Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ

Ο ΜΕΓΑΣ ΦΩΤΙΟΣ


     Ο άγιος πατήρ ημών Φώτιος ο Μέγας γεννήθηκε το 810. Η οικογένειά του ανήκε στην υψηλή βυζαντινή αυτοκρατορία· ο πατέρας του, ο σπαθάριος Σέργιος, ήταν αδελφός του πατριάρχου αγίου Ταρασίου [25 Φεβρ.] και ο εκ μητρός θείος του είχε νυμφευθεί την αδελφή της αυτοκράτειρας Θεοδώρας (815-867) [11 Φεβρ.]. Οι γονείς του ήσαν φιλομόναχοι και μαρτύρησαν κατά τον εικονομαχικό διωγμό, αφήνοντας έτσι στον υιό τους παρακαταθήκη ένα αγαθό κατά πολύ πολυτιμότερο από την ευγενική καταγωγή και περιουσία: την μέχρι θανάτου προσήλωση στην αληθινή πίστη. Προικισμένος από τον Θεό με εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες, ο νεαρός Φώτιος έλαβε την πλέον ενδελεχή μόρφωση σε όλες τις επιστήμες: θύραθεν και ιερές. Περνούσε ολόκληρες νύκτες μελετώντας, μην επιτρέποντας να του ξεφύγει κανένα είδος επιστήμης της τότε εποχής και αποκτώντας ευρύτατες γνώσεις που τον κατέστησαν τον σοφότερο άνδρα της εποχής του και την κυρίαρχη μορφή της πνευματικής αναγέννησης του Βυζαντίου μετά τα δεινά της εικονομαχίας. Εν συνεχεία, έγινε περίφημος διδάσκαλος της αριστοτελικής φιλοσοφίας και της θεολογίας στην αυτοκρατορική Ακαδημία που είχε ιδρυθεί στο ανάκτορο των Μαγγάνων [1]. Απεσταλμένος σε διπλωματική αποστολή στην Βαγδάτη (845), συνέταξε από μνήμης προς χρήση του αδελφού του την «Μυριόβιβλον (βιβλιοθήκη)» [2]: κριτική επιτομή 280 έργων πάσης φύσεως, απόδειξη του εύρους των γνώσεών του. Καθώς η αποστολή αυτή εστέφθη με επιτυχία, έλαβε επιστρέφοντας το αξίωμα του «πρωτασηκρήτη» (έμπιστου γραμματέα και συμβούλου του αυτοκράτορα), δίχως παρά ταύτα να εγκαταλείψει τα διδακτικά του καθήκοντα και τις αγαπημένες του μελέτες.

     Το 857, ο θείος του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ (839-867), Βάρδας (816-866), κατέλαβε την πολιτική εξουσία με τον τίτλο του καίσαρος. Για να εκδικηθεί τον πατριάρχη Ιγνάτιο (798-877) [23 Οκτ.], ο οποίος είχε ελέγξει το ήθος του, τον ανάγκασε να παραιτηθεί από το αξίωμά του και ενήργησε ώστε να εκλεγεί, παρά τη θέλησή του, ομόφωνα από τον κλήρο ο ευσεβής και σοφός Φώτιος. Προτιμώντας τον θάνατο παρά το γεμάτο κινδύνους τούτο λειτούργημα σε μια τόσο ταραγμένη περίοδο, εκείνος αντιστάθηκε όσο μπορούσε στις παρακλήσεις και στις απειλές και, τελικά, κλαίγοντας ενέδωσε και δέχθηκε να εγκαταλείψει την γαλήνη του σπουδαστηρίου του και τις φιλοσοφικές συζητήσεις με τους πνευματικούς του φίλους για να χειροτονηθεί πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως στις 25 Δεκεμβρίου του 858, αφού ανήλθε μέσα σε έξι ημέρες όλους τους βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Σε μια επιστολή του στον καίσαρα Βάρδα, έγραφε ότι ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο «ἀγόμενος καὶ ἑλκόμενος, καὶ μᾶλλον ἂν προτιμήσας τοῦ βίου τὴν τελευτήν». Οι ακραίοι οπαδοί του Ιγνατίου άρχισαν τότε να αντιτίθενται στον νέο πατριάρχη με κάθε είδους ραδιουργίες, προφασιζόμενοι την αντικανονικότητα της αιφνίδιας ανόδου ενός λαϊκού στον ανώτατο βαθμό της ιεραρχίας. Όσο για τον Φώτιο, εκείνος προσπαθούσε να αποφύγει την οποιαδήποτε σύγκρουση και έκανε ό,τι ήταν στο χέρι του για να αποκαταστήσει την ενότητα και ειρήνη στην Εκκλησία, στερεώνοντάς την στην αγάπη που είναι ο «σύνδεσμος της τελειότητας» (βλ. Κολ. 3, 14).


