Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 7 Απριλίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ


ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ


     Ο νεοφανής αυτός φωτεινός αστέρας του στερεώματος της Εκκλησίας γεννήθηκε το 1862 σε πτωχική οικογένεια της Ανατολικής Θράκης. Ήδη από την παιδική του ηλικία, η ανάγνωση των Βίων των αγίων άναψε στην καρδιά του τον πόθο να ασπασθεί τον μοναχικό βίο· οι γονείς του όμως είχαν άλλα σχέδια: τον υποχρέωσαν να διακόψει το σχολείο σε ηλικία δώδεκα ετών και να αναλάβει τη διαχείριση ενός μαγαζιού. Παρά τις απειλές της μητέρας του, που του έλεγε: «Αν καλογερέψεις θα πεθάνω!», έφυγε μία ημέρα και, «ωσάν το ελάφι που τρέχει προς τις πηγές των υδάτων» (πρβλ. Ψαλμ. 41, 1), έφθασε στη Σκήτη της Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος. Ο νεαρός δόκιμος επέδειξε μεγάλη αποταγή και πλήρη υπακοή. Μία ημέρα οι συμμοναστές του τού έδωσαν να φάει ρεβίθια δίχως όμως την ευλογία του Γέροντός του. Είδε τότε έναν δαίμονα να στέκεται μπροστά, να τον περιπαίζει, λέγοντάς του θριαμβευτικά: «Σε εξαπάτησα!».

     Δώδεκα χρόνια αργότερα (1887), μετέβη σε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και, αφού προσκύνησε τα σεπτά σκηνώματα, εισήλθε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Χοζεβά, κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, όπου εκάρη μοναχός το 1890. Μετά από μια δεύτερη παραμονή στη Σκήτη της Αγίας Άννης, με σκοπό να τελειοποιηθεί στην αγιογραφία, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και υπηρέτησε επί ένα έτος στην Πατριαρχική Σχολή των Ιεροσολύμων. Το 1907, μπόρεσε να αποσυρθεί σε σπήλαιο της Σκήτης της Μονής Χοζεβά, για να επιδοθεί στην ησυχαστική βιοτή. Μόνη του ασχολία ήταν η προσευχή και η αγιογραφία· έτρωγε μόνο μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και έπινε λίγο νερό από ένα γειτονικό χείμαρρο. Υπό την απειλή των μουσουλμάνων, που λήστευαν και λεηλατούσαν τους τόπους που κατοικούσαν χριστιανοί, υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα (1916) και, αφού διέμεινε στην Πάτμο και σε άλλους τόπους, επέστρεψε στον Άθω.

     Μία ημέρα, που βρισκόταν στην Αθήνα για να εφοδιαστεί με υλικά για την αγιογραφία, πληροφορήθηκε ότι τον αναζητούσε ο μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος [9 Νοεμ.]. Αμέσως μετέβη στην Αίγινα και παρέμεινε στην υπηρεσία του αγίου Νεκταρίου μέχρι τη μακαριστή κοίμησή του. Η συναναστροφή του με τον λαμπρό αυτόν άγιο της εποχής μας συνέβαλε τα μέγιστα στην ολοκλήρωση της πνευματικής κατάρτισης του ασκητή Σάββα, ο οποίος διδάχθηκε από την υπομονή του αγίου στις δοκιμασίες, την ταπεινοφροσύνη του, τις πατρικές συμβουλές του καθώς και από το οσιακό τέλος του, που συνοδεύτηκε από θαύματα.

     Μετά τη σεπτή κοίμηση του αγίου Νεκταρίου, παρέμεινε για ένα διάστημα στην Αίγινα, σ’ ένα κελλί κοντά στη μονή, ως εφημέριος της αδελφότητος, διδάσκοντας επίσης στις μοναχές αγιογραφία και βυζαντινή ψαλτική. Κάποτε, μετά από περίοδο σαράντα ημερών εγκλεισμού, βγήκε από το κελλί του κρατώντας την πρώτη εικόνα του αγίου Νεκταρίου και με παρρησία έδωσε εντολή στην ηγουμένη της μονής, παρά τους ανθρώπινους δισταγμούς της, να την τοποθετήσει μέσα στον ναό για προσκύνηση. Τόσο τελείως πληροφορημένος ήταν εκ Θεού για την αναμφίβολη αγιότητα του αγίου του.


     Η συρροή επισκεπτών στη Μονή της Αγίας Τριάδος αποτελούσε ωστόσο εμπόδιο για την ησυχία, την οποία θεωρούσε ως το πλέον ανεκτίμητο αγαθό, οπότε ο ταπεινός Σάββας έφυγε εκ νέου και αποσύρθηκε στη Μονή των Αγίων Πάντων στην Κάλυμνο (1926). Έκτισε εκεί μια μικρή καλύβη, λίγο υψηλότερα από τη μονή, στο ακριβές σημείο που είχε προείπει ο κτίτορας της μονής πριν εκδημήσει λίγα χρόνια πρωτύτερα. Επί είκοσι δύο χρόνια, ο όσιος Σάββας τελούσε τακτικά τις ακολουθίες, εξομολογούσε τις μοναχές και κατηχούσε τον λαό, μεριμνώντας ιδιαιτέρως για τις χήρες, τους πτωχούς και τα ορφανά. Τρεφόταν με λίγα κομμάτια πρόσφορο βρεγμένο με λίγο νάμα ή με αφέψημα δεντρολίβανου. Όταν έφτανε το βράδυ, αφού όλη την ημέρα αγιογραφούσε ή εξομολογούσε, έπαιρνε συχνά μια βαριοπούλα και έσπαγε πέτρες, ώστε, όπως έλεγε, να μη λάβει τροφή χωρίς να έχει εργαστεί. Δύο ώρες το πολύ παραχωρούσε τον ύπνο για τον ασκητικό εαυτό του, καθισμένος σε μια καρέκλα δίχως ράχη. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωνε στον Κύριο και στους εν Χριστώ αδελφούς του. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσευχόταν όρθιος επί νύχτες ολόκληρες, μεσιτεύοντας υπέρ του λαού· και, όταν τα εχθρικά αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το νησί, έκανε στην επίβουλη κατεύθυνσή τους το σημείο του Σταυρού.

     Παρ’ ότι πάνω απ’ όλα αγαπούσε τη φίλη του την ησυχία, έτρεχε αμέσως μόλις τον καλούσαν για να φέρει στους δεινοπαθούντες την παρηγορία του Θεού και για να τους κάνει κοινωνούς του διάπυρου έρωτά του για τον Χριστό. Εξομολογούσε επί ώρες ατελείωτες, θρηνώντας για τα ανομήματα των πνευματικών του τέκνων και οδηγώντας τα στη χαρά της σωτηρίας. Όταν προσευχόταν, στον ναό ή στο κελλί του, ο τόπος γέμιζε απερίγραπτη ευωδία που απλωνόταν και στα πέριξ. Η ίδια αυτή ευωδία αναδίδεται ακόμη σήμερα από τον τάφο του αγίου.

     Παντελώς ξένος στις οικονομικές μέριμνες, είχε ως αρχή να μην αφήνει ποτέ χρήματα να διανυκτερεύουν κάτω από τη στέγη του και μοίραζε αμέσως ό,τι του έδιναν για τις εικόνες που έφτιαχνε ή για κάποια ακολουθία που τελούσε. Στους εργάτες που εργάζονταν στην καλύβη του, έλεγε να πάνε μόνοι τους να πάρουν την αμοιβή τους από το συρτάρι που έριχνε φύρδην-μίγδην ό,τι χρήματα λάμβανε αλλά δεν αποκτούσε.


