Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ


ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ


     Η πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στην συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δύο νέες εκτενείς ακολουθίες· την Πέμπτη ο Μέγας Κανών και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επομένη, στην έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα μέσα στην λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους Πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα, ακολουθεί η Μεγάλη Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά της θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής ανάπαυσης, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρωπίνως αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η προτελευταία. Θα σταθούμε στη θαυμαστή ακολουθία της πέμπτης εβδομάδος των Νηστειών, τον Μέγα Κανόνα, η οποία εβδομάδα συμπίπτει μάλιστα και προς το Σάββατο του Ακαθίστου.

     Ο Μέγας Κανών ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ εβδομάδος των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδος. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο σαν ένα είδος μικρής αγρυπνίας το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του μικρού αποδείπνου. Κατά τον τρόπο αυτό διευκολύνονται οι περισσότεροι χριστιανοί στην παρακολούθησή του. Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, στο «Τριώδιο», καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση αυτού του κανόνος κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ταχύς ο ρυθμός της ψαλμωδίας του. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαιτέρως απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα αυτόν τον ύμνο.


     Και πρώτα-πρώτα να αναφέρουμε δυο λόγια για τον ποιητή του. Τον Μέγα Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Μοναχός κατ’ αρχάς στην Μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα, ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε και ανέλαβε διάφορα εκκλησιαστικά υπουργήματα και τέλος ανεδείχθη αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Απέθανε γύρω στο 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη κατά ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη είτε και εξόριστος εκεί, μια και ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγος που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της αγίας Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ενταφιαστεί. Η φιλολογική και η υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μέγας Κανών. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του· κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, τότε ο Μέγας Κανών είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.

     Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων που, κατά πολλούς, έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον άγιο Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων που γράφονταν για έναν ορισμένο λειτουργικό σκοπό: Να διακοσμήσουν την ψαλμωδία των εννέα ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Έψαλλαν τις εννέα ωδές και στους τελευταίους στίχους της κάθε μιας παρενέβαλλαν τα τροπάρια, όπως γίνεται μέχρι σήμερα στους ναούς μας κατά την ψαλμωδία του «Κύριε εκέκραξα» στον εσπερινό και των ψαλμών των αίνων στον όρθρο. Εννέα ήταν οι ωδές του Ψαλτηρίου, εννέα και οι ομάδες των τροπαρίων που αποτελούσαν τον κανόνα. Όλος ο κανών ψάλλεται σε έναν ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στην ψαλμωδία, κατά τρόπο που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να θραύεται η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει η κάθε μια ωδή. Αυτόν τον κανόνα σύνθεσης αυτού του εκκλησιαστικού ποιητικού είδους ακολουθεί και ο Μέγας Κανών. Έχει εννέα ωδές· όλες ψάλλονται σε ήχο πλ. β΄· κάθε όμως ωδή έχει τον δικό της «ειρμό», βάσει του οποίου έχουν συνταχθεί και ψάλλονται τα επόμενα τροπάριά της.

     Ο Μέγας όμως Κανών στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι, συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας με την απόλυτη έννοια. Μεγαλύτερος δεν θα μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: Τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, ούτως ώστε στον κάθε στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος· ενώ οι συνήθεις κανόνες έχουν γύρω στα 30 τροπάρια. Σήμερα πάντως τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνος είναι κατά τριάντα περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια με θέμα την οσία Μαρία την Αιγυπτία αλλά και για τον ίδιο τον άγιο Ανδρέα Κρήτης.


     Και ερχόμαστε στο περιεχόμενο του Μεγάλου Κανόνος. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρός θρηνητικός μονόλογος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι μέρες του είναι πια ολίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του Δικαίου Κριτού που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με την ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο «βαρύς κλοιός» της αμαρτίας τον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών του πράξεων. Στον θρήνο αυτόν συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Κυρίως αυτό είναι που δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Το αποτέλεσμα της σύγκρισης είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Στην ζωή του έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων και πρωταγωνιστών της ιεράς Ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των δικαίων και των αγίων. Δεν του μένει τώρα παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την θύρα του Παραδείσου· την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό την συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του πτωχεία. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαβίδ, του τελώνου, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Ο Κριτής θα ευσπλαχνιστεί και αυτόν που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους.

     Τελειώνοντας, νομίζουμε πως επιβάλλεται να κάνουμε και την ακόλουθη διευκρίνιση, έτσι όπως πολύ εύστοχα την διατυπώνει ο σχολιαστής του Μεγάλου Κανόνος, ο Αρχιμ. Συμεών Κούτσας (τώρα Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης), στο γνωστό πόνημά του με τίτλο «Αδαμιαίος θρήνος»: Ο Μέγας Κανών είναι δημιούργημα ενός ποιητή με πλούσιο λυρισμό και άφθονα ποιητικά στοιχεία. Οι ζωηρές περιγραφές, οι χτυπητές εικόνες, το πλήθος των παραδειγμάτων, οι πετυχημένοι συμβολισμοί, η ζωντανή και συνάμα απλή γλώσσα σε συνδυασμό με την κατανυκτική ψαλμωδία προσδίδουν μια ξεχωριστή ομορφιά και, χάρη στο εκτενές πλην όμως πνευματικότατο περιεχόμενο του ποιήματος, αιχμαλωτίζεται το ενδιαφέρον του ακροατή, του αναγνώστη και του ψάλτη. Θέμα και σκοπός του Μεγάλου Κανόνα είναι η παρουσίαση της τραγικής καταστάσεως του ανθρώπου της πτώσεως και της αμαρτίας και η θερμή παρακίνησή του να μετανοήσει και να επιστρέψει κοντά στον ζώντα και αληθινό Θεό. Βλέπουμε, όμως, ότι ο άγιος Ανδρέας ομιλεί σε πρώτο πρόσωπο. Περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα την ψυχική του κατάσταση. Αποδίδει στον εαυτό του ειδεχθή εγκλήματα και βαρύτατα αμαρτήματα. Διερμηνεύει, άραγε, την προσωπική του κατάσταση και τον τρόπο που έζησε ο ίδιος ή για λόγους διδακτικούς περιγράφει την κατάσταση γενικά του ανθρώπου της αμαρτίας; Ασφαλώς θα πρέπει να δεχτούμε το δεύτερο. Ο άγιος Ανδρέας αφιερώθηκε στον Θεό από τα νεανικά του χρόνια. Ολόκληρη η ζωή του αναλώθηκε στην διακονία της Εκκλησίας. Επομένως, αποκλείεται να έζησε μια κάποια περίοδο της ζωής του σε συνειδητή αποστασία από το θέλημα του Θεού, εκούσια υποταγμένος στην αμαρτία και την πονηρία του κόσμου. Απλώς, με την ελευθερία που έχει ως ποιητής και με την ταπείνωση που τον διακρίνει, μας παρουσιάζει τον άνθρωπο, τον υποδουλωμένο πλήρως στην αμαρτία, σε όλο το τραγικό βάθος και την δραματική έκταση της διαφθοράς του και ακόμη την εναγώνια προσπάθειά του να επιστρέψει μέσα από το επίπονο μονοπάτι της μετανοίας κοντά στον Θεό. Και το κάνει αυτό, χρησιμοποιώντας στον λόγο του πρώτο πρόσωπο και μιλώντας σαν να πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό του και για κανέναν άλλον εκτός από αυτόν. Ο άγιος Ανδρέας εκφράζοντας τον πλούτο των αισθημάτων του, την ιερή ανησυχία της όλης υπάρξεως να πετύχει την εν Χριστώ απολύτρωσή της, καθώς και την βαθιά του γνώση γύρω από τα διάφορα θέματα της εν Χριστώ ζωής, γίνεται ο πλέον κατάλληλος, χαρισματικός, πράος, γλυκύς, πειστικός και κατανυκτικός χειραγωγός του κάθε πιστού που ψάλλει ή ακούει του ύμνους του, για την απόκτηση της μετανοίας, της συντριβής και σίγουρα μιας βαθύτερης βιώσεως του μυστηρίου της Σωτηρίας.

     Ακολουθεί μια σειρά δώδεκα τροπαρίων. Από κάθε ωδή πήραμε το πρώτο τροπάριο. Η β΄ και η γ΄ ωδή έχουν από δύο ειρμούς και έτσι παίρνουμε ένα τροπάριο από τον καθένα. Στο τέλος ακολουθεί ο ειρμός της θ΄ ωδής «Ασπόρου συλλήψεως». Είναι ένα μικρό δείγμα από τον Μέγα Κανόνα. Από όλα τα τροπάρια διαφαίνεται αφενός η σχετική μονοτονία αλλά και η μουσική ενότητα του κανόνα, συγχρόνως όμως και η σχετική ποικιλία που δημιουργούν θεματικά οι παραλλαγές των ειρμών της κάθε ωδής.


