Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


ΓΙΑ ΤΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


     Η νηστεία, που δεν είναι υπερβολική, αλλά ανάλογη με τις δυνάμεις σου, μπορεί να σε βοηθήσει στην εγρήγορσή σου. Με παραγεμισμένο το στομάχι δεν μπορεί κανείς να σκέφτεται τα θεία πράγματα, λένε οι ασκητές. Γι’ αυτόν που καλοτρώει, και τα πιο προσιτά μυστήρια της Αγίας Τριάδας μένουν κρυμμένα. Ο Ίδιος ο Κύριος μάς έδωσε το παράδειγμα με τη μεγάλη Του νηστεία στην έρημο. Όταν έδιωξε νικημένο τον διάβολο από μπροστά Του, είχε ήδη νηστέψει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Και αν ο Κύριος αισθάνθηκε την ανάγκη της νηστείας, πόσο πιο πολύ πρέπει να την αισθανόμαστε εμείς; «Και, να! Άγγελοι ήλθαν κοντά Του και Τον διακονούσαν» (Ματθ. 4, 11). Το ίδιο περιμένουν και από σένα οι Άγγελοι του Θεού· να νηστεύσεις, για να σε υπηρετήσουν.

     Η νηστεία περιορίζει την πολυλογία, λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας. Είναι θύρα ελέους. Διώχνει τις κακές σκέψεις και ξεριζώνει την αναισθησία της καρδιάς. Η νηστεία είναι η θύρα του Παραδείσου.

     Όταν το στομάχι περιορίζεται και στενοχωρείται με τη νηστεία, τότε ταπεινώνεται και η καρδιά. Όποιος νηστεύει, προσεύχεται με νηφαλιότητα. Οι ασυγκράτητες και αχαλίνωτες αισθήσεις, όταν ενισχύονται με υπερβολική τροφή, προκαλούν αμαρτωλές και εμπαθείς σκέψεις και επιθυμίες.

     Η νηστεία είναι έκφραση αγάπης και αφοσίωσης. Θυσιάζει κανείς τις γήινες απολαύσεις, για να πετύχει τις ουράνιες. Πάρα πολλές μας σκέψεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά φροντίδες για το τι θα φάμε και δολώματα της λαιμαργίας μας. Η νηστεία, όμως, αν θέλουμε να απελευθερωθούμε από τη σάρκα και τα πάθη της, αποτελεί έναν κατάλληλο οδηγό για μια πραγματική απελευθέρωση και μια απαραίτητη υποστήριξη στον αγώνα κατά των εμπαθών επιθυμιών. Η νηστεία σε συνδυασμό με την προσευχή είναι ένα από τα μεγάλα δώρα, που τα διατηρούν με επιμέλεια, όσοι γεύτηκαν κάποτε έστω και για λίγο τη γλυκύτητά τους και ένιωσαν την αξία τους.


     Με τη νηστεία μεγαλώνει η ευγνωμοσύνη προς Εκείνον, που έδωσε στον άνθρωπο τη δύναμη να νηστεύει. Η νηστεία βοηθάει στην κατάκτηση της περιοχής εκείνης που μόνο με τη διαίσθηση νιώθει κανείς ότι υπάρχει. Οι εκδηλώσεις της ζωής και όλα τα φαινόμενα γύρω σου και μέσα σου αποκτούν ένα καινούργιο νόημα· και οι στιγμές που περνούν ένα μεγάλο, πλούσιο και καταπληκτικό περιεχόμενο. Η εγρήγορση της «ιεράς θεωρίας» γίνεται διαυγής. Η ανήσυχη εκζήτηση μεταβάλλεται σε ήρεμη, ταπεινή και γεμάτη ευγνωμοσύνη αποδοχή των θείων δωρεών. Προβλήματα φαινομενικά άλυτα και βασανιστικά ανοίγουν τον πυρήνα τους σαν ώριμοι κάλυκες λουλουδιών. Μόνο με συνοδεία την προσευχή, τη νηστεία και την εγρήγορση πρέπει κανείς να χτυπάει την Πόρτα που εύχεται να δει κάποτε ανοιχτή.

     Στο σημείο αυτό βλέπουμε τον λόγο, για τον οποίο η νηστεία χρησιμεύει σαν μέτρο για τους αγίους Πατέρες: αυτός που νηστεύει πολύ, αγαπάει πολύ· και όποιος αγαπάει πολύ, του συγχωρούνται οι πολλές αμαρτίες του (Λουκ. 7, 47).

