Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 6 Μαΐου 2019

Ο ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ


Ο ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΒ


     Πολύ καιρό πριν από την έλευση του Χριστού και τις επαγγελίες της αιώνιας ζωής που Εκείνος διεκήρυξε, ζούσε στην Αυσίτιδα, στα όρια Ιδουμαίας και Αραβίας, ένας άνθρωπος «άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής που απείχε από κάθε πονηρία» και που ονομαζόταν Ιώβ (1, 1). Ας σημειωθεί εν προκειμένω ότι, στη μετάφραση των Εβδομήκοντα, ο Ιώβ ταυτίζεται με τον Ιωβάβ (Γέν. 36, 33). Κατά το εβραϊκό όμως κείμενο, ο Ιώβ ζούσε στη χώρα Ουζ, πιθανώς νοτίως της Εδώμ ή σύμφωνα με άλλους στην Αυράν (Βασάν). Ήταν πάντως ο ευτυχέστερος των ανθρώπων της Ανατολής και διέθετε πολλά κοπάδια και υπηρέτες· έθετε, ωστόσο, τα πλούτη του στην υπηρεσία του Θεού.

     Μία ημέρα, ο Σατανάς παρουσιάστηκε ενώπιον του Θεού, επιστρέφοντας από την περιπλάνησή του στη γη, όπου αναζητούσε ποιον θα καταβροχθίσει και θα παρασύρει στην απώλεια. Ο Θεός τού υπέδειξε τον Ιώβ, ως παράδειγμα δίκαιου και άμεμπτου δούλου Του, και ο διάβολος απάντησε τότε με κακεντρεχή ειρωνεία ότι ήταν εύκολο για τον πλούσιο αυτόν θνητό να παραμείνει πιστός στον Θεό. Αποκρινόμενος στην πρόκληση αυτή, ο Κύριος έθεσε όλα τα αγαθά του Ιώβ στην προσωρινή εξουσία του μισόκαλου. Δεν πέρασε πολύς καιρός και αγγελιαφόροι ήλθαν να αναγγείλουν στον πατριάρχη την απώλεια των κοπαδιών του και τον βίαιο θάνατο όλων των υιών και των θυγατέρων του. Ο Ιώβ διέρρηξε τα ιμάτιά του και ξύρισε την κεφαλή του σε ένδειξη πένθους, έπεσε ύστερα στη γη και προσκυνώντας πρόφερε τα αξιομνημόνευτα τούτα λόγια: «Γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μητέρας μου, γυμνός και θα φύγω στη γη· ο Κύριος έδωσε, ο Κύριος πήρε πίσω· ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο!» (1, 21).

     Ο Θεός έδειξε στον Σατανά ότι ο δούλος Του Ιώβ είχε διαφυλάξει την πίστη του μέσα στη δυστυχία, αλλά ο διάβολος, ωστόσο, δεν αποδέχτηκε την ήττα του και είπε: «Κάνε, λοιπόν, πως αγγίζεις το ίδιο του το σώμα και θα δεις αν δεν Σε βλασφημήσει δημόσια!». Αν και ο Ίδιος ο Θεός δεν είναι ο δημιουργός του κακού και δεν επιθυμεί να υποφέρουν οι άνθρωποι, ο Θεός επέτρεψε τότε να γεμίσει ο δούλος Του πληγές, από την κορυφή ως τα νύχια, με σκοπό να δοκιμάσει την αρετή του. Ο πλούσιος και ισχυρός πατριάρχης, απόβλητος ως βδέλυγμα, πήρε ένα κεραμίδι να ξύνει τις πληγές του και κάθισε στο μέρος που πετούσαν τις ακαθαρσίες έξω από την πόλη. Στη γυναίκα του, που ήθελε να τον κάνει να βλασφημήσει τον Θεό, αποκρίθηκε: «Μιλάς σαν άμυαλη! Αν δεχόμαστε όλο τα καλά απ’ το χέρι του Κυρίου, δεν πρέπει να δεχθούμε και να υπομείνουμε τα δυσάρεστα;» (2, 10).


     Τα νέα της συμφοράς του Ιώβ έφθασαν και στα αυτιά τριών φίλων του, σοφών και ευγενών των πόλεων της Ανατολής: Ελιφάζ του Θαιμανίτη, Βιλδάδ του Σουχίτη και Σωφάρ του Νααμαθίτη. Ήλθαν να τον παρηγορήσουν, αλλά βλέποντάς τον πάνω στην κοπριά, ξέσπασαν σε λυγμούς και για επτά ολόκληρες ημέρες δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη! Τέλος, ο Ιώβ ήταν εκείνος που έλαβε τον λόγο για να καταραστεί την ημέρα που γεννήθηκε και να ευχηθεί να έλθει τάχιστα ο θάνατος για να βάλει τέλος στα βάσανά του.

     Στην οιμωγή αυτή του πάσχοντος δικαίου, ο Ελιφάζ αντέταξε το κοινό επιχείρημα του ανθρώπινου λογικού για την εξήγηση των θλίψεων: η δυστυχία και η οδύνη είναι από Θεού ως τιμωρία για προηγούμενα αμαρτήματα. Ας μην προβάλλει, λοιπόν, ο Ιώβ τα άμεμπτο του βίου του για να δικαιολογηθεί στα μάτια του Θεού, αλλά να ομολογήσει ευθέως τα αμαρτήματά του και να μετανοήσει για να λάβει συγχώρεση και να αποκτήσει πάλι την υγεία και ευημερία του. Αν εξεγείρεται κατά της μοίρας του, το μόνο που θα κερδίσει είναι ακόμη περισσότερα κακά. Ο άνθρωπος, προσθέτει ο σοφός φίλος του Ιώβ, είναι γεννημένος για να υποφέρει και τα αμαρτήματα και οι αδικίες που διαπράττουμε πρέπει οπωσδήποτε να τιμωρούνται σ’ αυτή τη ζωή.

     Αντί να παρηγορήσουν λοιπόν τον Ιώβ τα λόγια αυτά, τον τάραξαν και αναζωπύρωσαν την οδύνη του. Κατηγόρησε τους φίλους του για σκληρότητα απέναντί του –γιατί όσοι δεν δοκιμάζονται, δεν είναι σε θέση να καταλάβουν τον πόνο του αθώου ανθρώπου που δυστυχεί– και επιβεβαίωσε την αθωότητά του. Χωρίς να εξεγείρεται εναντίον του Θεού, μήτε να ζητά να απαλλαχθεί από τα βάσανά του, ο Ιώβ εξέφραζε μόνο την ευχή να βάλει τέλος σ’ αυτά ο θάνατος και μόνη παρηγοριά του θα ήταν έτσι το γεγονός ότι δεν αντιτάχθηκε ποτέ στον λόγο του Θεού (6, 10).