     Προς τα τέλη της επίγειας διαμονής του, ο όσιος του Θεού Σάββας περιήλθε σε κατάστασης έντονης περισυλλογής και κατάνυξης και αποσύρθηκε επί τρεις ημέρες χωρίς να δει απολύτως κανέναν. Κατόπιν έδωσε τις τελευταίες του συμβουλές για την αγάπη του Χριστού και για την υπακοή στις εντολές Του και, αναλαμβάνοντας ξαφνικά δυνάμεις, χτύπησε τα χέρια του επαναλαμβάνοντας ωσάν ένα άκακο τέκνο της Βασιλείας του Θεού: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος!». Μία μοναχή είδε τότε τη ψυχή του αγίου να ανέρχεται στους ουρανούς μέσα σε χρυσή νεφέλη, συνοδευόμενη από ουράνιες μελωδίες (7 Απριλίου 1948).

     Όταν το 1957 ανοίχθηκε ο τάφος του, ευωδία απλώθηκε σε όλη την περιοχή μέχρι τις παρυφές της πόλης. Το θείο αυτό γεγονός χαιρετίσθηκε με κωδωνοκρουσίες στη μονή του καθώς και σε όλους τους ναούς της Καλύμνου. Πολυάριθμα θαύματα επιτελέσθηκαν τότε και ασφαλώς δεν παύουν να επιτελούνται στον όλβιο τάφο του, χάριν των κατοίκων του νησιού αλλά και των ευλαβών προσκυνητών που έρχονται από μακριά για να λάβουν με πίστη την ευλογία και χάρη του αγίου. Η τιμή του αναγνωρίστηκε επίσημα το 1992 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

     Απλός, ταπεινός και λάθρα βιώσας, ασκητής και άνθρωπος της προσευχής στο ύψος των αρχαίων Πατέρων, ο όσιος πατήρ ημών Σάββας αποτελεί τέλεια εικόνα του αληθινού μοναχού και μεταρσιωμένου λάτρη του Κυρίου, απαράλλαχτη ανά τους αιώνες. Σ’ ένα από τα λιγοστά κείμενά του, γράφει: «Μοναχός είναι εκείνος, ο οποίος πενθεί και κλαίει για τις αμαρτίες του και δεν φροντίζει να σκέφτεται ξένες αμαρτίες, ούτε κατακρίνει κανέναν ούτε οργίζεται με κάποιον, αλλά υπομένει με ευχαριστία κάθε ζημιά και περιφρόνηση που του γίνεται, για να έχει παρρησία προς τον Θεό, τον ουράνιο Κριτή και Πατέρα όλων».


ΟΤΑΝ ΦΥΛΑΚΙΣΤΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ
—Φυλακές της Κω, Κελλί Νο 70—

     Ο άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω (1862–1948) ήταν ο πιο πιστός και αφοσιωμένος μαθητής του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως (1846–1920), που βρισκόταν μαζί του στην Αίγινα μέχρι τη μακαρία κοίμησή του. Αυτόν τον σύγχρονο άγιο της εποχής μας, με τα αμέτρητα θαύματα και τα πάμπολλα σημεία, οι συντοπίτες του οι Καλύμνιοι, και ζώντα επί γης ακόμη, τον θεωρούσαν ως άγιο και τον τιμούσαν ως θαυματουργό όσιο. Σε κάθε τους ανάγκη, δυσχέρεια και δυσκολία, κατέφευγαν πάντα προς την πατρική του αγάπη. 
     Είναι αξιοσημείωτο πως, το 1933 που όλες οι εκκλησίες των Δωδεκανήσων ήταν κλειστές από τους Ιταλούς, ο τότε δεσπότης της Ρόδου, Απόστολος ο Α΄ ο Τρύφωνος [σημ.: 1878–1957· έτη ποιμαντορίας στην Ρόδο: 1913–1947, οποίος κατά την πρώτη φάση της ποιμαντορίας του (1913–1921) ήταν ο εμπνευστής και ο διοργανωτής των συλλαλητηρίων εκείνου του αιματηρού Πάσχα του 1919, όπου διακήρυξε την επιθυμία του Δωδεκανησιακού λαού για ένωση με την Ελλάδα –γι’ αυτό άλλωστε και εξορίστηκε για μία ολόκληρη τριετία…], για καθαρά διπλωματικούς λόγους και τακτικής ελιγμού, κάλεσε τους ιερείς της Καλύμνου και τους «υποχρέωσε» να υποταχθούν αδιαμαρτύρητα όλοι τους στον πάπα και να τον δεχτούν ως υπέρτατη εκκλησιαστική τους αρχή.
     Οι πραγματικά ανυποχώρητοι ορθόδοξοι ιερείς όμως, με την ανδρεία ψυχή και το αδούλωτο φρόνημα, δεν δέχθηκαν ποτέ κάτι τέτοιο. Αρνήθηκαν να υπογράψουν μια τέτοια πνευματική και πατριωτική προδοσία. Οι Ιταλοί, που ήταν η τότε παράνομη αρχή του τόπου, ευθύς αμέσως, όπως ήταν αναμενόμενο, προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις. Έπιασαν όλους τους «αποστάτες» και «αντιρρησίες» ιερείς –ανάμεσά τους και τον άγιο Σάββα– και τους ενέκλεισαν όλους με τη βία στις φυλακές της Κω. 
     Μάλιστα δε, τον άγιο Σάββα τον είχανε καταδώσει ότι ήταν ο πρωταίτιος, ο αρχηγός και ο υποκινητής αυτής της «αντιστασιακής» κίνησης. Εκεί, λοιπόν, στις φυλακές της Κω έβαλαν τον άγιο Σάββα και τον ενέκλεισαν στο κελλί Νο 70. Ήταν ένα κελλί στενό, μόλις που μπορούσε να χωρέσει έναν άνθρωπο μέσα, κι αυτόν μονάχα όρθιο.


     Ξαφνικά, μια νύχτα, ο φύλακας βλέπει φως στο κελλί του αγίου. Πηγαίνει αμέσως και ξυπνάει τον διοικητή των φυλακών και του αναφέρει ότι το κελλί Νο 70 έχει φως. Ο διοικητής σηκώθηκε εξοργισμένος, λέγοντας με εμπαθή πεποίθηση ότι, «ο καλόγερος αυτός είναι κακός άνθρωπος!». Έσπευσε με άγριες και απειλητικές διαθέσεις προς το κελλί και άνοιξε με φόρα την κλειδωμένη πόρτα. Ακριβώς τότε ήταν που αντίκρισε ένα εξαίσιο θαύμα που τον άφησε έντρομο, κατάπληκτο και συγκλονισμένο: Ο άγιος Σάββας ήταν όλος μέσα στο φως! Ή καλύτερα: ήταν ο ίδιος ολόκληρος φως!  
     Ο σκαιός, σκληρός και ανάλγητος διοικητής άλλαξε αμέσως γνώμη και διάθεση έναντι του θεοφόρου και φωτόλαμπρου αγίου. Έμφοβος, αναγνώρισε την αγιότητά του, γονάτισε συντετριμμένος και ζήτησε την ευλογία του αγίου και, χωρίς καμία άλλη χρονοτριβή, τον έβγαλε από τη φυλακή. Του είπε ακόμη ότι θα είναι ελεύθερος και ανενόχλητα πλέον θα μπορεί να λειτουργεί στο ταπεινό Μοναστήρι του (τη Μονή των Αγίων Πάντων). Μάλιστα, τον κατευόδωσε ο ίδιος και τον έβαλε στο καραβάκι με τ’ όνομα «Λούπα», στέλνοντάς τον πίσω στο νησί του, την Κάλυμνο.
     Και ενώ έβλεπε κανείς όλες οι εκκλησίες στην Κάλυμνο να είναι ερμητικά κλειστές και σφραγισμένες, ο άγιος του Θεού Σάββας ήταν μια κυριολεκτικά φωτεινή εξαίρεση ελευθερίας σε όλο το αλγεινό τοπίο της σκλαβιάς και της καταστολής, λειτουργώντας ο ίδιος ακώλυτα και ανεμπόδιστα στο ιερό Μοναστήρι του επί τρία ολόκληρα χρόνια, έως ότου άνοιξαν και οι υπόλοιποι ναοί των Ελληνοορθόδοξων Δωδεκανήσων. 
     Κατά την περίοδο εκείνη η Κάλυμνος διατελούσε υπό το κράτος της ζοφερής Ιταλικής κατοχής και η δοκιμασία για τον τόπο –κυρίως δε για τους ανθρώπους του τόπου– ήταν απερίγραπτα μεγάλη. Οι ταλαιπωρημένοι Καλύμνιοι, με αρχηγό και εμψυχωτή τον ταπεινό και πράο ασκητή άγιο Σάββα, κατάφεραν να διατηρήσουν ακλόνητο το ορθόδοξο φρόνημά τους, αντιδρώντας σθεναρά και παλικαρίσια, με κάθε θυσία και κόστος ζωής, εναντίον οποιασδήποτε φασιστικής σκοπιμότητας της αμείλικτης Ιταλοκρατίας. 
     «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι»! Το Φως του Χριστού είναι το Φως των Αγίων Του. Και το Φως του Χριστού και των Αγίων Του, είναι το μόνο ευεργετικό Φως προς τον άφεγγο και αφώτιστο κόσμο. Είναι εκείνο το αφυλάκιστο και αδεύσμευτο Φως της Αγάπης και της Αληθείας που μυστικά ελευθερώνει κάθε ψυχή, φωταγωγώντας τον δρόμο και την πορεία των ανθρώπων προς την αληθινή και ακατάλυτη «εν Χριστώ» ελευθερία…