—ῼΔΗ Α΄.—
«Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν
τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;
ποιάν ἀπαρχὴν ἐπιθήσω, Χριστέ,
τῇ νῦν θρηνῳδία;
ἀλλ’ εὔσπλαγχνός μοι δὸς
παραπτωμάτων ἄφεσιν».

[Πούθε ν’ αρχίσω να θρηνώ
τις πράξεις τις άθλιας ζωής μου;
Ποια να βάλω, Χριστέ μου, πρώτη
σ’ αυτό του τον θρήνο;
Σπλαχνικός όμως καθώς είσαι,
δώσ’ μου την άφεση
των αμαρτημάτων μου.]

—ῼΔΗ Β΄.—
«Πρόσεχε, οὐρανέ, καὶ λαλήσω·
γῆ ἐνωτίζου φωνῆς
μετανοούσης Θεῷ
καὶ ἀνυμνούσης αὐτόν».

[Ουρανέ, δώσε προσοχή
τώρα που θα λαλήσω·
Γη, άκουσε φωνή ανθρώπου
που στο Θεό μετανοεί
και ανυμνεί τη δόξα Του.]

«Ἴδετε, ἴδετε,
ὅτι ἐγώ εἰμι Θεός·
ἐνωτίζου, ψυχή μου,
τοῦ Κυρίου βοῶντος
καὶ ἀποσπάσθητι
τῆς πρώτης ἁμαρτίας,
καὶ φοβοῦ ὡς δικαστὴν
καὶ ὡς κριτὴν καὶ Θεόν».

[Κοιτάξτε! Κοιτάξτε,
για να βεβαιωθείτε
ότι Εγώ είμαι ο Θεός!
Άκουσε με προσοχή, ψυχή μου,
τον Κύριο που φωνάζει δυνατά!
Ξεκόλλησε απ’ τη ζωή της αμαρτίας
που ζεις ως τώρα.
Φοβήσου Τον ως δικαστή
και ως κριτή και Θεό!]

—ῼΔΗ Γ΄.—
«Πῦρ παρὰ Κυρίου, ψυχή,
Κύριος ἐπιβρέξας,
τὴν γῆν Σοδόμων
πρὶν κατέφλεξεν».

[Φωτιά, ψυχή μου, παλαιότερα
έβρεξε ο Κύριος
και κατέκαψε την χώρα των Σοδόμων.]

«Πηγὴν ζωῆς κέκτημαι
σὲ τοῦ θανάτου τὸν καθαιρέτην
καὶ βοῶ σοι ἐκ καρδίας μου
πρὸ τοῦ τέλους· Ἥμαρτον,
ἱλάσθητι, σῶσόν με».

[Πηγή ζωής έχω
Εσένα, το νικητή του θανάτου,
και Σου φωνάζω δυνατά
μέσ’ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου
πριν απ’ την ύστατη στιγμή·
Αμάρτησα!
Συγχώρεσέ με! Σώσε με!]


—ῼΔΗ Δ΄.—
«Τὰ ἔργα σου μὴ παρίδῃς,
τὸ πλάσμα σου μὴ παρόψῃ,
δικαιοκρίτα,
εἰ καὶ μόνος ἥμαρτον
ὡς ἄνθρωπος
ὑπὲρ πάντα ἄνθρωπον,
φιλάνθρωπε,
ἀλλ’ ἔχεις ὡς Κύριος
πάντων τὴν ἐξουσίαν
ἀφιέναι ἁμαρτήματα».

[Μην παραβλέψεις τα έργα Σου!
Το πλάσμα Σου, Κριτή δίκαιε,
μην παραθεωρήσεις!
Τ’ ομολογώ·
Αμάρτησα μόνος εγώ ως άνθρωπος,
Φιλάνθρωπε,
πιότερο από κάθε άλλον άνθρωπο!
Όμως Συ, ως Κύριος των όλων,
έχεις την εξουσία
να συγχωρείς αμαρτήματα.]

—ῼΔΗ Ε΄.—
«Ἐν νυκτὶ τὸν βίον μου
διῆλθον ἀεί,
σκότος γὰρ γέγονε
καὶ βαθεῖά μοι ἀχλὺς
ἡ νῦξ τῆς ἁμαρτίας,
ἀλλ’ ὡς ἡμέρας υἱόν,
Σωτήρ, ἀνάδειξόν με».

[Στη νύχτα μέσα πάντοτε
πέρασα τη ζωή μου.
Σκοτάδι μού ’φερε
και βαθιά θολούρα
η αμαρτία, που μοιάζει με τη νύχτα.
Αλλά γιο της ημέρας
Συ, Σωτήρα, ανέδειξέ με!]

—ῼΔΗ ΣΤ΄.—
«Τὰ δάκρυα, Σωτήρ,
τῶν ὀμμάτων μου
καὶ τοὺς ἐκ βάθους στεναγμοὺς
καθαρῶς προσφέρω
βοώσης τῆς καρδίας·
Ὁ Θεός, ἡμάρτηκά σοι,
ἱλάσθητί μοι».

[Σωτήρα μου,
Σου προσφέρω με ειλικρίνεια
τα δάκρυα των ματιών μου
και τους στεναγμούς
απ’ τα βάθη της ψυχής,
φωνάζοντας δυνατά
μέσ’ απ’ την καρδιά μου·
Αμάρτησα σε Σένα!
Συγχώρεσέ με!]


—ῼΔΗ Ζ΄.—
«Ἡμάρτηκα, ἐπλημμέλησα
καὶ ἠθέτησα τὴν ἐντολήν σου,
ὅτι ἐν ἁμαρτίαις προήχθην
καὶ προσέθηκα
τοῖς μώλωψι τραύμα ἐμοί.
Ἀλλ’ αὐτός με ἐλέησον
ὡς εὔσπλαγχνος,
ὁ τῶν πατέρων Θεός».

[Αμάρτησα! Έσφαλα
και αθέτησα την εντολή Σου!
Στη ζωή πορεύθηκα
από τη μια στην άλλη αμαρτία
και στις πληγές μου πρόσθεσα
κι άλλα τραύματα.
Αλλά Συ,
ο Θεός των Πατέρων μου,
σαν Σπλαχνικός ελέησέ με!]

—ῼΔΗ Η΄.—
«Ἡμάρτηκα, Σωτήρ, ἐλέησον,
διέγειρόν μου τὸν νοῦν
πρὸς ἐπιστροφήν,
δέξαι μετανοούντα,
οἰκτείρησον βοῶντα·
Ἥμαρτόν σοι μόνῳ,
ἠνόμησα, ἐλέησόν με».

[Εμένα που αμάρτησα,
Σωτήρα μου, ελέησε!
Το νου μου παρακίνησε
να θελήσει
να επιστρέψω κοντά Σου.
Δέξε με τώρα που μετανοώ.
Δείξε ευσπλαχνία σε μένα
που Σου φωνάζω δυνατά·
Αμάρτησα σε Σένα μόνο!
Παρέβηκα το Νόμο!
Ελέησέ με!]

—ῼΔΗ Θ΄.—
«Ὁ νοῦς τετραυμάτισται,
τὸ σῶμα μεμαλάκισται,
νοσεῖ τὸ πνεῦμα,
ὁ λόγος ἠσθένησεν,
ὁ βίος νενέκρωται,
τὸ τέλος ἐπὶ θύραις·
διό μοι, τάλαινα ψυχή,
τί ποιήσεις, ὅταν ἔλθῃ
ὁ Κριτὴς ἀνερευνῆσαι τὰ σά;».

[Ο νους μου τραυματισμένος,
το σώμα εξασθενημένο,
το πνεύμα μου νοσεί.
Η φωνή μου ατόνησε,
η ζωή μου νεκρώθηκε,
έρχετ’ ο θάνατος.
Γι’ αυτό, ταλαίπωρη ψυχή,
τι θα κάνεις, όταν θα έρθει
ο Κριτής να εξετάσει τα έργα σου;]

«Ἀσπόρου συλλήψεως
ὁ τόκος ἀνερμήνευτος,
μητρὸς ἀνάνδρου
ἄφθορος ἡ κύησις,
Θεοῦ γὰρ ἡ γέννησις
καινοποιεῖ τὰς φύσεις·
διό σε πᾶσαι αἱ γενεαί,
ὡς θεόνυμφον μητέρα,
ὀρθοδόξως μεγαλύνωμεν».