     Ο Βιλδάδ τον διέκοψε, για να επαναλάβει το ίδιο επιχείρημα του φίλου του, και να επικαλεσθεί έναν γενικό και αφηρημένο νόμο για την τιμωρία των κακών πράξεων που εντούτοις δεν ίσχυε στην περίπτωση του Ιώβ: ο Θεός είναι απόλυτα δίκαιος· ο Ιώβ, λοιπόν, δεν πρέπει να διαμαρτύρεται για την αθωότητά του, αλλά να ικετεύει για το θείο έλεος. Ο Ιώβ τού αποκρίθηκε ότι σίγουρα μπορεί κανείς να δεχθεί ότι οι συμφορές που μας βρίσκουν είναι τιμωρίες για τις αμαρτίες μας, αλλά ποιο πλάσμα, έτσι κι αλλιώς, θα μπορούσε να βρεθεί κατά βάθος δίκαιο ενώπιον του παντοδυνάμου Θεού; Ακόμη και ο άνθρωπος που, όπως ο Ιώβ, δεν βλέπει στον εαυτό του τίποτε το μεμπτό, δεν δύναται να ισχυρισθεί ότι δικαιώνεται και έτσι βλέπει τον εαυτό του να παραδίδεται στις θλίψεις το ίδιο ακριβώς όπως και ο ασεβής. Απευθυνόμενος στον Θεό, πρόσθεσε: «Γνωρίζεις ότι δεν ασέβησα σε Σένα. Αλλά ποιος άνθρωπος μπορεί να γλυτώσει από τα χέρια Σου; Άσε με να πάρω μια ανάσα και να ξεκουραστώ λίγο, πριν φύγω από όπου δεν πρόκειται να επιστρέψω, πριν πορευθώ σε τόπο σκοτεινό και γνοφερό, σε τόπο που είναι γεμάτος από αιώνιο σκοτάδι, απ’ όπου δεν υπάρχει καθόλου φέγγος, ούτε και τρόπος να δει κανείς άνθρωπο ζωντανό» (10, 7· 20-22).

     Έγινε τότε φανερό στον Ιώβ ότι δεν μπορούσε πια να υπολογίζει στην κατανόηση των φίλων του που αξίωναν να γίνουν υπερασπιστές της θείας Δικαιοσύνης με ψευδείς κατηγορίες εναντίον του· έθεσε με αγωνία το ερώτημα στον Θεό: «Πόσες είναι οι αμαρτίες και οι ανομίες μου; Δείξε μου ποιες είναι και γιατί το Πρόσωπό Σου το κρύβεις από μένα και με θεωρείς εχθρό Σου;» (13, 23-24).

     Μετά από νέα παρέμβαση του Ελιφάζ, που τον κατηγόρησε ότι εξεγείρεται κατά της θείας Πρόνοιας, βλέποντας πως οι φίλοι του γίνονταν οι διώκτες του, ο Ιώβ αναφώνησε: «Αχ, λυπηθείτε με, λυπηθείτε με, εσείς φίλοι μου! Το χέρι του Θεού μ’ έχει χτυπήσει. Γιατί μου φέρεσθε σκληρά όπως κι ο Θεός;» (19, 21). Έπειτα, διακόπτοντας τις οιμωγές του, ομολόγησε την ελπίδα του, την ακόμη συγκεχυμένη όλων των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης: «Μα, όχι! Ξέρω πως ζει ο Θεός, ο υπερασπιστής μου, και πως θα πει τον τελευταίο λόγο εδώ στη γη, τώρα που έχει κουρελιαστεί το δέρμα μου και σάρκα δεν υπάρχει πια πάνω στα κόκκαλά μου· τώρα είναι που θέλω να δω τον Θεό!» (19, 25-26).


     Ανάλγητοι και αδυσώπητοι στον ζήλο τους να υπερασπίσουν την αντίληψή τους περί της θείας Δικαιοσύνης, οι τρεις σοφοί επέτειναν την επίθεσή τους εναντίον του δικαίου, μη αρκούμενοι πια σε γενικότητες, αλλά απαριθμώντας τούτη τη φορά λεπτομερώς τα σφάλματα στα οποία ο Ιώβ θα έπρεπε να είχε υποπέσει κατά τον καιρό της ευημερίας του, για να επισύρει επάνω του μια τέτοια τιμωρία. Διαφυλάγοντας, ωστόσο, έναντι και εναντίον όλων την καλή μαρτυρία της συνείδησής του, ο Ιώβ ζήτησε να παρουσιασθεί ενώπιον του Θεού για να κριθεί, με την πεποίθηση ότι η υπόθεσή του θα θριάμβευε και ότι από τον Θεό και μόνο θα αντλούσε παρηγοριά (23, 4-6). Κατόπιν, σ’ έναν αξιοθαύμαστο λόγο ομολόγησε ότι, αν η σοφία του Θεού στη δημιουργία είναι απρόσιτη για την ανθρώπινη γνώση, δεν είναι δυνατόν να γίνουν γνωστές οι αιτίες της θλίψεως του δικαίου· αυτός όμως δεν θα παύσει, παρ’ όλα αυτά, να αγαπά τον Θεό και να Τον εμπιστεύεται (28, 28). Συνέχισε με μια μακρά απολογία της διαγωγής του και διακήρυξε ότι ήταν έτοιμος να λογοδοτήσει για όλες τις πράξεις του και να σηκώσει στους ώμους του δημόσια την έγγραφη κατηγορία εναντίον του.

     Καθώς οι τρεις σοφοί σιωπούσαν έχοντας εξαντλήσει τα επιχειρήματά τους, ο Ελιού, που μέχρι τότε παρέμενε αφανής στη σκιά, εξαιτίας του νεαρού της ηλικίας του, επιτέθηκε τελικά οργισμένος στον Ιώβ που ισχυριζόταν το δίκιο του εναντιωνόμενος στον Θεό και προσέθετε την εξέγερση στα αμαρτήματά του.