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ
—Και η θαυμαστή κωδωνοκρουσία—

       Ο Γερο–Μιχαήλ γεννήθηκε στη Σύμη το 1906. Εκοιμήθη στις 24 Μαΐου του 1959. Στο Άγιον Όρος ήρθε το 1922. Το 1923 εκάρη Μοναχός στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων – Αγίου Όρους. Ήταν πάντοτε χαρούμενος άνθρωπος. Ανέπαυε πραγματικά τις ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών με τις διηγήσεις του και τα πνευματικά του λόγια, τα οποία ήταν γεμάτα ζωντάνια και παραστατικότητα.
       Επίσης, ήταν πολύ επιμελής στα μοναχικά του καθήκοντα. Φρόντιζε όσο το δυνατόν να κάνει Λειτουργίες στην Καλύβη του, επειδή ακριβώς ενστερνιζόταν το μεγαλείο τους και βίωνε βαθειά την ανείπωτη ψυχική ωφέλεια της κάθε θείας Λειτουργίας. Επιπλέον δε, ήταν και πολύ καλός ψάλτης, αγαπούσε τις ολονύκτιες αγρυπνίες καθώς και τις Λειτουργίες που τελούνταν στο λεγόμενο «Κυριακό» (ο κεντρικός ναός της κάθε Σκήτης, μέσα στον οποίον συνάζονται από κοινού οι Πατέρες κατά τις μεγάλες εορτές και πανηγύρεις).
       Ο Γερο–Μιχαήλ σαν κύριο εργόχειρο είχε την ξυλογλυπτική. Κατασκεύαζε ως επί το πλείστον ξύλινα κουτάλια και χαρτοκόπτες. Για να προμηθευτεί την πρώτη ύλη για το εργόχειρό του, με τη συνοδεία του και με πολύ κόπο μέσα από το βουνό, κατέβαζε τα ξύλα που χρειάζονταν κουβαλώντάς τα με την πλάτη, ενώ τα έσοδα γι’ αυτούς ήταν μηδαμινά και ανεπαρκή για τη συντήρησή τους.
       Με την προθυμία όμως του υποτακτικού του –του πατρός Γαβριήλ–, έμαθαν από τους γειτόνους τους, τους «Ιωασαφαίους», λίγα βασικά πράγματα για να εργασθούν επιπλέον και την αγιογραφία. Αυτή η προθυμία και ο ζήλος τους γι’ αυτό το θείο έργο απέφερε τελικά θαυμαστά αποτελέσματα. Οι εικόνες του Γέροντος Μιχαήλ είχαν όντως θεία Χάρη. Δύο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά έργα του που γνωρίζουμε ως τώρα, τερπνές ιστορήσεις του αγίου Νεκταρίου (1846–1920) και του αγίου Σάββα του εν Καλύμνω (1862–1948), επιτέλεσαν και επιτελούν θαύματα.
       Αυτός ο Καυσοκαλυβίτης αγιορείτης μοναχός έλαβε παραγγελία από την τότε ηγουμένη Φιλοθέη της Μονής του οσίου να ιστορήσει τη μορφή του αγίου Σάββα. Ο π. Μιχαήλ, πάλι, επειδή δεν είχε δει ποτέ του εικόνα του αγίου αλλά ούτε και γνώριζε προσωπικά τον άγιο, παρακάλεσε θερμά τον Κύριο και φυσικά και τον άγιο Σάββα στην προσευχή του, για να φωτιστεί ώστε να αγιογραφήσει την εικόνα του όσο το δυνατόν πιο καλά. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της όλης εργασίας του, ένιωθε πως είχε μεγάλη και πρωτοφανή ευχέρεια. Και, όταν η εικόνα του στάλθηκε και παραδόθηκε στο τελωνείο της Καλύμνου, άρχισε τότε να χτυπάει από μόνη της η καμπάνα της Μονής του οσίου Σάββα (η Μονή των Αγίων Πάντων).
       Το παράδοξο αυτό γεγονός παρέμεινε ανεξήγητο από τις απορημένες μοναχές, μέχρι που ήρθε η επόμενη μέρα, όταν αυτές ειδοποιήθηκαν από το τελωνείο για την άφιξη της εικόνας που αγιογράφησε ο π. Μιχαήλ από τα Καυσοκαλύβια. Έγινε στο τελωνείο η παραλαβή της και πάλι η καμπάνα του Μοναστηριού χτυπούσε δυνατά και χαρμόσυνα από μόνη της μέχρις ότου έφεραν την εικόνα του αγίου Σάββα στο Μοναστήρι του…


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Καλύμνου τὸ κλέος καὶ θεῖον ἔφορον, καὶ τῶν πάλαι Ὁσίων τὸν ἰσοστάσιον, εὐφημήσωμεν πιστοὶ Σἀββα τὸν Ὅσιον· ὅτι δεδόξασται λαμπρῶς, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, θαυμάτων τῇ ἐνεργείᾳ, καὶ διανέμει τοῖς πᾶσι, παρὰ Θεοῦ χάριν καὶ ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Καλυμνίων ἡ νῆσος, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ· ἔσχε γάρ, ὡς θεοδώρητον ὄντως πλοῦτον, σκῆνός σου, τὸ θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα· ᾧ προστρέχουσα ἐν πίστει, ῥῶσιν λαμβάνει, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῆς Καλύμνου ὁ ἀρωγός, καὶ Δωδεκανήσου, λαμπαδοῦχος νεοφανής· χαίροις ὁ παρέχων, τοῖς πάσχουσι τὴν ῥῶσιν, ὦ Σάββα θεοφόρε, Ὁσίων σύσκηνε.