     Προσπάθησε κατ’ αρχήν να εκριζώσει τα υπολείμματα των αιρέσεων των μανιχαίων και εικονομάχων, ανέλαβε την ανοικοδόμηση πλήθους ναών, μονών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που είχαν πέσει θύματα βανδαλισμού εκ μέρους των εικονομάχων και συν τοις άλλοις επέδειξε ιδιαίτερη μέριμνα στην οργάνωση ιεραποστολών για τον ευαγγελισμό των βάρβαρων λαών. Παρά τις προσπάθειές του να κατευνάσει τους οπαδούς του Ιγνατίου και κατακρίνοντας ταυτόχρονα τις βίαιες διώξεις εναντίον τους εκ μέρους της κυβέρνησης, αναγκάσθηκε να συγκαλέσει σύνοδο (859), η οποία επικύρωσε την εκθρόνιση του Ιγνατίου και τον εξόρισε στην Μυτιλήνη, κατόπιν δε στην Τερέβινθο. Η αναταραχή, όμως, δεν σταμάτησε και, έτσι, συγκλήθηκε και άλλη σύνοδος το 861, στον ναό των Αγίων Αποστόλων, με την παρουσία λεγάτων του πάπα που ονομάστηκε «Πρωτοδευτέρα» και που επισήμως είχε ως σκοπό να επικυρώσει την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας και να καταδικάσει οριστικά την εικονομαχία. Πέρα, όμως, από τον δογματικό αυτό ρόλο της, η σύνοδος αναγνώρισε επίσης την εγκυρότητα της χειροτονίας του Φωτίου με την πλήρη συγκατάθεση των λεγάτων, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι ενεργούσαν αντίθετα στις διαταγές του πάπα, σκέφτονταν ότι με τον τρόπο αυτό συνέβαλλαν στον θρίαμβο της εξουσίας της Ρώμης.

     Ο αλαζόνας και φιλόδοξος πάπας Νικόλαος Δ΄ (858-868) είχε πάρει το μέρος του Ιγνατίου, διαβλέποντας στην υπόθεση αυτή να προβάλει –για πρώτη φορά με έκδηλο τρόπο στην ιστορία της Εκκλησίας– την αξίωση των παπών της Ρώμης για δικαιοδοσία «ἐπὶ τῆς καθολικῆς (ολόκληρης της) Ἐκκλησίας καὶ ἐπὶ ὅλης τῆς γῆς». Από το πρωτείο τιμής και την διαιτητική εξουσία επί δογματικών θεμάτων, που αναγνωρίζονταν ανέκαθεν στην Ρώμη από τις άλλες Εκκλησίες, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο των μεγάλων αιρέσεων που προώθησαν οι αυτοκράτορες (αρειανισμός, μονοθελητισμός, εικονομαχία), οι πάπες την εποχή αυτή αρχίζουν να αναλαμβάνουν για δικό τους λογαριασμό την ηγεμονική αξίωση των Φράγκων να ανασυσταθεί η δυτική αυτοκρατορία, που είχε διαλυθεί με τον θάνατο του Καρλομάγνου (742-814) και την συνθήκη του Βερντέν (Verdun, Αύγουστος 843). Με πρωτοβουλία αυταρχικών παπών, η ρωμαϊκή Εκκλησία επιδίωκε να επιβάλει τότε σε ολόκληρη την Εκκλησία την υπεροχή της, την οποία ισχυριζόταν ότι είχε λάβει από τον ίδιο τον Χριστό και που θα της έδινε το δικαίωμα να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων Εκκλησιών και να επιβάλλει παντού τα ήθη της (αγαμία του κλήρου, νηστεία του Σαββάτου, χρήση αζύμων στην θεία Ευχαριστία, μεταξύ άλλων).

     Η αντιπαλότητα του πάπα Νικολάου Α΄ (820-867) και η ανάμιξή του στις υποθέσεις της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ είχε κληθεί μόνο για να αποφανθεί περί της εικονομαχίας, ώθησε τον άγιο Φώτιο να καταγγείλει τους νεωτερισμούς της Ρώμης. Έγραφε τότε: «Η κατάργηση και των πλέον ελασσόνων παρακαταθηκών που ελάβαμε από την Παράδοση, οδηγεί στην πλήρη καταφρόνηση των δογμάτων». Η αντίδραση αυτή προκάλεσε την οργή του πάπα, ο οποίος έγραψε προς όλους τους επισκόπους της Ανατολής κατηγορώντας τον Φώτιο ως μοιχεπιβάτη, αφού κατείχε τον πατριαρχικό θρόνο ζώντος του νομίμου κατόχου του και αποφάσισε από μόνος του την εκθρόνιση του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα πρωτοφανές στην ιστορία της Εκκλησίας. Αποφαινόταν επιπλέον ότι οι αποφάσεις της Συνόδου του 861 ήσαν άκυρες, επικαλούμενος το δικαίωμα των παπών να κρίνει τις συνόδους. Και δεν σταμάτησε εκεί. Το 863 συγκάλεσε στην Ρώμη σύνοδο επισκόπων της Δύσεως, η οποία αποφάσισε την εκθρόνιση του Φωτίου και αφόρισε όλους τους κληρικούς που είχαν χειροτονηθεί από αυτόν. Στις ενστάσεις του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ ο πάπας δήλωσε, το 865, ότι είχε λάβει από τον ίδιο τον Χριστό την υπεροχή επί της καθολικής Εκκλησίας και ως εκ τούτου μπορούσε να επεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων Εκκλησιών. Κατόπιν, με σειρά επιστολών εξαπέλυσε σωρεία ύβρεων κατά του Φωτίου, οι οποίες κρίθηκαν ανάξιες αποκρίσεως εκ μέρους του αληθινού μαθητού του Σωτήρος.


