος και του είπε: «Θάρρος, αδελφέ μου Ιωάννη, από αύριο θα είμαστε μαζί!», Το πρωί, ζήτησε λευκά ρούχα, κοινώνησε ήρεμος των αχράντων Μυστηρίων και παρέδωσε οσιακά τη ψυχή του στον Θεό λέγοντας: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!» (14 Σεπτεμβρίου 407). Επειδή η κοίμηση του αγίου έλαβε χώρα στις 14 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που εορτάζεται η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού, η μνήμη του μετατέθηκε στις 13 Νοεμβρίου, ώστε να εορτάζεται περισσότερο πανηγυρικά.

     Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για πολλά χρόνια ακόμη δοκιμαζόταν από το σχίσμα των «Ιωαννιτών», καθώς οι οπαδοί του Ιωάννη δεν αναγνώριζαν τους αντικαταστάτες που τοποθέτησε ο αυτοκράτορας. Όταν αποκαταστάθηκε η ειρήνη και αναγνωρίσθηκε ομόφωνα η αγιότητα του Ιωάννου, τα τίμια λείψανά του επέστρεψαν θριαμβευτικά στη Βασιλεύουσα (438). Η εορτή της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Χρυσορρήμονος μνημονεύεται στις 27 Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄.

τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσός, ἐκλάμψασα χάρις τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν, τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.    

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Στόμα πάγχρυσον, τῆς Ἐκκλησίας, ρήτωρ ἔνθεος, τῆς εὐσεβείας, ἀνεδείχθης Ἰωάννη Χρυσόστομε· καταυγασθεὶς γὰρ τῇ αἴγλῃ τοῦ Πνεύματος, λόγους ζωῆς ἀναβλύζεις τοῖς πέρασι. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. β΄. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν.

κ τῶν οὐρανῶν, ἐδέξω τὴν θείαν χάριν, καὶ διὰ τῶν σῶν χειλέων πάντας διδάσκεις, προσκυνεῖν ἐν Τριάδι, τὸν ἕνα Θεόν, Ἰωάννη Χρυσόστομε, παμμακάριστε Ὅσιε, ἐπαξίως εὐφημοῦμέν σε· ὑπάρχεις γὰρ καθηγητής, ὡς τὰ θεῖα σαφῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὸν ποταμὸν τῆς Ἐκκλησίας τὸν χρυσόρρειθρον, καὶ εὐσεβείας τὴν κιθάραν τὴν χρυσόφθογγον, τὸν Χρυσόστομον αἰνέσωμεν Ἰωάννην· χρυσουργίᾳ γὰρ τοῦ λόγου κατεχρύσωσε, τὰς καρδίας τῶν πιστῶν καὶ τὰ νοήματα. Τούτῳ λέγοντες, χαῖρε θεῖε Χρυσόστομε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις ὁ χρυσόρρειθρος ποταμός, ὁ τὴν οἰκουμένην, καταρδεύων νᾶμα χρυσοῦν· χαίροις ὁ τὴν γλῶτταν, χρυσοῦς καὶ τὴν καρδίαν, Χρυσόστομε τρισμάκαρ, Πατριαρχῶν ἡ κρηπίς.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 136–142.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]





 

Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

     Ο άγιος Ιωάννης ήταν γόνος επιφανούς οικογένειας της Αμαθούντας της Κύπρου. Νυμφεύθηκε μετά από πίεση των γονέων του και απέκτησε πολλά παιδιά, που κατά παραχώρησιν Θεού πέθαναν σε νεαρή ηλικία, ταυτόχρονα με τη μητέρα τους. Βλέποντας στην οδυνηρή τούτη στέρηση την εσωτερική ευκαιρία να απαλλαγεί από τις κοσμικές φροντίδες, αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στον Θεό.

     Το 610 χειροτονήθηκε πατριάρχης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, με το όνομα Ιωάννης Ε΄. Την ίδια κιόλας ημέρα συγκέντρωσε όλο τον κλήρο και το προσωπικό της πλούσιας μητροπόλεως της Αιγύπτου και τους έστειλε να απογράψουν με κάθε δυνατή ακρίβεια όλους όσους αυτός ο ίδιος αποκαλούσε «κυρίους» του, δηλαδή τους φτωχούς και επαίτες, τους οποίους ο Θεός τοποθετεί κοντά μας για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών με την προς αυτούς αγάπη και ευσπλαχνία μας. Βρέθηκαν περισσότεροι από 7.500 και διέταξε να τους προσφέρεται καθημερινά η αναγκαία τροφή και στέγη. Έλεγε συχνά στην προσευχή του: «Θα δούμε, Κύριε, ποιος από τους δυο μας θα βγει νικητής στον αγώνα αυτό: Εσύ που πάντα με ελεείς, ή εγώ που δεν παύω να μοιράζω τα ελέη Σου στους φτωχούς; Γιατί αναγνωρίζω πως δεν έχω τίποτα που να μην προέρχεται από το έλεός Σου και ότι αυτό είναι που επιστηρίζει τη ζωή μου!».

     Όντως, το έλεος του αγίου αυτού απέναντι στους φτωχούς ήταν ακένωτο· οι ελεημοσύνες του ήταν άφθονες σαν τα νερά του Νείλου που καλύπτουν περιοδικά τα εδάφη της Αιγύπτου καθιστώντας τα γόνιμα. Γι’ αυτό και έλαβε την επωνυμία «Ελεήμων», κατ’ εικόνα του Χριστού, που είναι η πηγή κάθε ελέους. Δεν μπορούσε να δει φτωχό ή πάσχοντα να τον πλησιάζει, δίχως να χύσει άφθονα δάκρυα και να πάρει επάνω του τον πόνο του. Έδινε αφειδώς, αντλώντας από το ταμείο της Εκκλησίας. Όπως τον είχε διδάξει ο Χριστός: «Να είστε σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι και ο Θεός Πατέρας σας» (Λουκ. 6, 36), έδινε αδιακρίτως σε καλούς και κακούς, σε αξίους και αναξίους. Μία ημέρα, ένας φτωχός που είχε ήδη λάβει την ελεημοσύνη του, παρουσιάσθηκε άλλες τρεις φορές στον άγιο, μεταμφιεσμένος κάθε φορά διαφορετικά. Όταν επεσήμαναν τη δολιότητα του γεγονότος στον Ιωάννη, αυτός διέταξε να του δώσουν δυο φορές περισσότερα λέγοντας: «Ίσως να είναι ο Χριστός, ο Σωτήρας μου, που έρχεται επί τούτου να με δοκιμάσει!». Όμως, όσο περισσότερο σκόρπιζε γύρω του ελεημοσύνη, δίχως να σκέφτεται την ποσότητα ή την επαύριο, τόσο πολλαπλασίαζε ο Θεός τις δωρεές που προσφέρονταν στην Εκκλησία, έτσι που επαληθευόταν στη συνείδηση του λαού και στην καρδιά των ανθρώπων η επαγγελία του Σωτήρος: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του, κι όλα τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν» (Ματθ. 6, 25 και 33). 

