Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΛΕΗΜΩΝ

     Ο άγιος Ιωάννης ήταν γόνος επιφανούς οικογένειας της Αμαθούντας της Κύπρου. Νυμφεύθηκε μετά από πίεση των γονέων του και απέκτησε πολλά παιδιά, που κατά παραχώρησιν Θεού πέθαναν σε νεαρή ηλικία, ταυτόχρονα με τη μητέρα τους. Βλέποντας στην οδυνηρή τούτη στέρηση την εσωτερική ευκαιρία να απαλλαγεί από τις κοσμικές φροντίδες, αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στον Θεό.

     Το 610 χειροτονήθηκε πατριάρχης της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας, με το όνομα Ιωάννης Ε΄. Την ίδια κιόλας ημέρα συγκέντρωσε όλο τον κλήρο και το προσωπικό της πλούσιας μητροπόλεως της Αιγύπτου και τους έστειλε να απογράψουν με κάθε δυνατή ακρίβεια όλους όσους αυτός ο ίδιος αποκαλούσε «κυρίους» του, δηλαδή τους φτωχούς και επαίτες, τους οποίους ο Θεός τοποθετεί κοντά μας για να κερδίσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών με την προς αυτούς αγάπη και ευσπλαχνία μας. Βρέθηκαν περισσότεροι από 7.500 και διέταξε να τους προσφέρεται καθημερινά η αναγκαία τροφή και στέγη. Έλεγε συχνά στην προσευχή του: «Θα δούμε, Κύριε, ποιος από τους δυο μας θα βγει νικητής στον αγώνα αυτό: Εσύ που πάντα με ελεείς, ή εγώ που δεν παύω να μοιράζω τα ελέη Σου στους φτωχούς; Γιατί αναγνωρίζω πως δεν έχω τίποτα που να μην προέρχεται από το έλεός Σου και ότι αυτό είναι που επιστηρίζει τη ζωή μου!».

     Όντως, το έλεος του αγίου αυτού απέναντι στους φτωχούς ήταν ακένωτο· οι ελεημοσύνες του ήταν άφθονες σαν τα νερά του Νείλου που καλύπτουν περιοδικά τα εδάφη της Αιγύπτου καθιστώντας τα γόνιμα. Γι’ αυτό και έλαβε την επωνυμία «Ελεήμων», κατ’ εικόνα του Χριστού, που είναι η πηγή κάθε ελέους. Δεν μπορούσε να δει φτωχό ή πάσχοντα να τον πλησιάζει, δίχως να χύσει άφθονα δάκρυα και να πάρει επάνω του τον πόνο του. Έδινε αφειδώς, αντλώντας από το ταμείο της Εκκλησίας. Όπως τον είχε διδάξει ο Χριστός: «Να είστε σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι και ο Θεός Πατέρας σας» (Λουκ. 6, 36), έδινε αδιακρίτως σε καλούς και κακούς, σε αξίους και αναξίους. Μία ημέρα, ένας φτωχός που είχε ήδη λάβει την ελεημοσύνη του, παρουσιάσθηκε άλλες τρεις φορές στον άγιο, μεταμφιεσμένος κάθε φορά διαφορετικά. Όταν επεσήμαναν τη δολιότητα του γεγονότος στον Ιωάννη, αυτός διέταξε να του δώσουν δυο φορές περισσότερα λέγοντας: «Ίσως να είναι ο Χριστός, ο Σωτήρας μου, που έρχεται επί τούτου να με δοκιμάσει!». Όμως, όσο περισσότερο σκόρπιζε γύρω του ελεημοσύνη, δίχως να σκέφτεται την ποσότητα ή την επαύριο, τόσο πολλαπλασίαζε ο Θεός τις δωρεές που προσφέρονταν στην Εκκλησία, έτσι που επαληθευόταν στη συνείδηση του λαού και στην καρδιά των ανθρώπων η επαγγελία του Σωτήρος: «Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε και για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Πρώτα απ’ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός Του, κι όλα τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν» (Ματθ. 6, 25 και 33). 