     Όταν σιώπησε ο Ελιού, έλαβε τον λόγο ο Θεός, εν μέσω θυέλλης, όπως άλλοτε στην κορυφή του Σινά, για να βάλει τέρμα στην απρόσφορη συζήτηση. Σε έναν μεγαλόπρεπο λόγο για τα μυστήρια της κτίσεως και τη διακυβέρνηση της θείας Πρόνοιας, που υποτάσσει ακόμη και τα τέρατα και τις φυσικές καταστροφές στο αγαθοεργό σχέδιό Του, ο Θεός έδωσε στον Ιώβ το κλειδί του αινίγματος του πόνου των βασάνων του, που καμία ανθρώπινη λογική και σοφία δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει και να λύσει. Οι δοκιμασίες αυτές δεν στάλθηκαν σε αυτόν ως τιμωρία για κάποιο σφάλμα, αλλά βάσει ενός αναιτιολόγητου και ανεξιχνίαστου σχεδίου, με σκοπό να φανερώσει τη Δικαιοσύνη Του: «Θέλεις στ’ αλήθεια ν’ αποδείξεις πως είμαι άδικος και πως Εγώ κάνω λάθος κι εσύ λες το σωστό;» (40, 8). Συνειδητοποιώντας ότι οι ίδιες οι θλίψεις του αυτές ήσαν ουσιαστικά μια αποκάλυψη του «ανέκφραστου, απερινόητου και ακατάληπτου» Θεού, ο Ιώβ δήλωσε με θαυμασμό στο τέλος: «Πριν Σε γνώριζα μονάχα απ’ όσα είχα για Σένα ακουστά. Μα, τώρα με τα ίδια τα μάτια μου Σε είδα. Γι’ αυτό ανακαλώ τα όσα είπα για Σένα και ντρέπομαι γι’ αυτά, αισθανόμενος πως μπροστά Σου εγώ είμαι χώμα και στάχτη!» (42, 5). Τούτη η, άκρας ταπεινώσεως, ομολογία ήταν για τον Ιώβ το επιστέγασμα της αρετής του αλλά και η πρόσβασή του στην αληθινή γνώση του Θεού, που δεν είναι άλλο παρά «η επίγνωση της ακαταληψίας Του» (Άγιος Γρηγόριος Νύσσης). Βγαίνοντας λαμπρός νικητής από τη μεγάλη δοκιμασία, επλήσθη άφθονων ευλογιών, αφού, κατόπιν εντολής του Θεού, μεσίτευσε με την προσευχή του για να συγχωρεθεί το αμάρτημα που διέπραξαν οι φίλοι του έναντί του. Ο Κύριος τού έδωσε και πάλι πλούτη και, μάλιστα, διπλάσια απ’ όσα είχε, καθώς και πολλούς απογόνους. Ο Ιώβ έζησε ακόμη 140 χρόνια και εκοιμήθη πλήρης ημερών σε ηλικία 240 ετών.

     Σύμφωνα με μαρτυρία της ισπανίδας προσκυνήτριας Εγέριας (Itinerarium Aetheriae 16, 6, SC 296, 182), ο τάφος του Ιώβ ανακαλύφθηκε τον 4ο αι. μετά από όραμα, στο Κορνεάς (σημ.: Sheik Sa’ad) της Αραβίας, 35 χλμ. της Τιβεριάδος. Στο μέρος εκείνο κτίσθηκε ναός που έγινε τόπος προσκυνήματος για τον οποίο έχουμε τη μαρτυρία του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου (Ομ. Ε΄ εἰς τοὺς Ἀνδριάντας, PG 49, 69). Έδειχναν εκεί όχι μόνο την οικία, αλλά και την κοπρία του Ιώβ.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τῆς ἀνδρείας ἀκαθαίρετος πύργος, τὰς τοῦ Βελίαρ ἀπεκρούσω ἐφόδους, καὶ ἀκλινὴς διέμεινας σοφὲ ἐν πειρασμοῖς· ὅθεν χαρακτῆρά σε, ἀρραγοῦς καρτερίας, καὶ λαμπρὸν ὑπόδειγμα, ἀρετῶν οὐρανίων, ἡ Ἐκκλησία μέλπει σε Ἰώβ, λαμπρυνομένη, τοῖς σοῖς προτερήμασι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.
Ὡς ἀληθὴς καὶ δίκαιος, θεοσεβὴς καὶ ἄμεμπτος, ἡγιασμένος τε ὤφθης πανένδοξε, Θεοῦ θεράπον γνήσιε, καὶ ἐδίδαξας κόσμον, ἐν τῇ σῇ καρτερίᾳ Ἰὼβ πολύαθλε· ὅθεν πάντες τιμῶντες, ὑμνοῦμέν σου τὸ μνημόσυνον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τύπος ἐκπαιδεύων πρὸς ἀρετήν, ἐν παντὶ τῷ βίῳ, σὺ ὑπάρχεις Πάτερ Ἰώβ· ἐν γὰρ ἀπορίᾳ, καὶ πλούτου δαψιλείᾳ, θεράπων ἀνεδείχθης, τοῦ Λόγου δόκιμος.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος), σελ. 71–75.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 5 Μαΐου 2019

ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΗ


ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΙΡΗΝΗ


     Κατά τους χρόνους του αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, ο βασιλιάς της πόλεως Μαγεδώνος –η τοποθεσία της οποίας ήταν κάπου στην Περσία–, Λικίνιος, είχε μία θυγατέρα εξαιρετικής ομορφιάς, ονόματι Πηνελόπη. Για να την προστατεύσει από τη διαφθορά του κόσμου, την είχε κλείσει από την ηλικία των έξι χρόνων σε υψηλό και απροσπέλαστο πύργο, όπου την περιέβαλλε με αφάνταστη πολυτέλεια και ανέσεις. Την υπηρετούσαν δεκατρείς θεραπαινίδες και τη μόρφωσή της είχε αναλάβει ένας πάνσοφος γέροντας, ονόματι Απελλιανός. Μία ημέρα, η κόρη είδε σε υποβλητικό όραμα ένα περιστέρι να μπαίνει στον πύργο, κρατώντας στο ράμφος του ένα κλαδί ελιάς που ήλθε να αποθέσει πάνω σε ένα χρυσό τραπέζι. Στο ίδιο μέρος ήλθε κατόπιν ένας αετός να αφήσει ένα στεφάνι από άνθη που κρατούσε στα γαμψόνυχά του και, τέλος, ένα αποκρουστικό μαύρο κοράκι έφερε εκεί ένα φίδι. Η Πηνελόπη ρώτησε να μάθει από τον δάσκαλό της τη σημασία των σημείων αυτών και εκείνος της εξήγησε ότι έμελλε να λάβει το θείο Βάπτισμα, σύμβολο του οποίου ήταν το κλαδί ελιάς· και αφού αντιμετώπιζε κατόπιν δοκιμασίες και θλίψεις, θα κέρδιζε τον βασιλικό στέφανο του μαρτυρίου.

     Λίγο μετά το όραμα αυτό, ήλθε ένας άγγελος να την κατηχήσει στη χριστιανική Πίστη και της έδωσε το όνομα Ειρήνη. Αφού βαπτίσθηκε, η Ειρήνη ανέτρεψε τα είδωλα του πατέρα της και αντιμετώπισε με ανδρική αποφασιστικότητα τις απειλές εκείνου. Έξαλλος ο Λικίνιος, διέταξε να ρίξουν την κόρη του κάτω από τις οπλές άγριων αλόγων, ένα από αυτά όμως στράφηκε εναντίον του βασιλιά και τον ποδοπάτησε. Η προσευχή της θυγατέρας του επανέφερε τον Λικίνιο στη ζωή, και τότε αυτός μεταστράφηκε μαζί με πλήθος υπηκόων του, παραιτήθηκε από τον θρόνο και αποτραβήχτηκε στον πύργο, όπου πέρασε την υπόλοιπη ζωή του χύνοντας δάκρυα μετανοίας. Ο διάδοχός του στον θρόνο, Σεδεκίας, επιχείρησε να μεταστρέψει την πριγκίπισσα στην ειδωλολατρία. Αντιμετωπίζοντας όμως την επίμονη άρνησή της, διέταξε να τη ρίξουν σε έναν λάκκο γεμάτο με φίδια. Με τη βοήθεια του Θεού η Ειρήνη αντεπεξήλθε στη δοκιμασία αυτή, όπως και σε άλλα βασανιστήρια στα οποία την υπέβαλαν, και έφερε στην αληθινή Πίστη πλήθος ειδωλολατρών.