     Ένας από τους κληρικούς, τους επιφορτισμένους με τη διακονία των ελεημοσυνών, δεν είχε δώσει σε έναν πλούσιο, που είχε περιέλθει σε ένδεια, παρά το ένα τρίτο του ποσού που είχε ορίσει ο άγιος να διανεμηθεί, κρίνοντας ότι δεν ήταν λογικό να αδειάσει το ταμείο για έναν μόνον άνθρωπο. Έμεινε όμως άναυδος από ντροπή, όταν ο Ιωάννης τού αποκάλυψε ότι μία αρχόντισσα, που είχε αποφασίσει να κάνει μια σημαντική δωρεά στην Εκκλησία, στον τέλος δεν έδωσε παρά το ένα τρίτο από το προβλεπόμενο ποσό της υποσχόμενης δωρεάς της.

     Όταν 614 οι Πέρσες εισέβαλαν στην επαρχία της Συρίας και κατέλαβαν με τρόπο αιματηρό την Ιερουσαλήμ, ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων συνέρρευσε στην Αλεξάνδρεια. Ο άγιος Ιωάννης τούς δέχθηκε σαν αδελφούς του, τους ανακούφισε, έκτισε νοσοκομεία και μεγάλους ξενώνες και εξάντλησε όλους τους πόρους της Εκκλησίας για να τους θρέψει και να τους εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Έστειλε επίσης στην Παλαιστίνη καράβια φορτωμένα σιτηρά και τρόφιμα, καθώς και εργάτες για να ξαναφτιάξουν τις κατεστραμμένες εκκλησίες.

     Επισκεπτόταν ο ίδιος τους αρρώστους και τους αναξιοπαθούντες, και στο πρόσωπό του φανέρωνε σε αυτούς κάτι από την παρουσία του Χριστού. Και όταν ήθελε κάποιος αναγκεμένος και φτωχός να τον ευχαριστήσει για τις αγαθοεργίες του, διέκοπτε απότομα τον συνομιλητή του λέγοντας: «Πάψε, αδελφέ μου, γιατί δεν έχυσα το αίμα μου για σένα, όπως το ζητά ο Κύριος!». Κάθε Τετάρτη και Σάββατο στεκόταν στη θύρα της εκκλησίας και περίμενε να έρθουν προς αυτόν για να λύσει διαφορές και να συμφιλιώσει εχθρούς.

     Κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να προφέρει μάταιο λόγο ή να κατακρίνει τον οποιονδήποτε, ακόμη και μπροστά στις πιο πρόδηλες αποδείξεις του αμαρτήματος. Σε όλους τους ανθρώπους δεν έβλεπε παρά μόνον το καλό ή τις καλές προθέσεις, υπέθετε ότι οι αμαρτωλοί αυτοί είχαν μετανοήσει εν κρυπτώ και πρόσεχε πολύ να μην οικειοποιηθεί την κρίση που ανήκει μόνον στον Θεό. Ευχαριστούσε όσους τον κακολογούσαν ή τον προσέβαλλαν, επειδή του υπενθύμιζαν έτσι τις αμαρτίες του και τους έδινε μεγαλύτερη ελεημοσύνη από τους άλλους. Για να διορθώσει τους αμαρτωλούς, τους υπερήφανους και τους σκληροκάρδιους, ο άγιος αυτός πατριάρχης απευθυνόταν πάντα σε αυτούς αποδίδοντας στον εαυτό του τα αμαρτήματα που ήθελε απαθώς να ελέγξει και ζητώντας από αυτούς να προσεύχονται για να μετανοήσει γι’ αυτά. Προέτρεπε υπομονετικά τους πιστούς στην ταπεινοφροσύνη και τη μετάνοια, υπενθυμίζοντάς τους πατρικά όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Θεός για μας, δημιουργώντας τον κόσμο, αποστέλλοντας τον Ίδιο τον Υιό Του για να μας σώσει και μακροθυμώντας μπροστά στα αναρίθμητα παραπτώματά μας.

     Προτιμούσε ωστόσο να μεταδίδει τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής περισσότερο με τις πράξεις του παρά με τα λόγια, όπως οι Προφήτες. Έτσι, μια Κυριακή που τελούσε τη θεία Λειτουργία, ο θεοευαίσθητος πατριάρχης σταμάτησε αίφνης πριν εκφωνήσει τα λόγια του καθαγιασμού, ζήτησε από τον διάκονο να επαναλάβει τις δεήσεις και έστειλε να φωνάξουν έναν από τους κληρικούς της Εκκλησίας του, ο οποίος κρατούσε μνησικακία απέναντί του και δεν ήταν παρών στον ναό. Όταν ήλθε απορημένος εκείνος, ο πατριάρχης γονάτισε μπροστά του με δάκρυα στα μάτια και του ζήτησε συγχώρεση. Μονάχα αφού τελικά συμφιλιώθηκε μαζί του και τον ασπάσθηκε, ξανανέβηκε στο Θυσιαστήριο και συνέχισε την τέλεση της Λειτουργίας, έχοντας εφαρμόσει κατά γράμμα και κατά πνεύμα τη ψυχοσωτήρια εντολή του ανεξίκακου Κυρίου: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στον Ναό, και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφό σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί μπροστά στο Θυσιαστήριο του Ναού το δώρο σου, και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου, και ύστερα έλα πάλι να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5, 23).