※
[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
σελ. 78–82.
Θεώρηση κειμένου
και διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
(2) Βασιλείου Παπανικολάου:
«Ο Άγιος Σάββας ο Νέος,
ο εν Καλύμνω»·
Ι. Μέρος δ΄, σελ. 141–142.
ΙΙ.  §7, σελ. 32 και 184
(Μαρτυρία του
Εμμανουήλ Μιχαήλου).
Έκδοσις
Ιεράς Μονής Αγίων Πάντων·
Κάλυμνος, 19995.
(3) Ιερομονάχου
Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου:
«Ασκητικές Μορφές
και διηγήσεις από τον Άθω»·
Κεφ. 63ο, σελ. 229–231.
Έκδοσις
Μονύδριο Αγίου Αντωνίου,
Κρύα Νερά,
Άγιον Όρος, Ιούλιος 20002.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ


ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ


     Ο όσιος πατήρ ημών Γρηγόριος γεννήθηκε (γύρω στα 1275) σε εύπορη οικογένεια του χωριού Κούκουλον, το οποίο βρίσκεται νοτίως του κόλπου της Σμύρνης [1]. Στις αρχές της βασιλείας του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου (1282-1328) αιχμαλωτίστηκε κατά τη διάρκεια μιας επιδρομής των Σελτζούκων Τούρκων, που την εποχή εκείνη λυμαίνονταν όλη τη Μικρά Ασία, και μεταφέρθηκε μαζί με την οικογένειά του στη Λαοδίκεια. Όταν πήγαν στον ναό και συμμετείχαν στην ακολουθία, οι εντόπιοι χριστιανοί τόσο πολύ συγκινήθηκαν από τη μελωδική τους ψαλμωδία, ώστε έκαναν έρανο και συγκέντρωσαν αρκετά λύτρα για να τους απελευθερώσουν. Ο Γρηγόριος τότε μετέβη στην Κύπρο, όπου προκάλεσε μεγάλη κατάπληξη στους κατοίκους με την εύχαρι και προσηνή όψη του, η οποία καθρέφτιζε όλο τον εσωτερικό του κόσμο. Εκτιμώντας τον διάπυρο πόθο για την αρετή που έτρεφε ο νεαρός Γρηγόριος μέσα στην καρδιά του, ο Θεός ενέργησε έτσι ώστε ο νέος να συναντήσει έναν ερημίτη μοναχό, ο οποίος τον δέχθηκε ως δόκιμο. Μόλις μυήθηκε στις βασικές αρχές του μοναχικού βίου, ο Γρηγόριος μετέβη στο Σινά, αναζητώντας ακόμη μεγαλύτερους άθλους και εκάρη μοναχός, αποτάσσοντας με την κουρά των τριχών της κεφαλής του κάθε σαρκικό φρόνημα. Σύντομα, κατέπληξε τους συμμοναστές του με τη βιοτή του, η οποία έμοιαζε περισσότερο με εκείνην των ασωμάτων Δυνάμεων. Οι νηστείες του, οι αγρυπνίες, οι ψαλμωδίες και η αδιάλειπτη προσευχή του υπερέβαιναν κάθε περιγραφή. Χωρίς χρονοτριβή, εκτελούσε κάθε διακόνημα που του ανέθεταν, θεωρώντας πάντοτε ότι ο Κύριος είχε το βλέμμα Του καρφωμένο στην εργασία του δούλου Του. Κάθε βράδυ, μόλις λάμβανε την ευλογία του ηγουμένου, επέστρεφε στο κελλί του και εξ όλης της καρδίας του προσέφερε στον Κύριο την ανύψωση των χειρών και του πνεύματός του ως «θυσίαν αινέσεως» (Εβρ. 13, 15). Απάγγελλε ολόκληρο το ιερό «Ψαλτήριο», φθάνοντας σε κατάσταση ουράνιας χαράς και αγαλλίασης. Κι όταν το πρωί χτυπούσε το σήμαντρο, ήταν ο πρώτος που πήγαινε στον ναό· και όταν τελείωνε η ακολουθία, έφευγε τελευταίος. Λίγο ψωμί και νερό τού ήταν αρκετά για να συντηρείται, παρ’ ότι επί τρία χρόνια εκτελούσε τα βαριά διακονήματα του μάγειρα και του μάγκιπα (αρτοποιού). Τιμούσε το διακόνημά του ως ισάξιο της Λειτουργίας στο ιερό Θυσιαστήριο και υπηρετούσε ταπεινά τους αδελφούς σαν να επρόκειτο για αγγέλους. Ήταν, επίσης, ικανός καλλιγράφος και περνούσε ημέρες και νύχτες ολόκληρες συλλέγοντας ως φιλόπονη μέλισσα το μέλι των θεόπνευστων Γραφών. Επί πλέον όλων των άλλων άθλων του, ανέβαινε όσο πιο συχνά μπορούσε στην κορυφή του Σινά, για να προσκυνήσει τον τόπο όπου ο Κύριος εμφανίστηκε στον προφήτη Μωυσή (Εξ. 24, 12–18).

     Βλέποντας ο μισόκαλος διάβολος την πρόοδο του νέου μοναχού, εμφύσησε στους συμμοναστές του το ολέθριο πάθος του φθόνου. Μόλις αντιλήφθηκε ο Γρηγόριος ότι το πάθος αυτό απειλούσε να καταλύσει την ενότητα της αδελφότητας, εγκατέλειψε τη μονή, συνοδευόμενος από τον Γεράσιμο, γόνο αρχοντικής οικογένειας, ο οποίος ανεδείχθη αργότερα σε έναν από τους λαμπρότερους μαθητές του αγίου [2]. Μετέβησαν κατ’ αρχάς στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσουν τα ιερά σκηνώματα, και κατόπιν έφθασαν στην Κρήτη. Μετά από δυσκολίες, βρήκαν ένα σπήλαιο, που φαινόταν τόπος κατάλληλος για την ησυχαστική ζωή και για την απερίσπαστη προσευχή που ποθούσαν. Ο όσιος Γρηγόριος ξανάρχισε τους ασκητικούς του άθλους με πολλαπλάσια ενεργητικότητα. Η απόλυτη ξηροφαγία έδωσε στο πρόσωπο του αγίου χρώμα ωχροκίτρινο και τα μέλη του ξεράθηκαν σε βαθμό που μόλις μπορούσαν να κινηθούν, επαληθεύοντας έτσι τους λόγους του προφητάνακτος Δαβίδ: «Τα γόνατά μου από τη νηστεία τρέμουνε και το κορμί μου απέμεινε ισχνό» (Ψαλμ. 108, 24). Αναζητούσε ωστόσο πάντα έναν θεοφόρο άνδρα, ικανό να του διδάξει την τέχνη της Θεωρίας. Μία ημέρα, κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, ο ησυχαστής Αρσένιος, που είχε αξιωθεί να λάβει το προορατικό χάρισμα, ήλθε και χτύπησε την πόρτα του οσίου και του εξήγησε πώς ακριβώς εννοούν οι άγιοι Πατέρες τη «φυλακή του νου» καθώς και την «καθαρά Προσευχή».


     Ο Αρσένιος πληροφορήθηκε από τον Γρηγόριο τη μέχρι τότε βιοτή του και του έδειξε ότι όλοι οι άθλοι της αρετής, που είχε αναλάβει μέχρι τότε, αντιστοιχούν σε αυτό που οι άγιοι ονομάζουν «Πράξη», αλλά δεν παρέχουν αφ’ εαυτού τους τη «Θεωρία». Για να φθάσει κανείς στη Θεωρία, πρέπει προηγουμένως να καθάρει τον νου διά της τήρησης των ευαγγελικών εντολών και να επιδοθεί με διάπυρο θείο πόθο στη Νοερά Προσευχή. Μόνο μέσω της διαρκούς επίκλησης του αγίου Ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δύναται η καρδιά του ησυχαστή (αλλά και του κάθε ταπεινού αγωνιστή του Πνεύματος) να δεχθεί τον φωτισμό της Χάριτος και να γίνει ο άνθρωπος ολόκληρος φως. Κατόπιν, μετά από επίμονη παράκληση του Γρηγορίου, του δίδαξε τις παγίδες που ελλοχεύουν για τον άνθρωπο της Προσευχής, τους δαιμονικούς πειρασμούς εκ δεξιών και εξ ευωνύμων και τις θλίψεις που θα έπρεπε να αντέξει από πλευράς των φθονερών ανθρώπων.