     Παρά τις αντιδράσεις και τις μέριμνες, ο άγιος πατριάρχης δεν έπαψε την αποστολική δραστηριότητά του. Σε συμφωνία με τον βασιλέα οργάνωσε τότε ιεραποστολές για την διάδοση του Ευαγγελίου στους Σλάβους. Απευθύνθηκε προς τούτο στον συνάδελφο και σοφό φίλο του Κωνσταντίνο, τον οποίο τιμούμε ως άγιο με το όνομα Κύριλλος, καθώς και στον αδελφό του Μεθόδιο, ασκητή στο όρος Όλυμπος, για να αναλάβουν μια πρώτη αποστολή στους Χαζάρους της νότιας Ρωσίας. Λίγο αργότερα, κατόπιν αιτήματος του ηγεμόνα της Μοραβίας, έστειλε τους δύο αδελφούς σε μια μεγάλη ιεραποστολική περιοδεία η οποία σημάδεψε τις απαρχές του εκχριστιανισμού των σλαβικών πληθυσμών των Βαλκανίων [βλ. εορτή αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου: 11 Μαΐου (826-869· 815-885)].

     Την ίδια εποχή, ο ηγεμών της Βουλγαρίας Μπόρις Α΄ (Борис-Михаил· ηγεμ.: 852-889· θάν.: 2 Μαΐου 907) [2 Μαΐ.], ο οποίος είχε μόλις βαπτισθεί λαμβάνοντας το όνομα Μιχαήλ, με ανάδοχο τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, συμπαρασύροντας ολόκληρο το έθνος του στην χριστιανική πίστη, αποστασιοποιείτο από το Βυζάντιο εξαιτίας της άρνησης του αυτοκράτορα να του παραχωρήσει έναν πατριάρχη των Βουλγάρων και απευθύνθηκε στην Ρώμη (866). Δραττόμενος της ευκαιρίας αυτής που ανταποκρινόταν τόσο καλά στις φιλοδοξίες του, ο πάπας έστειλε αμέσως λατίνους προσηλυτιστές στην Βουλγαρία, με την εντολή να διαδώσουν τους νεωτερισμούς τους στην νεαρή αυτή Εκκλησία που είχε ιδρυθεί από τους Βυζαντινούς, ιδιαιτέρως δε να διαδώσουν την προσθήκη «και του Υιού» (filioque) στο «Σύμβολο της Πίστεως» [3]. Μπροστά στον κίνδυνο των νεωτερισμών που έπλητταν αυτό το ίδιο το δόγμα της Αγίας Τριάδος, ο άγιος Φώτιος έκρινε πως είχε έρθει πλέον η ώρα «ο πράος να γίνει μαχητής» (βλ. Ιωήλ 4, 11), να λύσει την σιωπή του και να περάσει στην αντεπίθεση. Απηύθυνε μια Εγκύκλιο Επιστολή σε όλους τους επισκόπους της Ανατολής, με την οποία καταδίκαζε εντονότατα τις πλάνες των Λατίνων, ιδιαιτέρως το filioque. Στη συνέχεια, συγκάλεσε μεγάλη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 867, η οποία διακήρυξε την νίκη του ορθοδόξου δόγματος επί παντός αιρέσεως και αναθεμάτισε τον πάπα Νικόλαο και τους ιεραποστόλους του στην Βουλγαρία. Έτσι, ένα επίσημο σχίσμα χώρισε τις δύο Εκκλησίες, πρόδρομος αυτό του Μεγάλου Σχίσματος του 1054.


     Εν τω μεταξύ, στα τέλη του έτους 867, μετά την δολοφονία του Μιχαήλ Γ΄, ανήλθε στον θρόνο ο Βασίλειος Α΄ (867-886) ιδρύοντας την δυναστεία των Μακεδόνων (867-1057). Αμέσως φρόντισε να καθαιρεθεί ο άγιος Φώτιος και να φυλακισθεί στην Μονή της Σκέπης, επαναφέροντας στον θρόνο τον άγιο Ιγνάτιο. Παρά τις φιλειρηνικές επεμβάσεις του Ιγνατίου, οι εχθροί του Φωτίου άρχισαν κανονικό διωγμό κατά πάντων των κληρικών που είχε χειροτονήσει εκείνος. Μπροστά στις ταραχές αυτές, ο Βασίλειος Α΄ έκρινε κατάλληλη την περίσταση να αναθέσει στην Ρώμη να κρίνει μεταξύ των δύο διεκδικητών του πατριαρχικού θρόνου. Ο διάδοχος του Νικολάου Α΄, Αδριανός Β΄ (792-872), επωφελήθηκε από αυτή την ευκαιρία που του πρόσφερε ο αυτοκράτορας και συγκάλεσε σύνοδο (869), η οποία καταδίκασε εκ νέου τον Φώτιο, κήρυξε άκυρη την Σύνοδο του 867 καίγοντας δημόσια τα Πρακτικά της και έδωσε εντολή για σύγκληση συνόδου στην Κωνσταντινούπολη. Η ψευτοσύνοδος αυτή που ονομάστηκε από τους Λατίνους «Όγδοη Οικουμενική Σύνοδος», συγκέντρωσε το 869-870 ολιγάριθμους επισκόπους που, από τον φόβο του ηγεμόνα και από δειλία, καταδίκασαν τον Φάρο της Εκκλησίας και εξόρισαν τους οπαδούς του στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Περισσότεροι από διακόσιοι επίσκοποι καθαιρέθηκαν τότε και πολλοί ιερείς αποσχηματίσθηκαν. Ο άγιος πατριάρχης Φώτιος σύρθηκε ως κακοποιός ενώπιον εκείνης της συνόδου και πιεζόμενος έντονα να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, είπε μετά από μακρά σιωπή: «Ο Θεός ενωτίζεται την φωνή αυτού που σιγεί. Διότι και ο ίδιος ο Χριστός σιωπώντας δεν απέφυγε την καταδίκη». Καθώς οι κατήγοροί του επέμεναν, εκείνος αποκρίθηκε: «Η δικαίωσή μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου». Άξιος μιμητής του Πάθους του πραότατου και καρτερικότατου Ιησού Χριστού, ο άγιος Φώτιος, παρά την ασθένειά του, υπέμεινε για τρία χρόνια τα δεινά μιας σκληρής ειρκτής, την στέρηση κάθε είδους συντροφιάς, ακόμη και των βιβλίων του, δίχως να παραπονεθεί ούτε μια φορά και δίχως να κατηγορήσει ποτέ τον Ιγνάτιο –ο οποίος ήταν άλλωστε αθώος για όλες τις ωμότητες αυτές– μην έχοντας στον νου του άλλο παρά να ενθαρρύνει τους δοκιμαζόμενους φίλους του με τις επιστολές του και να προσεύχεται για τον βασιλέα και για τους διώκτες του.