[Της χωρίς σπέρμα σύλληψης
είναι και η γέννα ανερμήνευτη.
Της Μητέρας που δε γνώρισε άνδρα
είναι και η κυοφορία άφθορη.
Ο Θεός που γεννήθηκε
δημιουργεί
νέους όρους στις φύσεις.
Γι’ αυτό,
όλες οι γενεές των ανθρώπων
σε δοξάζουν ορθόδοξα
ως θεόνυμφη Μητέρα.]


     Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μεγάλης Τεσσαρακοστής ο «κατανύξεως μεστός» Μέγας Κανών προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα: Μπαίνει στο στόμα του κάθε πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακεφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του κοντακίου του Ρωμανού του Μελωδού [1 Οκτ.] (490-556) που συμψάλλεται εμφαντικά με τον Μέγα Κανόνα, είτε σήμερα στις περισσότερες ενορίες ως είθισται ενταγμένος στο μικρό απόδειπνο της Τετάρτης είτε αύριο στον κατανυκτικό όρθρο της Πέμπτης ακολουθούμενος με Προηγιασμένη θεία Λειτουργία, ως δείγμα αυτής της ακολουθίας του ακλόνητου σεβασμού της λειτουργικής συνείδησης της Εκκλησίας προς την ημέρα που ψάλλουμε τον τόσο κατανυκτικό Μεγάλο Κανόνα του αγίου Ανδρέου Κρήτης:

«Ψυχή μου, ψυχή μου,
ἀνάστα, τί καθεύδεις;
τὸ τέλος ἐγγίζει
καὶ μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνάνηψον οὖν,
ἵνα φείσηταί σου
Χριστὸς ὁ Θεός,
ὁ πανταχοῦ παρὼν
καὶ τὰ πάντα πληρῶν».

[Ψυχή μου! Ψυχή μου!
Σήκω επάνω! Γιατί κοιμάσαι;
Το τέλος της ζωής σου φτάνει
και σ’ αναμένει ταραχή!
Ξύπνα, λοιπόν!
Για να σε λυπηθεί
ο Χριστός και Θεός.
Εκείνος που βρίσκεται παντού
και τα πάντα γεμίζει
με την παρουσία Του.]

(7 Απριλίου 1970)

ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ
(1927–2007)


— Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο —

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΗΤΗΣ


     Ο άγιος πατήρ ημών Ανδρέας γεννήθηκε στην Δαμασκό περί το 660. Αυτός που επρόκειτο να λάβει την επωνυμία του «αρμονικότερου των μελωδών», στερήθηκε την ομιλία κατά τα πρώτα επτά χρόνια της ζωής του. Απαλλάχθηκε όμως από την αναπηρία αυτή χάρις στην θεία Κοινωνία και φανέρωσε έκτοτε εξαιρετικά χαρίσματα, ιδιαίτερα στην ρητορική τέχνη και την μελέτη της Αγίας Γραφής. Οι γονείς του τον αφιέρωσαν στην υπηρεσία της βασιλικής της Αναστάσεως στην Ιερουσαλήμ. Αν και σύμφωνα με ορισμένους φέρεται να έγινε μοναχός στον Άγιο Σάββα απ’ όπου και έλαβε την μόρφωσή του, ωστόσο ο τοποτηρητής του πατριαρχικού θρόνου Θεόδωρος (674-686) τον έκανε πνευματικό τέκνο του. Είχε διαβλέψει σ’ αυτόν τέτοιες ικανότητες, ώστε θέλησε να τον προπαρασκευάσει για να τον διαδεχθεί και, παρά το νεαρόν της ηλικίας του, του ανέθετε καθήκοντα πατριαρχικού νοταρίου (γραμματέα), με ευθύνη για όλες τις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Με την ιδιότητά του αυτή ο Ανδρέας στάλθηκε λίγο μετά την Αγία Έκτη Οικουμενική Σύνοδο (περί το 685) στην Κωνσταντινούπολη μαζί με δύο άγιους γέροντες, για να παρουσιάσει στον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη την Ομολογία Πίστεως της Εκκλησίας του, που εξέφραζε την συμφωνία της για την καταδίκη της μονοθελητικής αιρέσεως. Η Εκκλησία των Ιεροσολύμων, υπό αραβική κατοχή τότε, δεν είχε μπορέσει να στείλει παρά έναν μόνο αντιπρόσωπο στην Σύνοδο.

     Ενώ οι δύο άλλοι αντιπρόσωποι επέστρεψαν στην Παλαιστίνη, ο άγιος Ανδρέας παρέμεινε στην Βασιλεύουσα, καθώς είχε βρει εκεί συνθήκες που ευνοούσαν περισσότερο την προσευχή, την μελέτη, όπως και τις αποστολικές δραστηριότητες για τις οποίες τον είχε προετοιμάσει ο Θεός. Για κάποιο διάστημα έζησε αποτραβηγμένος, αλλά καθώς ο λύχνος δεν θα μπορούσε να παραμείνει κρυμμένος υπό το μόδιον (Ματθ. 5, 15), η ουράνια πολιτεία του και η δύναμη που ασκούσαν τα λόγια του υπέρ της σωτηρίας των ψυχών περιήλθε γρήγορα εις γνώσιν του αυτοκράτορα και του πατριάρχη, οπότε χειροτονήθηκε διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας. Του εμπιστεύθηκαν την φροντίδα του ορφανοτροφείου του Αγίου Παύλου και του πτωχοκομείου που βρισκόταν στην συνοικία του Ευγενίου. Επί είκοσι σχεδόν χρόνια επέδειξε ακαταπόνητο ζήλο στην διοίκηση των ευαγών αυτών ιδρυμάτων, τα οποία διεύρυνε και μεταμόρφωσε σε καταφύγια σωτηρίας χάρις στις παραινέσεις του για την μετάνοια και την άσκηση της αρετής. Είχε τόση επιτυχία στο έργο αυτό, ώστε χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κρήτης (μεταξύ 692 και 713). Πριν όμως καταλάβει την έδρα του, ευρισκόμενος ακόμη στην Βασιλεύουσα, ο Φιλιππικός, σφετεριζόμενος τον θρόνο, εκθρόνισε τον πατριάρχη Κύρο και έβαλε στην θέση του τον Ιωάννη ΣΤ΄ με αποστολή να ακυρώσει τις αποφάσεις της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου και να αναζωογονήσει την μονοθελητική αίρεση. Υπό την πίεση των αρχών ο άγιος Ανδρέας αναγκάστηκε να συγκατατεθεί στην υπόθεση αυτή· μόλις όμως ο Φιλιππικός απομακρύνθηκε από τον θρόνο (713), ο άγιος Ανδρέας μετανόησε δίχως περιστροφές και ομολόγησε την αληθινή Πίστη για τις δύο θελήσεις του Χριστού.


     Από την ημέρα της ενθρονίσεώς του στον καθεδρικό ναό της Γορτύνης, ο άγιος ποιμένας παρότρυνε τους πρεσβυτέρους του να πλησιάζουν το άγιο Θυσιαστήριο επαξίως με τον Θεό και να γίνουν σκεύη της Χάριτος του Θεού για να είναι ικανοί να μεταλαμπαδεύουν το φως της αληθινής εν Χριστώ ζωής στο πλήρωμα των εκκλησιαζομένων. Εκφώνησε πλήθος ομιλιών επ’ ευκαιρία Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών και εορτών αγίων, οι οποίες αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά της πατερικής γραμματείας. Για να τιμήσει επάξια τις εορτές της Εκκλησίας συνέθεσε με απαράμιλλη τέχνη πολλούς κανόνες που σώζονται στα λειτουργικά βιβλία μας.

     Ήταν συγκεκριμένα ο εμπνευστής του Μεγάλου Κανόνος, ο οποίος ψάλλεται κάθε χρόνο την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, και δεν παύει εδώ και αιώνες να γεννά στους πιστούς σωτήρια δάκρυα μετανοίας. Σύμφωνα με ορισμένους, ο άγιος Ανδρέας φέρεται να συνέθεσε τον Μεγάλο Κανόνα με την επιστροφή του στην Ορθοδοξία ως ένδειξη μετανοίας για την παροδική υποχωρητικότητα και την προσωρινή εκτροπή του. Στον μεγαλειώδη αυτόν «αδαμιαίο θρήνο», για τον οποίο δικαίως έλαβε τον τίτλο «Μυσταγωγός Μετανοίας», ο άγιος Ανδρέας ανακαλεί όλες τις μορφές της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως πρότυπα στην οδό της μεταστροφής και της μετανοίας. Για τον μετανοούντα πιστό, ο οποίος στην αρχή της Τεσσαρακοστής έχει αναγνωρίσει τον εαυτό του στο πρόσωπο του Αδάμ καθισμένου στις πύλες του Παραδείσου, τα παραδείγματα αυτά που αντλούνται από την Αγία Γραφή, τον οδηγούν να συνειδητοποιήσει ότι, έχοντας ανακεφαλαιώσει με τον βίο του τις αμαρτίες όλου του κόσμου, μόνο με δάκρυα, άσκηση και προσευχή πρέπει να περιμένει την λύτρωση από τον Χριστό, τον Σωτήρα όλου του κόσμου.