     Μετά από τη συνομιλία αυτή, ο Γρηγόριος χωρίς να χάσει στιγμή μετέβη στο Άγιον Όρος, τη μητρόπολη του ησυχασμού, ελπίζοντας να συναντήσει κι άλλους θεόπνευστους άνδρες. Επισκέφθηκε όλες τις μονές, τις σκήτες και τα κελλιά, και συνάντησε πολλούς πατέρες κεκοσμημένους με όλες τις αρετές της πρακτικής ζωής. Όταν όμως τους ρωτούσε αν εφάρμοζαν τη «φυλακή του νου» και τη «Νοερά Προσευχή», κανένας τους δεν ήξερε περί τίνος πρόκειται [3]. Τέλος, βρήκε τρεις μοναχούς αφιερωμένους στη Νοερά Προσευχή, στη Σκήτη που ονομαζόταν «Μαγουλά», κάπου πλησίον της Μονής Φιλοθέου: τον Ησαΐα, τον Κορνήλιο και τον Μακάριο. Έκτισε ένα κελλί εκεί κοντά και, «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», συγκεντρώνοντας τις αισθήσεις του και προσηλώνοντας τον νου του στον Σταυρό του Χριστού, περνούσε τις ημέρες και το μεγαλύτερο μέρος από τις νύχτες του καθισμένος σ’ ένα χαμηλό σκαμνί, επαναλαμβάνοντας την Ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό!», με πόνο ψυχής, με συντριβή καρδίας και εκ βαθέων αναστεναγμούς, νοτίζοντας σιωπηλά το χώμα με τα θερμά δάκρυά του. Όταν αισθανόταν το πνεύμα του καταπονημένο από την παρατεινόμενη διάρκεια της εσωτερικής αυτής έκλυσης, σηκωνόταν όρθιος για να χαλαρώσει «από τη στενότητα της ησυχίας προς την παρήγορη άνεση της ψαλμωδίας» [4], επιδιδόταν στη μελέτη κάποιου αγιογραφικού χωρίου, στη μνήμη του θανάτου, στο εργόχειρο, ή διάβαζε όρθιος για να καταπονήσει το σώμα του και αμέσως μετά επέστρεφε στη Νοερά Προσευχή.

     Πράγματι, για τους ησυχαστές που ζουν χωριστά από τους ανθρώπους, ούτε η εργασία ούτε οι ακολουθίες έχουν πλέον σημασία, αλλά όλη τους η προσοχή συγκεντρώνεται στην ανώτατη ανθρώπινη δραστηριότητα: την Προσευχή! «Η Προσευχή είναι για τους αρχάριους ένα ευφρόσυνο πυρ που αναδύεται μέσα από την καρδιά· και για τους τέλειους μπορεί να είναι το ίδιο ή ακόμη κι ένα ευωδιαστό φως. Είναι, επίσης, η Προσευχή: το Κήρυγμα των Αποστόλων, η επενέργεια της Πίστεως ή καλύτερα η άμεση Πίστη, η εκπλήρωση όλων αυτών που ελπίζουμε (Εβρ. 11, 1)· η Προσευχή είναι η ενεργή αγάπη και μια κίνηση αγγελική, είναι το Ευαγγέλιο του Θεού, η εσωτερική πληροφορία της καρδιάς, η ελπίδα που φέρνει τη σωτηρία, το σημείο αγνισμού, το σύμβολο αγιότητας, η επίγνωση Θεού, η φανέρωση μέσα μας της δωρεάς του Βαπτίσματος, εκείνο το λουτρό που μας φέρνει την κάθαρση, ο αρραβώνας του Αγίου Πνεύματος, το αγαλλίαμα του Ιησού, η ευφροσύνη της ψυχής, το έλεος του Θεού, σημάδι καταλλαγής με τον Θεό, η σφραγίδα του Χριστού, η ακτίνα του νοητού Ηλίου, η χαραυγή των καρδιών μας, η βεβαίωση του Χριστιανισμού, η φανέρωση και έκφραση της θείας ειρήνευσης· Προσευχή είναι η Χάρη και η Σοφία του Θεού, μάλλον η αρχή της αυτοσοφίας μας, η φανέρωση του Θεού μέσα μας, το έργο των μοναστών και το πολίτευμα των ησυχαστών, η αφορμή για την κατάσταση της ησυχίας, τεκμήριο της αγγελικής ζωής· και γιατί να αναφέρουμε περισσότερα; Προσευχή είναι ο Ίδιος ο Θεός, Αυτός που «ενεργεί τα πάντα στους πάντες» (Κολ. 3, 11)· επειδή, τελικά, μία είναι η ενέργεια του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και Ένας είναι ο Τριαδικός Θεός, που ενεργεί και πραγματοποιεί τα πάντα κατά την Προσευχή, μέσω του Ιησού Χριστού» [5].

     Προσκαρτερώντας με αυτό τον τρόπο στην Προσευχή, με πίστη και ταπείνωση, ο Γρηγόριος υπέστη την «καλή αλλοίωση» (πρβλ. Ψαλμ. 76, 11) και, διά της ενεργείας της θείας Χάριτος, είδε μία ημέρα το κελλί του πλημμυρισμένο από θείο φως. Και, καθώς μεταφέρθηκε εκτός σαρκός και κόσμου, κατέστη έμπλεος της αγάπης του Θεού, δηλαδή του Ίδιου του Θεού, σε βαθμό ώστε αργότερα εκμυστηρεύθηκε στον μαθητή του: «Εκείνος που ανυψώνεται προς τον Θεό, ακολουθώντας την οδό που οδηγεί από την Πράξη στη Θεωρία, με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος βλέπει σαν μέσα από ένα καθρέπτη όλη την κτίση φωτεινή». Βγαίνοντας από το κελλί του με πρόσωπο που ακτινοβολούσε αγαλλίαση, ομολόγησε ότι η ψυχή που φλέγεται από τον πόθο του Θεού δεν μπορεί να κρυφτεί από τους άλλους ανθρώπους. Η καρδιά που σκιρτά και ευφραίνεται εξαιτίας της θείας Χάριτος, κάνει το πρόσωπο χαρωπό και απαστράπτον, σύμφωνα με τους λόγους της Γραφής: «Όταν ευφραίνεται η καρδιά του ανθρώπου, είναι χαρούμενο και θαλερό το πρόσωπό του» (Παρ. 15, 13).


     Μία ημέρα, ο μαθητής και βιογράφος του, ο άγιος Κάλλιστος [20 Ιουν.], τον ρώτησε πώς φθάνει κανείς να δει την ανάσταση της ψυχής. Ο όσιος απάντησε: «Όταν η ψυχή δείξει όλη της την προθυμία και αγωνισθεί μέσω των πρακτικών αρετών, με λόγο και με διάκριση, τότε συστέλλει τα πάθη και τα υποτάσσει. Τότε, οι φυσικές αρετές την περιτριγυρίζουν, όπως η ψυχή συνδέεται με το σώμα, και την καθοδηγούν στις αναβάσεις μιας πνευματικής κλίμακας που οδηγεί στις υπέρ φύσιν εμπειρίες. Και όταν ο νους υψώνεται πιο πάνω και από τον εαυτό του, τότε φωτίζεται από τη λάμψη του Αγίου Πνεύματος, κατά το μέτρο της Χάριτος που έλαβε, και βλέπει καθαρότερα τη φύση των όντων, όχι βέβαια με τον τρόπο των σοφών αυτού του κόσμου, αλλά κατά τη σχέση που έχουν αυτά προς τον Δημιουργό τους. Προχωρώντας η ψυχή στη Θεωρία, «καθώς τα λησμονεί και τ’ αφήνει όλα πίσω της και πορεύεται προς τα εμπρός» (Φιλ. 3, 13), οι φυσικοί λογισμοί υποχωρούν και η ψυχή φθάνει να συνδιαλέγεται με τον Θεό, ανειδεώς, δηλαδή χωρίς νοήματα και παραστάσεις, τελείως απερίσπαστα. Καθώς φωτίζεται από το άπειρο φως, δεν αισθάνεται διόλου το υλικό και γήινο σώμα και κινείται μονάχα προς τον Κύριο με ασυγκράτητη ορμή αγάπης. Φθάνοντας σε τέτοια πνευματικά ύψη, διά της επίμονης άσκησης της Νοεράς Προσευχής, ο άνθρωπος αποκτά την ένδοξη ελευθερία των υιών του Θεού και δύναται να δει την ανάσταση της ψυχής του, πριν από την προσδοκώμενη καθολική ανάσταση».