     Εν τω μεταξύ, οι επίσκοποι αντιλαμβανόμενοι ότι η δειλία και ο καιροσκοπισμός τους οδήγησε στην καθυπόταξη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως στον δεσποτισμό της Ρώμης, έπεισαν τον αυτοκράτορα να κηρύξει άκυρες τις αποφάσεις της συνόδου του 870 και να ελευθερώσει τον Φώτιο. Ο άγιος ανακλήθηκε με τιμές και ανέλαβε την εκπαίδευση των παιδιών του βασιλέα. Η πρώτη κίνησή του ήταν να σπεύσει προς τον άγιο Ιγνάτιο για να συμφιλιωθεί μαζί του. Οι δύο άγιοι, θύματα των ανταγωνισμών μεταξύ των μερίδων που χρησιμοποιούσαν το όνομά τους, αγκαλιάσθηκαν με θέρμη και ο Φώτιος πρόσφερε κάθε δυνατή βοήθεια στον άρρωστο πατριάρχη τον οποίον επισκεπτόταν κάθε μέρα. Όταν εκοιμήθη ο άγιος Ιγνάτιος (23 Οκτωβρίου του 877), ομόφωνη η Εκκλησία αποκατέστησε τον άγιο Φώτιο στον πατριαρχικό θρόνο. Λίγο αργότερα, με δική του πρωτοβουλία ο Φώτιος εισήγαγε τον εορτασμό της μνήμης του αγίου Ιγνατίου. Δικαίως, λοιπόν, η Εκκλησία εγκωμιάζει από κοινού τους δύο αγίους στο «Συνοδικό» που διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας: «Τῶν ἁγιωτάτων ὀρθοδόξων καὶ ἀοιδίμων πατριαρχῶν, αἰωνία ἡ μνήμη!».


     Κατά τα έτη 879-880, συνήλθαν σε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη 383 ιεροί και θειότατοι Πατέρες υπό την προεδρία του Φωτίου και παρουσία λεγάτων του πάπα. Επικύρωσαν την αποκατάσταση του πατριάρχη, έκριναν αντικανονική την σύνοδο του 870 και αποκατέστησαν την επικοινωνία μεταξύ των δύο Εκκλησιών, αναθεματίζοντας κάθε νεωτερισμό και, συγκεκριμένα, την προσθήκη του filioque στο «Σύμβολο της Πίστεως». Η διακαής επιθυμία του ιεράρχη είχε εκπληρωθεί: η ειρήνη και η ενότητα της Εκκλησίας είχε αποκατασταθεί. Αμέσως επιδόθηκε στο έργο της ειρήνευσης, προτείνοντας με αγάπη στους εχθρούς του την συμφιλίωση και μεριμνώντας δίχως μνησικακία για τους οπαδούς του Ιγνατίου.

     Όταν ο Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (886-912) διαδέχθηκε στον θρόνο τον πατέρα του, θέλησε να εκδικηθεί έναν φίλο του Φωτίου, πιστεύοντας ότι είχε καταδώσει τον Βασίλειο στην συνωμοσία που ετοίμαζε ο Λέων εναντίον του. Καθαίρεσε τον άγιο πατριάρχη (886) και τον έκλεισε σαν κακοποιό στην Μονή των Αρμενιανών, όπου ο άγιος παρέμεινε έγκλειστος για πέντε ολόκληρα χρόνια, στερημένος από κάθε ανθρώπινη παραμυθία, λάμποντας, όμως, σαν τον χρυσό στην κάμινο της δοκιμασίας. Εκεί συνέταξε δίχως κανένα βοήθημα, την «Μυσταγωγία του Αγίου Πνεύματος» [4], συστηματική ανασκευή της αιρέσως του filioque, όπου καταδεικνύεται ότι το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται αιωνίως από το Πρόσωπο του Πατρός –την «Πηγὴ τῆς Θεότητος»– και μας αποστέλλεται «διὰ τοῦ Υἱοῦ», για να μας καταστήσει μετόχους της θείας φύσεως. Αφήνοντας εν είδει διαθήκης στην Αγία Εκκλησία την πραγματεία αυτή, ενόψει μελλοντικών αγώνων, μετέστη στην χορεία των αγίων Πατέρων και Διδασκάλων στις 6 Φεβρουαρίου του 893. Τα θαύματα που ακολούθησαν και που πλήθυναν γρήγορα επάνω στον όλβιο τάφο του, συνέβαλαν στην μεταστροφή ακόμη και των μεγαλύτερων εχθρών του. Ταπεινόφρων, σιωπηλός και υπομονετικός στις δοκιμασίες, ο Ομολογητής αυτός της Πίστεως, ο οποίος αδίκως κατηγορήθηκε για φανατισμό από τους εχθρούς του, παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους φωστήρες της Ορθοδοξίας, ένας από τους αυθεντικότερους μάρτυρες του αναλλοίωτου ευαγγελικού πνεύματος [5].