     Ένας από τους κληρικούς, τους επιφορτισμένους με τη διακονία των ελεημοσυνών, δεν είχε δώσει σε έναν πλούσιο, που είχε περιέλθει σε ένδεια, παρά το ένα τρίτο του ποσού που είχε ορίσει ο άγιος να διανεμηθεί, κρίνοντας ότι δεν ήταν λογικό να αδειάσει το ταμείο για έναν μόνον άνθρωπο. Έμεινε όμως άναυδος από ντροπή, όταν ο Ιωάννης τού αποκάλυψε ότι μία αρχόντισσα, που είχε αποφασίσει να κάνει μια σημαντική δωρεά στην Εκκλησία, στον τέλος δεν έδωσε παρά το ένα τρίτο από το προβλεπόμενο ποσό της υποσχόμενης δωρεάς της.

     Όταν 614 οι Πέρσες εισέβαλαν στην επαρχία της Συρίας και κατέλαβαν με τρόπο αιματηρό την Ιερουσαλήμ, ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων συνέρρευσε στην Αλεξάνδρεια. Ο άγιος Ιωάννης τούς δέχθηκε σαν αδελφούς του, τους ανακούφισε, έκτισε νοσοκομεία και μεγάλους ξενώνες και εξάντλησε όλους τους πόρους της Εκκλησίας για να τους θρέψει και να τους εξασφαλίσει τα απαραίτητα. Έστειλε επίσης στην Παλαιστίνη καράβια φορτωμένα σιτηρά και τρόφιμα, καθώς και εργάτες για να ξαναφτιάξουν τις κατεστραμμένες εκκλησίες.

     Επισκεπτόταν ο ίδιος τους αρρώστους και τους αναξιοπαθούντες, και στο πρόσωπό του φανέρωνε σε αυτούς κάτι από την παρουσία του Χριστού. Και όταν ήθελε κάποιος αναγκεμένος και φτωχός να τον ευχαριστήσει για τις αγαθοεργίες του, διέκοπτε απότομα τον συνομιλητή του λέγοντας: «Πάψε, αδελφέ μου, γιατί δεν έχυσα το αίμα μου για σένα, όπως το ζητά ο Κύριος!». Κάθε Τετάρτη και Σάββατο στεκόταν στη θύρα της εκκλησίας και περίμενε να έρθουν προς αυτόν για να λύσει διαφορές και να συμφιλιώσει εχθρούς.

     Κανείς δεν τον άκουσε ποτέ να προφέρει μάταιο λόγο ή να κατακρίνει τον οποιονδήποτε, ακόμη και μπροστά στις πιο πρόδηλες αποδείξεις του αμαρτήματος. Σε όλους τους ανθρώπους δεν έβλεπε παρά μόνον το καλό ή τις καλές προθέσεις, υπέθετε ότι οι αμαρτωλοί αυτοί είχαν μετανοήσει εν κρυπτώ και πρόσεχε πολύ να μην οικειοποιηθεί την κρίση που ανήκει μόνον στον Θεό. Ευχαριστούσε όσους τον κακολογούσαν ή τον προσέβαλλαν, επειδή του υπενθύμιζαν έτσι τις αμαρτίες του και τους έδινε μεγαλύτερη ελεημοσύνη από τους άλλους. Για να διορθώσει τους αμαρτωλούς, τους υπερήφανους και τους σκληροκάρδιους, ο άγιος αυτός πατριάρχης απευθυνόταν πάντα σε αυτούς αποδίδοντας στον εαυτό του τα αμαρτήματα που ήθελε απαθώς να ελέγξει και ζητώντας από αυτούς να προσεύχονται για να μετανοήσει γι’ αυτά. Προέτρεπε υπομονετικά τους πιστούς στην ταπεινοφροσύνη και τη μετάνοια, υπενθυμίζοντάς τους πατρικά όλα τα θαυμαστά που έκανε ο Θεός για μας, δημιουργώντας τον κόσμο, αποστέλλοντας τον Ίδιο τον Υιό Του για να μας σώσει και μακροθυμώντας μπροστά στα αναρίθμητα παραπτώματά μας.