     Ο Σεδεκίας εκθρονίσθηκε από τους εχθρούς του και ο γιος του Σαβώρ επιστράτευσε εναντίον τους για να λάβει εκδίκηση. Ο ίδιος και ο στρατός του όμως προσβλήθηκαν από τύφλωση και ακινητοποιήθηκαν. Έξω από την πόλη συνάντησαν την Ειρήνη, η οποία τους θεράπευσε, αλλά αυτοί παρέμειναν στην τυφλότητα της ψυχής τους και υπέβαλαν την κόρη πάλι σε μαρτύρια, αναγκάζοντάς την να βαδίζει σε μια απόσταση τριών μιλίων φορτωμένη έναν σάκκο άμμο και με τα πόδια τρυπημένα από καρφιά. Αγανακτισμένη από την προσβολή αυτή κατά των αγίων, η γη άνοιξε τότε και κατάπιε πλήθος απίστων. Από τους επιζώντες περισσότεροι από τρεις χιλιάδες μεταστράφηκαν· μόνο ο βασιλιάς έμεινε αμετανόητος και τιμωρήθηκε από άγγελο Κυρίου.

     Ελεύθερη πια η Ειρήνη, διέτρεξε την πόλη Μαγεδών κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και οδήγησε στον Χριστό τους περισσότερους κατοίκους. Μετέβη κατόπιν στην πόλη Καλλίνικον, όπου θριαμβεύοντας στα μαρτύρια στα οποία την υπέβαλαν, μετέστρεψε στην Πίστη τους κατοίκους, συμπεριλαμβανομένου του επάρχου στον οποίο ο βασιλιάς είχε αναθέσει τον βασανισμό της.

     Η φήμη της αγίας έφθασε έως τον βασιλιά των Περσών, Σαβώριο, ο οποίος την συνέλαβε και την αποκεφάλισε. Ένας άγγελος, όμως, την επανέφερε στη ζωή, για να μπορέσει να συνεχίσει την αποστολή της. Κατευθύνθηκε τότε προς την πόλη Μεσημβρία, κρατώντας στο χέρι της ένα κλαδί ελιάς, ως σημείο νίκης επί όλων των δυνάμεων του θανάτου. Αφού βάπτισε τον βασιλιά της περιοχής εκείνης και τους υπηκόους του, επέστρεψε στην πατρίδα της και εν συνεχεία πέρασε στην Έφεσο, όπου έκανε θαύματα αντάξια των Αποστόλων προς επίρρωση του κηρύγματός της. Ολοκληρώνοντας το αποστολικό της έργο, η αγία Ειρήνη πήρε μαζί της τον δάσκαλό της Απελλιανό και έξι μαθητές της και μπαίνοντας σε έναν νεόσκαπτο τάφο τούς έδωσε την εντολή να κυλήσουν πίσω της τον λίθο του μνημείου και να επιστρέψουν μετά από τέσσερεις ημέρες. Δύο ημέρες αργότερα, ο Απελλιανός ήλθε στον τόπο αυτό και βρήκε τον λίθο μετατοπισμένο και τον τάφο άδειο. Για τον λόγο αυτό πιστεύεται ότι η αγία «ανελήφθη» στους ουρανούς, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος· αλλά το εξαίσιο γεγονός αυτό εντάσσεται σε μία παράδοση ελάχιστα ασφαλή, μια και η υπόλοιπη ιστορία του βίου της μάρτυρος ποικίλλει στα χειρόγραφα.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Εἰρήνης τὸν ἄρχοντα, ἰχνηλατοῦσα σεμνή, εἰρήνης ἐπώνυμος, δι’ ἐπιπνοίας Θεοῦ, ἐδείχθης πανεύφημε· σὺ γὰρ τοῦ πολεμίου, τὰς ἐνέδρας φυγοῦσα, ἤθλησας ὑπὲρ φύσιν, ὡς παρθένος φρονίμη· διὸ Μεγαλομάρτυς Εἰρήνη, εἰρήνην ἡμῖν αἴτησαι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Παρθενίας κάλλεσι, πεποικιλμένη παρθένε, τῇ ἀθλήσει γέγονας, ὡραιοτάτη Εἰρήνη· αἵμασι, τοῖς ἐκχυθεῖσί σου φοινιχθεῖσα, πλάνην τε, καταβαλοῦσα τῆς ἀθεΐας· διὰ τοῦτο καὶ ἐδέξω, βραβεῖα νίκης, χειρὶ τοῦ Κτίστου σου.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τῇ εἰρηνωνύμῳ κλήσει σεμνή, κατακολουθοῦσα, εὐηγγέλισαι μυστικῶς, ἄθλοις σου θαυμάτων, ψυχαῖς πολεμουμέναις, σωτήριον εἰρήνην, Εἰρήνη ἔνδοξε.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος), σελ. 61–63.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΦΡΑΙΜ
(1384–1426)


     Για τον άγιο αυτόν νεομάρτυρα δεν γνωρίζαμε τίποτε μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 1950, οπότε και φανέρωσε τον τόπο της ταφής του, στην αρχαία Μονή του Ευαγγελισμού, στο όρος των Αμώμων (Πεντέλη), στη Νέα Μάκρη Αττικής. Από το 1965 μέχρι σήμερα, ο άγιος εμφανίσθηκε πολλές φορές στη μακαριστή Καθηγουμένη Μακαρία, σε μοναχές της μονής ή σε προσκυνητές, στον ύπνο τους ή μπροστά τους, καλυπτόμενος από υπέρλαμπρο φως και γλυκύτατη ευωδία, διηγούμενος με λεπτομέρειες, για τις οποίες υπάρχει εντυπωσιακή ταύτιση, τον βίο του και τις συνθήκες του μαρτυρίου του.
     Ο άγιος Εφραίμ έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, σε μονή που άκμαζε την εποχή εκείνη. Μετά από είκοσι επτά χρόνια ασκητικής βιοτής, συνελήφθη από τους Τούρκους που έσφαξαν όλους τους υπόλοιπους μοναχούς και κατέστρεψαν τη μονή. Από τις 14 Σεπτεμβρίου του 1425 μέχρι τις 5 Μαΐου 1426 υποβλήθηκε σε πλήθος βασανιστηρίων. Τέλος, οι βάρβαροι Αγαρηνοί τον κρέμασαν ανάποδα σε μια μουριά, κάρφωσαν τα πόδια και το κεφάλι του στο δένδρο και παρέδωσαν το σώμα του στις φλόγες.
     Μετά την αποκάλυψη αυτή, ο άγιος δεν έπαυσε να δείχνει ότι είναι εν Θεώ ζωντανός, με πολλές εμφανίσεις και ιάματα. Εμφανίζεται με τη μορφή ενός κάτισχνου στην όψη ασκητή ή με τα ιερατικά του άμφια και δηλώνει την ταυτότητά του λέγοντας: «Ονομάζομαι Εφραίμ!». Στους πολλούς θεραπεύει ανίατες ασθένειες, σε άλλους ενδυναμώνει την κλονισμένη πίστη, σώζει από κινδύνους ή πυρκαγιά, ή πάλι παρηγορεί τους βασανισμένους από πίκρες και θλίψεις, δείχνοντάς τους τα βάσανα που πέρασε ο ίδιος για την αγάπη του Χριστού.
     Το 1982, ο άγιος Εφραίμ εμφανίσθηκε σε έναν πιστό μαζί με τον άγιο ιερομάρτυρα Ραφαήλ τον εκ Μυτιλήνης, που φανερώθηκε κι αυτός σε πρόσφατους καιρούς κάτω από παρόμοιες συνθήκες διωγμού και μαρτυρίου [9 Απρ.]. Ο Κύριος, φαίνεται με τον τρόπο αυτόν, να θέλει να δείξει προφητικά σε όλους μας ότι σήμερα, όπως και χθες, χαίρεται και αναπαύεται μέσα στους αγίους Του και επιχέει μέσω αυτών τη Χάρη Του για την πνευματική οικοδομή της Εκκλησίας και για την παρηγορία των πιστών.

ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ


[1]
«Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!»

     «Καθισμένη πάνω στα ερείπια του παλιού Μοναστηριού, όπου η θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματά μου, έφερνα τον στοχασμό μου σε χρόνια περασμένα, σε παλιούς καιρούς, όταν σκορπισμένα ήταν παντού τα κόκκαλα των Αγίων, που με το αίμα τους ποτίστηκε το δένδρο της Ορθοδοξίας. Και καθώς καταγινόμουν στο καθάρισμα απ’ τα χαλάσματα της ιεράς Μονής, αναλογιζόμουν ότι βρίσκομαι σε ιερό τόπο και έλεγα: “Θεέ μου! Aξίωσέ με, την ανάξια δούλη σου, να δω έναν από τους Πατέρες που έζησαν εδώ!”.
     »Κι ενώ πέρασε αρκετός καιρός, κατά τον οποίο συνεχώς παρακαλούσα, ένιωθα μία φωνή μέσα μου να μου λέγει: “Σκάψε εκεί και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!”. Και θαυμαστώς μου υπέδειξε με τρόπο μυστηριακό ένα κομμάτι γης στο προαύλιο του Μοναστηριού. Ο καιρός περνούσε και η φωνή, ολοένα πιο δυνατή και πιο φλογερή, με προέτρεπε: “Σκάψε και θα βρεις αυτό που επιθυμείς!”».


[2]
Ο απρόθυμος και νευρικός εργάτης

     «Έδειξα τον τόπο στον εργάτη, που είχα φωνάξει εκείνες τις μέρες για μια μικροεπισκευή στο Ηγουμενείο. Εκείνος ο άνθρωπος δεν ήταν πρόθυμος να σκάψει εκεί που με ωθούσε η εσωτερική φωνή. Ήθελε να σκάψει κάπου πιο πέρα, οπουδήποτε αλλού! Στην επιμονή του, τον άφησα να πάει όπου ήθελε. Κι εγώ έμεινα εκεί και προσευχόμουν να μην μπορεί να σκάψει, να βρίσκει βράχους για ν’ αναγκαστεί να έλθει στον τόπο που με ωθούσε εκείνη η φωνή.
     »Και, πράγματι, ενώ προσπάθησε σε τρία–τέσσερα μέρη, συνεχώς έβρισκε βράχους και γι’ αυτό επέστρεψε στον τόπο που αρχικώς του υπέδειξα. Ο τόπος εκείνος από το τζάκι, τις τρεις θυρίδες, τον μισογκρεμισμένο τοίχο, όλα αυτά μαρτυρούσαν πως κάποτε υπήρξε κελλί κάποιου μοναχού και που έμειναν τα ερείπια αυτά για να μας πουν το δράμα που κάποτε συνέβη εκεί.
     »Καθαρίσαμε τον τόπο από τις πέτρες και άρχισε ο εργάτης εκείνος να σκάβει κάπως νευρικά, κάπως θυμωμένα. Και επειδή φοβόμουνα να μη μου κάνει καμιά ζημιά, του είπα: “Μην βιάζεσαι, μην κουράζεσαι, κάνε λίγο πιο σιγά!”. Αλλά επειδή δεν με άκουγε και έσκαβε με τον ίδιο σκοπό, του είπα: “Μήπως είναι κανείς θαμμένος και κάνεις ζημιά! Σε παρακαλώ, πρόσεχε!”. Και τότε κατάλαβε και μου είπε: “Νομίζεις ότι θα είναι αλήθεια αυτό που έχεις μέσα στον νου σου;”».


[3]
Η θαυμαστή και μυροβόλα εύρεση

     «Στ’ αλήθεια! Ήμουν τόσο βέβαιη, σαν να τον έβλεπα! Και προχωρώντας τώρα στην αγία και ιερά εκταφή, και φθάνοντας περίπου ένα και εβδομήντα βάθος, ο κασμάς έφερε στο φως πρώτα το κεφάλι του Ανθρώπου του Θεού. Την ίδια στιγμή, σκορπίστηκε άρρητη ευωδία σε όλη την γύρω ατμόσφαιρα. Ο εργάτης, χλόμιασε. Δέθηκε η γλώσσα του, κόπηκε η μιλιά του.
     »“Άφησέ με μόνη, σε παρακαλώ!”, είπα στον εργάτη και αυτός απομακρύνθηκε αμέσως. Γονάτισα με ευλάβεια και ασπάσθηκα το σκήνωμα του Αγίου και αισθάνθηκα βαθειά την έκταση του μαρτυρίου του. Η ψυχή μου, γέμισε από αγαλλίαση. Απέκτησα μεγάλο θησαυρό. Και παίρνοντας το χώμα με προσοχή, έβλεπα την αρμονία του σκηνώματός του που, αν και τόσους αιώνες μέσα στην γη, δεν είχε αλλοιωθεί.
     »Χαρακτηριστικό ότι επρόκειτο για κληρικό είναι ότι, παίρνοντας το χώμα στην θέση όπου ήσαν τα άγιά του χέρια, είδα το στρίφωμα του μανικιού του ράσου, που δεν υπήρχε ούτε η ελάχιστη σκόνη, ολοκάθαρο, χονδροϋφασμένο από αργαλειό του παλαιού καιρού. Το πάχος της κλωστής, ήταν πάνω από χιλιοστό. Και προχωρώντας κάτω στα πόδια του, να το και πάλι, το στρίφωμα του ράσου του όπως και στα χέρια του, ολοκάθαρο! Και τα πέλματά του, είχαν αποτυπωθεί στο χώμα.
     »Δεν ήξερα τί να κάνω· να χαρώ ή να κλάψω; Πώς βρέθηκε εκεί θαμμένος ο του Θεού Άνθρωπος; Τί να είχε συμβεί; Τί να είδαν τα μάτια του; Έλεγα: “Κάποιο δράμα θα συνέβη!”. Και, προσπαθώντας να καθαρίσω τα οστά από την λάσπη των δακτύλων του, αυτά θρυμματίζονταν. Διότι η βροχή είχε ποτίσει μέχρι κάτω το βάθος του τάφου του, γι’ αυτό και τα τοποθέτησα όπως ήταν στην θυρίδα, που ήταν πάνω από τον τάφο του.
     »Μα, τί να σας πω για ’κείνη την βροχή;!
     »Λες και ο Ουρανός έριχνε ασημένια φυλλαράκια με τα οποία έραινε τον Άγιο και τον τάφο του!».