     Σύμφωνα δε με την ακμαία και ζώσα συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, ο Μέγας Φώτιος μαζί με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά [15 Νοεμ.] και τον άγιο Μάρκο τον Ευγενικό [19 Ιαν.] αποτελούν αναμφίβολα μια άλλη, δεύτερη, θεοσύνθετη και θεοκίνητη «τριάδα» Πατέρων και Ιεραρχών (αγιολογική αδεία επόμενη των Τριών Ιεραρχών [30 Ιαν.]), οι οποίοι με τον βίο, με τους αγώνες, με την ομολογία και την διδαχή τους, έγιναν για τους πιστούς οι ευεργετικά απλανείς οριοθέτες της Αληθείας των ιερών Δογμάτων και οι πανίσχυροι καταπέλτες ενάντια στην αίρεση του παπισμού, κάθε σαθρής καινοτομίας και κάθε ολέθριου νεωτερισμού επί των δογμάτων, του ήθους, του τρόπου και του λόγου της θείας και αμώμητης Πίστεως.


— ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς σοφίας ἐκφάντωρ
λαμπρὸς γενόμενος,
Ὀρθοδοξίας ἐδείχθης
θεοπαγὴς προμαχών,
τῶν Πατέρων καλλονὴ
Φώτιε μέγιστε·
σὺ γὰρ αἰρέσεων δεινῶν,
στηλιτεύεις τὴν ὀφρύν,
Ἑῴας τὸ θεῖον σέλας,
τῆς Ἐκκλησίας λαμπρότης,
ἣν διατήρει Πάτερ ἄσειστον.

— ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ —
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς Ἐκκλησίας
ὁ φωστὴρ ὁ τηλαυγέστατος,
καὶ Ὀρθοδόξων
ὁδηγὸς ὁ ἐνθεώτατος,
στεφανούσθω νῦν
τοῖς ἄνθεσι τῶν ᾀσμάτων.
Ἡ θεόφθογγος κιθάρα
ἡ τοῦ Πνεύματος,
ὁ στερρότατος
αἰρέσεων ἀντίπαλος.
ᾯ καὶ κράζομεν·
Χαῖρε πάντιμε Φώτιε.

— ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ —
Χαίροις
Ὀρθοδόξων φωταγωγέ,
καὶ τῆς Ἐκκλησίας,
νυμφοστόλε καὶ ὁδηγέ·
χαίροις κακοδόξων,
ἡ δίστομος ῥομφαῖα,
ὦ Φώτιε τρισμάκαρ,
ῥητόρων ἔξοχε.



     «Ἀπὸ τῆς Βασιλίδος ταύτης πόλεως ἤρξατο πάλιν ἡ πίστις νὰ διαδίδηται πρὸς ἔθνη καὶ λαούς. Οἱ Ἀρμένιοι παρεδέξαντο τὴν Ὀρθοδοξίαν· οἱ Βούλγαροι τὸν Χριστιανισμόν. Ἀλλ’ ὅμως, ἄνθρωποί τινες, ἐκ τῆς ζοφώδους Δύσεως ἐγερθέντες, ἰδοὺ ἀποπειρῶνται νὰ καταστρέψωσι τὸ νεόφυτον δένδρον, καὶ τὴν ἀμώμητον πίστιν νὰ φθείρωσι διὰ νεωτερισμῶν. Διατάσσουσιν οὗτοι, παρὰ πᾶσαν παράδοσιν, τὴν νηστείαν τοῦ Σαββάτου…, ἀποστρέφονται τοὺς νομίμως νυμφευθέντας ἱερεῖς, τὸ δὲ ἔπακρον τῆς ἀσεβείας προσέθηκαν λέξεις εἰς τὸ ἱερώτατον Σύμβολον τῆς Πίστεως, λέγοντες ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον δὲν ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ προσέτι…».

Φωτίου, Ἐγκύκλιος Ἐπιστολὴ
πρὸς τοὺς Πατριάρχας τῆς Ἀνατολῆς

     «Ἡμεῖς τηροῦμεν τὴν θείαν διδασκαλίαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἀποστόλων αὐτοῦ, ἔτι δὲ τὰ θεσπίσματα τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν Συνόδων ὁμολογοῦντες μὲν πάνθ’ ὅσα αὗται παρεδέξαντο, ἀποῤῥίπτοντες δὲ τὰ παρ’ αὐτῶν μὴ παραδεχθέντα. Διὸ ἀσπαζόμεθα τὸν ὅρον τῆς πίστεως, ὃν ἐλάβομεν πατροπαραδότως, μηδὲν ἀφαιροῦντες, μηδὲν προστιθέμενοι ἢ ὁπωσδήποτε παραλλάττοντες, ἵνα μὴ τοὺς Πατέρας ἡμῶν ἀρνηθῶμεν, καὶ ὕβριν μὲν ἀδικαιολόγητον αὐτοῖς προσάψωμεν, βλάβην δὲ προξενήσωμεν τοῖς ἀπογόνοις…
     »Οὕτως ἡμεῖς πιστεύομεν ἐν ᾗ πίστει συνεβαπτίσθημεν· δεχόμεθα δὲ ὡς πατέρας καὶ ἀδελφοὺς πάντας ὅσοι πιστεύουσι τὸν αὐτὸν ὅρον. Ἐάν τις νεωτεριστὴς ἄλλην ὁμολογίαν συντάξῃ παρὰ τὴν ἱερὰν ταύτην καὶ προτείνῃ αὐτὴν τοῖς πιστοῖς ἢ τοῖς κατηχουμένοις βαρβάροις, τοῦτον ἡμεῖς, κληρικὸν μὲν ὄντα καθαιρῶμεν, λαϊκὸν δὲ ἀναθεματίζομεν κατὰ τὰ θεσπίσματα τῆς Συνόδου ταύτης…».