     Ωσάν μαγνήτης, ο θείος Γρηγόριος, με την ευωδία των αρετών του και με την ακτινοβολία της θείας Χάριτος, προσείλκυε κοντά του μεγάλο αριθμό αγιορειτών μοναχών. Η ευφροσύνη και η αγαλλίαση του προσώπου του τούς φανέρωναν σε ποιο βαθμό οικειότητας με τον Θεό είχε φθάσει. Ακούγοντας δε τη διδαχή του για τον βίο της Θεωρίας και για τη Νοερά Προσευχή, πολλοί από αυτούς εγκατέλειπαν τους γέροντές τους και υποτάσσονταν στην καθοδήγησή του. Όταν μιλούσε στους επισκέπτες του για την κάθαρση της ψυχής και για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος δύναται να γίνει θεός κατά Χάριν, τότε, όπως στην εποχή των Αποστόλων, κατερχόταν το Άγιο Πνεύμα στους επισκέπτες και τους γέμιζε σφοδρό θείο πόθο να ακολουθήσουν κι εκείνοι με τη σειρά τους την ουράνια αυτή βιοτή. Με κάθε απλότητα και με σκοπό να μιμηθεί ο Χριστός, ο άγιος συζητούσε με χαρά με όσους προσέτρεχαν προς αυτόν με δίψα πνευματική, αλλά δεν τους δεχόταν ως μαθητές παρά μόνο μετά από αυστηρή δοκιμασία της υπακοής και της ταπείνωσής τους.

     Μη μπορώντας να αντέξει τόση ακτινοβολία, ο δαίμονας παρακίνησε κάποιους από τους λογιότερους αγιορείτες μοναχούς να καταδικάσουν από φθόνο τη διδασκαλία του Γρηγορίου περί ησυχίας και προσευχής του νου στην καρδιά ως απαράδεκτη καινοτομία. Ο όσιος αρχικά τήρησε σιωπή. Κατόπιν, πήρε μαζί του δύο άλλους σεβάσμιους ησυχαστές, πήγε στις Καρυές και απολογήθηκε για τη διδασκαλία του στον Πρώτο του Αγίου Όρους, ο οποίος χωρίς δυσκολία αναγνώρισε το δίκαιό τους και αναφώνησε κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τους ασκητές: «Σήμερα συνομιλώ με τους πρωτοκορυφαίους των Αποστόλων, Πέτρο και Παύλο!». Από τότε, όλοι οι αγιορείτες μοναχοί θεωρούσαν τον Γρηγόριο ως κοινό τους πνευματικό διδάσκαλο, ενώ ο αριθμός των επισκεπτών αυξήθηκε τόσο ώστε ο όσιος αναγκάστηκε να καταφύγει σε δύσβατη τοποθεσία στα όρια της Μονής Σίμωνος Πέτρας, για να αφιερωθεί στην Προσευχή και τη Θεωρία.

     Νέες όμως επιδρομές των Τούρκων, που λεηλατούσαν τις σκήτες και τα κελλιά και αιχμαλώτιζαν τους διάσπαρτους και ανυπεράσπιστους μοναχούς, εμπόδιζαν τον Γρηγόριο και τους μαθητές του να χαρούν την ησυχία και για τον λόγο αυτό έφυγαν από το Άγιον Όρος και πήγαν στη Θεσσαλονίκη με σκοπό να μεταβούν στο Σινά (1326). Μαθαίνοντας ότι ούτε εκεί δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν την απειλή των Σαρακηνών, ο Γρηγόριος αναχώρησε για τη Χίο και κατόπιν πήγε στη Λέσβο. Πέρασε τον χειμώνα στην Κωνσταντινούπολη και τέλος έφθασε στην έρημο των Παρορίων, περιοχή ορεινή, κατάλληλη για ησυχαστική ζωή, μεταξύ Αδριανουπόλεως και Εύξεινου Πόντου, η οποία την εποχή εκείνη αποτελούσε τη μεθόριο μεταξύ Βουλγαρίας και Βυζαντίου [6]. Εγκαταστάθηκαν σε έναν τόπο λεγόμενο «Μεσομίλιον», που τους παραχώρησε ο επικεφαλής μιας ομάδας ασκητών, ονόματι Αμηραλής. Όμως, ο Λουκάς, ένας από τους ασκητές της περιοχής, που υπήρξε μαθητής του αγίου στον Άθω, κατελήφθη από ολέθριο φθόνο εναντίον του ανθρώπου του Θεού και έφθασε στο σημείο να του επιτεθεί με ξίφος ανά χείρας. Μόλις γλύτωσε τον θάνατο ο όσιος, γνήσιος μαθητής του πράου Χριστού, χωρίς να ταραχθεί ή να νιώσει μίσος για τον παραλίγο φονιά του, περιέβαλε τον Λουκά με μεγάλη στοργή και συνέταξε κατόπιν για χάρη του ένα από τα κυριότερα συγγράμματά του «Περί ησυχίας και προσευχής». Λίγο αργότερα, ο ίδιος ο Αμηραλής, παράφρων από κι αυτός από ασυγκράτητο φθόνο, εξεδίωξε τους ασκητές και ανέθεσε σε συμμορία ληστών να λεηλατήσει τα ασκητήριά τους. Μη μπορώντας να κατανοήσει τον φαύλο αυτό φθόνο, ούτε με τη μεγαλοθυμία ούτε με την πραότητα, ο όσιος Γρηγόριος μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μέσω Σωζοπόλεως και κατόπιν επέστρεψε στο Άγιον Όρος.