     Εκτός από τις δραστηριότητες αυτές του ιεροκήρυκα και μελωδού, ο άγιος Ανδρέας επισκεύασε εκκλησίες και μοναστήρια και ίδρυσε ναό αφιερωμένο στην Παναγία των Βλαχερνών, σε ανάμνηση του λαμπρού ναού της Κωνσταντινούπολης. Οργάνωσε επίσης ξενώνα για τους αρρώστους, τους γέρους και τους φτωχούς, στον οποίο δεν χορηγούσε μόνο τα προς χρείαν και διατροφήν, αλλά και τον επισκεπτόταν συχνά, διακονώντας τους αρρώστους με τα ίδια του τα χέρια και προσφέροντας σε όλους ουράνια παραμυθία με τους λόγους του.

     Σε μία από τις συχνές επιθέσεις των Αράβων στην Κρήτη, ο άγιος ιεράρχης έχοντας καταφύγει μαζί με τον λαό του στο κάστρο, κατάφερε να απωθήσει τους επιτιθέμενους μόνο με την θεοπειθή προσευχή του, ενώ πολλοί ανάμεσά τους χάθηκαν κατά την άτακτη φυγή που ακολούθησε τότε. Σε άλλες περιστάσεις έσωσε το νησί από την ξηρασία με τους ποταμούς των δακρύων του και αντιμετώπισε μια επιδημία καθιστώντας τον εαυτό του ιατρό όλων με τις προσευχές και τις αγρυπνίες του.


     Κατέστη τα πάντα για τους πάντες (Α΄ Κορ. 9, 22) μιμούμενος τον Χριστό, μα υποχρεώθηκε ωστόσο να αφήσει την επισκοπή του για να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί οικοδόμησε πνευματικά τον φιλόχριστο λαό με την ορθόδοξη διδασκαλία του για την τιμή των ιερών εικόνων που απειλούνταν τότε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄. Ειδοποιημένος από τον Θεό για την επικείμενη τελευτή του, συγκέντρωσε τους κοντινούς του ανθρώπους και τους ανήγγειλε ότι η επισκοπή του δεν θα τον ξανάβλεπε ζωντανό. Λίγο αργότερα απέπλευσε για την Κρήτη και αναπαύθηκε καθώς το πλοίο έπιανε σκάλα στην Μυτιλήνη, στις 4 Ιουλίου του 740, ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά την ιερή του μνήμη. Κατ’ άλλους φέρεται να εξορίστηκε στην Μυτιλήνη από τον Λέοντα Γ΄, ως υπέρμαχος της τιμής των ιερών εικόνων. Η καθιέρωσή του ως Αγίου έγινε αρκετά νωρίς, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι τον κανόνα της ακολουθίας του συνέταξε ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός [11 Οκτ.] (778–845).


※
[ (1) Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
«Λογική Λατρεία»,
κεφ. 7ο, σελ. 55–62.
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αθήνα, 19973.
(2) Αρχιμ. Συμεών Π. Κούτσα:
«Αδαμιαίος θρήνος»
(Ο Μέγας Κανών Ανδρέου Κρήτης),
Σειρά: «Λογική Λατρεία –3»,
σελ.: 15–32 
(ο βίος του αγίου Ανδρέα), 
σελ.: 37, 59, 77, 89, 95, 111, 
137, 161, 179, 201, 225, 247.
Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας
της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Αθήνα, 19882.
(3) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 11ος (Ιούλιος),
σελ. 40–44.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20082.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
Ο Συγγραφέας της «Κλίμακας»


     Ο θεοφόρος αυτός άνδρας γεννήθηκε πιθανόν κατά το δεύτερο ήμισυ του 6ου αιώνα, αγνοούμε όμως την γενέτειρά του και την καταγωγή του, επειδή από την πρώτη στιγμή που εγκατέλειψε τα εγκόσμια μερίμνησε ιδιαίτερα να ζήσει ως ξένος. «Ξενιτεία είναι ο χωρισμός από όλα για να μείνει ο νους αχώριστος από τον Θεό» (Γ΄ 3). Γνωρίζουμε μόνον ότι, από ηλικίας δεκαπέντε ετών, αφού απέκτησε στέρεα διανοητική κατάρτιση, απέταξε όλα τα θέλγητρα του μάταιου αυτού βίου από αγάπη για τον Θεό και μετέβη στο Σινά, στους πρόποδες του θεοβαδίστου εκείνου όρους, όπου ο Θεός είχε άλλοτε αποκαλύψει την δόξα Του στον Μωυσή, και προσφέρθηκε με φλεγόμενη καρδία στον Κύριο ως ευωδιάζουσα θυσία.

     Διώχνοντας με την είσοδό του στο στάδιο της αθλήσεως κάθε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και κάθε αυταρέσκεια διαμέσου μιας απροσποίητης ταπείνωσης, υπετάγη ψυχή τε και σώματι σε έναν γέροντα ονόματι Μαρτύριο και αφοσιώθηκε, ελεύθερος από κάθε μέριμνα, στην ανάβαση της πνευματικής κλίμακος, στην κορυφή της οποίας βρισκόταν ο Θεός, ο Οποίος τον καλούσε να εντείνει τους αγώνες του προσθέτοντας «κάθε μέρα φωτιά στην φωτιά, θέρμη στην θέρμη, πόθο στον πόθο, προθυμία στην προθυμία» (Α΄ 48). Βλέποντας τον Γέροντά του ως ζώσα εικόνα Χριστού (Δ΄ 23), και πεπεισμένος ότι εκείνος θα δώσει λόγο υπέρ του μαθητή του ενώπιον του Θεού (Δ΄ 43), δεν είχε άλλη μέριμνα παρά να απορρίπτει το ίδιον θέλημα και να εξασκεί «την απόθεση της δικής του κρίσεως μέσα στον πλούτο της πνευματικής διακρίσεως» (Δ΄ 4), κατά τέτοιο τρόπο ώστε δεν υπήρχε κανένα χρονικό διάστημα ανάμεσα στις εντολές που του έδινε ο Μαρτύριος, ακόμη και τις φαινομενικά άνευ λόγου, και στην υπακοή του μαθητή. Παρ’ όλη την τέλεια υποταγή, ο Μαρτύριος τον κράτησε τέσσερα χρόνια ως δόκιμο και δεν τον έκειρε μοναχό παρά σε ηλικία είκοσι ετών, αφού είχε δοκιμάσει τον βαθμό της ταπείνωσής του. Ένας από τους παριστάμενους μοναχούς την ημέρα εκείνη, ονόματι Στρατήγιος, προέβλεψε ότι ο νέος αυτός μοναχός είχε κληθεί να γίνει μία ημέρα φωστήρ της οικουμένης. Όταν έπειτα ο Μαρτύριος με τον μαθητή του επισκέφθηκαν τον Ιωάννη τον Σαββαΐτη, έναν από τους πιο φημισμένους της εποχής, εκείνος, παραμελώντας τον Γέροντα, έσπευσε να νίψει τους πόδας του Ιωάννη. Μετά την αναχώρησή τους, δήλωσε ότι δεν γνώριζε τον νεαρό μοναχό αλλά εμπνεόμενος από το Άγιο Πνεύμα είχε σπεύσει να νίψει τους πόδας του ηγουμένου του Σινά. Η ίδια προφητεία επικυρώθηκε και από τον μεγάλο Αναστάσιο τον Σιναΐτη [21 Απρ.], τον οποίον επίσης επισκέφθηκαν.