Μέγας Φώτιος, Νοέμβριος 879 


«Περιφρονήθηκε από τη Δύση»

     «Όσο αφορά τη θεώρηση των Δυτικών για τον Φώτιο αναδεικνύεται μια νοοτροπία για την οποία εμείς (οι Δυτικοί) δεν έχουμε κανένα λόγο να υπερηφανευόμαστε. Είναι ένα παράδειγμα των (δικών μας) προκαταλήψεων αυτό, οι οποίες μπορούν να προέρχονται από την έλλειψη ιστορικής κριτικής. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν η περίπτωση του Φωτίου είχε κατανοηθεί και είχε κριθεί με ένα άλλο πνεύμα! Ανακρίνοντας τη μέχρι τώρα πορεία μας, βλέπουμε ότι ο Φώτιος –ο μεγάλος αυτός πατριάρχης και πατήρ της Ανατολικής Εκκλησίας!– κατά τη διάρκεια των αιώνων περιφρονήθηκε από τη Δύση. Συγχρόνως όμως νιώθουμε την ανάγκη στο πρόσωπο του Μεγάλου Φωτίου να χαιρετίσουμε τον εκκλησιαστικό άνδρα, τον σοφό άνθρωπο, τον χριστιανό που υπήρξε αρκετά γενναιόφρων ώστε να συγχωρήσει τους εχθρούς του κάνοντας αυτός το πρώτο βήμα για τη συμφιλίωση. Οι σπάνιες φιλολογικές και επιστημονικές του ικανότητες τον τοποθετούν πάντα ψηλά στην εκτίμηση των σοφών που μελετούν τα έργα του…».

Βυζαντινολόγος, Καθολικός ιερέας
Francis Dvornik (1896–1975)



«Επιτελούσε έργο ευαγγελιστού»

     Ο Μέγας Φώτιος, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, υπήρξε μια υπέροχη φυσιογνωμία του 9ου μ.Χ. αιώνος, δημιουργός μιας νέας ιστορικής εποχής. «Η μεγαλοπρεπής εμφάνιση στην Ιστορία αυτής της όντως γιγαντιαίας μορφής, άναψε τους σπινθήρες μιας νέας ζωής, καταλαμβάνοντας το κεντρικό σημείο του μεσαιωνικού Ελληνισμού, καθότι γύρω από το μεγάλο όνομα του Φωτίου περιστράφηκε όλος ο μεσαιωνικός Ελληνισμός και απ’ αυτόν πήρε την ιστορική κατεύθυνση που τον χαρακτηρίζει, καθώς διαπλάστηκε από τον αρχαίο Ελληνισμό και τον Χριστιανισμό, προάγοντας έτσι τον νεώτερο Ελληνισμό», τονίζει ο ιστορικός και αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αείμνηστος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (1868–1938). Από τον 9ο αιώνα και με τον Μέγα Φώτιο αρχίζει, σύμφωνα με την ορθή παρατήρηση του μακαριστού καθηγητή Διονύσιου Ζακυνθινού (1905–1993), το «Οικουμενικό Χριστιανικό Κράτος του Ελληνικού Έθνους». Από τότε έχουμε εντονότερη τη συνύφανση των δύο μεγάλων δυνάμεων· του οικουμενικού ορθοδόξου πνεύματος και της ελληνικής παιδείας.
     Πρωτουργός στο μεγάλο αυτό έργο στάθηκε ο Μέγας Φώτιος, ένας από τους φωτεινούς φωστήρες της Εκκλησίας μας. Ένας θερμός μαχητής της Πίστεως. Ένα λυχνάρι πολύφωτο που έλαμπε με τη ζωή και το λόγο του. Κήρυττε, νουθετούσε, «επιτελούσε έργο ευαγγελιστού» (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4, 5). Υπέμεινε καρτερικά επιβουλές και συκοφαντίες, διωγμούς και εξορίες. Ο ιερός Φώτιος «ένα μονάχα μέλημα είχε· το πώς να τιμηθεί η διδασκαλία του Σωτήρος Χριστού και των ιερών Μαθητών Του και το πώς αυτή θα προσεχθεί με όλο μας το νου, για τη δόξα και τη στερέωση της Εκκλησίας, έχοντας όλα τ’ άλλα δεύτερα…».
     Βυθισμένο στις περγαμηνές του βρήκε τον πολύπαθο Πατριάρχη η μεγάλη ώρα, η ώρα της κοιμήσεώς του. Ειρηνικός, γαλήνιος, νιώθοντας ότι έκανε το καθήκον του σ’ αυτή τη γη φτερούγισε στα ουράνια στις 6 Φεβρουαρίου 897 ή 898 μ.Χ. Λίγες μέρες μετά τον θάνατό του, το λείψανο του Πατριάρχου μεταφέρθηκε με μεγαλοπρέπεια στον ναό του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, τον οποίον ο Μέγας Φώτιος περιέλαβε στη Μονής της Ερημίας. Εκεί, άρχισε να γίνεται στη μνήμη του πανηγυρική σύναξη των πιστών μετά την πρωινή λιτανεία. Η ορθρινή λιτανεία, με επικεφαλής τον κλήρο και τους επισήμους, ξεκινούσε από την Αγία Σοφία και πήγαινε στη Μονή της Ερημίας, όπου γινόταν η πανηγυρική θεία Λειτουργία. Από νωρίς η Ορθόδοξη Εκκλησία τον κατέταξε στη χορεία των Ομολογητών και των Αγίων. Και μετά από τόσους αιώνες ακόμη τιμάται και γεραίρεται ο Μέγας Φώτιος, ο μεγάλος αυτός διδάσκαλος και ιεράρχης. Η τιμή όμως δεν πρέπει να περιορίζεται σε μερικά επαινετικά λόγια· «τιμή αγίου — μίμηση αγίου». Στη μίμηση των αρετών του μας προσκαλεί ο σοφός Πατριάρχης. Όλοι σοφοί και «πανεπιστήμονες» σαν αυτόν δεν μπορούμε να γίνουμε. Μπορούμε όμως να τον ακολουθήσουμε στην ακλόνητη πίστη του, τη βαθειά του ταπείνωση, στην άκαμπτη αγωνιστικότητά του…