[4]
«Τότε γύρισα και τον είδα!…»

     «Ήταν βράδυ, διάβαζα τον Εσπερινό. Ήμουν ακόμη μόνη σ’ αυτόν τον άγιο τόπο που μ’ έφερε ο Κύριος για να Τον υπηρετήσω. Και, ξαφνικά, ακούω βήματα που ξεκινούσαν από το βάθος του τάφου και τα οποία προχωρούσαν στην αυλή και έφταναν στην πόρτα της Εκκλησίας. Τα βήματά του, τόσο ακούγονταν δυνατά και σταθερά, ώστε ένιωσα μέσα μου ότι ήταν άνθρωπος με δυνατό χαρακτήρα. Είναι αλήθεια ότι ήταν η μοναδική φορά που φοβήθηκα. Αισθάνθηκα το αίμα μου να μουδιάζει στο κεφάλι μου και από τον φόβο μου ούτε που γύριζα πίσω μου να δω.
     »Οπότε, ακούω την φωνή του να μου λέγει:
     —Έως πότε θα με έχεις εκεί πέρα; Κι’ αυτός, που μου έβαλε το κεφάλι μου, έτσι!...
     »Τότε, γύρισα και τον είδα· Ήταν ψηλός στο ανάστημα, με μάτια μικρά στρογγυλά, με ελαφρές ρυτίδες στην άκρη. Τα γένια του έφθαναν και εκάλυπταν τον λαιμό και, κάπως, εδώ κι εκεί, με χάρη διχάζονταν στα πλάγια και μπροστά, λίγο σγουρά, χρώματος μαύρου. Ήταν με όλη την μοναχική αμφίεση· στο αριστερό του χέρι υπήρχε φως υπέρλαμπρο και το δεξί του χέρι ευλογούσε.
     »Η ψυχή μου, γέμισε από αγαλλίαση και χαρά ανεκλάλητη. Πήρα θάρρος και δύναμη. Ο φόβος, εξαφανίστηκε. Τον ένιωσα δικό μου και του είπα·
     —Συγχώρεσέ με! Αύριο, μόλις ξημερώσει ο Θεός την μέρα, θα σε περιποιηθώ…
     »Και αμέσως έγινε άφαντος και συνέχισα τον Εσπερινό μου με ειρήνη. Το πρωί, μετά την Ακολουθία του Όρθρου, πήρα τ’ αγιασμένα οστά και τα καθάρισα από τα χώματα, τα έπλυνα καθαρά, και τα απόθεσα στο Ιερό, σε μια παλιά θυρίδα, αφού πρώτα άναψα κι ένα καντηλάκι».


[5]
«Ονομάζομαι Εφραίμ!...»

     «Το βράδυ της ίδιας μέρας, βλέπω στον ύπνο μου τον όσιο άνθρωπο του Θεού, όρθιο μέσα στην Εκκλησία, αριστερά όμως και κοντά στον Άγιο, μια περίλαμπρη, ωραιότατη Εικόνα του Αγίου, που την κρατούσε με το ένα του χέρι αγκαλιασμένη. Ήταν από παλαιό ασήμι σφυρηλατημένη και με το χέρι εργασμένη. Δίπλα του, βρισκόταν ένα μανουάλι κι εγώ του έβαλα μια λαμπάδα αναμμένη από καθαρό κερί. Και τότε άκουσα την φωνή του να μου λέγει:
     —Σ’ ευχαριστώ πολύ! Ονομάζομαι  Ε φ ρ α ί μ .
     »Πέρασε αρκετός καιρός και είχα μέσα μου απορία για τούτο το περιστατικό. Μια μέρα, μετά το τέλος του Εσπερινού, καθώς άπλωσα το χέρι μου για να κλείσω την πόρτα της Εκκλησίας, ακούω τρία κτυπήματα σαν από κεχριμπαρένιο κομπολόϊ. Κατάλαβα ότι ήταν ο Άγιος. Μπήκα στο Ιερό, διότι εκεί είχα τοποθετημένα τα άγια του λείψανα, άναψα ένα κεράκι και τα προσκύνησα.
     Αλλά, τί να πω και τί να λαλήσω για την ουράνια εκείνη ευωδία που ανέπεμπαν τα λείψανά του! Χείμαρρος πραγματικός, πλημμύρησε όλο μου το είναι! Αισθάνθηκα μέσα μου τον Παράδεισο! Μα, και την ταπεινότητά μου, μέσα σε αυτό το μεγαλείο!...».  

ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΗ
ΜΑΚΑΡΙΑ ΔΕΣΥΠΡΗ
(1911–1999)




—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐν ὄρει τῶν Ἀμώμων ὥπερ ἥλιος ἔλαμψας, καὶ μαρτυρικῶς θεοφόρε, πρὸς Θεὸν ἐξεδήμησας· βαρβάρων ὑποστὰς ἐπιδρομάς, Ἐφραὶμ Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ· διὰ τοῦτο ἀναβλύζεις Χάριν ἀεί, τοῖς εὐλαβῶς βοῶσί σοι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΕΤΕΡΑ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ—
(Τῆς Εὑρέσεως τῶν ἱερῶν Λειψάνων·
τῇ Γ΄ Ἰανουαρίου.)
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Χάριν εὕρατο, ἐν τῇ εὑρέσει, τῶν λειψάνων σου, μυριπνόων, ἡ εὐαγής σου Μονὴ θείῳ Πνεύματι· ἁγιασμὸν γὰρ καὶ πλεῖστα ἰάματα, τοῖς εὐλαβῶς προσιοῦσι πηγάζουσιν. Ἐφραὶμ ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν ἐκφαίνοντα, τὴν σοι δοθεῖσαν σοφέ, τὰ θεῖα σου λείψανα, ἐκ τῶν λαγόνων τῆς γῆς, ἡμῖν ἄρτι ὤφθησαν. Ὅθεν ταῦτα πλουτοῦσα, ἡ ἁγία Μονή σου, στήριγμα σε κατέχει, καὶ θερμότατον πρέσβυν, Ἐφραὶμ Ὁσιομάρτυς· διὸ καὶ μεγαλύνει σε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν τῷ ὄρει ἤσκησας, τῷ τῶν Ἀμώμων θεόφρον, καὶ ἐν τούτῳ ἤνυσας, τοῦ μαρτυρίου τὸν δρόμον· ὅθεν σε, διπλοῖς στεφάνοις ὁ Ζωοδότης, ἔστεψεν, Μεγαλομάρτυς Ἐφραὶμ ἀξίως, ἐκτενῶς ἐκδυσωποῦντα, ἐλεηθῆναι τοὺς σὲ γεραίροντας.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
(Τῆς Εὑρέσεως τῶν ἱερῶν Λειψάνων·
τῇ Γ΄ Ἰανουαρίου.)
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀστὴρ νεόφωτος, ἡμῖν ἐφάνης, φανερώσας Ἅγιε, τὰ λείψανά σου τὰ σεπτά, ὑπὸ τὴν γῆν ὄντα πρότερον, Ὁσιομάρτυς, Ἐφραὶμ ἀξιάγαστε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—
Ἄγνωστος ἐτέλεις χρόνοις πολλοῖς, καὶ τῇ φανερώσει, τῶν Λειψάνων σου τῶν σεπτῶν, ἔδειξας τῷ κόσμῳ, τὴν σὴν πλουσίαν χάριν, θαυμάτων ἐνεργείαις, Ἐφραὶμ μακάριε.