     Παρ’ ότι είχε στο παρελθόν νυμφευθεί, ο άγιος Ιωάννης αγαπούσε τους μοναχούς και υπερέβαλλε αυτούς στην αυστηρότητα της βιοτής του. Είχε συγκεντρώσει κοντά στη μητρόπολή του δύο μοναχικές αδελφότητες και ανέλαβε τη συντήρησή τους. Σε ανταπόδοση είχε ζητήσει να δέονται υπέρ αυτού και της εκκλησίας στις ακολουθίες που τελούσαν και κατά μόνας να προσεύχονται για τη δική τους σωτηρία, απελευθερωμένοι από κάθε μέριμνα, χάρη στη φροντίδα του πατριάρχη.

     Διέμενε σε πλούσιο μέγαρο, αλλά δεν είχε τίποτε δικό του. Το κελλί του ήταν γυμνό από κάθε άνεση· γι’ αυτό ένας αξιωματούχος της πόλεως προθυμοποιήθηκε και του προσέφερε μία ημέρα ένα πολυτελές σκέπασμα. Την επόμενη νύκτα ο άγιος δεν έβρισκε ανάπαυση και δεν έπαυε να καταδικάζει τον εαυτό του σκεπτόμενος ότι τόσοι και τόσοι φτωχοί υπέφεραν από το κρύο και την πείνα έξω στην πόρτα του, ενώ εκείνος περιβαλλόταν από τόση πολυτέλεια. Την επαύριο έβαλε να πουλήσουν το κάλυμμα και μοίρασε τα χρήματα. Ο ευεργέτης του, όμως, έτυχε να ξαναβρεί το δώρο στον πάγκο του εμπόρου. Το ξαναγόρασε και ανάγκασε τον Ιωάννη να το δεχθεί. Εκείνος, όμως, το ξαναπούλησε για να κάνει ελεημοσύνη. Καθώς ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν ήθελε να υποχωρήσει, το αντικείμενο άλλαξε πολλές φορές χέρια και ήταν μια ευκαιρία για τον Ιωάννη να αναγκάζει έμμεσα τον πλούσιο αυτόν να μοιράζει ένα σεβαστό ποσό στους ενδεείς.

     Η αγάπη του και η άκρα ταπεινοφροσύνη του δεν τον εμπόδιζαν, ωστόσο, να δείχνει σθεναρή στάση απέναντι στους αιρετικούς μονοφυσίτες. Τους αγαπούσε και σκόρπιζε σε αυτούς τις ευεργεσίες του, αλλά παρέμενε αυστηρός στη δίκαιη καταδίκη των ψυχόλεθρων κακοδοξιών τους και στην απαγόρευση κάθε συμμετοχής των ορθοδόξων στη λατρεία τους και στις προσευχές τους.

     Όταν λιμός και επιδημίες αφάνιζαν την πόλη, ο άγιος ήταν ο πρώτος που εμφανιζόταν να βοηθά τους αρρώστους και να θάβει τους νεκρούς. Προέτρεπε τους πιστούς να προσεύχονται ακατάπαυστα υπέρ των εκλιπόντων και άδραχνε την ευκαιρία στις συμφορές αυτές να τους υπενθυμίζει το πρόσκαιρο και άστατο της ζωής μας και το κατεπείγον της μετανοίας.

     Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια απειλούνταν με τη σειρά της από τους Πέρσες. Για τον λόγο αυτό, κατόπιν αιτήματος του διοικητή της Αιγύπτου Νικήτα, ο Ιωάννης επέστρεψε στην Κύπρο, όπου και εκοιμήθη σε ηλικία 64 ετών (το 619), ευχαριστώντας τον Θεό που δεν του άφησε τίποτε από τα πλούτη των οποίων κετέστη επίτροπος προς όφελος των φτωχών. Λίγο πριν την κοίμησή του, είδε να του φανερώνεται η ίδια ευγενής παρθένος που του είχε παρουσιασθεί στην ηλικία των δεκαπέντε ετών λέγοντάς του ότι ήταν η ίδια η Ελεημοσύνη, η οποία παρακίνησε τον Χριστό να λάβει σάρκα υπέρ της σωτηρίας μας, και υποσχόμενη να του ανοίξει τη Βασιλεία των ουρανών. Ετάφη στην Αμαθούντα, στον τάφο του αγίου Τύχωνος [16 Ιουν.], τον Βίο του οποίου είχε συγγράψει. Λίγο μετά τον θάνατό του, μύρο ανέβλυσε από το σκήνωμα του αγίου προς αγαλλίαση και παρηγορία των πιστών. Το λείψανό του φέρεται να βρίσκεται σήμερα στη Βενετία, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ακόμη η γνησιότητά του.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄.

ν τῇ ὑπομονῇ σου ἐκτήσω τὸν μισθόν σου Πάτερ Ὅσιε, ταῖς προσευχαῖς ἀδιαλείπτως ἐγκαρτερήσας, τοὺς πτωχοὺς ἀγαπήσας, καὶ τούτοις ἐπαρκέσας. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Ἰωάννη Ἐλεῆμον μακάριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὸν πλοῦτον τὸν σόν, ἐσκόρπισας τοῖς πένησι, καὶ τῶν οὐρανῶν, τὸν πλοῦτον νῦν ἀπείληφας, Ἰωάννη πάνσοφε· διὰ τοῦτο πάντες σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες τὴν μνήμην σου, τῆς ἐλεημοσύνης ὦ ἐπώνυμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

λεημοσύνης ὁ ποταμός, ὁ τῆς εὐσπλαχνίας, διανέμων ἐπιρροάς, καὶ καταπιαίνων, ἀπόρων τὰς καρδίας, ὁ μέγας Ἰωάννης, ὑμνολογείσθω μοι.