     Παρά το νεαρόν της ηλικίας του, ο Ιωάννης επιδείκνυε ωριμότητα και διάκριση γέροντα. Μία ημέρα, ενώ είχε σταλεί στον κόσμο με αποστολή και βρισκόταν στο τραπέζι με λαϊκούς, προτίμησε να υποκύψει λίγο στην κενοδοξία, τρώγοντας ελάχιστα παρά στην γαστριμαργία· καθώς από τα δύο πάθη προτιμητέο είναι το λιγότερο επικίνδυνο για τους νεοφερμένους στον μοναχικό βίο (ΚΣΤ΄ 43). Πέρασε έτσι δεκαεννέα χρόνια στην μακάρια αμεριμνησία που παρέχει η υπακοή, απαλλαγμένος από κάθε αγώνα χάρις στην προσευχή του πνευματικού του πατρός, πλέοντας ακίνδυνα ωσάν σε ενύπνιο προς τον λιμένα της απαθείας (Δ΄ 3). Μετά την κοίμηση του Γέροντος Μαρτυρίου, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακολουθήσει την ανάβαση της κλίμακος της αρετής, ζώντας ως ερημίτης, είδος βιοτής που αρμόζει στον μικρό αριθμό εκείνων που, στερεωμένοι στην πέτρα της ταπείνωσης, απομακρύνονται από τους ανθρώπους για να μην στερηθούν ούτε στιγμή την θεία ηδύτητα (ΚΖ΄ 25). Αφοσιώθηκε σε αυτή την οδό, την πλήρη εμποδίων, όχι εμπιστευόμενος την κρίση του, αλλά με τις συστάσεις ενός αγίου Γέροντα, του Γεωργίου Αρσιλαΐτη, ο οποίος τον δίδαξε τον τρόπο της ζωής των ησυχαστών. Επέλεξε ως στίβο των ασκητικών παλαισμάτων έναν τόπο απόμερο, ονομαζόμενο Θολάς, πέντε μίλια απόσταση από την μεγάλη μονή, όπου ζούσαν και άλλοι ερημίτες σε κοντινή απόσταση ο ένας από τον άλλο. Έζησε εκεί επί σαράντα χρόνια, φλεγόμενος από το ολοένα αυξανόμενο πυρ του θείου έρωτος, χωρίς μέριμνα για το σαρκίο, απαλλαγμένος από κάθε επαφή με ανθρώπους, μη έχοντας άλλη ασχολία παρά την αδιάλειπτη προσευχή και την φυλακή της καρδίας του, με σκοπό «να περιορίσει το ασώματο του θείου μέσα στο σωματικό οίκο» του (ΚΖ΄ 5), ως άγγελος με σώμα.


     Τρεφόταν με ό,τι επέτρεπε η μοναχική κλήση, αλλά σε πολύ μικρή ποσότητα, δαμάζοντας έτσι την τυραννία της σαρκός χωρίς να παρέχει αφορμή στην κενοδοξία. Με την αποταγή και την ησυχία, είχε επιτύχει να νεκρώσει την κάμινο της απληστίας, η οποία, με το πρόσχημα της φιλανθρωπίας και της φιλοξενίας, παρασύρει τους αμελείς μοναχούς στην γαστριμαργία, την θύρα των παθών (ΙΔ΄ 38), και την φιλαργυρία, που αποτελεί θυγατέρα απιστίας και προσκύνηση των ειδώλων (ΙΣΤ΄ 2). Την ακηδία, αυτή την ψυχική νέκρωση, η οποία επισκέπτεται κυρίως τους ησυχαστές (ΙΓ΄ 3), καθώς και την αμέλεια, τις καταπολεμούσε νικηφόρα με την μνήμη θανάτου (ΙΖ΄ 6) και, μελετώντας τα μέλλοντα αγαθά, έκοβε τα δεσμά της λύπης. Η μόνη λύπη που γνώριζε, ήταν το «Χαροποιόν Πένθος», που είναι «διάθεση της πονεμένης καρδίας, η οποία δεν παύει να ζητεί με πάθος εκείνο το οποίο ποθεί» (ΙΖ΄ 1) και είναι αυτό που μας κάνει να πορευόμαστε στην οδό της μετανοίας καθαίροντας την ψυχή από τους μολυσμούς της.

     Τι άλλο έμεινε για να φθάσει στην απάθεια; Τον θυμό, τον είχε νικήσει από καιρό με το ξίφος της υπακοής. Την κενοδοξία, αυτό το τριβόλι που στέκεται με όρθιο το αγκάθι μπροστά στους αγωνιστές της ευσέβειας και που προσκολλάται σε κάθε αρετή σαν βδέλλα (ΚΑ΄ 5), την είχε καταπνίξει με τον εγκλεισμό και ακόμη περισσότερο με την σιωπή. Και ως επιβράβευση των κόπων του, τους οποίους διάνθιζε πάντα με την αυτομεμψία, ο Κύριος τού έδωσε την βασίλισσα των αρετών, την αγία και πολύτιμη ταπείνωση, που είναι «η ανώνυμη χάρη της ψυχής, η οποία μπορεί να ονομασθεί μόνον από όσους την δοκίμασαν εκ πείρας. Είναι, επίσης, ανέκφραστος πλούτος, ονομασία (Ματθ. 11, 29) και δωρεά του Θεού» (ΚΕ΄ 3).


     Επειδή το κελί του ήταν πολύ κοντά στα κελιά άλλων ησυχαστών, αποσυρόταν συχνά στους πρόποδες του όρους σε απομακρυσμένο σπήλαιο, το οποίο μετέτρεπε σε προθάλαμο του ουρανού με τους στεναγμούς και τα δάκρυα που ακόπως ανάβλυζαν από τους οφθαλμούς του ωσάν από αστείρευτη πηγή, μεταμορφώνοντας το σώμα του σε γαμήλιο χιτώνα (Ζ΄ 8, 41). Επακόλουθο του χαροποιού αυτού πένθους του και της συνεχούς ροής δακρύων ήταν το γεγονός ότι εόρταζε καθημερινά της ψυχής τον πνευματικό γέλωτα (Ζ΄ 38), φυλάσσοντας στην καρδιά του την αδιάλειπτη προσευχή, καθιστώντας την οχυρό απόρθητο στις επιθέσεις των λογισμών. Του συνέβη κάποτε να βρεθεί μεταξύ των αγγέλων και με ένθεη παρρησία ζητούσε να διαφωτιστεί για τα μυστήρια του Θεού (ΚΖ΄, β΄ 13). Εξερχόμενος από την προσευχή ως από πυρός καμίνου, αισθανόταν άλλοτε «κουφισμό», ελάφρωση δηλαδή και καθαρισμό από κάθε ρύπο της ύλης και άλλοτε σαν να έχει καταφωτισθεί από φως (ΚΗ΄ 52). Όσον δε αφορά τον ύπνο, δεν του παραχωρούσε παρά το ελάχιστο μερίδιο χρόνου για να διατηρεί το πνεύμα του σε εγρήγορση στην προσευχή, ενώ προτού κοιμηθεί, προσευχόταν διά μακρόν ή έγραφε σε πινάκια τους καρπούς της εμπνευσμένης μελέτης της Αγίας Γραφής.

     Παρά την μεγάλη φροντίδα του να διαφυλάττει πάντοτε τις αρετές του κρυφές από τα μάτια των ανθρώπων, όταν ο Θεός έκρινε ότι επέστη ο καιρός για να μεταδώσει στους άλλους το φως που είχε αποκτήσει προς πνευματική οικοδόμηση της Εκκλησίας, οδήγησε στον Ιωάννη, έναν νεαρό μοναχό, ονόματι Μωυσή, ο οποίος χάρις στην παρέμβαση των άλλων ασκητών κατάφερε να λυγίσει την αντίσταση του ανθρώπου του Θεού και να γίνει δεκτός ως μαθητής του. Μία ημέρα που ο Μωυσής απομακρύνθηκε αναζητώντας χώμα για το μικρό τους περιβόλι και ξάπλωσε κάτω από έναν μεγάλο βράχο για να ξαποστάσει λίγο, αποκαλύφθηκε στον Ιωάννη που βρισκόταν στο κελί του ότι ο μαθητής του Μωυσής κινδυνεύει. Άρπαξε στην στιγμή το όπλο της προσευχής και, όταν ο Μωυσής επέστρεψε το βράδυ, του αφηγήθηκε ότι μέσα στον ύπνο του είχε ακούσει ξαφνικά την φωνή του Γέροντά του να τον καλεί, την στιγμή ακριβώς που ο βράχος είχε αποσπαστεί και απειλούσε να τον συντρίψει.