     Στη Μεγίστη Λαύρα, η επιστροφή των ησυχαστών χαιρετίστηκε ωσάν πραγματική πνευματική πανήγυρη. Οι ασκητές εγκαταστάθηκαν σε κελλιά διάσπαρτα πέριξ της Λαύρας, αλλά λόγω της απειλής των Τούρκων αναγκάστηκαν σύντομα να μετακομίσουν εντός της μονής, όπου όμως η συναναστροφή με πολλούς μοναχούς και ο κοινοβιακός ρυθμός της εκεί ζωής ήταν εκ των πραγμάτων εμπόδιο για την ιερή ησυχία που επιζητούσαν διακαώς. Παίρνοντας μαζί του μόνο έναν μαθητή, ο Γρηγόριος, μετέβη στην Αδριανούπολη και από εκεί έφθασε πεζός στα Παρόρια, όπου πολυάριθμοι μοναχοί διαφόρων εθνικοτήτων σύντομα υποτάχθηκαν στην καθοδήγησή του. Ίδρυσε λαύρα στο όρος που λεγόταν «Κατακεκρυωμένο», γύρω από την οποία οι ασκητές εγκαταβίωναν σε χωριστά κελλιά, ενώ αργότερα τρεις ακόμη μικρότερες λαύρες δημιουργήθηκαν στην περιοχή [7]. Την περιοχή όμως λυμαίνονταν ληστές, οι οποίοι προκαλούσαν δυσκολίες στους ασκητές και τάραζαν διαρκώς την ησυχία τους. Ο Γρηγόριος απηύθυνε τότε έκκληση στον τσάρο της Βουλγαρίας Ιωάννη Αλέξανδρο (1331-1371), μέσω του μαθητή του αγίου Θεοδοσίου [27 Νοεμ.]. Φιλομόναχος και λάτρης του βυζαντινού πνεύματος, ο ηγεμόνας ανταποκρίθηκε με χαρά στο αίτημα του αγίου και έστειλε αμέσως χρήματα και εργάτες για να χτίσουν πύργο, μεγάλο ναό και κελλιά. Επιπλέον, χορήγησε στη μονή ό,τι ήταν αναγκαίο για την επιβίωσή της, δωρίζοντας κτήματα και χωριά, αγέλες και ποίμνια και ιχθυοτροφεία. Ο Θεός αντάμειψε τον τσάρο, περιβάλλοντάς τον με την προστασία Του και τον έσωσε από μια συνωμοσία που εξυφαινόταν εναντίον του. Στο κέντρο της πνευματικής αυτής πολιτείας, ο Γρηγόριος επιδείκνυε ζήλο αποστολικό για να ανάψει σε όλους τη φλόγα εκείνη που μας επιτρέπει να φθάσουμε διά της «πράξεως» και της προσκαρτερίας στη Νοερά Προσευχή, στην κορυφή της Θεωρίας. Δίδασκε αδιάκοπα και κατόρθωσε να φέρει πολλούς ληστές της περιοχής στην Πίστη του Χριστού και να τους μεταβάλει από λύκους σε ήμερα πνευματικά πρόβατα.

     Ο λόγος του αντηχούσε με αλήθεια μέχρι τα πέρατα της οικουμένης και τα Παρόρια κατέστησαν κέντρο μεγάλου πνευματικού κινήματος, το οποίο αργότερα θα μετέδιδε την ησυχαστική πνευματικότητα στις χώρες των Σλάβων. Μεταξύ των μαθητών του, των οποίων ο αριθμός είχε αυξηθεί υπέρμετρα, συγκαταλέγονταν Έλληνες, Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρουμάνοι. Ο άγιος Θεοδόσιος [27 Νοεμ.], ιδιαίτερα, ίδρυσε την ονομαστή Μονή Κελιφάρεβο, κοντά στο Τίρνοβο, η οποία εξελίχθηκε στη σπουδαιότερη μονή των Βαλκανίων, έδρα ονομαστής πνευματικής σχολής, στην οποία διέλαμψαν πολλοί άγιοι, ασκητές και ποιμενάρχες, όπως: ο άγιος Ευθύμιος, πατριάρχης Τιρνόβου [20 Ιαν.], και ο άγιος Κυπριανός, μητροπολίτης Κιέβου [16 Σεπτ.]. Ο όσιος Ρωμύλος [18 Σεπτ.] και ο όσιος Γρηγόριος ο Ησυχαστής [7 Δεκ.] συνέβαλαν στη διάδοση της Νοεράς Προσευχής στη Σερβία, χάρις στη βοήθεια του ηγεμόνος Λαζάρου [6 Μαΐου] [8].

     Σύγχρονοί του ηγεμόνες, όπως ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος (1328-1341), ο κράλης της Σερβίας Στέφανος Δουσάν (1331-1356), ο Ιωάννης Αλέξανδρος της Βουλγαρίας και ο Νικόλαος Αλέξανδρος της Βλαχίας (1352-1363) επιζητούσαν τη φιλία του οσίου Γρηγορίου, διατηρούσαν αλληλογραφία μαζί του και δέχονταν πρόθυμα τις πνευματικές του νουθεσίες. Θα μπορούσε κανείς λοιπόν να πει ότι ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης αποτελεί την πηγή αυτού του μεγάλου ησυχαστικού κινήματος, που σύντομα θα κληροδοτούσε το Βυζάντιο στον σλαβικό κόσμο ως την πλέον πολύτιμη κληρονομιά.

     Παρά τον αποστολικό ζήλο του, ο Γρηγόριος δεν έπαψε να αγαπά την ησυχία και ζούσε σ’ ένα απομακρυσμένο κελλί της μονής. Εκεί, ειδοποιημένος από τον Θεό για την επικείμενη εκδημία του, αποσύρθηκε σε απόλυτη σιωπή, παρά τις επιθέσεις των δαιμόνων, που ορμούσαν κατά πάνω του σαν μανιασμένα θηρία. Επιχείρησαν τα πάντα για να του στερήσουν την τελευταία στιγμή τον ένδοξο στέφανο, αλλά ματαιοπόνησαν. Μετά από τρεις ημέρες, μια θεία δύναμη έδιωξε τους δαίμονες και γέμισε τον όσιο με άφατη γαλήνη. Λίγο αργότερα, ο άγιος εισήλθε νικηφόρος και θριαμβευτής στην πλήρη χαράς και αφθαρσίας ατελεύτητη θεία ζωή [9].


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
  [1] Συνοψίζουμε τον «Βίο» που συνέταξε ο μαθητής του άγιος Κύριλλος Α΄ [20 Ιουν.].
  [2] Ατυχώς στερείται λειτουργικής μνήμης ο όσιος Γεράσιμος, ο οποίος ωστόσο αποτελεί μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της εποχής αυτής. Γεννήθηκε στην Εύβοια από γονείς φραγκικής καταγωγής, εκάρη μοναχός στο Σινά, όπου συνδέθηκε με τον άγιο Γρηγόριο. Συνασκήτευσαν στην Κρήτη και κατόπιν στη Σκήτη Μαγουλά. Όταν κατέφυγαν στη Θεσσαλονίκη, μαζί με άλλους μαθητές, και ο Γρηγόριος έφυγε στη Χίο, ο Γεράσιμος άρχισε να περιοδεύει στα μέρη της Ελλάδος που τελούσαν υπό φραγκικό ζυγό και να κηρύσσει (στα γαλλικά) την αληθινή Πίστη του Χριστού. Έφερε πολλούς στην Ορθοδοξία και ίδρυσε μονύδρια, τα οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, ακολουθούσαν τον ησυχαστικό τρόπο ζωής. Όταν η Αθήνα κατελήφθη από τους Καταλανούς (1311), κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε κοντά σε μια μονή μαζί με τους μαθητές του, εκ των οποίων ο πλέον ονομαστός ήταν ο άγιος Ισίδωρος, αργότερα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1347-1350), ο οποίος ανέλαβε τα ηνία της μονής μετά τον θάνατο του οσίου Γερασίμου (μεταξύ 1326 και 1346).
  [3] Ωστόσο, δεν έλειπαν από τον Άθω ησυχαστές που ασκούσαν διά βίου τη Νοερά Προσευχή, αφού ο ίδιος ο όσιος Γρηγόριος συνάντησε κατόπιν τον όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη [13 Ιαν.], η συνομιλία των οποίων παραμένει θαυμαστή και άκρως μυητική των ιερών κεφαλαίων της μυστικής Θεωρίας.
  [4] «Περί ησυχίας και των δύο τρόπων της προσευχής» 7, «Φιλοκαλία», ΕΠΕ 20, σελ. 486. Τα συγγράμματα του οσίου Γρηγορίου αποτελούν βασικό μέρος της «Φιλοκαλίας».
  [5] «Κεφάλαια πάνυ ωφέλιμα» 113, «Φιλοκαλία», ΕΠΕ 20, σσ. 424-426.
  [6] Σημ. Στράντζα, στην περιοχή της Φιλιππουπόλεως (Πλόβντιβ).
  [7] Η μεγάλη λαύρα, αφιερωμένη στη Θεοτόκο, στο Κεκρυωμένον όρος, προσονομάστηκε αργότερα «Μονή του Σιναΐτου». Οι μικρότερες μονές ήταν στο Μεσομίλιον και στην Παίζουβα, ενώ πολλοί ήσαν οι μοναχοί που ζούσαν ως ερημίτες, διάσπαρτοι στα περίχωρα.
  [8] Πέραν του Καλλίστου, βιογράφου του που έγινε πατριάρχης, οι άλλοι μαθητές του οσίου Γρηγορίου ήσαν οι: Γεράσιμος (βλ. ανωτέρω, σημ. 2)· Ιωσήφ, επίσης Ευβοεύς στην καταγωγή, ο οποίος αγωνίστηκε κατά των λατινοφρόνων· Νικόλαος ο Αθηναίος, ο οποίος υπέστη μαρτύρια κατά τους διωγμούς του Μιχαήλ Η΄ εναντίον των μοναχών που αντιστέκονταν στην Ένωση της Λυών (1272-1274)· Μάρκος, αυστηρός ασκητής, στον οποίον παρουσιάστηκε η Παναγία περιστοιχισμένη από αγγέλους, σκεπάζοντας με τη χάρη Της το Άγιον Όρος· και Ιάκωβος, ο οποίος χειροτονήθηκε επίσκοπος Σερβίων και συμβούλευσε τον άγιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη [20 Απρ.] να εγκατασταθεί στους βράχους των Μετεώρων.
  [9] Ήταν 27 Νοεμβρίου του 1346. Κανονικά, θα έπρεπε ο όσιος Γρηγόριος να μνημονεύεται σε αυτή την ημερομηνία. Κατά την παράδοση, τα λείψανα του οσίου Γρηγορίου μεταφέρθηκαν στη Μονή Γκόρνιακ της Σερβίας, όταν καταστράφηκε ολοσχερώς η μοναστική πολιτεία των Παρορίων από τους Τούρκους περί το 1360.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείας χάριτος, ὤφθης ταμεῖον, διὰ νήψεως, νοὸς παμμάκαρ, καὶ προσευχῆς νοερᾶς λύχνος ἄσβεστος· ὅθεν ἡμᾶς διεγείρεις Γρηγόριε, πρὸς ἐργασίαν αὐτῆς θείοις λόγοις σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν Σιναίῳ πρότερον, ἀγγελικῶς βιοτεύσας, ἐν τῷ Ἄθῳ ὕστερον, περιφανῶς διαλάμπεις· πάντας γὰρ πρὸς προσευχῆς θείας κτῆσιν, λόγῳ σου, σοφῶς καὶ ἔργῳ Πάτερ διδάσκεις· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς θείας δόξης σκεῦος Γρηγόριε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Γρήγορος ἐν πᾶσιν ἀναδειχθείς, προσευχῆς ἁγίας, ὤφθης θεῖος ὑφηγητής, πρὸς ἣν ἡμᾶς πάντας, ὀτρύνεις τῷ σῷ λόγῳ, Γρηγόριε παμμάκαρ, ἀξιοθαύμαστε.