 


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 127–131.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2020

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ

     Ο όσιος πατήρ ημών Θεόδωρος γεννήθηκε το 759 στους κύκλους της υψηλής αριστοκρατίας της Κωνσταντινουπόλεως. Τους ταραγμένους εκείνους καιρούς, όπου ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος δίωκε τους υπερασπιστές της τιμής των αγίων εικόνων, ο πατέρας του Φωτεινός, αυτοκρατορικός θησαυροφύλακας και υπουργός οικονομικών, και η μητέρα του Θεοκτίστη, κατόρθωσαν να του μεταδώσουν τη στερεότητά τους στην Ορθόδοξη Πίστη και την αγάπη τους για την αρετή. Έλαβε την πληρέστερη δυνατή μόρφωση στις ιερές και θύραθεν επιστήμες, απέκτησε όμως, κυρίως από τη μητέρα του, μεγάλο ζήλο για την άσκηση και την προσευχή, καθώς και μια βαθειά αγάπη για τη μοναχική ζωή. Με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Ε΄, μετά τη σύντομη βασιλεία του Λέοντος Δ΄ (775-780), η αυτοκράτειρα Ειρήνη ανέλαβε την αντιβασιλεία και αποκατέστησε με σύνεση, έχοντας σε αυτό και τη βοήθεια του πατριάρχη αγίου Ταρασίου [25 Φεβρ.], την τιμή των αγίων εικόνων, και ανακάλεσε από την εξορία όλους τους επιζώντες ομολογητές. Έτσι το 780, ο εκ μητρός θείος του Θεοδώρου, Πλάτων [4 Απρ.], μπόρεσε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, αφού παρέμεινε για δέκα χρόνια ηγούμενος της Μονής των Συμβόλων, στη Βιθυνία. Ενέπνευσε στην οικογένειά του τόσο μεγάλο πόθο για τη μοναχική πολιτεία, που έπεισε τον Θεόδωρο, τους γονείς του, τους αδελφούς και τις αδελφές του, καθώς και μερικούς από τους φίλους τους, να ασπασθούν τον αγγελικό βίο. Ο Φωτεινός πούλησε όλα του τα υπάρχοντα· και τα χρήματα που έλαβε, τα μοίρασε στους φτωχούς· άφησε μόνον ένα οικογενειακό αγρόκτημα που είχε στο όρος Όλυμπος της Βιθυνίας, το λεγόμενο «Σακκουδίων», το οποίο λόγω της τοποθεσίας του και των ευνοϊκών συνθηκών που υπήρχαν, θα μπορούσε να μετατραπεί σε μοναστήρι, αφού την εποχή εκείνη οι περισσότερες μονές ήταν εγκαταλελειμμένες εξαιτίας των εικονομαχικών διώξεων.

     Υπό τη σοφή καθοδήγηση του Πλάτωνος, μεταμόρφωσαν τον τόπο σε κοινοβιακό μοναστήρι, όπου ο Θεόδωρος έκαμε σύντομα πνευματικές προόδους. Επέδειξε φλογερό ζήλο στην εκκοπή της παραμικρής κινήσεως του ιδίου θελήματος στον καθηγούμενό του. Παρά τη λεπτή του κράση και την εκλεπτυσμένη παιδεία του, αναλάμβανε τα πιο επίμοχθα έργα, έτσι ώστε να ανακουφίζει τους άλλους αδελφούς: κουβαλούσε νερό και ξύλα, έσκαβε τον κήπο και σηκωνόταν ακόμη και τη νύκτα κρυφά να μεταφέρει στους ώμους την κοπριά, για να μη γίνει αντιληπτός και δεχθεί επαίνους. Διαλογιζόμενος αδιαλείπτως το παράδειγμα της απείρου συγκαταβάσεως του Χριστού υπέρ της σωτηρίας των ανθρώπων, ο Θεόδωρος δεν ζούσε πια για τον εαυτό του, αλλά για τον Θεό και τους αδελφούς του και έφθασε έτσι συντόμως στην κορυφή της αγίας ταπεινώσεως. Συνάπτοντας τη μνήμη του Θεού στη σκέψη του θανάτου, έλαβε το χάρισμα των δακρύων σε τέτοια αφθονία, που δεν πέρασε μέρα έως την τελευτή του, δίχως να χύσει γλυκά δάκρυα κατανύξεως στην προσευχή του. Έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητές του και στην υπακοή του, ο άγιος Πλάτων τού ανέθεσε την ευθύνη της αναγέρσεως του καθολικού, το οποίο περατώθηκε σύντομα και προκαλούσε τον θαυμασμό των επισκεπτών. Ο Θεόδωρος ήταν πάντοτε πρώτος εκεί για τις ακολουθίες, τις οποίες παρακολουθούσε με εγρήγορση και κατάνυξη και έφευγε τελευταίος. Αγαπούσε επίσης να αποσύρεται μόνος εκεί τη νύκτα, για ώρες πολλές, για να συνομιλεί με οικειότερο τρόπο με τον Θεό. Έδειχνε μεγάλη προσήλωση στην άσκηση και τη νηστεία, δίχως ωστόσο να ξεπερνά τα όρια των φυσικών του δυνάμεων. Δεν έτρωγε ποτέ μέχρι χορτασμού, για να μη βαρύνει και σκοτίζει τη διάνοιά του, αλλά έτρωγε λίγο απ’ ό,τι του πρόσφεραν, και έτσι ήταν καλά προετοιμασμένος για την προσευχή, δίχως να γίνεται αντιληπτό στους άλλους συμμοναστές ότι νηστεύει.

     Το 787 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον πατριάρχη Ταράσιο, και έκτοτε επιδόθηκε σε πιο αυστηρή άσκηση: κοιμόταν μόνο μία ώρα τη νύκτα και αφιέρωνε όλο το υπόλοιπο της μακράς αγρυπνίας του στην προσευχή και τη μελέτη των αγίων Πατέρων, των οποίων ήταν ένθερμος μαθητής. Ο Μέγας Βασίλειος, ο όσιος Δωρόθεος της Γάζης, ο όσιος Νείλος ο Σιναΐτης, ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, ήταν η αγαπημένη του συντροφιά. Εμβαθύνοντας στη διδασκαλία τους για την αποταγή του κόσμου και τη μοναχική ακτημοσύνη, διόρθωσε ορισμένες παρεκτροπές που είχαν εισαχθεί στο όρος Όλυμπος: ορισμένοι μοναχοί διατηρούσαν προσωπικά αγαθά, είχαν υπηρέτες, ασκούσαν την κτηνοτροφία. Η αυθεντία και το αισθητήριο που διέθετε ο Θεόδωρος επί των αρχών του μοναχισμού οδήγησαν τον άγιο Πλάτωνα να του προτείνει να πάρει τη θέση του στην ηγουμενία της Μονής του Σακκουδίωνος, που αριθμούσε τότε περί τους εκατό μοναχούς, μεταξύ των οποίων διέλαμψαν ο άγιος Ιωσήφ, αδελφός του Θεοδώρου και μέλλων αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης [14 Ιουλ.], ο άγιος Ναυκράτιος [18 Απρ.], οι Ευθύμιος και Τιμόθεος (δύο μέλλοντες μάρτυρες των εικονομάχων), αλλά ο Θεόδωρος αρνήθηκε από ταπεινοφροσύνη. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, αναγκάσθηκε να δεχθεί το αξίωμα, επειδή ασθένησε σοβαρά ο Πλάτων.