     Προτιμούσε ωστόσο να μεταδίδει τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής περισσότερο με τις πράξεις του παρά με τα λόγια, όπως οι Προφήτες. Έτσι, μια Κυριακή που τελούσε τη θεία Λειτουργία, ο θεοευαίσθητος πατριάρχης σταμάτησε αίφνης πριν εκφωνήσει τα λόγια του καθαγιασμού, ζήτησε από τον διάκονο να επαναλάβει τις δεήσεις και έστειλε να φωνάξουν έναν από τους κληρικούς της Εκκλησίας του, ο οποίος κρατούσε μνησικακία απέναντί του και δεν ήταν παρών στον ναό. Όταν ήλθε απορημένος εκείνος, ο πατριάρχης γονάτισε μπροστά του με δάκρυα στα μάτια και του ζήτησε συγχώρεση. Μονάχα αφού τελικά συμφιλιώθηκε μαζί του και τον ασπάσθηκε, ξανανέβηκε στο Θυσιαστήριο και συνέχισε την τέλεση της Λειτουργίας, έχοντας εφαρμόσει κατά γράμμα και κατά πνεύμα τη ψυχοσωτήρια εντολή του ανεξίκακου Κυρίου: «Όταν προσφέρεις το δώρο σου στον Ναό, και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφό σου έχει κάτι εναντίον σου, άφησε εκεί μπροστά στο Θυσιαστήριο του Ναού το δώρο σου, και πήγαινε να συμφιλιωθείς πρώτα με τον αδελφό σου, και ύστερα έλα πάλι να προσφέρεις το δώρο σου» (Ματθ. 5, 23).

     Παρ’ ότι είχε στο παρελθόν νυμφευθεί, ο άγιος Ιωάννης αγαπούσε τους μοναχούς και υπερέβαλλε αυτούς στην αυστηρότητα της βιοτής του. Είχε συγκεντρώσει κοντά στη μητρόπολή του δύο μοναχικές αδελφότητες και ανέλαβε τη συντήρησή τους. Σε ανταπόδοση είχε ζητήσει να δέονται υπέρ αυτού και της εκκλησίας στις ακολουθίες που τελούσαν και κατά μόνας να προσεύχονται για τη δική τους σωτηρία, απελευθερωμένοι από κάθε μέριμνα, χάρη στη φροντίδα του πατριάρχη.

     Διέμενε σε πλούσιο μέγαρο, αλλά δεν είχε τίποτε δικό του. Το κελλί του ήταν γυμνό από κάθε άνεση· γι’ αυτό ένας αξιωματούχος της πόλεως προθυμοποιήθηκε και του προσέφερε μία ημέρα ένα πολυτελές σκέπασμα. Την επόμενη νύκτα ο άγιος δεν έβρισκε ανάπαυση και δεν έπαυε να καταδικάζει τον εαυτό του σκεπτόμενος ότι τόσοι και τόσοι φτωχοί υπέφεραν από το κρύο και την πείνα έξω στην πόρτα του, ενώ εκείνος περιβαλλόταν από τόση πολυτέλεια. Την επαύριο έβαλε να πουλήσουν το κάλυμμα και μοίρασε τα χρήματα. Ο ευεργέτης του, όμως, έτυχε να ξαναβρεί το δώρο στον πάγκο του εμπόρου. Το ξαναγόρασε και ανάγκασε τον Ιωάννη να το δεχθεί. Εκείνος, όμως, το ξαναπούλησε για να κάνει ελεημοσύνη. Καθώς ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δεν ήθελε να υποχωρήσει, το αντικείμενο άλλαξε πολλές φορές χέρια και ήταν μια ευκαιρία για τον Ιωάννη να αναγκάζει έμμεσα τον πλούσιο αυτόν να μοιράζει ένα σεβαστό ποσό στους ενδεείς.