     Η προσευχή του οσίου Ιωάννη είχε ακόμη την δύναμη να θεραπεύει τις ορατές και αόρατες πληγές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λύτρωσε έναν μοναχό από τον δαίμονα της πορνείας που τον ωθούσε στην απελπισία. Μια άλλη φορά, έφερε βροχή. Ο Θεός όμως εκδήλωνε ιδιαίτερα την Χάρη Του προς αυτόν παρέχοντάς του το χάρισμα της πνευματικής διδασκαλίας. Στηριζόμενος στην προσωπική του εμπειρία, κατηχούσε γενναιόδωρα όλους όσους έρχονταν να τον βρουν, σχετικά με τα εμπόδια που παραμονεύουν τους μοναχούς στον αγώνα τους εναντίον των παθών και του άρχοντος του κόσμου τούτου. Αυτή η πνευματική διδασκαλία προκάλεσε όμως την ζηλοφθονία ορισμένων, οι οποίοι διέδωσαν συκοφαντίες εναντίον του, χαρακτηρίζοντάς τον «λάλον» και «φλύαρον». Μολονότι είχε την συνείδησή του ήσυχη, ο Ιωάννης δεν προσπάθησε να δικαιολογηθεί και για να αφαιρέσει κάθε αφορμή από αυτούς που ζητούσαν αφορμή, ανέστειλε επί έναν ολόκληρο χρόνο τον ρου της διδασκαλίας του, πεπεισμένος ότι αξίζει περισσότερο να ζημιώσει λίγο τους φίλους του αγαθού παρά να ερεθίσει την μνησικακία των κακών. Όλοι οι κάτοικοι της ερήμου ωφελήθηκαν ψυχικά από την σιωπή του, απόδειξη και αυτή της ταπεινοφροσύνης του, και μόνον μετά από την επιμονή των ίδιων των μεταμελημένων συκοφαντών του πείσθηκε να δεχθεί και πάλι επισκέπτες.


     Έμπλεος όλων των αρετών της πράξεως και της θεωρίας και έχοντας φθάσει πλέον στην κορυφή της κλίμακος της αγιότητος, με την νίκη που είχε καταγάγει όλων των παθών του παλαιού ανθρώπου, ο όσιος Ιωάννης ακτινοβολούσε σαν αστέρας στην χερσόνησο του Σινά και έχαιρε του θαυμασμού όλων των μοναχών. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του αρχάριο και μη χορταίνοντας να συλλέγει παραδείγματα ευαγγελικής διαγωγής, ταξίδεψε σε διάφορα μοναστήρια της Αιγύπτου. Επισκέφθηκε κυρίως ένα μεγάλο κοινόβιο στην περιοχή της Αλεξάνδρειας, αληθινό επίγειο ουρανό, το οποίο διηύθυνε ένας θαυμαστός ποιμένας με αλάνθαστη διάκριση. Αυτή η αδελφότητα ήταν ενωμένη εν Κυρίω με αγάπη, τόσο απαλλαγμένη από παρρησία ή αργολογία, ώστε οι μοναχοί δεν χρειάζονταν συστάσεις από τον ηγούμενο και μόνοι τους αμίλλονταν αναμεταξύ τους σε θεία εγρήγορση. Από όλες τις αρετές τους, η θαμαστότερη, κατά τον Ιωάννη, ήταν ότι προσπαθούσαν να μην πληγώσουν επ’ ουδενί την συνείδηση ενός αδελφού (Δ΄ 16). Οικοδομήθηκε πολύ ο όσιος Πατήρ και από την επίσκεψη σε ένα εξάρτημα αυτής της μονής, αποκαλούμενο «Φυλακή», όπου ζούσαν με αυστηρή άσκηση, αποδεικνύοντας την μετάνοιά τους, μοναχοί που είχαν διαπράξει βαριά αμαρτήματα στη ζωή τους και που αγωνίζονταν να κερδίσουν με τους κόπους τους την θεία συγχώρεση. Αντί να του φανεί σκληρή και αδιάλλακτη αυτή η φυλακή, απεναντίας του φάνηκε πρότυπο μοναστικής ζωής. «Διότι η ψυχή που στερήθηκε την προηγούμενη παρρησία προς τον Θεό, που έχασε την ελπίδα της απαθείας, που διέρρηξε την σφραγίδα της αγνότητος, που της έκλεψαν τον πλούτο των χαρισμάτων, που αποξενώθηκε από την θεία παρηγορία, που αθέτησε το συμβόλαιό της με τον Κύριο, που έσβησε μέσα της το χαριτωμένο πυρ των δακρύων και που πληγώνεται συνεχώς αναπολώντας αυτά και κεντιέται γι’ αυτό οδυνηρά…, όχι μόνον τους προηγούμενους κόπους τούς δέχεται ολοπρόθυμα, αλλά πολύ περισσότερο, θα επινοήσει με ευσεβείς ασκήσεις να οδηγηθεί προς τον θάνατο (της παλαιότητάς της), εάν βέβαια απόμεινε μέσα της κάποια σπίθα αγάπης και φόβου του Κυρίου» (Ε΄ 24).

     Όταν ο άγιος συμπλήρωσε σαράντα έτη παραμονής στην έρημο, ως άλλος Μωυσής, επιφορτίσθηκε από τον Θεό να τεθεί επικεφαλής του νέου αυτού Ισραήλ και έγινε ηγούμενος (περί το 650) της κυρίας μονής, στους πρόποδες του όρους Σινά. Αφηγούνται ότι την ημέρα της ενθρόνισής του παρίσταντο εξακόσιοι προσκυνητές και, ενώ βρίσκονταν όλοι καθισμένοι στην τράπεζα, αξιώθηκαν να δουν τον προφήτη Μωυσή, έναν άγνωστο και υποβλητικό ξένον ντυμένο με λευκό χιτώνα, να πηγαινοέρχεται δίνοντας οδηγίες στους μαγείρους, στους οικονόμους, στους δοχειάρηδες και άλλους διακονούντες.


     Έχοντας διεισδύσει στον μυστικό γνόφο της θεωρίας, ο νέος αυτός Μωυσής είχε μυηθεί στα μυστικά του πνευματικού Νόμου και κατεβαίνοντας από το όρος, απαθής, με το πρόσωπο που ακτινοβολεί από την θεία Χάρη, απέβη για όλους ποιμένας, ιατρός, στήριγμα και πνευματικός διδάσκαλος, ο οποίος, φέροντας μέσα του την πολύσοφη και φωτιστική βίβλο του Θεού, δεν είχε ανάγκη από άλλα βιβλία για να διδάξει τους μοναχούς την τέχνη των τεχνών και την επιστήμη των επιστημών.

     Ο ηγούμενος της Ραϊθώ, που επίσης ονομαζόταν κι αυτός Ιωάννης, πληροφορήθηκε την εξαίρετη πολιτεία των μοναχών του Σινά και έγραψε στον Ιωάννη για να του ζητήσει να εκθέσει, μεθοδικά και συνεπτυγμένα, τα δέοντα σε όσους έχουν ασπασθεί τον ισάγγελο βίο για την σωτηρία τους. Και εκείνος, που δεν είχε μάθει ούτε στιγμή να αντιλέγει στους αδελφούς του, χάραξε με την θεόπνευστη γραφίδα της ιδίας του εμπειρίας τας «Πλάκας του πνευματικού Νόμου» (αυτός ήταν ο αρχικός τίτλος της «Κλίμακος» έτσι όπως μαρτυρείται σε ορισμένα χειρόγραφα). Παρουσίασε την πραγματεία του σε μορφή κλίμακας τριάντα αναβαθμών, τους οποίους ο Ιακώβ, δηλαδή «αυτός που υπερέβη τα πάθη», ατένισε, καθώς αναπαυόταν στο προσκέφαλο της ασκήσεως (πρβλ. Γεν. 28, 12). Σε αυτή την ορθόδοξη εγκυκλοπαίδεια της πνευματικής ανθρωπολογίας, εργασίας και ζωής, που παραμένει ακέραιη στους αιώνες, για τους μοναχούς όσο και για τους λαϊκούς, ο κατ’ εξοχήν απλανής και ασκίαστος οδηγός της ευαγγελικής βιοτής, ο όσιος Πατήρ Ιωάννης δεν θεσπίζει κανόνες, αλλά με αφετηρία πρακτικές συστάσεις, λεπτομέρειες συνετά επιλεγμένες, υπομνήσεις, υποτυπώσεις, παραινέσεις, εύστοχες αναπτύξεις, αφορισμούς ή αινίγματα συχνά πνευματωδέστατα, μυεί την κάθε εμφιλόσοφη ψυχή στον πνευματικό αγώνα και στην διάκριση των λογισμών. Ο λόγος του είναι σύντομος, πυκνός, περιεκτικός, εμβαθής, μεγαλειώδης, ποιητικός, άρτιος, λεπτοφυής και διεισδύει ως δίστομος ρομφαία στα κατάβαθα της ψυχής, αποκόπτοντας χωρίς συμβιβασμό κάθε χαλεπή αυταρέσκεια, καταδιώκοντας ως την ρίζα τους την υποκριτική και κίβδηλη άσκηση ακόμη και τον πιο αφανή εγωισμό. Παρόμοιος με τον λόγο του αγίου Γρηγορίου [25 Ιαν.] στο θεολογικό πεδίο, ο λόγος του οσίου Ιωάννη αποτελεί εμπνευσμένη και πρακτική εφαρμογή του Ευαγγελίου και οδηγεί με ασφάλεια όσους διαποτίζονται από αυτόν, διά της ενδελεχούς ανάγνωσης και της καρδιακής μελέτης, μέχρι την θύρα του Ουρανού, όπου μας αναμένει ο Χριστός.