     Στις αρχές του 795, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΣΤ΄ (780-797) απέπεμψε τη σύζυγό του, Μαρία την Αρμενία, για να ενωθεί με μία ανιψιά του Θεοδώρου, τη Θεοδότη. Ο πατριάρχης Ταράσιος αρνήθηκε να ευλογήσει την ένωση αυτή, αλλά ο αυτοκράτορας ανέθεσε παραταύτα την τέλεση του γάμου σε έναν καιροσκόπο ιερέα, τον Ιωσήφ, οικονόμο της Μεγάλης του Θεού Εκκλησίας. Οι άγιοι Πλάτων και Θεόδωρος αντιτάχθηκαν τότε, αγανακτισμένοι, στην αξίωση του ηγεμόνα να αγνοεί τους νόμους της Εκκλησίας και να θέτει τον εαυτό του υπεράνω των πιστών. Ήταν οι μόνοι που εξεγέρθηκαν εναντίον αυτής της κατάχρησης εξουσίας και για περισσότερο από ένα χρόνο αντιστάθηκαν σε κάθε προσπάθεια συνδιαλλαγής εκ μέρους του αυτοκράτορα και της αυλής του. Τελικά, ο Πλάτων συνελήφθη και φυλακίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Θεόδωρος και μερικοί από τους μοναχούς του εξορίσθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου υπέστησαν πολλές δοκιμασίες.

     Όταν στα 797 ο Κωνσταντίνος ΣΤ΄ παραμερίσθηκε από την εξουσία προς όφελος της μητέρας του Ειρήνης (792-802), ο Πλάτων, ο Θεόδωρος, και οι σύντροφοί του (οι επονομαζόμενοι «Ζηλωτές»), απελευθερώθηκαν και μπόρεσαν να επιστρέψουν στη Μονή του Σακκουδίωνος προς μεγάλη χαρά των μαθητών τους, έχοντας κερδίσει τον σεβασμό του πατριάρχη, του πάπα της Ρώμης και των αρχόντων της αυλής, καθώς και τον θαυμασμό του λαού που έβλεπε και αισθανόταν στο πρόσωπό τους την πιο απτή ενσάρκωση της ανεξαρτησίας της Εκκλησίας και της στερεότητας της παραδόσεως έναντι της κοσμικής εξουσίας. Η νέα τους εγκατάσταση, ωστόσο, δεν διήρκησε πολύ. Οι συχνές επιδρομές των Αράβων τούς ανάγκασαν εν τέλει να εγκαταλείψουν το όρος Όλυμπος για να βρουν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου τους προσέφεραν τη Μονή του Στουδίου, από το όνομα του υπάτου Στουδίου που την ίδρυσε το 463. Η μεταφορά αυτή της μοναχικής αδελφότητος που έμελλε σύντομα να αριθμεί ίσως και εκατοντάδες μοναχούς συνολικά, μοναστηριακούς ή μετοχικούς, έδωσε την ευκαιρία στον Θεόδωρο να εφαρμόσει προς το αυστηρότερο, σε σχέση με τη Μονή του Σακκουδίωνος, την κοινοβιακή τάξη, την οποία ορίζει ο Μέγας Βασίλειος. Στη Μονή του Στουδίου η ζωή ήταν μια τέλεια εικόνα της πρώτης αποστολικής κοινότητας: «Όλοι τους είχαν μια καρδιά και μια ψυχή και κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά» (Πράξ. 4, 32). Οι μοναχοί δεν είχαν ιδιαίτερα κελλιά, αλλά έμεναν σε μεγάλους κοιτώνες και φορούσαν ένα ρούχο που το άλλαζαν τακτικά. Τα πάντα γίνονταν με τάξη και αρμονία υπό την καθοδήγηση του Θεοδώρου, ο οποίος ήταν η κεφαλή ενός πολυμελούς σώματος. Όπως ο Μωυσής θέσπισε τους Κριτές για τον λαό του Ισραήλ (Έξ. 18), συγκρότησε κι αυτός μια ολόκληρη ιεραρχία υπευθύνων τόσο για την πνευματική ζωή όσο και για την υλική οργάνωση της αδελφότητας, έτσι που να παραμένει ο ίδιος πατήρ όλων και καθενός ξεχωριστά για τις σημαντικές αποφάσεις της ζωής του.

     Ρύθμισε την τάξη των ιερών ακολουθιών με τρόπο ώστε οι μοναχοί να βρίσκονται στην εκκλησία όπως οι άγγελοι στον ουρανό που ψάλλουν ασιγήτως τη δόξα του Θεού με ομόνοια και αρμονία. Κατά τη διάρκεια των ακολουθιών δεν έπαυε να εξομολογεί και να δέχεται την εξαγόρευση των λογισμών των πνευματικών του τέκνων. Τρεις φορές την εβδομάδα, κατά τον Όρθρο, έκανε μια σύντομη κατήχηση κατά την οποία υπενθύμιζε το μεγαλείο της παρθενίας, την ανάγκη της αποταγής του κόσμου και του ιδίου θελήματος, τη χρεία του διαρκούς αγώνα κατά των παθών μας, ώστε ο Χριστός να κατοικεί και να αυξάνεται εντός μας. Οι «Κατηχήσεις» αυτές, οι οποίες κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα, διαβάζονται στα μοναστήρια τρεις φορές την εβδομάδα για την πνευματική ωφέλεια των μοναχών. Επιστατούσε ευκαίρως-ακαίρως, έλεγχε, επιτιμούσε, παρακαλούσε με όλη του τη μακροθυμία και τη διδαχή κατά την προτροπή του Αποστόλου Παύλο (Β΄ Τιμ. 4, 2), μην έχοντας άλλη έγνοια παρά τη σωτηρία των αδελφών του. Συνέθεσε ο ίδιος πολυάριθμους κατανυκτικούς λειτουργικούς ύμνους, μεταξύ των οποίων οι σωζόμενοι στο «Τριώδιον» της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που χρησιμοποιούνται μέχρι τις μέρες μας. Το μοναστήρι ήταν σαν μία μεγάλη και θαυμαστή κυψέλη: ο καθείς είχε εκεί ένα διακόνημα κατά τις δυνάμεις και τις εφέσεις του, για να εξασφαλίζει προσωπικά την καλή πρόοδο της κοινοβιακής αδελφότητας και την πνευματική ακτινοβολία της μέσα στην Εκκλησία. Έβρισκε επίσης εκεί κανείς αγιογράφους, αντιγραφείς και εικονογράφους χειρογράφων και κάθε είδους εργαστήρια που κατέστησαν τη Μονή του Στουδίου το βασικό θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο της εποχής. Ας σημειωθεί δε, ότι ο τρόπος ζωής της Μονής του Στουδίου έγινε το καθοριστικό πρότυπο ενός μεγάλου αριθμού βυζαντινών μοναστηριών, ιδιαίτερα της Μεγάλης Λαύρας του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου [5 Ιουλ.], καθώς και ρωσικών μονών, ήδη από τον 11ο αιώνα.