Αρχιμ. Ιωάννης Γ. Αλεξίου
(†17.10.2000)


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
  [1] Δεν αποτελούσε ακόμη τότε πραγματικό πανεπιστήμιο· το πανεπιστήμιο («Πανδιδακτήριον») ιδρύθηκε το 855 από τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο.
  [2] Μετάφρ. Φωτίου: «Ἅπαντα τὰ ἔργα», τόμοι 5-9· «Μυριόβιβλος» ή «Βιβλιοθήκη», ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2001.
  [3] Το εσφαλμένο αυτό δόγμα περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού, και όχι μόνο εκ του Πατρός, είχε διατυπωθεί αρχικώς από τον άγιο Αυγουστίνο (354-430) [15 Ιουν.] ως προσωπική άποψη και δεν δημιούργησε σοβαρά προβλήματα, έως ότου υιοθετήθηκε αρχικά από Φράγκους θεολόγους που επιθυμούσαν να διαφοροποιηθούν δογματικά από την Ελληνική Εκκλησία και κατόπιν από την ίδια την Εκκλησία της Ρώμης με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως δογματικό όργανο για τις φιλόδοξες βλέψεις της επί της αδιαιρέτου καθολικής Εκκλησίας.
  [4] Μετάφρ. Φώτιος Κωνσταντινουπόλεως: «Περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Μυσταγωγίας» — «Ἅπαντα τὰ ἔργα», τόμος 4, ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη 2001.
  [5] Οι άδικες συκοφαντίες που διέδιδαν για το πρόσωπό του οι ακραίοι οπαδοί του αγίου Ιγνατίου και τις οποίες επαναλαμβάνουν δίχως σοβαρή εξέταση ανά τους αιώνες οι ιστορικοί και απολογητές της Δύσης, παρουσιάζουν τον άγιο Φώτιο ως κύριο υπεύθυνο για όλες τις διαιρέσεις που προετοίμασαν την μεγάλη ρήξη του 1054. Ευτυχώς, πρόσφατες έρευνες ρωμαιοκαθολικών ιστορικών (συγκεκριμένα του Francis Dvornik· 1893-1975) αποκατέστησαν την αλήθεια, καθ’ όλα σύμφωνη με την Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας.




※
[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 68–74.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(2) Αρχιμ. Ιωάννου Αλεξίου (†):
«Ο Μέγας Φώτιος»·
Κεφ. Α΄–Η΄, σελ. 71, 97, 103, 151–152.
Εκδόσεις «Ζωή»·
Αθήναι, 1968.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

ΓΕΡΟ-ΣΥΜΕΩΝ Ο ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΟΣ


ΓΕΡΟ-ΣΥΜΕΩΝ Ο ΞΕΝΟΦΩΝΤΙΝΟΣ


     Ο κατά κόσμον Σπυρίδων Γερασίμου Πυλαρινός γεννήθηκε στο χωριό Ιλάριον της Κεφαλονιάς το 1893. Τελείωσε το Γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη. Εργάσθηκε καπετάνιος στα πλοία, μηχανοδηγός στα τραίνα, γνώριζε αγγλικά και με τον κόπο του απόκτησε μεγάλη περιουσία. Ήλθε και σε γάμου κοινωνία. Από τον γάμο του απόκτησε έναν υιό που έγινε αξιωματικός και φονεύθηκε κατά την οπισθοχώρηση του αλβανικού μετώπου. Μετά τον θάνατο και της συζύγου του μοίρασε την περιουσία που είχε στη Θεσσαλονίκη σε συγγενείς κι έφυγε για το Περιβόλι της Παναγίας μας το 1958.

     Ερχόμενος στο Άγιον Όρος στην αρχή εργάσθηκε ως μισθωτός κηπουρός στη Μονή του Αγίου Παύλου και κατόπιν στη Μονή Ξενοφώντος. Όταν αποφάσισε να μονάσει, παρέδωσε στον τότε ηγούμενο Ευδόκιμο ένα ποσό λιρών που είχε φέρει από τον κόσμο. Εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός το 1958 κι έλαβε το όνομα Συμεών προς τιμήν του Αγίου Συμεών του Στυλίτου. Υπήρχε αγωνιστής και βιαστής μοναχός. Είχε κάποτε 14 έτη να εξέλθει της πύλης της Μονής. Διακόνησε ως αρχοντάρης, μάγειρας και κολλυβάς.