     Οι άγιοι Πατέρες συνιστούν μετρημένη νηστεία. Δεν πρέπει να αφήνουμε το σώμα μας να αδυνατίσει πάρα πολύ, γιατί τότε βλάπτεται και η ψυχή. Ούτε, επίσης, μπορεί κανείς να νηστεύει έτσι στα ξαφνικά. Το καθετί απαιτεί άσκηση και ο καθένας οφείλει να δοκιμάζει τον εαυτό του, έχοντας υπόψη του τη φύση του και τη δουλειά του. Δεν είναι σωστό να ξεχωρίζει κανείς τις τροφές σε «απαγορευμένες» και σε «επιτρεπόμενες». Όλες τις τροφές τις δίνει ο Θεός. Εκείνο που μπορούμε να πούμε είναι, ότι πρέπει να αποφεύγονται εκείνες οι τροφές που κάνουν βαρύ και δυσκίνητο το σώμα και ανάβουν τις κατώτερες ορέξεις του. Ακριβώς μάλιστα αυτές οι τροφές καθορίζουν οι ιεροί Κανόνες πως πρέπει να αποφεύγονται. Η σημασία του «μέτρου» όμως, δεν αναφέρεται μόνο στην ποιότητα αλλά και στην ποσότητα. Έστω και αν πρόκειται για όχι τόσο ισχυρές τροφές, δεν πρέπει να τρώει κανείς μέχρι «διαρρήξεως του στομάχου». Τότε καταλύεται το νόημα της νηστείας. Η λαιμαργία αλλάζει απλούστατα υλικά για τον κορεσμό της...

TITO COLLIANDER
(1904–1989)


※
[ (1) Tito Colliander:
«Ο δρόμος των ασκητών»,
κεφ. 20ο, σελ. 109–111·
Μετάφραση από το Σουηδικό:
Γέροντας π. Ευσέβιος Βίττης
(1927–2009)·
Εκδόσεις «Ακρίτας»
(τώρα πλέον: «Πορφύρα»)·
Αθήνα, Φεβρουάριος 19924.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΕΝΑ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


ΕΝΑ ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ


     Μία Μεγάλη Σαρακοστή βρέθηκα στο Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ Αγγλίας για το Τριήμερο. Το Μοναστήρι πήρε άλλη όψη. Μία γλυκιά μελαγχολία γέμιζε την ψυχή και η σκέψη προσπαθούσε να τακτοποιήσει πολλές εκκρεμότητες της ψυχής, ώστε να βάλει καινούργια αρχή στη ζωή της, αναθεωρώντας πολλά πράγματα. Όλα και όλοι στο Μοναστήρι βοηθούσαν στον αγώνα αυτόν.

     Οι ακολουθίες κατανυκτικές, η παρουσία του μακαριστού Γέροντα Σωφρονίου (Ζαχάρωφ, 1896–1993) συγκινητική· συμμετείχε και αυτός στο αυστηρό πρόγραμμα του Τριημέρου. Όμως το απόγευμα της πρώτης ημέρας, την ώρα του Αποδείπνου, έπαθα υπογλυκαιμία και βγήκα έξω να πιω λίγο νερό και να βρω λίγη ζάχαρη.

     Πήγα στην κουζίνα· εκεί βλέπω τον Γέροντα Σωφρόνιο να ψάχνει κάτι. Του είπα πως θα πρέπει να βάλω κάτι στο στόμα μου, γιατί δεν νιώθω καλά. «Ναι», μου είπε, «γι’ αυτό ψάχνω να βρω λίγο χαλβά, ψωμί και ελιές να σου δώσω να φας. Να, εδώ είναι αυτά…». Τα έβαλε σε ένα πιάτο και μου είπε να πάω στο δωμάτιό μου να φάω· έτσι και έγινε.

     Μετά πήγα στον Ναό, αλλά τους συνάντησα όλους στην έξοδο, γιατί είχε τελειώσει το Απόδειπνο. Συνάντησα και τον Γέροντα Σωφρόνιο και αμέσως με ρώτησε:
     –Είσαι καλά;
     –Ναι, Γέροντα, ευχαριστώ! απάντησα.

     Κι εκείνος έφυγε με αργό βηματισμό προς το σπιτάκι του…

ΔΗΜΗΤΡΑ Β. ΔΑΒΙΤΗ


※
[ (1) Δήμητρας Β. Δαβίτη:
«Αναμνήσεις από τον
Γέροντα Σωφρόνιο του Έσσεξ»·
κεφ. 6ο, §7, σελ. 125–126,
Εκδόσεις «Άθω»·
Αθήναι, Απρίλιος 20013.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗ ΤΗΝ ΚΥΡΑ-ΜΗΛΙΑ


ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗ ΤΗΝ ΚΥΡΑ-ΜΗΛΙΑ
Λόγος υϊκός, λόγος επικήδειος


     Για τον καθένα η μάνα είναι «μάνα» και, βεβαίως, και η Μηλιά για μένα. Η Μηλιά, του Θεοχάρη Ακρίτα, της Μυροφόρας του Πρωτόπαπα και των Πρωτοπαπάδων. Η Μηλιά, ύστερα, του Νικόλα του Μασούρα, του αλετράρη, που τη νυμφεύθηκε μετά την πρόωρη χηρεία του.

     Πριν πω ο,τιδήποτε για τη μάνα μας, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η Μηλιά ήταν κόρη της Μυροφόρας, που προαναφέραμε, της γνωστής ως «Θεοχάραινας» της Κάτω Ζώδειας. Και τούτο, γιατί η γιαγιά μου η Μυροφόρα άφησε μνήμη οσίας γυναικός. Και, όπως η ίδια είπε στην αδελφή της Μάρθα (σήμερα 99 ετών!), σε μεταθανάτια ολοφώτεινη εμφάνισή της σ’ αυτήν: «Ο Χριστός με κατέταξε με τις παρθένες κι ας έκαμα τέσσερα παιδιά. Η παρθενία δεν είναι αυτό που νομίζετε. Έγκειται στον νου. Κι εγώ πρόσεχα τον νου μου από τα 33 μου χρόνια, οπόταν έχασα τον άνδρα μου». Η μάνα μου, από την πρώτη στιγμή που εισήλθε στο σπίτι του μακαριστού πατέρα μας, έμελλε να γίνει μητέρα, μητέρα των δύο ορφανών παιδιών του, του Ανδρέα μας και του Μιχάλη μας. Μία λεπτομέρεια, την οποία είναι καλά να την έχουν υπόψη τους οι σύγχρονες γυναίκες.

     Η μάνα μου δεν είχε μόνο να αναθρέψει τα παιδιά του πατέρα μου, από τον πρώτο του γάμο, και τον πενθερό του. Στο σπίτι μέσα βρήκε και την πενθερά του πατέρα μου από τον πρώτο του γάμο και τον πενθερό του. Όταν τα πενθερικά του πατέρα μου είδαν πόσο καλός άνθρωπος, πόσο καλή χριστιανή ήταν η Μηλιά, αν και είχαν κόρες, είπαν: «Καλύτερα στην Μηλιά να μείνουμε!»· κι έτσι τους γηροκόμησε και αυτούς. Όταν κάποτε πήγα να εξομολογηθώ, νέος διάκος τότε, στον Γέροντα του Σταυροβουνίου, π. Αθανάσιο, με ρώτησε: «Από πού είσαι, γιε μου;». «Από την Πάνω Ζώδεια», του απάντησα. «Από την Πάνω Ζώδεια», μου είπε τότε, «γνώρισα μια γυναίκα, που έκανε κάτι το σπάνιο: μεγάλωσε όχι μόνο τα δικά της παιδιά αλλά και τα παιδιά του άνδρα της από τον πρώτο του γάμο και γηροκόμησε και τα πενθερικά της!». Χαμογέλασα και του λέω: «Η μάννα μου είναι αυτή, Γέροντα!». «Είσαι ευλογημένος που έχεις αυτή τη μάνα!», μου είπε. «Πρόσεχε, γιατί ευλογημένες μάνες, σημαίνει ευλογημένες υποχρεώσεις!...».


     Μεγαλώσαμε κι εμείς από αυτή τη γυναίκα. Αισθάνομαι ότι η μεγαλύτερη προίκα που έδωσε στα παιδιά της, στα εγγόνια της, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά της, είναι η Πίστη. Μας έδωσε πίστη βαθιά, που να μην στερεύει ποτέ ενώπιον οποιασδήποτε δυσκολίας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία από τον θάνατο! Και τον γεύτηκε, η Μηλιά, τον θάνατο από τα παιδικά της χρόνια μέχρι τα ύστερά της· όταν πρώτα, στα εφτά της χρόνια, κήδευσε τον πατέρα της, στα πενήντα της τον άνδρα της Νικόλα, ύστερα τον γιο της Πέτρο, 24 ετών, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, και κατόπιν τον πλέον αγαπημένο της «γιο», που γι’ αυτήν δεν ήταν κατά σάρκα γιος της, τον αγαπημένο μας γαμπρό Ανδρέα. Αλλά μάνα σημαίνει να έχεις παιδιά, τα οποία αντέχουν αυτή τη ζωή και ετοιμάζονται για την αιώνια ζωή. Δεν την απολυτοποιούν αυτή τη ζωή, αλλά την εξασκούν εν Χριστώ Ιησού. Αυτό έδωσε, αυτό μας μετέδωσε η μάνα μας.

     Θα ήθελα να σας παρουσιάσω μερικά περιστατικά από τη ζωή της μάνας μας, για να δούμε αυτό που ο άγιος Γέροντάς μας π. Συμεών, Καθηγούμενος της ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, μας περιέγραψε προηγουμένως στον λόγο του, ως λαϊκή ευσέβεια. «Έχεις λαόν; Έχεις Θεόν!».

     Όταν της είπα κάποτε, «Μάνα, η Στέλλα αγάπησε τον Ανδρέα και παντρεύτηκαν· ο Χάρης αγάπησε την Ευδοκία και παντρεύτηκαν», τότε εκείνη μου λέει: «Αγάπησες κι εσύ καμιάν, γιέ μου; Πες μου το, και είναι καλό πράμα!». Της λέω: «Αγάπησα την πιο όμορφη· την Εκκλησία!». «Μα, θα γίνεις μοναχός;». Της λέω: «Ναι». Δεν μου έφερε καμιά αντίδραση κοσμική. Η αντίδρασή της ήταν πνευματικού χαρακτήρα. Μου είπε μόνο: «Ξέρεις, εσύ ο ενθουσιώδης, τι σημαίνει μοναχός;». Την ερωτώ: «Εσύ ξέρεις;». Μου λέει: «Ξέρω ότι ο καλός μοναχός, γιέ μου, μέχρι να πεθάνει είναι τσακωμένος με το κορμί του. Είσαι διατεθειμένος γι’ αυτό τον καβγά ή τελικά θα μας προσβάλεις;». Θυμήθηκα τότε τον ορισμό του αγίου Ιωάννου της «Κλίμακος», περί του τι εστί μοναχός: «Μοναχός ἐστι βία φύσεως διηνεκὴς καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπής» («Κλῖμαξ», Λόγος Α΄, §10, σελ. 39, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 1999). Η Μηλιά, από πού το έμαθε αυτό; Ποια άνωθεν σοφία τη φώτιζε; Από τότε, δεν την ξαναφώναξα «μάνα». Τη φώναζα, είτε «γερόντισσα» είτε σκέτα «Μηλιά».


     Αισθανόμουν ότι δεν μου ανήκει ένας τέτοιος άνθρωπος που κουβαλούσε τη σοφία αρχαίων χρόνων. Θα μου πείτε: «Μέχρι πού φθάνουν αυτοί οι χρόνοι;».
     Μέχρι τους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας, την εποχή των Αγίων Αποστόλων! Διότι, αν δούμε ποια είναι η πρώτη λαϊκή ευσέβεια, είναι η λαϊκή ευσέβεια αυτών των απλοϊκών και αγραμμάτων ψαράδων της Τιβεριάδος. Και από τότε οι άνθρωποι τη διαδέχονται, την παραλαμβάνουν και την παραδίδουν από γενεά σε γενεά. Αν ενωθεί και με την ιερωσύνη αυτό, γίνεται και αποστολική διαδοχή. Χάριτι Θεού, σ’ εμάς τους αναξίους συνέβη! Αλλά τι κουβαλούμε στα κηρύγματά μας, στην επικοινωνία μας με τον λαό;
     Όλοι μας κουβαλούμε τη σχέση του πατέρα μας και της μάνας μας με τον Θεό. Αν βρήκαμε και κανέναν καλό άγιο Γέροντα στη νεανική μας ζωή, τότε κουβαλούμε και τη σχέση αυτού με τον Θεό τον Τριαδικό· αυτό μεταδίδουμε! Άρα, πόσα πολλά οφείλω, σκεφτείτε, σε έναν τέτοιον άνθρωπο!

     Αργότερα, είπα στη μάνα μου: «Να μου δώσεις την ευχή σου να πάω να γίνω μοναχός!». «Αα!», μου λέει, «δεν θα σου δώσω την ευχή μου να γίνεις μοναχός, εάν δεν δω πρώτα τον δάσκαλό σου!». Τον Γέροντά μας εννοούσε. Όταν την πήγα στον π. Συμεών και τον πρωτοείδε, μου είπε, πριν ακόμα της μιλήσει αυτός: «Ο δάσκαλός σου είναι τούτος ο παστός (ο αδύνατος);». «Ναι», της λέω. Μου λέει τότε: «Να έχεις την ευχή μου, γιέ μου! Τουλάχιστον, ξέρεις να διαλέγεις δασκάλους!». Τι έκαμε νομίζετε κατόπιν, ως πρώτη της κίνηση; Εγκατέλειψε τον καλό της εδώ Πνευματικό, τον π. Σωτήριο από την Άσσια, και έκαμε Πνευματικό της τον π. Συμεών. Της είπα τότε: «Γιατί έκαμες Πνευματικό τον π. Συμεών;». «Για να σε κατηγορώ!», μου λέει· «Και για να βοηθάω έτσι αυτόν τον άνθρωπο του Θεού να σε καταλάβει μιαν ώρα γρηγορότερα, για να συνεργαζόμαστε μαζί του για τη σωτηρία σου!». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η Μηλιά!

     Σπάνια μας επαινούσε! Πολύ πιο σπάνια μας χάιδευε! Παρόλο τούτο, όλοι μας, και παιδιά της και εγγόνια της και δισέγγονα και τρισέγγονά της, και όλοι όσοι την πλησίαζαν, αισθανόμασταν την πνευματική αγάπη της να χαιδεύει την καρδιά μας και όλο μας το είναι. Η μάνα μας δεν ήταν άνθρωπος του γλυκού λόγου. Ενίοτε αυτός ο λόγος γινόταν και πικρός. Όταν κάποτε της είπα: «Μάνα, όλοι μου λένε ότι είμαι απότομος! Ο πατέρας μου ήταν γλυκύς, εσύ δεν είσαι απότομη. Από ποιόν πήρα;». Δαχτυλόδειξε τότε με μια μεγαλοπρέπεια τον εαυτό της και είπε: «Από μένα πήρες!». «Μα, εσύ δεν είσαι απότομη!». Μου λέει: «Ήμουν, γιέ μου, μέχρι τα πενήντα μου! Μετά, με επισκέφθηκε ο θάνατος και κατάλαβα ότι το να επιβάλλω τη γνώμη μου με το έξυπνο μυαλό μου, που κληρονόμησα από τη γενιά των Ακριτών, δεν είναι ευλογημένο από τον Θεό. Καλύτερα να τους φωτίζει ο Θεός τους ανθρώπους, παρά να τους επιβάλλουμε εμείς την άποψή μας». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η μάνα μας!


     Να σας πω ακόμη και για τις επισκέψεις που είχε από αγίους σε δύσκολες ώρες των παιδιών της: Όταν ήταν να γεννήσει εμένα, είδε τον Απόστολο Ανδρέα. Όταν θα γινόμουν μοναχός, την έπεισε για την επιλογή μου ο Άγιος Σπυρίδωνας που συνομίλησε μαζί της. Όταν κινδύνευσε ο αδελφός μου Χάρης σε δύσκολη ασθένεια, κι εμείς της κρύβαμε την ασθένειά του, της την αποκάλυψε ένας άγιος! Μου είπε μια μέρα: «Μα, ο Άγιος Νικήτας ήταν ξανθός;». Της λέω: «Ναι, ήταν Γότθος. Η πατρίδα του ήταν εκεί που σήμερα είναι η Ρουμανία. Αλλά, γιατί με ερωτάς;». «Τον είδα», μου λέει, «όταν πήγα να προσκυνήσω ένα απόγευμα, και μου είπε: “Να μην στεναχωριέσαι για τον Χάρη! Αυτή η ασθένεια, ου προς θάνατον, αλλά παιδαγωγία Χριστού”. Τι σημαίνει, όμως, αυτό το τελευταίο;». «Είναι για να τον φέρει κοντά Του ο Χριστός, μάνα». Τότε αναφώνησε: «Δόξα Σοι, ο Θεός! Να μας δώσει ό,τι δοκιμασία θέλει! Φτάνει να είμαστε κοντά στον Χριστό!». Και της λέω: «Γιατί, μάνα, να νιώθουμε τόσην αγάπη, όταν είμαστε κοντά στον Χριστό;». «Είσαι δεσπότης, γιέ μου, και μ’ ερωτάς εμένα; Ο Χριστός είναι η ζωή η αιώνιος· όλα τ’ άλλα είναι προσωρινά!». Να αναφέρω ακόμη για την αίσθηση των Αγίων Μυστηρίων που είχε, όταν συμμετείχε σ’ αυτά. Πόση σοβαρότητα και πόση ευλάβεια αισθανόταν απέναντι στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας!

     Κι ένα τελευταίο: Με είδε μια φορά να γογγύζω και να έχω θυμό, επιστρέφοντας από μια περιπετειώδη σύνοδο που είχαμε. Και, τι νομίζετε μου είπε, όταν με είδε στη Μητρόπολη εκνευρισμένο; «Μα, είσαι εκνευρισμένος;». Της λέω: «Ναι, από ορισμένα διατρέξαντα στη σύνοδο που είχαμε». «Δεν μου λες, παιδί μου· όταν είσαι επάνω στον θρόνο και σε θυμιάζουν δύο διάκοι κι εσύ καμαρώνεις, σου αρέσει;». Της λέω: «Ναι, μου αρέσει!». «Κι όταν σε μνημονεύουν συνεχώς μέσα στον ναό και λένε “ὑπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Νεοφύτου”, κι εσύ ευλογάς καμαρωτός, σου αρέσει;». Της λέω: «Μου αρέσει!». «Κι όταν προσκυνά το χέρι σου ο λαός, σου αρέσει;». Της λέω και πάλιν: «Ναι, μου αρέσει!». «Εεε, λοιπόν! Τα καλά δεχούμενα, και τα κακά ουχί; Αυτό σε μάθαμε;!».


     Πριν τέσσερα χρόνια αντιλήφθηκα ότι η μνήμη της μάνας μας άρχισε να αδυνατίζει. Τη ρώτησα: «Έζησες πολλούς πόνους στη ζωή σου. Ποιος ήταν ο πιο μεγάλος πόνος;». Μου απάντησε: «Όταν κατέβασα τον γιο μου τον Πέτρο στον τάφο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος η μάνα να θάβει το σπλάχνο της!». Αμέσως μετά, για να μην τη νικήσει η θλίψη, πρόσθεσε με βιασύνη: «Αλλά, δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός! Ο Θεός ξέρει το γιατί». Ύστερα, της ζήτησα να μου δώσει μια νουθεσία, δίκην παρακαταθήκης, τι να προσέξω στο υπόλοιπο του βίου μου. Και μου απάντησε: «Ο Θεός σε ανέβασε πολύ ψηλά. Πρόσεξε, να μη “γείρει” ο νους σου!». Εννοούσε, να μην με κυριεύσει η υπερηφάνεια. Όλος ο αγώνας της μάνας μας ήταν να μας μάθει την Ταπείνωση, που είναι ο Χριστός!

     Ως επιστέγασμα των πτωχών μου τούτων λόγων για το πρόσωπο της μάνας μου, επιτρέψτε μου να καταθέσω κάτι, που μου είπε ένας παλιός γνωστός μας δάσκαλος, που γνώριζε και τη Μηλιά: «Η μάνα σου ήταν η μούσα σου που σε ενέπνεε. Φρόντισε να συνεχιστεί τούτο το ωραίο που νιώθαμε κοντά της. Να είσαι σε συνεχή επαφή με το πνεύμα της, για να συνεχισθεί αυτή η έμπνευση». Κοντά στη μάνα μας μάθαμε ότι και αυτή η ζωή έχει νόημα και η άλλη ζωή έχει νόημα και ο θάνατος έχει νόημα· γιατί είναι ο προθάλαμος της Αναστάσεως! Αυτά μάθαμε κοντά στη μάνα μας. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να μαθητεύσουμε και να μεταδώσουμε αυτή τη μαθητεία και στα τέκνα και τα έκγονά μας…

     Της δούλης του Θεού Μηλιάς, ας είναι αιωνία η μνήμη! Αμήν.

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014


ΝΕΟΦΥΤΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ
(1962 – )



※
[ (1) Από το περιοδικό
«Πειραϊκή Εκκλησία»,
Έτος 28ο, Τεύχος 300,
(Φεβρουάριος 2018),
σελ. 36–38·
(2) Επίσης και από το ιστολόγιο
της Μητροπόλεως Μόρφου:
(3) Σημ.: Όλες οι φωτογραφίες
δεν έχουν καμία σχέση
με τα πρόσωπα της αφήγησης,
παρά μόνο γενικά με τον τόπο της.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ;


ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ;


     «Ρωτούν μερικοί: “Τι ωφελεί να μνημονεύουμε τα ονόματα των ανθρώπων και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς; Ο Θεός, σαν παντογνώστης που είναι, γνωρίζει τα ονόματά τους και τις ανάγκες του καθενός”.
     »Όσοι όμως τα λένε αυτά, ή λησμονούν ή δεν γνωρίζουν τη σπουδαιότητα της προσευχής· δεν γνωρίζουν τη σπουδαιότητα ακόμη και της κάθε λέξης που λέγεται με όλη μας την καρδιά· λησμονούν ότι η δικαιοσύνη και η ευσπλαχνία του Θεού κινείται μαζί με τη δική μας εγκάρδια προσευχή, την οποία ο Κύριος μέσα στην αγαθότητά Του την καταλογίζει υπέρ των ζώντων ακόμη και υπέρ των τεθνεώτων, ως μελών όλων αυτών του ενός Σώματος της Εκκλησίας.
     »Επίσης, δεν γνωρίζουν ότι η “Εκκλησία είναι σύναξη των πρωτότοκων γιων του Θεού (δηλαδή των αγίων)” (Εβρ. 12, 23) και, μέσα στην αγάπη της, προσεύχεται διαρκώς στον Θεό για μας και μνημονεύει ενώπιον του Θεού τα ονόματα όλων όσων προσεύχονται στους αγίους, σαν ίσοι προς ίσους.
     »Εμείς θυμόμαστε τα ονόματά τους κι εκείνοι τα δικά μας. Ενώ, όποιος δεν θυμάται με αγάπη τους αδελφούς του στην προσευχή, αυτός δεν θα γίνει το αντικείμενο της ενθύμησης των άλλων μια και δεν είναι άξιος να μνημονεύεται. Και μια μονάχα λέξη που εκφέρεται με πίστη και αγάπη από μας, έχει μεγάλη σπουδαιότητα στην Προσευχή: “Η δέηση ενός δίκαιου έχει μεγάλη ισχύ και αποτελεσματικότητα” (Ιάκ. 5, 16)».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
ΠΡΩΘΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ
(1829–1908)


※
[ (1) Αγίου Ιωάννου
Πρωθιερέως της Κρονστάνδης:
«Η εν Χριστώ ζωή»,
κεφ. 8ο, §1, σελ. 295·
Μετάφραση από τα Αγγλικά:
Μιχαήλ Κωνσταντινίδη
Αρχιεπισκόπου Αμερικής
(1892–1958)·
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2003.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου
και απόδοσή του στη δημοτική:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

«ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, ΟΥΡΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ!»


«ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ,
ΟΥΡΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ!»


     …Θυμάμαι τον θάνατο του Γερο-Ησύχιου του Κωνσταμονίτη πριν χρόνια. Πήγε ν’ ανάψει το καντηλάκι, έγειρε κι έτσι ήσυχα έφυγε. Χρόνια πορτάρης, με μετρημένα λόγια. Ο Μελέτιος ο Σιμωνοπετρίτης χαμογελώντας απεκοιμήθη. Ο Γερο-Γιάννης της Καλύβης μου, μόλις κοινώνησε.
     Και θυμάμαι κι εγώ τον θάνατο αγρυπνώντας με την αρρώστια μου. Ακούγεται η σόμπα, ένα ποντίκι στη σκεπή, τα βήματα του παπα-Σίμωνα, σαν κάτι νά ’χασε μέσα στη νύχτα, κάπου να σκουντοφλά, κάτι να ζητά, ή κάτι ν’ ανακατεύει ανάμεσα στα κουτιά και τα φουντούκια και τις εικόνες και τα σκεπάσματά του.
     …Πέθανε η ανηψιά του παπα-Σίμωνα, εφτά χρονώ λέει. Δηλαδή πρέπει νά ’μαστε έτοιμοι κάθε στιγμή, λέει.
     Όποτε κοιμηθεί μοναχός χτυπά η καμπάνα, ό,τι ώρα και νά ’ναι, ακόμη και στη λειτουργία. Για να βοηθήσουν οι ευχές την ψυχή στην άνοδο.
     Το πρωί φέρανε σκοτωμένο ένα λύκο.
     Σαν να πιάνει νοτιάς.
     Πέθανε και η γιαγιά του Σαμουήλ. Εκατό χρονώ. Θα πάει στον Παράδεισο, έλεγε. Ήταν καλή. Στις εκκλησιές μέσα αισθανόταν πιο καλά απ’ ό,τι στο σπίτι της. Ο Ευστράτιος φεύγοντας άφησε μισή σοκολάτα και είπε: «Σημερινοί είμαστε, ουρανοί δεν είμαστε!».
     Ο Εσπερινός έγινε στο κοιμητήρι.
     Αύριο των ψυχών…

ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1952–2014)


※
[ (1) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου:
«Αγρυπνία στο Άγιον Όρος»,
§10, σελ. 29–32·
Σειρά: Ορθόδοξη μαρτυρία–35,
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
(2η ανατύπωση)·
Αθήνα, Φεβρουάριος 1995.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογής θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!


ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!


     Αυτός που θέλει πραγματικά να ειρηνεύσει με τον εαυτό του, θα πρέπει να αγαπήσει ειλικρινά τον Θεό. Και όποιος αγαπήσει ειλικρινά τον Θεό, οπωσδήποτε θα έρθει σε μια κόντρα με τον παλαιό εαυτό του. Ανέξοδος και φαντασιακός Χριστιανισμός δεν υπάρχει!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΗ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣΑΙ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ!


ΜΗ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣΑΙ,
ΑΛΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ!


   «Έχεις συνεχή θλίψη κι αυτό, παιδί μου, δεν είναι καλό. Πρόσεξέ το. Ο Θεός θέλει να είμαστε γεμάτοι από χαρά, δε τη θέλει τη θλίψη. Να προσεύχεσαι, όσο μπορείς. Έστω κι αυτό το λίγο το ακούει ο Θεός. Δεν αξίζει για τίποτα στον κόσμο να θλίβεσαι. Το ξέρεις αυτό; Να μη στενοχωριέσαι και να μη ζαλίζεσαι για πράγματα που δεν είναι στη δικαιοδοσία σου.
   »Όταν ομολογήσουμε στον Χριστό την αδυναμία μας, τότε θα μας κρίνει με επιείκεια. Ο άνθρωπος έχει πολλές δυνατότητες για να φύγει από την αμαρτία, αλλά δεν έχει θέληση.
   »Μη φοβάσαι τους λογισμούς. Ο σατανάς σφάζεται με την Προσευχή του Ιησού. Χρειάζεται όμως υπομονή και επιμονή. Να επιδιώκεις να προσεύχεσαι κι ας έρχονται όλες οι έγνοιες και οι αισχροί λογισμοί. Όταν τελειώσεις την Προσευχή, θα έχουν φύγει…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ
(1912–2006)


※
[ (1) Ι. Μονή Δαδίου:
«Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης»,
τόμ. Β΄, κεφ. 2ο, σελ. 100, 107·
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
Νοέμβριος 2011.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΟΡΤΑ


Η ΠΟΡΤΑ


Πολλές φορές αρνηθήκαμε αντιδραστικά να προσευχηθούμε είτε επειδή μας κυρίευσε ολότελα η ενοχή της αμαρτωλότητάς μας είτε γιατί μας εμπόδισε η νωχελικότητα και η αδράνεια της φιλαυτίας μας, οι πόνοι των γηίνων, οι συγχύσεις της ευθιξίας μας. Πάμπολλες όμως σκιές αμαρτάδων άρχισαν να ξεθωριάζουν με τα πρώτα ψελλίσματα της φτωχής ικεσίας μας.

Πολλές τυπικές, ανούσιες, ξερές και στείρες προσευχές έκρυψαν επιμελώς τη σπαρακτική αγωνία της μεγάλης και ανομολόγητης απιστίας μας. Μα μια και μόνο στιγμή βαθειάς συντριβής και κατάνυξης στάθηκε ικανή να μας ωθήσει κατευθείαν προς την ειρήνη του Θεού.

Πολλές από μέρους μας οι εκζητήσεις προσευχών προς τους άλλους σημαίνουν λίγο-πολύ την απώθηση της δικής μας ευθύνης στη δοκιμασία, στη δυσχέρεια ή στον πειρασμό που βιώνουμε. Ακόμη δεν εννοήσαμε τη εσωτερική διαφορά ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά» της Προσευχής σε ό,τι περνάμε εξωτερικά. Ακόμη δεν υποπτευθήκαμε πως πίσω από αυτό το πικρό και θλιβερό που διανύουμε βρίσκεται η αγάπη του Θεού, η ζηλότυπη επιθυμία Του να Τον φωνάζουμε διαρκώς στη ζωή μας και κυρίως μέσα από την καρδιά μας.

Στην άχαρη αρχή του άπειρου, τυφλού και αδαούς εαυτού μας, όλες οι προσευχές μάς φαίνονται σαν μια ψυχαναγκαστική αγγαρεία, σαν μια εκνευριστική απόπειρα εκκλήσεων και κραυγών προς το απρόσφορο, σαν μια μάταια έναρξη ενός πληκτικού μονολόγου από το μέσο της πίστας του κενού μας, σαν μια γελοία προσπάθεια να ακροαστούμε μια υπέρτατη σιωπή που μας τύπτει αδυσώπητα· μα, μόνο με το κύμα της θείας αγάπης μπορούμε να ενστερνιστούμε τον τρόπο και την ανάγκη της «επαινετής αναίδειας» της Προσευχής (Ιωάννης της Κλίμακος): να χτυπάμε ασταμάτητα σαν τρελοί και σα μεθυσμένοι την πόρτα της φιλανθρωπίας του Θεού μακριά από τύπους και όρια, από λογικές και αποδείξεις, από θεωρήσεις και κατηγορίες, από αξιώσεις και καθωσπρέπειες, από θρησκευτικές φαντασίες και δηθενίλες, από αυτοεκτιμήσεις και πολυγνωσίες, από κάθε ηθική, αυτοδικαίωση και αξιοπρέπεια.

Κάπου «εκεί» η πόρτα ανοίγει διάπλατα ή μάλλον η πόρτα δεν υπάρχει πια· υπάρχει μόνο ο Λόγος που γίνεται η Θύρα μιας άλλης πρωτόγνωρης Ζωής για μας και για το μέσα της απορημένης καρδιάς μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΡΥΑΚΙ


ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΡΥΑΚΙ


«Τώρα είναι πολύ δύσκολο
να δώσεις συμβουλές.
Όταν η καρδιά θολώσει,
την καθαρίζεις πιο δύσκολα
και από το πιο θολωμένο ρυάκι».

ΑΓΙΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
(1880–1956)

[«Δε φτάνει μόνο η πίστη»·
Εκδόσεις «Εν πλω».]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.