     Όταν εκοιμήθη ο άγιος Ταράσιος, το 806, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Α΄ (802-811) προκάλεσε την αντίθεση του Θεοδώρου και των Στουδιτών ανεβάζοντας έναν λαϊκό, τον άγιο Νικηφόρο [2 Ιουν.], στον πατριαρχικό θρόνο και κυρίως αποκαθιστώντας τον καιροσκόπο Ιωσήφ (βλ. παραπάνω) στις τάξεις του ιερατείου. Ο Πλάτων, ο Ιωσήφ (αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης τότε) και ο Θεόδωρος εξορίσθηκαν, ο καθένας σε ξεχωριστό νησί των Πριγκηποννήσων. Οι προσπάθειες που έκανε ο αυτοκράτορας να υποτάξει τους άλλους μοναχούς έμειναν άκαρπες και έτσι τους διασκόρπισε σε όλες τις γωνιές της αυτοκρατορίας. Από τη φυλακή ο Θεόδωρος ενθάρρυνε τους μαθητές του με την άφθονη αλληλογραφία του. Δύο χρόνια αργότερα, με τον θάνατο του Νικηφόρου Α΄ (811), οι εξόριστοι μπόρεσαν να επιστρέψουν στη μονή τους και να απολαύσουν μια σύντομη ειρήνη. Το 815 όμως, ο αυτοκράτορας Λέων ο Αρμένιος ξανάρχισε τη δίωξη των υπερασπιστών της τιμής των αγίων εικόνων. Ο Θεόδωρος εξεγέρθηκε ξανά κατά των αυτοκρατορικών παρεμβάσεων στα εκκλησιαστικά ζητήματα και έλαβε θαρραλέα τον λόγο για να υποστηρίξει την Ορθόδοξη Πίστη. Με τις κατηχήσεις, τις επιστολές και τις δογματικές πραγματείες του, έδειξε ότι ο Χριστός και οι άγιοί Του είναι πραγματικά παρόντες στην εικόνα, εξαιτίας της σχέσεώς της με το πρωτότυπο, και ότι η τιμή που της αποδίδουν οι πιστοί, είναι μια αυθεντική ομολογία του μυστηρίου της θείας Ενσαρκώσεως. Την Κυριακή των Βαΐων του 815, ο Θεόδωρος οργάνωσε στους δρόμους της Βασιλεύουσας μια μεγάλη λιτανεία από χίλιους μοναχούς που έφεραν εικόνες και έψαλλαν με μια φωνή ύμνους προς τιμήν τους. Η σθεναρή του στάση τον οδήγησε άλλη μια φορά στην εξορία και στη φυλάκισή του στη Μετώπη, πλησίον της λίμνης Απολλωνιάδος, στη Βιθυνία. Από εκεί, ωστόσο, κατόρθωνε να στέλνει ένα μεγάλο αριθμό επιστολών στους ορθοδόξους και στους διασκορπισμένους μοναχούς του για να τους μεταδίδει συμβουλές καρτερίας και ελπίδας στον Θεό. Έγινε προσπάθεια να τον απομακρύνουν περισσότερο, στέλνοντάς τον στη Βόνητα, στο μακρινό Θέμα των Ανατολικών (816), όπου τον έκλεισαν στην κορυφή ενός πύργου, σε έναν θάλαμο που απομόνωσαν γκρεμίζοντας τη σκάλα που οδηγούσε σε αυτόν. Υποφέροντας από την υγρασία και το κρύο, ο άγιος τρεφόταν μόνον με ένα κομμάτι ψωμί κάθε δύο μέρες, χωρίς να χάσει ή να ελαττώσει ποτέ τον ζήλο του. Ήταν έτοιμος, έλεγε, να χρησιμοποιήσει και το πετσί του ακόμη σαν περγαμηνή και το αίμα του για μελάνι, προκειμένου να συνεχίσει την αγωνιστική και φωτιστική αλληλογραφία του (βλ. Επ. ΙΙ, 66, PG 99, 1289). Και όντως, χάρη στην ευμηχανία των μαθητών του, κατόρθωνε να στέλνει αφυπνιστικές επιστολές κατά εκατοντάδες για τη στήριξη της Ορθοδοξίας προς κάθε κατεύθυνση, μέχρι και την Ιερουσαλήμ, τη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια. Ένας μεγάλος αριθμός μαθητών του τότε βασανίστηκαν και μαρτύρησαν. Ακόμη και τον ίδιο μαστίγωσαν και τον άφησαν ημιθανή, να κολυμπά μέσα στο ίδιο το αίμα του. Τον μετέφεραν τότε στη Σμύρνη, σε μια φυλακή αποκομμένη από κάθε επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Από εκεί μπόρεσε να βγει το 820, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα. Ο διάδοχός του Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820-829) είχε ανοίξει τις φυλακές, αλλά δεν είχε επιτρέψει την επίσημη αναστήλωση των αγίων και σεπτών εικόνων. Έτσι ο Θεόδωρος δεν είχε την άδεια να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη, όπου, άλλωστε, η μονή του είχε καταληφθεί από άλλους μοναχούς. Εγκαταστάθηκε έτσι, προσωρινά, με μερικούς μαθητές του στη Μονή Κρήσκεντος, στον κόλπο της Νικομήδειας, και χρειάσθηκε να μείνει και σε μερικά άλλα μέρη, για να ενισχύσει το στρατόπεδο των ορθοδόξων. Μετά από τα ταξίδια του αυτά όμως, εξαντλημένος αφάνταστα από τις στερήσεις, τις κακουχίες της εξουσίας και τους μόχθους της ασκήσεως, ασθένησε από βαριά ασθένεια στο στομάχι. Επέστρεψε στη Μονή Κρήσκεντος έχοντας μείνει κυριολεκτικά σκελετός, δεν έπαυσε όμως να προΐσταται της ζωής της εκεί αδελφότητας, να διδάσκει και να τελεί τα ιερά Μυστήρια. Τέλος, αναπαύθηκε από τους περισσούς αγώνες του στις 11 Νοεμβρίου του 826, αφού μετάλαβε για τελευταία φορά και έδωσε εντολή στους μοναχούς του να αρχίσουν τη νεκρώσιμη ακολουθία και να ψάλλουν τον «Άμωμο» Ψαλμό. Όταν αυτοί έφθασαν στον στίχο: «Εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἐπιλάθωμαι τῶν δικαιωμάτων σου, ὅτι ἐν αὐτοῖς ἔζησάς με»«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα προστάγματά Σου, διότι μ’ αυτά Εσύ με παρηγορούσες και με ενίσχυες και μ’ αυτά με διατήρησες στη ζωή» (Ψαλμ. 118, 93), ο άγιος Θεόδωρος παρέδωσε τη οσία ψυχή του στον Θεό. Ήταν 67 ετών. Κατ’ άλλους λέγεται ότι εκοιμήθη στην Πρίγκιπο ή στο ακρωτήριο Ακρίτας. Η δε μνήμη της ανακομιδής των ιερών του λειψάνων εορτάζεται την 26η Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Δώρων μέτοχος, τῆς ἀφθαρσίας, δῶρον ἄσυλον τῆς Ἐκκλησίας, φερωνύμως ἀνεδείχθης Θεόδωρε· τοῖς ἱεροῖς γὰρ ἑπόμενος δόγμασιν, ὁμολογίας φωστὴρ ἐχρημάτισας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν ἀσκητικόν, ἰσάγγελόν τε βίον σου, τοῖς ἀθλητικοῖς, ἐφαίδρυνας παλαίσμασι, καὶ Ἀγγέλοις σύσκηνος, θεομάκαρ ὤφθης Θεόδωρε, σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ, πρεσβεύων ἀπαύστως ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις εὐσεβείας μυσταγωγέ, καὶ μονήρους βίου, μυστηπόλε καὶ ὁδηγέ· χαίροις ὁ ἐκτρέφων, τῇ δωρεᾷ τοῦ λόγου, Θεόδωρε παμμάκαρ, τοὺς προσιόντας σοι.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 113–119.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ

     Το έτος 1937, όταν ήταν στο Κουτλουμούσι ο μακαριστός Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης, εικοσιπεντάχρονο καλογέρι τότε με τ’ όνομα «Χαρίτων», συνέβη ένα γεγονός θαυμαστό. Πρόκειται για το περιστατικό με την πτώση από μια συκιά, τότε που έσπασε το πόδι του και τον θεράπευσαν θαυματουργικά οι Άγιοι Ανάργυροι. Αυτό το περιστατικό το αφηγήθηκε ο Γέροντας αρκετές φορές σε συντροφιές και κάποτε ένας από τους παρευρισκομένους το ηχογράφησε, ενώ το 2001 ο Γέροντας είπε ότι συνέβη στα 1937. Το παραθέτουμε αυτούσιο με τον γλαφυρό τρόπο της αφήγησης που είχε ο μακαριστός όσιος Γέροντας…

     «Την Κατοχή, πέρα στο Άγιον Όρος, είχαμε Γερμανούς. Κάτσανε εκεί πέρα δύο χρόνια. Κάτω από το Μοναστήρι, 300 μέτρα και ακόμα λίγο, είχε ένα περιβόλι όλο συκιές. Ήρθε ο Αύγουστος. Μια μέρα, τι μου λέει ο λογισμός μου; Μεσημέρι ήταν. Αυτές τις ώρες δεν βγαίνουν οι καλόγεροι, γιατί 4 η ώρα το απόγευμα μπορεί νά ’ναι και Εσπερινός. Έχουνε προγράμματα ωραία. Με ξεγελάει εμένα, που λες, και ούτε άδεια να πάρω από τον ηγούμενο ούτε τίποτα, πάνω να μαζέψω σύκα...

     »Φεύγω το μεσημέρι προς το περιβόλι. Εκεί που γύριζα μέσα, ψάχνω από εδώ, ψάχνω από εκεί, βλέπω μια συκιά, που είχε κάτι σύκα, τόσα! Όχι ότι ήταν τόσο χοντρά, αλλά τό ’φερε ο σατανάς για να ανέβω επάνω για να μαζέψω σύκα και να με τσακίσει. Ανεβαίνω πάνω στη συκιά (μπορούσα να το κάνω), κάνω να πιάσω ένα κλαδί, σπάει το κλαδί και πέφτω από κάτω. Ήταν ένα ντουβάρι τόσο ψηλά και πίσω από το ντουβάρι αυτό ήταν φυτρωμένη η συκιά. Πέφτω απάνω στο ντουβάρι και σπάζω το πόδι εδώ, στο μηρό, στη μέση, και κόπηκε στα δύο. Βάζω τις φωνές εγώ και κλαίω. Φωνές!... Μα, πού ν’ ακούσουν! Ώρα μεσημέρι, κοιμόνταν οι καλόγεροι. Είχε σπάσει το κόκκαλο και γύρισε το πόδι προς τα πέρα, γύρισε πίσω. Είχα έναν πόνο φοβερό. Φώναζα έκλαιγα… 

     »Κατά καλή μου τύχη, είχε το Μοναστήρι έναν αγροφύλακα που ήταν πιο κάτω, στη Σκήτη την Κουτλουμουσιανή, ένα χιλιόμετρο, κι αυτός ανέβαινε απ’ τη Σκήτη στο Μοναστήρι. Ήταν φύλακας του Μοναστηριού, αγροφύλακας. Λοιπόν, ακούει τη φωνή μου, με γνώρισε, και απ’ το δρόμο ήταν 100 μέτρα για να κατέβει εκεί κάτω (που ήμουν πεσμένος εγώ). Λέει: “Αυτή η φωνή είναι γνωστή. Τι γίνεται; Γιατί φωνάζει;”. Έρχεται και με βρίσκει ξάπλα, μέσα στ’ αγκάθια. Γιατί έπεσα από το κλαδί και χτύπησα πάνω στην πέτρα –στο ντουβάρι που ήταν εκεί– και μετά έπεσα κάτω. Το πόδι ήταν γυρισμένο πίσω. Το τραβάει κι ήρθε προς τα μπροστά.

     »Και τι έγινε, που λες... Επήγε στο Μοναστήρι και το αναφέρει στον ηγούμενο. Αυτό κι αυτό: “Ο Χαρίτος” –Χαρίτων ήταν τ’ όνομά μου– “έπεσε κι έσπασε το πόδι και να πάτε να τον πάρετε!”. Και ξυπνάει ο ηγούμενος, ήτανε 5 η ώρα περίπου, και ειδοποιεί τέσσερα καλογέρια γερά και παίρνουν ένα ράντζο, μια πόρτα ξύλινη. Και τη φέρανε κάτω την πόρτα, με βάζουν στο φορείο αυτό και με πάνε πάνω, στο Μοναστήρι. Το πόδι σπασμένο.

     »Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε γιατρός στο Άγιον Όρος, ούτε φάρμακα. Ήτανε Κατοχή. Δεν έβρισκες τίποτα από τέτοια πράγματα, ερημιά τα πάντα. Λοιπόν, ευτυχώς εκεί στη Σκήτη την Κουτλουμουσιανή ήταν ένας –Θεός σχωρέστονε!–, που ήξερε από γόνατα σπασμένα και τα έφτιαχνε. Και πήγε ένας καλόγερος, τον φώναξε νά ’ρθει στο Μοναστήρι, με πήγανε δε στο νοσοκομείο του Μοναστηριού. Έχει μια πτέρυγα πίσω, που ήταν το νοσοκομείο, και μπροστά ήταν το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Φώναζα, τσίριζα εγώ, γιατί πονούσα πάρα πολύ, και κάθισα όλα το απόγευμα και το βράδυ.

     »Κατά τις 12 τη νύχτα, τι γίνεται, λέτε; Είδα να κατεβαίνουν από τον τρούλο ζωντανοί οι Άγιοι Ανάργυροι, Κοσμάς και Δαμιανός, να έρχονται κι έλαμψε ο τόπος! “Ε, τον κακομοίρη!”, λέει ο Άγιος Δαμιανός, “Πώς τό ’κανε το πόδι!”. Λοιπόν, έρχεται μπροστά στην κεφαλή ο Άγιος Κοσμάς και λέει στον Άγιο Δαμιανό: “Πήγαινε εκεί, στο πόδι, και πιάστο με τα χέρια και τράβα το προς τα έξω!”. Γιατί είχε στραβώσει, το είχε καταπλακώσει με το άλλο πόδι. Και πάει ο Άγιος και τραβάει το πόδι στα ίσια. Έναν πόνο που έκαμα, δε λέγεται!

     »Μ’ εκείνο το τράβηγμα πό ’κανε, εκόλλησε το πόδι. Να δείτε το θαύμα των Αγίων Αναργύρων! Μεταξύ τους μιλούσαν, αλλά δεν καταλάβαινα. “Ήρθαμε να σε βοηθήσουμε!”, λέει ο Άγιος Κοσμάς. “Μη φοβάσαι, θα περάσει!”. Και τι γίνεται; Με το τράβα που έκανε πέρα, εκόλλησε το πόδι. Τα κόκκαλα, τα κρέατα, όλο το γύρω-γύρω, δεν εφαίνονταν τίποτα! 

     »Εγώ, μόλις έγινε αυτό, σταμάτησε ο πόνος και σηκώνομαι αμέσως απάνω και χόρευα και τραγουδούσα κι έψελνα, έκανα… ούτε που καταλάβαινα τι έκαμνα εκείνη την ώρα! Σηκωθήκανε οι καλόγεροι στο πόδι. “Θα τρελάθηκε απ’ τους πόνους ο καλόγερος, ο Χαρίτων! Τέτοια ώρα να τραγουδάει και να ψάλλει!”. Έρχονται, λοιπόν, στο νοσοκομείο. “Μνήσθητί μου, Κύριε!”, λένε. Κι ήτανε η ώρα μία μετά τα μεσάνυχτα. Μου λένε: “Τι σηκώθηκες; Κάτσε κάτω! Θα σπάσεις και το άλλο πόδι!”. “Για κοιτάξτε να ιδείτε!”, λέω. Μπροστά ήτανε το παρεκκλήσιο των Αγίων Αναργύρων. “Αυτοί οι δύο, που είναι μέσα στον θρόνο τους εκεί, ήρθανε πριν από ώρα, ο ένας στο κεφάλι και ο άλλος στα πόδια, τραβήξανε το πόδι και μου τό ’φτιαξαν και τώρα δεν υπάρχει τίποτα!”. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκαν οι καλόγεροι και το πρωί ’κάναν Λειτουργία. Πήγα στη Λειτουργία κι εγώ. Τρεις μέρες κάνανε Λειτουργίες.

     »Από εκεί, κάθισα 2-3 μέρες στο νοσοκομείο, για να σιάξει τελείως το πόδι, να μην πονάει κιόλας λιγάκι, και μετά έφυγα, πήγα στο κελλί μου, που λες. Κι ήρθαν όλοι οι καλόγεροι, ο ηγούμενος, κι είδανε το θαύμα αυτό, φανερό πλέον. Δεν ήταν κρυφό. Κι ύστερα είχα γνωστούς από τις Καρυές μέσα, μάθανε πώς έγινε κι έρχονταν οι καλόγεροι. Αυτό εδώ το θαύμα είναι γραμμένο στα Πρακτικά της Μονής –την τάδε ημερομηνία έγινε…».

 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ

ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ

(1912–2006)

 

 

[ «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης»

(Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου),

Μέρος Α΄, Κεφ. 1ο, σελ. 26–28.

Έρευνα-Συλλογή-Παρουσίαση:

Μιχάλης Λεβέντης.

Εκδοτικός Οργανισμός

Π. Κυριακίδη.

Αθήνα, Νοέμβριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.