※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος), σελ. 62–71.
Θεώρηση κειμένου
και διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019

ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ


ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ


     «Η Μητέρα του Θεού είναι ένα σώμα, ένα αίμα και ένα πνεύμα με τον Σωτήρα, αφού είναι η Μητέρα Του. Ω, πόσο απερίγραπτη είναι η ανταμοιβή της! Έγινε Μητέρα του Ίδιου του Θεού, δίνοντάς Του την άχραντη σάρκα της, τρέφοντάς Τον με το γάλα της, σηκώνοντάς Τον στα χέρια της, ντύνοντάς Τον και θωπεύοντάς Τον. Ποιος μπορεί να περιγράψει το μεγαλείο της Υπεραγίας Θεοτόκου;

     »Βλέποντας την εικόνα της Θεοτόκου, να θαυμάζεις το πόσο τέλεια ενώθηκε η Θεότητα με την ανθρωπότητα. Έτσι, να αναλογίζεσαι την ανθρώπινή σου αξία και να ζεις ανάλογα με την ιδιότητά σου σαν παιδί του Θεού και σαν κληρονόμος της αιώνιας μακαριότητας.

     »Είναι μεγάλη δυστυχία για σένα που δεν έμαθες, που δεν πίστεψες, που δεν συνήθισες να καταφεύγεις, με ταπείνωση και με αγαθή παρρησία, σε όλες σου τις θλίψεις και τις χαρές στη Μητέρα της Ζωής, στην άβυσσο αυτή του ελέους και των οικτιρμών.

     »Εάν οι άνθρωποι δεν ήταν πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού, τότε ο Θεός δεν θα σαρκωνόταν από την Παναγία Δέσποινα. Ω, πόσο εξύψωσε ο Πλάστης τη φύση μας με τον τρόπο της δημιουργίας και της εξαγοράς μας!

     »Σαν λαμπρό αστέρι η Παναγία Δέσποινα αντιφεγγίζει σ’ εμάς το φως του Θεού. Σαν πυρωμένο κάρβουνο μέσα στη δυνατή φωτιά (του Παναγίου Πνεύματος). Όλη είναι υπέρλαμπρη και φλογισμένη (από τη θεία αγάπη). Όπως ο Θεός είναι αιώνιο φως και μακάρια αγιότητα, έτσι και η Υπεραγία Θεοτόκος είναι παντοτινό φως και άσπιλη αγιότητα.

     »Δόξα σε σένα, Υπερευλογημένη Μαρία, διότι έλαβες από τον Θεό τέτοια καθαρότητα και χάρη, που μπόρεσες σύμφωνα με την ευδοκία του Πατρός και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος να ενσαρκώσεις τον Υιό του Θεού!».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ
(1829–1908)


※
[ Επισκ. Αλεξάνδρου
Σεμενώφ–Τιάν–Σάνσκυ
(1890–1979):
«Ο Πατήρ Ιωάννης
της Κρονστάνδης»·
Κεφ. 11ο, §2–§3,
σελ. 170–172.
Μετάφραση:
Αρχιμ. Τιμοθέου.
Εκδόσεις
Ιεράς Μονής Παρακλήτου·
Ωρωπός Αττικής, 19843.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019

ΤΟΣΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ!


ΤΟΣΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ!


     «Τόση ομορφιά έχει η ζωή μας, που θέλει να ανεβεί κανείς σ’ ένα βουνό και φωνάξει. Η πικρία είναι του διαβόλου και τον σταυρό που μας δίνει ο Θεός, μας τον σηκώνει η Χάρις Του. Πρέπει να βουτήξουμε τον νου μας στο Πνεύμα το Άγιο, στον Νου του Θεού και τότε θα βλέπουμε τα μεγαλεία Του».

[Ιανουάριος 1988.]

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ
(1921–1995)


※
[ «Λόγια Καρδιάς»
Κεφ. 2ο («Λόγοι»), σελ. 397.
Έκδοσις
Ι. Μ. Παναγίας Οδηγητρίας·
Πορταριά Βόλου, 2013.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 28 Μαρτίου 2019

ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


     Στο ταξίδι της ζωής μας, Κύριε, γίνε Εσύ η ασφαλής και αχάλαστη πυξίδα μας· ο πλοίαρχος, ο συμπλωτήρας, ο συνεπιβάτης, η ευεργετική παρουσία που καθηλώνει το αγριοπάφλασμα των φουρτουνών και σβήνει με μιας τον τρόμο των τρικυμιών· η πράα και μειλίχια ελπίδα στα όλο ανήσυχα φρένα μας· η γαλήνια αύρα της σιγουριάς στα απρόβλεπτα κι αδάμαστα ύδατα· η παρήγορη ξαστεριά στον αχανή και απέραντο ορίζοντα· το ζωογόνο θαύμα της προσευχής που ψελλίζουμε με αγωνία ακούραστα· ο ποθεινός λιμένας της αγάπης που προσμένουμε μεσ’ απ’ τα βάθη μας κάποτε να βρούμε…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.