     Προς το τέλος της ζωής του ο μακάριος Ιωάννης υπόδειξε τον αδελφό Γεώργιο, ο οποίος είχε ασπασθεί επίσης τον ησυχαστικό βίο όταν εγκατέλειψε τα εγκόσμια, να τον διαδεχθεί στην ηγουμενία. Όταν επρόκειτο να εκδημήσει προς Κύριον, ο Γεώργιος τού είπε: «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ, κύριέ μου, δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα, αντίθετα, προπέμπω εσένα!». Του απάντησε τότε καθησυχαστικά ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπάσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Πράγματι, δέκα μήνες μετά την κοίμηση του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, ο Γεώργιος (ο επίσκοπος της Φαρράν, ο οποίος το 680 εγκατέστησε την έδρα του στην Μονή του Σινά), κατά την πρόρρηση του οσίου προκατόχου του, εξεδήμησε και εκείνος προς Κύριον.

— ΕΠΙΜΥΘΙΟ —

ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ


     «Δεν είναι απρεπές εάν από τα ανθρώπινα πράγματα πάρουμε και χρησιμοποιήσουμε κάποια παραδείγματα για τον πόθο και τον έρωτα του Θεού.
     Μακάριος εκείνος που απέκτησε τέτοιο πόθο προς τον Θεό, σαν αυτόν που έχει ο μανιώδης εραστής προς την ερωμένη του.
     Μακάριος εκείνος που έδειξε τόση ζήλια για τις θείες αρετές, όση έχουν εκείνοι οι σύζυγοι που προσέχουν συνεχώς τόσο ζηλότυπα τις γυναίκες τους.
     Δεν προσκολλάται τόσο πολύ η μητέρα στο βρέφος που θηλάζει, όσο εκείνος ο υιός της αγάπης στον Κύριο.
     Ο πραγματικός εραστής φέρνει πάντοτε στο μυαλό του το πρόσωπο του αγαπημένου του και το εναγκαλίζεται μυστικά με ηδονή. Αυτός, ποτέ –ούτε και στον ύπνο του ακόμη– δεν μπορεί να ησυχάσει. Αλλά και εκεί ακόμη –μέσα στον ύπνο του– βλέπει το πρόσωπο που ποθεί και συνομιλεί μαζί του.
     Έτσι συμβαίνει στον σωματικό έρωτα. Αλλά, έτσι συμβαίνει επίσης και σ’ αυτούς που, αν και έχουν σώμα, παρ’ όλα αυτά είναι ασώματοι, έχοντας, ζώντας και ασκώντας τον πνευματικό, τον θείο έρωτα.
     Κάποιος που χτυπήθηκε απ’ αυτό το βέλος του θείου έρωτος, έλεγε για τον εαυτό του, πράγμα που, εμένα τουλάχιστον, με κάνει πραγματικά να θαυμάζω: “Ἐγὼ καθεύδω”, από την ανάγκη της ανθρώπινης φύσεως, “ἡ δὲ καρδία μου ἀγρυπνεῖ”, από το πλήθος του έρωτος (πρβλ. Άσμα 5, 2) που έχω και που ζω μέσα μου.
     Πρέπει να σημειώσεις κι αυτό, αφοσιωμένε μου φίλε, ότι, αφού η ψυχή σαν άλλη ψαλμική έλαφος εξοντώσει τα δηλητηριώδη ερπετά των παθών της, τότε “ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει πρὸς Κύριον” (πρβλ. Ψαλμ. 83, 3), γιατί πληγώνεται, σαν από δηλητήριο, από το πυρ της θείας αγάπης.
     Εάν το γήϊνο πρόσωπο, που αγαπούμε τόσο γνήσια, μας μεταβάλλει εξ ολοκλήρου με την παρουσία του και μας κάνει φαιδρούς και χαρωπούς και να είμαστε χωρίς λύπη, τι δεν θα προξενεί άραγε το άφθαρτο πρόσωπο του Δεσπότου Χριστού, όταν Αυτός επισκέπτεται μυστικά την καθαρή ψυχή;…».



     «Αυτός που θέλει να μιλά για την αγάπη, είναι σαν να επιχειρεί να μιλά για τον Ίδιο τον Θεό. Η ανάπτυξη όμως της ομιλίας περί Θεού, είναι πράγμα επισφαλές σε όσους δεν προσέχουν στην ζωή τους.
     Για την αγάπη γνωρίζουν να μιλούν οι Άγγελοι· αλλά κι αυτοί, πάλι, ανάλογα με τον βαθμό της θείας ελλάμψεώς τους. Αγάπη είναι ο Θεός (Α΄ Ιωάν. 4, 8). Και όποιος προσπαθεί να δώσει κάποιον ορισμό του Θεού, μοιάζει με τυφλό που μετρά στην άβυσσο τους κόκκους της άμμου.
     Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της, είναι ομοίωση με τον Θεό· όσο, βέβαια, είναι δυνατόν αυτή η ομοίωση να συμβεί στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη ψυχής. Και ως προς τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
     Κυρίως η αγάπη είναι απόρριψη κάθε εχθρικής και αντίθετης σκέψης, εφ’ όσον “ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τὸ κακόν” (Α΄ Κορ. 13, 5).
     Η αγάπη, η απάθεια και η πνευματική, η κατά Χάρη υιοθεσία, μόνο στην ονομασία τελικά διαφέρουν. Όπως ταυτίζεται η ενέργεια στο φως, στη φωτιά και στη φλόγα, έτσι να σκέφτεσαι ότι συμβαίνει και σ’ αυτές.
     Όσο ποσό θείας αγάπης λείπει απ’ τον άνθρωπο, τόσο ποσό θείου φόβου υπάρχει μέσα του. Και όποιος δεν έχει θείο φόβο μέσα του, αυτός ή είναι γεμάτος αγάπη ή είναι νεκρωμένος ψυχικά».

[ «Κλῖμαξ», Λόγος Λ΄ («Περὶ ἀγάπης, πίστεως καὶ ἐλπίδος»), §2–§10, σελ. 374–375· Έκδοσις Ιερά Μονή Παρακλήτου· Ωρωπός Αττικής, 1999. ]


Στίχοι παρὰ τῷ Τριωδίῳ.
Ὁ σάρκα καὶ ζῶν νεκρὸς ὢν Ἰωάννης,
Αἰωνίως ζῇ καὶ νεκρὸς φανεὶς ἄπνους,
Σύγγραμμα λιπών. Κλίμακα τῇ ἀνόδῳ,
Δείκνυσιν αὐτοῦ πορείαν τῆς ἀνόδου.

Ἕτεροι στίχοι αὐτοῦ ἐν τῷ Μηναῖῳ.
Ἐπὶ κλίμαξι κλίμακας πυκνῶς Πάτερ,
Τὰ σὰς ἀρετὰς θείς, ἔφθασας πόλου μέχρι.

Χαῖρεν Ἰωάννης τριακοστῇ ἐξαναλύων.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείαν κλίμακα,
ὑποστηρίξας,
τὴν τῶν λόγων σου,
μέθοδον Πάτερ,
μοναστῶν ὑφηγητὴς
ἀναδέδειξαι,
ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη
καθάρσεως,
πρὸς θεωρίαν
ἀνάγων τὴν ἔλλαμψιν.
Πάτερ Ὅσιε,
Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε,
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.
Καρποὺς ἀειθαλείς,
ἐκ τῆς βίβλου προσφέρων,
διδάγματα σοφέ,
καθηδύνεις καρδίας,
τῶν τούτοις μετὰ νήψεως,
προσεχόντων μακάριε·
Κλῖμαξ γάρ ἐστι,
ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν,
πρὸς οὐράνιον,
καὶ διαμένουσαν δόξαν,
τῶν πίστει τιμώντων σε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τὴν οὐρανοδρόμον
ἣν Ἰακώβ,
κλίμακα προεῖδεν,
ἐτεχνήσω πνευματικῶς,
Πάτερ Ἰωάννη,
συνθήκῃ τῶν σῶν λόγων,
δι’ ἧς πρὸς ἀφθαρσίαν,
βαίνομεν μέθεξιν.