Βίῳ διαλάμπων ἀσκητικῷ, ἐν Ὄρει Ἀμώμων, ἠγωνίσω μαρτυρικῶς, καὶ θαυμάτων χάριν, θεόθεν ἐκομίσω, Ἐφραὶμ Μεγαλομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, χαίροις τῶν Μαρτύρων, ὁ ζηλώσας τὴν ἀρετήν· χαίροις ὁ ἐν ὄρει, Ἀμώμων διαπρέψας, Ἐφραὶμ Μεγαλομάρτυς, διπλοῖς ἐν σκάμμασι.

—ΕΤΕΡΑ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—
(Τῆς Εὑρέσεως τῶν ἱερῶν Λειψάνων·
τῇ Γ΄ Ἰανουαρίου.)
Χαίρει ἡ Μονή σου ἡ εὐαγής, ἐπὶ τῇ εὑρέσει, τῶν λειψάνων σου τῶν σεπτῶν, καὶ πιστῶς βοᾷ σοι, Ἐφραὶμ Ὁσιομάρτυς· χαῖρε τῆς Ἐκκλησίας ἀστὴρ νεόφωτος.

Ὤφθησαν ὡς κρίνα ἐαρινά, ὀσμὴν ἰαμάτων, διαπνέοντα τοῖς πιστοῖς, Ἐφραὶμ θεομάκαρ, τὰ θεῖα λείψανά σου· διὸ ἐν τῇ εὑρέσει, τούτων ὑμνοῦμέν σε.





※
[ (1) «Οπτασίαι και θαύματα
του Αγίου Εφραίμ 
του Νεοφανούς
(1384–1426)»,
σελ. 18–22.
Έκδοσις
Ιεράς Μονής
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου·
Νέα Μάκρη Αττικής, 1982.
(2) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος), σελ. 65–66.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(3) «Πλήρης Ασματική
Ακολουθία του Αγίου Εφραίμ»
(ποιηθείσα παρά του Γερασίμου
Μοναχού Μικραγιαννανίτου
Υμνογράφου της ΜΧΕ)·
σελ. 22–23, 35, 46–47,
59, 73 και 86.
Έκδοσις
Ι. Κοινοβιακής Μονής
Ευαγγελισμός της Θεοτόκου·
Νέα Μάκρη Αττικής (χ.χ.).
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 4 Μαΐου 2019

ΜΙΚΡΟ ΧΡΙΣΤΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ


ΜΙΚΡΟ ΧΡΙΣΤΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ


     Είδα τις πιο ανύστακτες και ασίγαστες λαχτάρες μου για Σένα, αίφνης να συντρίβουν αρχαίους φόβους που φύλαγα καλά στο αθέατο αλάβαστρο του εαυτού μου. Από το Πρόσωπό Σου μια παραδείσια χαραυγή εύτολμα εκπορεύθηκε να ξεθωριάζει πανήσυχα το βασίλειο της θανατοκρατορίας μου. «Σωτήρα», ψιθύρισα, «ήρθε επιτέλους η στιγμή, ο καιρός και ο αιώνας, για να ζήσω;». Η Ανάσταση συνεχίζεται ενδόμυχα μέσα μας μονάχα από Σένα· που ψάχνεις τόσο διψαλέα και ψυχοσωστικά στα πικρά και αφεγγή μας σκότη ίσα για να βρεις και να μαζέψεις τυχόν ιχνοσπαράγματα των πόθων μας για Σένα. Λες και ζεις μόνο για να μας ζεις παντοτινά· τόση και τέτοια η Αγάπη Σου!…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΔΕΡΒΙΣΗ

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΔΕΡΒΙΣΗ


     Εκτός από τους δερβίσηδες των αναγνωρισμένων τεκέδων και των ποικίλων οργανώσεων της Τουρκίας, περιόδευαν στις Τουρκικές επαρχίες και άλλοι αξιοπρόσεκτοι και σοβαροί, όσο και αρκετά λιγομίλητοι δερβίσηδες, που κάτω από το κωνοειδές καβούκι και το σταχτί δερβισάδικο ράσο τους, έκρυβαν έναν εσωτερικό κόσμο εκ διαμέτρου αντίθετο προς την εξωτερική τους εμφάνιση.

     Αυτοί ήσαν οι διαφόρων βαθμών Κρυπτοχριστιανοί Κληρικοί· που περιόδευαν όπου γνώριζαν πως υπήρχαν άλλοι Κρυπτοχριστιανοί αδελφοί τους, οι οποίοι κάτω από το τούρκικο σαρίκι και σαλβάρι έκρυβαν παρόμοια κι εκείνοι την Πίστη τους προς τον Χριστό.

     Εάν θα γίνονταν αντιληπτοί, θα ετίθεντο χωρίς πολλές διαδικασίες εκτός νόμου. Αφού θα θεωρούνταν αρνητές της μωαμεθανικής θρησκείας, την οποία τουλάχιστον επιφανειακά έδειχναν πως ακολουθούσαν. Και ασφαλώς θα κρίνονταν άξιοι όχι μονάχα των πλέον φρικωδών βασανιστηρίων αλλά και του άμεσου αποκεφαλισμού τους, δεδομένου ότι σε παρόμοιες περιπτώσεις η τουρκική θηριωδία και ο τουρκικός σαδισμός πραγματικά δεν είχαν όρια και τελειωμό.

     Κατά το Καλοκαίρι του 1905, ο Παράσχος Τσότρας, ένας εργολάβος οικοδομών από το Κεμέρι, είχε αναλάβει την ανοικοδόμηση του τζαμιού του Μπαγντινζή, ενός ορεινού και μακρινού χωριού Τούρκων, δύο περίπου ωρών απόσταση από το Κεμέρι.