     Η αγάπη του και η άκρα ταπεινοφροσύνη του δεν τον εμπόδιζαν, ωστόσο, να δείχνει σθεναρή στάση απέναντι στους αιρετικούς μονοφυσίτες. Τους αγαπούσε και σκόρπιζε σε αυτούς τις ευεργεσίες του, αλλά παρέμενε αυστηρός στη δίκαιη καταδίκη των ψυχόλεθρων κακοδοξιών τους και στην απαγόρευση κάθε συμμετοχής των ορθοδόξων στη λατρεία τους και στις προσευχές τους.

     Όταν λιμός και επιδημίες αφάνιζαν την πόλη, ο άγιος ήταν ο πρώτος που εμφανιζόταν να βοηθά τους αρρώστους και να θάβει τους νεκρούς. Προέτρεπε τους πιστούς να προσεύχονται ακατάπαυστα υπέρ των εκλιπόντων και άδραχνε την ευκαιρία στις συμφορές αυτές να τους υπενθυμίζει το πρόσκαιρο και άστατο της ζωής μας και το κατεπείγον της μετανοίας.

     Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια απειλούνταν με τη σειρά της από τους Πέρσες. Για τον λόγο αυτό, κατόπιν αιτήματος του διοικητή της Αιγύπτου Νικήτα, ο Ιωάννης επέστρεψε στην Κύπρο, όπου και εκοιμήθη σε ηλικία 64 ετών (το 619), ευχαριστώντας τον Θεό που δεν του άφησε τίποτε από τα πλούτη των οποίων κετέστη επίτροπος προς όφελος των φτωχών. Λίγο πριν την κοίμησή του, είδε να του φανερώνεται η ίδια ευγενής παρθένος που του είχε παρουσιασθεί στην ηλικία των δεκαπέντε ετών λέγοντάς του ότι ήταν η ίδια η Ελεημοσύνη, η οποία παρακίνησε τον Χριστό να λάβει σάρκα υπέρ της σωτηρίας μας, και υποσχόμενη να του ανοίξει τη Βασιλεία των ουρανών. Ετάφη στην Αμαθούντα, στον τάφο του αγίου Τύχωνος [16 Ιουν.], τον Βίο του οποίου είχε συγγράψει. Λίγο μετά τον θάνατό του, μύρο ανέβλυσε από το σκήνωμα του αγίου προς αγαλλίαση και παρηγορία των πιστών. Το λείψανό του φέρεται να βρίσκεται σήμερα στη Βενετία, αλλά δεν έχει αποδειχθεί ακόμη η γνησιότητά του.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄.

ν τῇ ὑπομονῇ σου ἐκτήσω τὸν μισθόν σου Πάτερ Ὅσιε, ταῖς προσευχαῖς ἀδιαλείπτως ἐγκαρτερήσας, τοὺς πτωχοὺς ἀγαπήσας, καὶ τούτοις ἐπαρκέσας. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Ἰωάννη Ἐλεῆμον μακάριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Τὸν πλοῦτον τὸν σόν, ἐσκόρπισας τοῖς πένησι, καὶ τῶν οὐρανῶν, τὸν πλοῦτον νῦν ἀπείληφας, Ἰωάννη πάνσοφε· διὰ τοῦτο πάντες σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες τὴν μνήμην σου, τῆς ἐλεημοσύνης ὦ ἐπώνυμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

λεημοσύνης ὁ ποταμός, ὁ τῆς εὐσπλαχνίας, διανέμων ἐπιρροάς, καὶ καταπιαίνων, ἀπόρων τὰς καρδίας, ὁ μέγας Ἰωάννης, ὑμνολογείσθω μοι.



 


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 3ος (Νοέμβριος),

σελ. 127–131.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Απρίλιος 20122.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου