Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗ ΤΗΝ ΚΥΡΑ-ΜΗΛΙΑ


ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗ ΤΗΝ ΚΥΡΑ-ΜΗΛΙΑ
Λόγος υϊκός, λόγος επικήδειος


     Για τον καθένα η μάνα είναι «μάνα» και, βεβαίως, και η Μηλιά για μένα. Η Μηλιά, του Θεοχάρη Ακρίτα, της Μυροφόρας του Πρωτόπαπα και των Πρωτοπαπάδων. Η Μηλιά, ύστερα, του Νικόλα του Μασούρα, του αλετράρη, που τη νυμφεύθηκε μετά την πρόωρη χηρεία του.

     Πριν πω ο,τιδήποτε για τη μάνα μας, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η Μηλιά ήταν κόρη της Μυροφόρας, που προαναφέραμε, της γνωστής ως «Θεοχάραινας» της Κάτω Ζώδειας. Και τούτο, γιατί η γιαγιά μου η Μυροφόρα άφησε μνήμη οσίας γυναικός. Και, όπως η ίδια είπε στην αδελφή της Μάρθα (σήμερα 99 ετών!), σε μεταθανάτια ολοφώτεινη εμφάνισή της σ’ αυτήν: «Ο Χριστός με κατέταξε με τις παρθένες κι ας έκαμα τέσσερα παιδιά. Η παρθενία δεν είναι αυτό που νομίζετε. Έγκειται στον νου. Κι εγώ πρόσεχα τον νου μου από τα 33 μου χρόνια, οπόταν έχασα τον άνδρα μου». Η μάνα μου, από την πρώτη στιγμή που εισήλθε στο σπίτι του μακαριστού πατέρα μας, έμελλε να γίνει μητέρα, μητέρα των δύο ορφανών παιδιών του, του Ανδρέα μας και του Μιχάλη μας. Μία λεπτομέρεια, την οποία είναι καλά να την έχουν υπόψη τους οι σύγχρονες γυναίκες.

     Η μάνα μου δεν είχε μόνο να αναθρέψει τα παιδιά του πατέρα μου, από τον πρώτο του γάμο, και τον πενθερό του. Στο σπίτι μέσα βρήκε και την πενθερά του πατέρα μου από τον πρώτο του γάμο και τον πενθερό του. Όταν τα πενθερικά του πατέρα μου είδαν πόσο καλός άνθρωπος, πόσο καλή χριστιανή ήταν η Μηλιά, αν και είχαν κόρες, είπαν: «Καλύτερα στην Μηλιά να μείνουμε!»· κι έτσι τους γηροκόμησε και αυτούς. Όταν κάποτε πήγα να εξομολογηθώ, νέος διάκος τότε, στον Γέροντα του Σταυροβουνίου, π. Αθανάσιο, με ρώτησε: «Από πού είσαι, γιε μου;». «Από την Πάνω Ζώδεια», του απάντησα. «Από την Πάνω Ζώδεια», μου είπε τότε, «γνώρισα μια γυναίκα, που έκανε κάτι το σπάνιο: μεγάλωσε όχι μόνο τα δικά της παιδιά αλλά και τα παιδιά του άνδρα της από τον πρώτο του γάμο και γηροκόμησε και τα πενθερικά της!». Χαμογέλασα και του λέω: «Η μάννα μου είναι αυτή, Γέροντα!». «Είσαι ευλογημένος που έχεις αυτή τη μάνα!», μου είπε. «Πρόσεχε, γιατί ευλογημένες μάνες, σημαίνει ευλογημένες υποχρεώσεις!...».


     Μεγαλώσαμε κι εμείς από αυτή τη γυναίκα. Αισθάνομαι ότι η μεγαλύτερη προίκα που έδωσε στα παιδιά της, στα εγγόνια της, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά της, είναι η Πίστη. Μας έδωσε πίστη βαθιά, που να μην στερεύει ποτέ ενώπιον οποιασδήποτε δυσκολίας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία από τον θάνατο! Και τον γεύτηκε, η Μηλιά, τον θάνατο από τα παιδικά της χρόνια μέχρι τα ύστερά της· όταν πρώτα, στα εφτά της χρόνια, κήδευσε τον πατέρα της, στα πενήντα της τον άνδρα της Νικόλα, ύστερα τον γιο της Πέτρο, 24 ετών, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, και κατόπιν τον πλέον αγαπημένο της «γιο», που γι’ αυτήν δεν ήταν κατά σάρκα γιος της, τον αγαπημένο μας γαμπρό Ανδρέα. Αλλά μάνα σημαίνει να έχεις παιδιά, τα οποία αντέχουν αυτή τη ζωή και ετοιμάζονται για την αιώνια ζωή. Δεν την απολυτοποιούν αυτή τη ζωή, αλλά την εξασκούν εν Χριστώ Ιησού. Αυτό έδωσε, αυτό μας μετέδωσε η μάνα μας.

     Θα ήθελα να σας παρουσιάσω μερικά περιστατικά από τη ζωή της μάνας μας, για να δούμε αυτό που ο άγιος Γέροντάς μας π. Συμεών, Καθηγούμενος της ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, μας περιέγραψε προηγουμένως στον λόγο του, ως λαϊκή ευσέβεια. «Έχεις λαόν; Έχεις Θεόν!».

     Όταν της είπα κάποτε, «Μάνα, η Στέλλα αγάπησε τον Ανδρέα και παντρεύτηκαν· ο Χάρης αγάπησε την Ευδοκία και παντρεύτηκαν», τότε εκείνη μου λέει: «Αγάπησες κι εσύ καμιάν, γιέ μου; Πες μου το, και είναι καλό πράμα!». Της λέω: «Αγάπησα την πιο όμορφη· την Εκκλησία!». «Μα, θα γίνεις μοναχός;». Της λέω: «Ναι». Δεν μου έφερε καμιά αντίδραση κοσμική. Η αντίδρασή της ήταν πνευματικού χαρακτήρα. Μου είπε μόνο: «Ξέρεις, εσύ ο ενθουσιώδης, τι σημαίνει μοναχός;». Την ερωτώ: «Εσύ ξέρεις;». Μου λέει: «Ξέρω ότι ο καλός μοναχός, γιέ μου, μέχρι να πεθάνει είναι τσακωμένος με το κορμί του. Είσαι διατεθειμένος γι’ αυτό τον καβγά ή τελικά θα μας προσβάλεις;». Θυμήθηκα τότε τον ορισμό του αγίου Ιωάννου της «Κλίμακος», περί του τι εστί μοναχός: «Μοναχός ἐστι βία φύσεως διηνεκὴς καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπής» («Κλῖμαξ», Λόγος Α΄, §10, σελ. 39, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 1999). Η Μηλιά, από πού το έμαθε αυτό; Ποια άνωθεν σοφία τη φώτιζε; Από τότε, δεν την ξαναφώναξα «μάνα». Τη φώναζα, είτε «γερόντισσα» είτε σκέτα «Μηλιά».


     Αισθανόμουν ότι δεν μου ανήκει ένας τέτοιος άνθρωπος που κουβαλούσε τη σοφία αρχαίων χρόνων. Θα μου πείτε: «Μέχρι πού φθάνουν αυτοί οι χρόνοι;».
     Μέχρι τους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας, την εποχή των Αγίων Αποστόλων! Διότι, αν δούμε ποια είναι η πρώτη λαϊκή ευσέβεια, είναι η λαϊκή ευσέβεια αυτών των απλοϊκών και αγραμμάτων ψαράδων της Τιβεριάδος. Και από τότε οι άνθρωποι τη διαδέχονται, την παραλαμβάνουν και την παραδίδουν από γενεά σε γενεά. Αν ενωθεί και με την ιερωσύνη αυτό, γίνεται και αποστολική διαδοχή. Χάριτι Θεού, σ’ εμάς τους αναξίους συνέβη! Αλλά τι κουβαλούμε στα κηρύγματά μας, στην επικοινωνία μας με τον λαό;
     Όλοι μας κουβαλούμε τη σχέση του πατέρα μας και της μάνας μας με τον Θεό. Αν βρήκαμε και κανέναν καλό άγιο Γέροντα στη νεανική μας ζωή, τότε κουβαλούμε και τη σχέση αυτού με τον Θεό τον Τριαδικό· αυτό μεταδίδουμε! Άρα, πόσα πολλά οφείλω, σκεφτείτε, σε έναν τέτοιον άνθρωπο!

     Αργότερα, είπα στη μάνα μου: «Να μου δώσεις την ευχή σου να πάω να γίνω μοναχός!». «Αα!», μου λέει, «δεν θα σου δώσω την ευχή μου να γίνεις μοναχός, εάν δεν δω πρώτα τον δάσκαλό σου!». Τον Γέροντά μας εννοούσε. Όταν την πήγα στον π. Συμεών και τον πρωτοείδε, μου είπε, πριν ακόμα της μιλήσει αυτός: «Ο δάσκαλός σου είναι τούτος ο παστός (ο αδύνατος);». «Ναι», της λέω. Μου λέει τότε: «Να έχεις την ευχή μου, γιέ μου! Τουλάχιστον, ξέρεις να διαλέγεις δασκάλους!». Τι έκαμε νομίζετε κατόπιν, ως πρώτη της κίνηση; Εγκατέλειψε τον καλό της εδώ Πνευματικό, τον π. Σωτήριο από την Άσσια, και έκαμε Πνευματικό της τον π. Συμεών. Της είπα τότε: «Γιατί έκαμες Πνευματικό τον π. Συμεών;». «Για να σε κατηγορώ!», μου λέει· «Και για να βοηθάω έτσι αυτόν τον άνθρωπο του Θεού να σε καταλάβει μιαν ώρα γρηγορότερα, για να συνεργαζόμαστε μαζί του για τη σωτηρία σου!». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η Μηλιά!

     Σπάνια μας επαινούσε! Πολύ πιο σπάνια μας χάιδευε! Παρόλο τούτο, όλοι μας, και παιδιά της και εγγόνια της και δισέγγονα και τρισέγγονά της, και όλοι όσοι την πλησίαζαν, αισθανόμασταν την πνευματική αγάπη της να χαιδεύει την καρδιά μας και όλο μας το είναι. Η μάνα μας δεν ήταν άνθρωπος του γλυκού λόγου. Ενίοτε αυτός ο λόγος γινόταν και πικρός. Όταν κάποτε της είπα: «Μάνα, όλοι μου λένε ότι είμαι απότομος! Ο πατέρας μου ήταν γλυκύς, εσύ δεν είσαι απότομη. Από ποιόν πήρα;». Δαχτυλόδειξε τότε με μια μεγαλοπρέπεια τον εαυτό της και είπε: «Από μένα πήρες!». «Μα, εσύ δεν είσαι απότομη!». Μου λέει: «Ήμουν, γιέ μου, μέχρι τα πενήντα μου! Μετά, με επισκέφθηκε ο θάνατος και κατάλαβα ότι το να επιβάλλω τη γνώμη μου με το έξυπνο μυαλό μου, που κληρονόμησα από τη γενιά των Ακριτών, δεν είναι ευλογημένο από τον Θεό. Καλύτερα να τους φωτίζει ο Θεός τους ανθρώπους, παρά να τους επιβάλλουμε εμείς την άποψή μας». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η μάνα μας!


     Να σας πω ακόμη και για τις επισκέψεις που είχε από αγίους σε δύσκολες ώρες των παιδιών της: Όταν ήταν να γεννήσει εμένα, είδε τον Απόστολο Ανδρέα. Όταν θα γινόμουν μοναχός, την έπεισε για την επιλογή μου ο Άγιος Σπυρίδωνας που συνομίλησε μαζί της. Όταν κινδύνευσε ο αδελφός μου Χάρης σε δύσκολη ασθένεια, κι εμείς της κρύβαμε την ασθένειά του, της την αποκάλυψε ένας άγιος! Μου είπε μια μέρα: «Μα, ο Άγιος Νικήτας ήταν ξανθός;». Της λέω: «Ναι, ήταν Γότθος. Η πατρίδα του ήταν εκεί που σήμερα είναι η Ρουμανία. Αλλά, γιατί με ερωτάς;». «Τον είδα», μου λέει, «όταν πήγα να προσκυνήσω ένα απόγευμα, και μου είπε: “Να μην στεναχωριέσαι για τον Χάρη! Αυτή η ασθένεια, ου προς θάνατον, αλλά παιδαγωγία Χριστού”. Τι σημαίνει, όμως, αυτό το τελευταίο;». «Είναι για να τον φέρει κοντά Του ο Χριστός, μάνα». Τότε αναφώνησε: «Δόξα Σοι, ο Θεός! Να μας δώσει ό,τι δοκιμασία θέλει! Φτάνει να είμαστε κοντά στον Χριστό!». Και της λέω: «Γιατί, μάνα, να νιώθουμε τόσην αγάπη, όταν είμαστε κοντά στον Χριστό;». «Είσαι δεσπότης, γιέ μου, και μ’ ερωτάς εμένα; Ο Χριστός είναι η ζωή η αιώνιος· όλα τ’ άλλα είναι προσωρινά!». Να αναφέρω ακόμη για την αίσθηση των Αγίων Μυστηρίων που είχε, όταν συμμετείχε σ’ αυτά. Πόση σοβαρότητα και πόση ευλάβεια αισθανόταν απέναντι στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας!

     Κι ένα τελευταίο: Με είδε μια φορά να γογγύζω και να έχω θυμό, επιστρέφοντας από μια περιπετειώδη σύνοδο που είχαμε. Και, τι νομίζετε μου είπε, όταν με είδε στη Μητρόπολη εκνευρισμένο; «Μα, είσαι εκνευρισμένος;». Της λέω: «Ναι, από ορισμένα διατρέξαντα στη σύνοδο που είχαμε». «Δεν μου λες, παιδί μου· όταν είσαι επάνω στον θρόνο και σε θυμιάζουν δύο διάκοι κι εσύ καμαρώνεις, σου αρέσει;». Της λέω: «Ναι, μου αρέσει!». «Κι όταν σε μνημονεύουν συνεχώς μέσα στον ναό και λένε “ὑπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Νεοφύτου”, κι εσύ ευλογάς καμαρωτός, σου αρέσει;». Της λέω: «Μου αρέσει!». «Κι όταν προσκυνά το χέρι σου ο λαός, σου αρέσει;». Της λέω και πάλιν: «Ναι, μου αρέσει!». «Εεε, λοιπόν! Τα καλά δεχούμενα, και τα κακά ουχί; Αυτό σε μάθαμε;!».


     Πριν τέσσερα χρόνια αντιλήφθηκα ότι η μνήμη της μάνας μας άρχισε να αδυνατίζει. Τη ρώτησα: «Έζησες πολλούς πόνους στη ζωή σου. Ποιος ήταν ο πιο μεγάλος πόνος;». Μου απάντησε: «Όταν κατέβασα τον γιο μου τον Πέτρο στον τάφο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος η μάνα να θάβει το σπλάχνο της!». Αμέσως μετά, για να μην τη νικήσει η θλίψη, πρόσθεσε με βιασύνη: «Αλλά, δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός! Ο Θεός ξέρει το γιατί». Ύστερα, της ζήτησα να μου δώσει μια νουθεσία, δίκην παρακαταθήκης, τι να προσέξω στο υπόλοιπο του βίου μου. Και μου απάντησε: «Ο Θεός σε ανέβασε πολύ ψηλά. Πρόσεξε, να μη “γείρει” ο νους σου!». Εννοούσε, να μην με κυριεύσει η υπερηφάνεια. Όλος ο αγώνας της μάνας μας ήταν να μας μάθει την Ταπείνωση, που είναι ο Χριστός!

     Ως επιστέγασμα των πτωχών μου τούτων λόγων για το πρόσωπο της μάνας μου, επιτρέψτε μου να καταθέσω κάτι, που μου είπε ένας παλιός γνωστός μας δάσκαλος, που γνώριζε και τη Μηλιά: «Η μάνα σου ήταν η μούσα σου που σε ενέπνεε. Φρόντισε να συνεχιστεί τούτο το ωραίο που νιώθαμε κοντά της. Να είσαι σε συνεχή επαφή με το πνεύμα της, για να συνεχισθεί αυτή η έμπνευση». Κοντά στη μάνα μας μάθαμε ότι και αυτή η ζωή έχει νόημα και η άλλη ζωή έχει νόημα και ο θάνατος έχει νόημα· γιατί είναι ο προθάλαμος της Αναστάσεως! Αυτά μάθαμε κοντά στη μάνα μας. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να μαθητεύσουμε και να μεταδώσουμε αυτή τη μαθητεία και στα τέκνα και τα έκγονά μας…

     Της δούλης του Θεού Μηλιάς, ας είναι αιωνία η μνήμη! Αμήν.

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014


ΝΕΟΦΥΤΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ
(1962 – )



※
[ (1) Από το περιοδικό
«Πειραϊκή Εκκλησία»,
Έτος 28ο, Τεύχος 300,
(Φεβρουάριος 2018),
σελ. 36–38·
(2) Επίσης και από το ιστολόγιο
της Μητροπόλεως Μόρφου:
(3) Σημ.: Όλες οι φωτογραφίες
δεν έχουν καμία σχέση
με τα πρόσωπα της αφήγησης,
παρά μόνο γενικά με τον τόπο της.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΜΕ ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ;


ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ ΝΑ ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΥΜΕ
ΚΑΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ;


     «Ρωτούν μερικοί: “Τι ωφελεί να μνημονεύουμε τα ονόματα των ανθρώπων και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς; Ο Θεός, σαν παντογνώστης που είναι, γνωρίζει τα ονόματά τους και τις ανάγκες του καθενός”.
     »Όσοι όμως τα λένε αυτά, ή λησμονούν ή δεν γνωρίζουν τη σπουδαιότητα της προσευχής· δεν γνωρίζουν τη σπουδαιότητα ακόμη και της κάθε λέξης που λέγεται με όλη μας την καρδιά· λησμονούν ότι η δικαιοσύνη και η ευσπλαχνία του Θεού κινείται μαζί με τη δική μας εγκάρδια προσευχή, την οποία ο Κύριος μέσα στην αγαθότητά Του την καταλογίζει υπέρ των ζώντων ακόμη και υπέρ των τεθνεώτων, ως μελών όλων αυτών του ενός Σώματος της Εκκλησίας.
     »Επίσης, δεν γνωρίζουν ότι η “Εκκλησία είναι σύναξη των πρωτότοκων γιων του Θεού (δηλαδή των αγίων)” (Εβρ. 12, 23) και, μέσα στην αγάπη της, προσεύχεται διαρκώς στον Θεό για μας και μνημονεύει ενώπιον του Θεού τα ονόματα όλων όσων προσεύχονται στους αγίους, σαν ίσοι προς ίσους.
     »Εμείς θυμόμαστε τα ονόματά τους κι εκείνοι τα δικά μας. Ενώ, όποιος δεν θυμάται με αγάπη τους αδελφούς του στην προσευχή, αυτός δεν θα γίνει το αντικείμενο της ενθύμησης των άλλων μια και δεν είναι άξιος να μνημονεύεται. Και μια μονάχα λέξη που εκφέρεται με πίστη και αγάπη από μας, έχει μεγάλη σπουδαιότητα στην Προσευχή: “Η δέηση ενός δίκαιου έχει μεγάλη ισχύ και αποτελεσματικότητα” (Ιάκ. 5, 16)».

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
ΠΡΩΘΙΕΡΕΑΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ
(1829–1908)


※
[ (1) Αγίου Ιωάννου
Πρωθιερέως της Κρονστάνδης:
«Η εν Χριστώ ζωή»,
κεφ. 8ο, §1, σελ. 295·
Μετάφραση από τα Αγγλικά:
Μιχαήλ Κωνσταντινίδη
Αρχιεπισκόπου Αμερικής
(1892–1958)·
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2003.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου
και απόδοσή του στη δημοτική:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

«ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ, ΟΥΡΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ!»


«ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ,
ΟΥΡΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ!»


     …Θυμάμαι τον θάνατο του Γερο-Ησύχιου του Κωνσταμονίτη πριν χρόνια. Πήγε ν’ ανάψει το καντηλάκι, έγειρε κι έτσι ήσυχα έφυγε. Χρόνια πορτάρης, με μετρημένα λόγια. Ο Μελέτιος ο Σιμωνοπετρίτης χαμογελώντας απεκοιμήθη. Ο Γερο-Γιάννης της Καλύβης μου, μόλις κοινώνησε.
     Και θυμάμαι κι εγώ τον θάνατο αγρυπνώντας με την αρρώστια μου. Ακούγεται η σόμπα, ένα ποντίκι στη σκεπή, τα βήματα του παπα-Σίμωνα, σαν κάτι νά ’χασε μέσα στη νύχτα, κάπου να σκουντοφλά, κάτι να ζητά, ή κάτι ν’ ανακατεύει ανάμεσα στα κουτιά και τα φουντούκια και τις εικόνες και τα σκεπάσματά του.
     …Πέθανε η ανηψιά του παπα-Σίμωνα, εφτά χρονώ λέει. Δηλαδή πρέπει νά ’μαστε έτοιμοι κάθε στιγμή, λέει.
     Όποτε κοιμηθεί μοναχός χτυπά η καμπάνα, ό,τι ώρα και νά ’ναι, ακόμη και στη λειτουργία. Για να βοηθήσουν οι ευχές την ψυχή στην άνοδο.
     Το πρωί φέρανε σκοτωμένο ένα λύκο.
     Σαν να πιάνει νοτιάς.
     Πέθανε και η γιαγιά του Σαμουήλ. Εκατό χρονώ. Θα πάει στον Παράδεισο, έλεγε. Ήταν καλή. Στις εκκλησιές μέσα αισθανόταν πιο καλά απ’ ό,τι στο σπίτι της. Ο Ευστράτιος φεύγοντας άφησε μισή σοκολάτα και είπε: «Σημερινοί είμαστε, ουρανοί δεν είμαστε!».
     Ο Εσπερινός έγινε στο κοιμητήρι.
     Αύριο των ψυχών…

ΜΟΝΑΧΟΣ ΜΩΥΣΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1952–2014)


※
[ (1) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου:
«Αγρυπνία στο Άγιον Όρος»,
§10, σελ. 29–32·
Σειρά: Ορθόδοξη μαρτυρία–35,
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
(2η ανατύπωση)·
Αθήνα, Φεβρουάριος 1995.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογής θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!


ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!


     Αυτός που θέλει πραγματικά να ειρηνεύσει με τον εαυτό του, θα πρέπει να αγαπήσει ειλικρινά τον Θεό. Και όποιος αγαπήσει ειλικρινά τον Θεό, οπωσδήποτε θα έρθει σε μια κόντρα με τον παλαιό εαυτό του. Ανέξοδος και φαντασιακός Χριστιανισμός δεν υπάρχει!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΗ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣΑΙ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ!


ΜΗ ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΕΣΑΙ,
ΑΛΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ!


   «Έχεις συνεχή θλίψη κι αυτό, παιδί μου, δεν είναι καλό. Πρόσεξέ το. Ο Θεός θέλει να είμαστε γεμάτοι από χαρά, δε τη θέλει τη θλίψη. Να προσεύχεσαι, όσο μπορείς. Έστω κι αυτό το λίγο το ακούει ο Θεός. Δεν αξίζει για τίποτα στον κόσμο να θλίβεσαι. Το ξέρεις αυτό; Να μη στενοχωριέσαι και να μη ζαλίζεσαι για πράγματα που δεν είναι στη δικαιοδοσία σου.
   »Όταν ομολογήσουμε στον Χριστό την αδυναμία μας, τότε θα μας κρίνει με επιείκεια. Ο άνθρωπος έχει πολλές δυνατότητες για να φύγει από την αμαρτία, αλλά δεν έχει θέληση.
   »Μη φοβάσαι τους λογισμούς. Ο σατανάς σφάζεται με την Προσευχή του Ιησού. Χρειάζεται όμως υπομονή και επιμονή. Να επιδιώκεις να προσεύχεσαι κι ας έρχονται όλες οι έγνοιες και οι αισχροί λογισμοί. Όταν τελειώσεις την Προσευχή, θα έχουν φύγει…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ
(1912–2006)


※
[ (1) Ι. Μονή Δαδίου:
«Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης»,
τόμ. Β΄, κεφ. 2ο, σελ. 100, 107·
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
Νοέμβριος 2011.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΟΡΤΑ


Η ΠΟΡΤΑ


Πολλές φορές αρνηθήκαμε αντιδραστικά να προσευχηθούμε είτε επειδή μας κυρίευσε ολότελα η ενοχή της αμαρτωλότητάς μας είτε γιατί μας εμπόδισε η νωχελικότητα και η αδράνεια της φιλαυτίας μας, οι πόνοι των γηίνων, οι συγχύσεις της ευθιξίας μας. Πάμπολλες όμως σκιές αμαρτάδων άρχισαν να ξεθωριάζουν με τα πρώτα ψελλίσματα της φτωχής ικεσίας μας.

Πολλές τυπικές, ανούσιες, ξερές και στείρες προσευχές έκρυψαν επιμελώς τη σπαρακτική αγωνία της μεγάλης και ανομολόγητης απιστίας μας. Μα μια και μόνο στιγμή βαθειάς συντριβής και κατάνυξης στάθηκε ικανή να μας ωθήσει κατευθείαν προς την ειρήνη του Θεού.

Πολλές από μέρους μας οι εκζητήσεις προσευχών προς τους άλλους σημαίνουν λίγο-πολύ την απώθηση της δικής μας ευθύνης στη δοκιμασία, στη δυσχέρεια ή στον πειρασμό που βιώνουμε. Ακόμη δεν εννοήσαμε τη εσωτερική διαφορά ανάμεσα στο «πριν» και το «μετά» της Προσευχής σε ό,τι περνάμε εξωτερικά. Ακόμη δεν υποπτευθήκαμε πως πίσω από αυτό το πικρό και θλιβερό που διανύουμε βρίσκεται η αγάπη του Θεού, η ζηλότυπη επιθυμία Του να Τον φωνάζουμε διαρκώς στη ζωή μας και κυρίως μέσα από την καρδιά μας.

Στην άχαρη αρχή του άπειρου, τυφλού και αδαούς εαυτού μας, όλες οι προσευχές μάς φαίνονται σαν μια ψυχαναγκαστική αγγαρεία, σαν μια εκνευριστική απόπειρα εκκλήσεων και κραυγών προς το απρόσφορο, σαν μια μάταια έναρξη ενός πληκτικού μονολόγου από το μέσο της πίστας του κενού μας, σαν μια γελοία προσπάθεια να ακροαστούμε μια υπέρτατη σιωπή που μας τύπτει αδυσώπητα· μα, μόνο με το κύμα της θείας αγάπης μπορούμε να ενστερνιστούμε τον τρόπο και την ανάγκη της «επαινετής αναίδειας» της Προσευχής (Ιωάννης της Κλίμακος): να χτυπάμε ασταμάτητα σαν τρελοί και σα μεθυσμένοι την πόρτα της φιλανθρωπίας του Θεού μακριά από τύπους και όρια, από λογικές και αποδείξεις, από θεωρήσεις και κατηγορίες, από αξιώσεις και καθωσπρέπειες, από θρησκευτικές φαντασίες και δηθενίλες, από αυτοεκτιμήσεις και πολυγνωσίες, από κάθε ηθική, αυτοδικαίωση και αξιοπρέπεια.

Κάπου «εκεί» η πόρτα ανοίγει διάπλατα ή μάλλον η πόρτα δεν υπάρχει πια· υπάρχει μόνο ο Λόγος που γίνεται η Θύρα μιας άλλης πρωτόγνωρης Ζωής για μας και για το μέσα της απορημένης καρδιάς μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΡΥΑΚΙ


ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΡΥΑΚΙ


«Τώρα είναι πολύ δύσκολο
να δώσεις συμβουλές.
Όταν η καρδιά θολώσει,
την καθαρίζεις πιο δύσκολα
και από το πιο θολωμένο ρυάκι».

ΑΓΙΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
(1880–1956)

[«Δε φτάνει μόνο η πίστη»·
Εκδόσεις «Εν πλω».]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ


ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΗΣ


     Ο άγιος μεγαλομάρτυς του Χριστού Θεόδωρος ο Στρατηλάτης [1] καταγόταν από τα Ευχάϊτα, μικρή πόλη κοντά στην Αμάσεια [2]. Η γενναιότητά του και η ρητορική του δεινότητα κέρδισαν την εκτίμηση του αυτοκράτορα Λικινίου (περί το 320), ο οποίος τον διόρισε στρατηγό και διοικητή της Ηράκλειας [3]. Μόλις ανέλαβε το αξίωμά του, ο Θεόδωρος αποκάλυψε δίχως φόβο ότι ήταν χριστιανός και με τους φλογερούς του λόγους μετέστρεψε μεγάλο μέρος των κατοίκων της πόλεως στην αληθή Πίστη. Λέγεται μάλιστα ότι επιβεβαίωσε την αλήθεια του κηρύγματός του σκοτώνοντας ένα μεγάλο φίδι που τρομοκρατούσε τους κατοίκους της περιοχής. Ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε την απρόσμενη διαγωγή του ευνοούμενού του και τον κάλεσε κοντά του, αλλά ο Θεόδωρος αντιπρότεινε στον Λικίνιο να έλθει ο ίδιος να τον επισκεφθεί στην Ηράκλεια με τα χρυσά και αργυρά του είδωλα. Ενθαρρυμένος από ένα ενύπνιο όραμα που του ανήγγειλε ότι είχε φθάσει η ώρα να δώσει με το αίμα του μαρτυρία της αγάπης του για τον Χριστό, επεφύλαξε μεγαλοπρεπή υποδοχή στον αυτοκράτορα. Αυτός θαυμάζοντας την ευταξία της πόλεως, πρότεινε στον διοικητή να επιδείξει την ευσέβειά του στους θεούς προσφέροντας θυσία. Ο Θεόδωρος συγκατένευσε και ζήτησε μόνο να πάρει τα είδωλα στο σπίτι του την νύκτα, για να τους αποδώσει τάχα λατρευτικές τιμές πριν την δημόσια θυσία. Πήρε λοιπόν τα χρυσά είδωλα που είχε φέρει μαζί του ο Λικίνιος και πέρασε την νύκτα κομματιάζοντάς τα και πρωί-πρωί μοίρασε το χρυσό στους φτωχούς. Όταν έφθασε η ώρα της θυσίας, ήλθε ένας εκατόνταρχος κατατρομαγμένος, αναφέροντας στον αυτοκράτορα ότι είχε δει έναν φτωχό να κουβαλάει το χρυσό κεφάλι ενός αγάλματος της Αρτέμιδος. Μόλις συνήλθε ο εμβρόντητος ηγεμόνας, διέταξε έξαλλος να δέσουν τον άγιο στο τιμωρητικό ξύλο και με βούνευρα να του δώσουν εφτακόσιες μαστιγιές στην ράχη, πεντακόσιες στην κοιλιά και με το μαστίγιο που είχε στις άκρες του σφαιρίδια μολυβένια να τον κτυπήσουν στον αυχένα. Κατόπιν, έγδαραν τον άγιο και, αφού πέρασαν δαυλούς πάνω στις πληγές του, τον έξυσαν με θραύσματα αγγείων. Την ώρα του μαρτυρίου το μόνο που έκανε ο άγιος μάρτυς ήταν να επαναλαμβάνει: «Δόξα Σοι, ο Θεός μου!».

     Τον έριξαν στην φυλακή, τον άφησαν για επτά ημέρες δίχως τροφή και, κατόπιν, τον σταύρωσαν έξω από την πόλη. Οι στρατιώτες ανελέητοι βύθισαν στο γεννητικό του όργανο σιδερένια ράβδο που του ξέσχισε τα σωθικά, ενώ τα παιδιά διασκεδάζοντας έριχναν βέλη για να του βγάλουν τα μάτια. Υπομονετικός στα βασανιστήρια και μακρόθυμος απέναντι στους δημίους του, κατά το παράδειγμα του Κυρίου και Θεού του, ο Θεόδωρος παρέμενε ακλόνητος στην προσευχή του και ενεθάρρυνε τον δούλο του Ούαρο να σημειώνει γραπτώς όλες τις λεπτομέρειες του μαρτυρίου του.

Ὑπομονὴν ἀνένδοτον,
καρτερίαν ἀνάλωτον,
καὶ ὑπερφυῆ ἀνδρείαν
ἐνδειξάμενος,
ποικίλαις κολάσεσι,
καὶ χαλεπαῖς στρεβλώσεσι,
πάντων τῶν Μαρτύρων,
ὑπερέβης τοὺς ἄθλους·
παθῶν Δεσποτικῶν δέ,
τῷ σταυρῷ κοινωνήσας,
καὶ πλέον ὑπομείνας,
μειζόνως ἐδοξάσθης.

(Κανὼν τοῦ Ὄρθρου,
ᾠδὴ η΄, β΄ τροπάριον).

     Την νύκτα τον άφησαν κρεμασμένο στον σταυρό και ήλθε άγγελος Κυρίου, τον αποκαθήλωσε και, αφού του γιάτρεψε όλες τις πληγές, τον ενεθάρρυνε να προσκαρτερήσει μέχρι τέλους στον αγώνα του. Όταν το πρωί ήλθαν δύο στρατιώτες για να κατεβάσουν το πτώμα του, έμειναν εμβρόντητοι βρίσκοντάς τον σώο και αβλαβή και ασπάσθηκαν την Πίστη του Χριστού, παρασύροντας μαζί τους το υπόλοιπο απόσπασμα και εν συνεχεία τους στρατιώτες που είχαν σταλεί για να τους τιμωρήσουν.

     Αντιλαμβανόμενος ότι μπροστά σε τόσα θαύματα υπήρχε κίνδυνος η αναστατωμένη πόλη να εξεγερθεί, ο Λικίνιος έστειλε άλλους στρατιώτες με την εντολή να θανατώσουν δίχως χρονοτριβή τον Θεόδωρο, τον υπαίτιο όλων αυτών των ταραχών. Κάποιοι χριστιανοί θέλησαν να παρέμβουν, αλλά ο άγιος μάρτυς, αισθανόμενος ότι είχε πλέον φθάσει η ώρα να ολοκληρώσει την ένωσή του με τον Χριστό, τους σταμάτησε και παρουσιάσθηκε γαλήνια μπροστά στους δημίους του. Αφού σφραγίστηκε με το σημείο του ζωοποιού Σταυρού, έκλεινε τον αυχένα και έλαβε με ένα πλήγμα του ξίφους τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου.

     Σύμφωνα με τις οδηγίες του, οι χριστιανοί μετέφεραν θριαμβικά εν πομπή το άγιο λείψανο στο πατρικό του σπίτι στα Ευχάϊτα. Εκεί επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων ανά τους αιώνες, σε σημείο μάλιστα που αργότερα η πόλη μετονομάσθηκε «Θεοδορούπολις» [4].


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογίᾳ ἀληθεῖ
Ἀθλοφόρε,
τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς
Βασιλέως,
περικαλλὴς γεγένησαι
Θεόδωρε·
ὅπλοις γὰρ τῆς Πίστεως,
παρετάξω ἐμφρόνως,
καὶ κατεξωλόθρευσας,
τῶν δαιμόνων τὰ στίφη,
καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής·
ὅθεν σε πίστει,
ἀεὶ μακαρίζομεν.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἀνδρείᾳ ψυχῆς,
τὴν πίστιν ὁπλισάμενος,
καὶ ῥῆμα Θεοῦ,
ὡς λόγχην χειρισάμενος,
τὸν ἐχθρὸν κατέτρωσας,
τῶν Μαρτύρων κλέος
Θεόδωρε.
Σὺν αὐτοῖς Χριστῷ τῷ Θεῷ,
πρεσβεύων μὴ παύσῃ,
ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
Χαίροις
τῶν Μαρτύρων ἡ καλλονή,
καὶ τῆς Ἐκκλησίας,
ἀπροσμάχητος βοηθός.
Χαίροις δωρημάτων,
θησαύρισμα τῶν θείων.
Θεόδωρε τρισμάκαρ,
ἡμῶν ἀντίληψις.



— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
  [1] Μερικές αρχαίες πηγές δεν τον διακρίνουν από τον άγιο Θεόδωρα τον Τήρωνα [17 Φεβρ.]· π.χ. Γρηγορίου Νύσσης: «Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Θεόδωρον», PG46, 739-748. Παρά το γεγονός ότι η Ακολουθία του αγίου δεν συμπεριλαμβάνει ρητώς την Μεγάλη Δοξολογία, τα λειτουργικά βιβλία ορίζουν σήμερα να γίνεται κατάλυσις οίνου και ελαίου, αν η εορτή τύχει εκτός της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
  [2] Η πόλη Ευχάϊτα ή Ευχάνεια (ή ακόμη Ευχαία) διακρίνεται από τα Ευχάϊτα, την πατρίδα του αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, διότι κατά τον 11ο αιώνα, ο όσιος Λάζαρος ο Γαλησιώτης [7 Νοεμ.] μετέβη για προσκύνημα στις δύο αυτές πόλεις.
  [3] Βρίσκεται στον Πόντο και διακρίνεται από την Ηράκλεια, πρωτεύουσα της Θράκης.
  [4] Η ανακομιδή των λειψάνων του εορτάζεται στις 8 Ιουνίου.


※
[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 93–95.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

ΚΑΠΟΙΟΙ


ΚΑΠΟΙΟΙ


     Κάποιοι συγχέουν και μπερδεύουν την ειρήνη της καρδιάς και την ησυχία των λογισμών με τον εφησυχασμό, τη σύμβαση και τη νάρκη του βίου τους. Και μετά απορούν που παλεύουν αλύτρωτα με το άλγος του εσώτατου κενού τους.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.