     Η δουλειά είχε προχωρήσει αρκετά. Δεν έμενε παρά η τοποθέτηση των κουφωμάτων των υψηλών παραθυριών. Οπότε, ένα βράδυ, κατέφθασε εκεί ένας ψηλόσωμος δερβίσης με κάτασπρη γενειάδα και γενικά με επιβλητικό παρουσιαστικό. Θα διανυκτέρευε κι αυτός μαζί με τους μαστόρους μέσα στο τζαμί. Το χωριουδάκι ήταν πολύ φτωχό και δεν είχε «μουσαφίρ οντά», οίκημα και χώρο για τους περαστικούς ξένους, που ήσαν άλλωστε σπανιότατοι στο, απομονωμένο από όλο τον άλλο κόσμο, Μπαγντινζή. 

     Με την ιδέα ότι ο δερβίσης δεν ήξερε καν τα ελληνικά, άρχισαν οι μαστόροι, μόλις απόφαγαν, ν’ αστειεύονται σε βάρος του και μαζί με τους άλλους παρευρισκόμενους Τούρκους να κακολογούν τη θρησκεία του.

     Ο δερβίσης, αφού απόφαγε κι εκείνος, άρχισε να καπνίζει το τσιμπούκι του τελείως ατάραχος. Και με αυτή την αδιαφορία του έδειχνε πως δεν αντιλαμβανόταν απολύτως τίποτε από τα κουβεντολογήματα των μαστόρων.

     Όταν όμως έστρωσε τις καρπέτες που του είχαν φέρει οι χωριανοί κι αφού πρώτα έκλεισε την πόρτα και βεβαιώθηκε πως πλην των μαραγκών δεν ήταν κανείς άλλος μέσα στο τζαμί, έβγαλε το ράσο του, διπλώνοντάς το με προσοχή, και λίγο πριν να ξαπλώσει, έτσι όπως ήταν καθισμένος διπλοπόδι, τράβηξε από το βάθος του καβουκιού του ένα βελούδινο και χρυσοκέντητο μικρό εικόνισμα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Έκανε τρεις φορές αργά τον σταυρό του, το ασπάσθηκε με κατάνυξη κι αφού ξανάκανε τον σταυρό του, το ξανάβαλε πίσω στο καβούκι του και ξάπλωσε να κοιμηθεί.


     Ο καθένας μπορεί να φανταστεί την κατάπληξη και την ταραχή των μαραγκών. Δεν ήξεραν τι να πουν και τι να υποθέσουν. Άρχισαν να γνεύονται ο ένας τον άλλον και το μόνο που καταλάβαιναν ήταν το ότι, εάν ο δερβίσης τούς έπαιζε καμιά κωμωδία και τους κατάγγελλε στους χωρικούς, έπρεπε τότε να μη σταθούν ούτε μια στιγμή στο Μπαγντινζή.

     Ο γερο–δερβίσης όμως, ξαναγέμισε αδιάφορος το τσιμπούκι του και, καπνίζοντας γαλήνιος, χάιδευε τα γένια του χαμογελώντας με την έκδηλη ταραχή των μαστόρων.
    
     Στο τέλος, ανακάθισε επάνω στις καρπέτες και με μια σιγανή αλλά επιβλητική φωνή τούς είπε:
     –«Ας μη ταράζεται η καρδιά σας κι εσείς ας μη δειλιάζετε!» (Ιωάν. 14, 27)· αυτά τα λόγια είπε, παιδιά μου, ο Χριστός λίγο πριν σταυρωθεί για τη σωτηρία ημών των αμαρτωλών.

     Και συνέχισε να λέει:
     –Μάθετε, καλοί μου Χριστιανοί, να είσθε πάντα ανεξίθρησκοι αλλά και προσεκτικοί. Να μην υποτιμάτε τους άλλους και ποτέ να μην υβρίζετε τη θρησκεία που πρεσβεύουν. Εάν, εμείς, που πιστεύουμε στον Χριστό μας, τον Θεό της αγάπης και της καλοσύνης, παραβαίνουμε τις εντολές που μας άφησε για την αγάπη των πλησίον μας, αδιαφορώντας για τη θρησκεία που πρεσβεύουν και το έθνος στο οποίο ανήκουν, τότε τι θέλετε να κάνουν εκείνοι που ακολουθούν τη θρησκεία της βίας, της μισαλλοδοξίας και της εμπόλεμης επιβολής της; Ποια θα είναι, τότε, η διαφορά μας με τους Τούρκους; Προσπαθήστε να τους δίνετε το καλό παράδειγμα και να μην αφομοιώνεστε μ’ αυτούς, εάν θέλετε να λέγεστε και να είστε και στην πραγματικότητα Χριστιανοί.

     Τους είπε κι άλλα πολλά και στο τέλος πρόσθεσε:
     –Ο Χριστός μάς είπε: «πορεύεσθε με ειρήνη» (πρβλ. Πράξ. 16, 36)· κι εγώ σας λέγω: κοιμηθείτε με ειρήνη και μη φοβάστε τίποτα! Και πριν να κοιμηθείτε, φάτε χωρίς κανέναν φόβο και χωρίς κανέναν δισταγμό· να κάνετε με ευλάβεια τον σταυρό σας και ν’ ασπασθείτε το εικόνισμα αυτό του Ευαγγελισμού, με τη βεβαιότητα πως γρήγορα η Χάρη του Θεού θα μας φέρει έναν νέο Ευαγγελισμό στο Έθνος μας.

     Δεν ασπάσθηκαν το μικρό εικόνισμα του Κρυπτοχριστιανού δερβίση μονάχα οι Κεμιριανοί μαραγκοί. Ακολουθούντες το παράδειγμα του πρωτομάστορά τους, Παράσχου, έσκυψαν κι έβαλαν μετάνοια μπροστά σε τούτον τον σοφό και καλοκάγαθο γέροντα και με σεβασμό μεγάλο φίλησαν και το χέρι του.

     Την αυγή, όταν ξύπνησαν, δεν βρήκαν μέσα στο τζαμί παρά μονάχα τις καρπέτες, επάνω στις οποίες είχε κοιμηθεί ο γερο–δερβίσης. Είχε φύγει νωρίς, χωρίς να τον αντιληφθούν.
    
     Είχε φύγει, προφανώς για να συνεχίσει την επικίνδυνη αποστολή του, να περιοδεύει συνεχώς προκειμένου να ενισχύσει την πίστη και την καρτερία στους Κρυπτοχριστιανούς, των οποίων εκείνος μονάχα ήξερε τον τόπο της διαμονής τους και τις συνθήκες της διαβίωσής τους.

     Και ο Παράσχος Τσότρας, ούτε τούτον τον γερο–δερβίση ξαναείδε, ούτε και κατόρθωσε ποτέ να εξακριβώσει τι να ζητούσε εκεί στο απόμερο Μπαγντινζή…



※
[ Γ. Παραμυθά:
«Οι Κρυπτοχριστιανοί δερβίσηδες».
Από τον αφιερωματικό τόμο
του Νικολάου Π. Ανδριώτη
(1906–1976):
«Κρυπτοχριστιανικά Κείμενα»,
σελ. 173–175·
Σειρά:
«Εθνική Βιβλιοθήκη Νο36».
Δημοσιεύματα και Εκδόσεις
Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών·
Θεσσαλονίκη, 1974.
Α΄ δημοσίευση (Fb):
Πέμπτη 1 Μαΐου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.