※
[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 278–284·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς·
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


ΟΣΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


     Ο όσιος Αλέξιος γεννήθηκε στη Ρώμη την εποχή του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408). Οι γονείς του, ο ευλαβής συγκλητικός Ευφημιανός και η Αγλαΐα, ήσαν επί πολλά χρόνια άτεκνοι. Ο Αλέξιος έλαβε λαμπρή μόρφωση και, όταν ενηλικιώθηκε, οι γονείς του προετοίμασαν τα του γάμου του με μια νεαρή κόρη εκλεκτής οικογένειας της αριστοκρατίας της Ρώμης. Όμως την ίδια νύκτα του γάμου τους ο Αλέξιος, ο οποίος ποθούσε την αγία και τέλεια παρθενία, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της συζύγου και, αφού της παρέδωσε το δαχτυλίδι του, έφυγε κρυφά. Εμπιστευόμενος τη θεία Πρόνοια, επιβιβάστηκε σε πλοίο και έφθασε στη Λαοδίκεια της Συρίας και από εκεί ακολούθησε ένα καραβάνι εμπόρων που κατευθυνόταν στην Έδεσσα. Εκεί σταμάτησε σε έναν ναό αφιερωμένο στην Θεοτόκο και παρέμεινε στον νάρθηκα δεκαεπτά χρόνια, ντυμένος με κουρέλια και συντηρούμενος από ελεημοσύνες των πιστών που έρχονταν στον ναό για να προσευχηθούν.

     Στο μεταξύ, ο πατέρας του είχε στείλει υπηρέτες προς κάθε κατεύθυνση για να τον βρουν, ενώ η μητέρα του φόρεσε τρίχινο ένδυμα και θρηνούσε απαρηγόρητη· η δε νύφη, με την αγάπη που δείχνει η τρυγόνα για το ταίρι της, ανυπομονούσε να έχει κάποια είδηση. Κάποιοι από τους απεσταλμένους του Ευφημιανού έφθασαν στην Έδεσσα και έδωσαν ελεημοσύνη στον Αλέξιο, χωρίς διόλου να υποπτευθούν βέβαια ότι επρόκειτο για τον κύριό τους· τόσο πολύ είχε παραμορφωθεί από την άσκηση και τη σκληραγωγία που επέβαλε στο σώμα του ευχαρίστως για την αγάπη του Θεού.


     Μετά από πολλά χρόνια αγώνων εν τω κρυπτώ, η Παναγία εμφανίσθηκε στον νεωκόρο της εκκλησίας λέγοντάς του να επιτρέψει την είσοδο στον άνθρωπο του Θεού. Βλέποντας ότι τον αντιλήφθηκαν και ότι επρόκειτο να τον περιβάλουν με τιμές, ο Αλέξιος αναχώρησε και πάλι παίρνοντας το πλοίο για την Ταρσό. Οι αντίθετοι άνεμοι όμως, ή μάλλον η θεία Πρόνοια, ώθησαν το πλοίο στο λιμάνι της Ρώμης. Ο άγιος υποτάχθηκε σε αυτό το θείο σημείο και πήγε στο πατρικό σπίτι, όπου ζήτησε από τον πατέρα του που έβγαινε εκείνη τη στιγμή ελεημοσύνη σαν ζητιάνος. Χωρίς να αναγνωρίσει τον πολυαγαπημένο του γιο, ο Ευφημιανός, που είχε γίνει ακόμη πιο φιλάνθρωπος ύστερα από την τόσο επώδυνη αυτή απώλεια, πρόσταξε στους υπηρέτες του να δώσουν κατάλυμα στον δύστυχο αυτόν άνθρωπο για όσο διάστημα επιθυμούσε να μείνει και να του δίνουν να τρώει από τα περισσεύματα της τραπέζης του.

     Ο άνθρωπος του Θεού έμεινε άλλα δεκαεπτά χρόνια σε μια γωνιά του πατρικού του σπιτιού, υφιστάμενος χωρίς να προφέρει το παραμικρό παράπονο και, μάλιστα, με ευχαρίστηση τις προσβολές και τις λοιδορίες των υπηρετών. Όταν έλαβε πληροφορία από τον Θεό ότι επίκειται η εκδημία του, ζήτησε να του φέρουν χαρτί και μελάνι και με την πένα στο χέρι, γράφοντας την ιστορία της ζωής του, εξεδήμησε προς τας αιωνίους μονάς.


     Την ίδια ημέρα, καθώς ετελείτο η θεία Λειτουργία στη βασιλική του Αγίου Πέτρου, χοροστατούντος του πάπα και παρουσία του αυτοκράτορα Ωνορίου (395-423) και πλήθους κόσμου, φωνή ακούστηκε από το θυσιαστήριο λέγουσα: «Αναζητείστε τον άνθρωπο του Θεού· θα δεηθεί για την πόλη και για όλους εσάς. Ήδη εξέρχεται του σώματος!». Καθώς το εκκλησίασμα άρχισε να προσεύχεται, η φωνή ακούστηκε ξανά αποκαλύπτοντας ότι αυτός ο άνθρωπος του Θεού βρισκόταν στην οικία του Ευφημιανού. Όταν η επιβλητική πομπή με επικεφαλής τον πάπα και τον αυτοκράτορα έφθασε εκεί, ο υπηρέτης που τον φρόντιζε, αποκάλυψε ότι ο ζητιάνος, που στεκόταν τόσα χρόνια πλάι στην εξώθυρα, μοίραζε την τροφή του στους πτωχότερους και ο ίδιος δεν τρεφόταν παρά μόνο την Κυριακή με ψωμί και νερό, μένοντας ατάραχος αν όχι και χαρούμενος όταν οι άλλοι υπηρέτες τον καθύβριζαν.

     Πήγαν στην καλύβα του και τον βρήκαν νεκρό να κρατά ένα χαρτί στο χέρι. Όταν το διάβασαν δημόσια, έμειναν κατάπληκτοι από τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο αυτός ο δούλος του Θεού είχε αγωνιστεί ενάντια στη φύση για να λάβει τα υπέρ τη φύση αγαθά. Ο αυτοκράτορας και ο πάπας βλέποντας τα δάκρυα και τους γοερούς θρήνους των γονέων του, τους συμβούλεψαν να χαίρονται μάλλον και να αγάλλονται που έφεραν στον κόσμο έναν τέτοιο άγιο, ο οποίος μέλλει να βασιλεύει με τον Χριστό στους αιώνες.

     Το πλήθος συνωστιζόταν γύρω από τη νεκρική κλίνη, τυφλοί έβρισκαν το φως τους, κουφοί την ακοή τους, μουγγοί δόξαζαν τον Θεό μεγαλοφώνως, πονηρά πνεύματα τρέπονταν σε φυγή, επικρατούσε τέτοια αναταραχή, που η νεκρώσιμη πομπή δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο αυτοκράτορας σκόρπισε τότε χρυσά νομίσματα με την ελπίδα ότι θα αποσπούσαν την προσοχή του πλήθους από το φέρετρο. Δεν συνέβη όμως αυτό, καθώς ο λαός περιφρονούσε τον φθαρτό χρυσό για να λάβει τη χάρη της αφθαρσίας αγγίζοντας το σώμα του αγίου. Τέλος, το τίμιο σκήνωμα εναποτέθηκε στη βασιλική του Αγίου Βονιφατίου σε λάρνακα, διακοσμημένο με χρυσό και πολύτιμους λίθους, απ’ όπου ανάβλυζε άφθονο μύρο ευωδιαστό, ιαματικό κάθε νόσου. Σύμφωνα με άλλες πηγές η κηδεία του αγίου έγινε στον Άγιο Πέτρο στις 17 Ιουλίου του 383. Η δε πάντιμη κάρα του αγίου Αλεξίου τιμάται στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων, στην Πελοπόννησο.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ ῥίζης ἐβλάστησας,
περιφανοῦς καὶ κλεινῆς,
ἐκ πόλεως ἤνθησας,
βασιλικῆς καὶ λαμπρᾶς,
Ἀλέξιε πάνσοφε·
πάντων δ’ ὑπερφρονήσας,
ὡς φθαρτῶν καὶ ῥεόντων,
ἔσπευσας συναφθῆναι,
τῷ Χριστῷ καὶ Δεσπότῃ.
Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί,
ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀλεξίου σήμερον,
τοῦ πανολβίου,
ἑορτὴν τὴν πάνσεπτον,
ἐπιτελοῦντες εὐλαβῶς,
αὐτὸν ὑμνήσωμεν λέγοντες·
χαίροις Ὁσίων,
τερπνὸν ἐγκαλλώπισμα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Κλῆσιν τὴν οὐράνιον ἐσχηκώς,
μόνος ἐν Ἁγίοις,
Θεοῦ ἄνθρωπος θαυμαστός,
Ἀλέξιε σὺ ὤφθης,
τῶ ἰσαγγέλῳ βίῳ·
διὸ τῆς τῶν Ἀγγέλων,
χαρᾶς ἠξίωσαι.

 

※
[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμος 7ος (Μάρτιος),
σελ. 160–162·
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Σωτήρης Γουνελάς·
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήνα, Φεβρουάριος 20172.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.