     Μία περίοδο τού είχε παρουσιασθεί κήλη, που τον καταταλαιπωρούσε και από τους πολλούς πόνους διπλωνόταν στα δύο. Βρισκόταν στο ψαρόσπιτο, ένα οίκημα σιμά στην είσοδο της Μονής, και παρακαλούσε την Παναγία να τον βοηθήσει. Του παρουσιάσθηκε η Παναγία μέσα σε νεφέλη να κατεβαίνει. «Όπως είναι», έλεγε, «σε μία εικόνα στο Βατοπέδι». Τον ευλόγησε και τον θεράπευσε. Μέσα στην απλότητα και τη χαρά του, φώναζε: «Μη φεύγεις!... Μη φεύγεις, Παναγία μου!...». Όλος ο χώρος ευωδίασε. Η Παναγία πάλι ανέβηκε και χάθηκε μέσα σ’ ένα φως δυνατό και διαφορετικό. Μετά την αναχώρηση έμεινε η λεπτή εκείνη ευωδία.


     Πάλι είδε μια φορά την Παναγία να έρχεται με καΐκι στην παραλία. Να της συμπαρίστανται οι άγιοι Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος (ο προστάτης της Μονής Ξενοφώντος) και Δημήτριος ο Μυροβλύτης, και να δορυφορείται από πλήθος αγγέλων. Εισήλθε στο Καθολικό της Μονής, το παλαιό και το νέο, στην τράπεζα και το μαγειρείο. Όλος ο τόπος έλαμπε. Την παρακαλούσε ο αγαθός Συμεών να μείνει. Εκείνη του έλεγε: «Έχω να πάω σε πολλά μέρη…». Άλλη μια φορά είδε σε όραμα την Παναγία, μαζί με τις άγιες Μαρίνα, Ευφημία και Αικατερίνη, ενώ ήταν στους κήπους και είχε ξαπλώσει στη γη από τους πολλούς πόνους.

     Του άρεσε να διηγείται στους νεώτερους τα της ζωής του. Τέσσερις φορές τον κάλεσαν στον στρατό. Στην πολύκλαυστη μικρασιατική καταστροφή ήταν στη Σμύρνη. Με δάκρυα στα μάτια έλεγε πως δυστυχώς υπήρξε και ξεπεσμός στην πόλη. Οι στρατιώτες μας έκαναν και λάθη. «Γι’ αυτό επέτρεψε ο Θεός να τα χάσουμε όλα», έλεγε. Κλαίγοντας διηγείτο πως οι Άγγλοι στο λιμάνι της Σμύρνης υπερφόρτωσαν σε βάρκες τους Έλληνες και βυθίζονταν. Όσοι προλάβαιναν να σωθούν και γνώριζαν κολύμβηση, πήγαιναν στα καράβια ν’ ανέβουν και τους έκοβαν τα χέρια… Μια φορά, που τον κάλεσαν στον στρατό, θυμάται, είχε αναπαυθεί ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως και όλοι μιλούσαν για τη μεγάλη του αγιότητα.


     Ήταν λίαν φιλακόλουθος. Πάντοτε ήταν πρώτος στο Καθολικό. Σηκωνόταν αρκετή ώρα πριν την αρχή του Μεσονυκτικού, για να ετοιμασθεί και να προσευχηθεί. Μια φορά, πηγαίνοντας για την ορθρινή ακολουθία, είδε τον διάδρομο της κόρδας που κατοικούσε κατάφωτο. Άγγελοι φεγγοβολούσαν τον τόπο κι έψαλλαν εξαίσια.

     Μία ημέρα δεν πρόλαβε την τράπεζα και, θέλοντας και μη, έμεινε νηστικός. Με παράπονο απευθύνθηκε στην αγία Ευφημία, που ήταν το παρεκκλήσι της εκεί στο αρχονταρίκι: «Εργάζομαι από το πρωί ως το βράδυ και δεν έχω ούτε λίγο ψωμί να φάω». Ξαφνικά, βρέθηκαν στα χέρια του δύο ζεστά πρόσφορα. «Γλυκύτερα και ωραιότερα», έλεγε, «δεν έφαγα ποτέ στη ζωή μου!».

     Ήταν πάντοτε αυστηρός στον εαυτό του. Συγκαταβατικός όμως προς τους άλλους. Μυστικός εργάτης των αρετών. Για να βγάλεις λόγο από το στόμα του, έπρεπε να κοπιάσεις. Είχε πάρα πολλές θείες εμπειρίες. Από ορισμένα περιστατικά φαίνεται ότι εκοσμείτο από το διορατικό χάρισμα. Όταν τον ρωτούσαν: «Πού το ξέρεις Γέροντα;», απαντούσε: «Μου το λέγει μια κρυφή ελπίδα στην καρδιά». Τους λαϊκούς που ζητούσαν τις συμβουλές του, τους έστελνε στους εξομολόγους. Απέφευγε συστηματικά τον ανθρώπινο έπαινο και την προβολή. Ένας αδελφός, που τον πλησίασε σε ώρα ακολουθίας, αισθάνθηκε άρρητη ευωδία. Στα τέλη του, σχεδόν έχασε το φως του· έβλεπε μόνο σκιές, αλλά συνέχιζε να πηγαίνει σιγά-σιγά στην εκκλησία, αρνούμενος να κρατήσει μπαστούνι. «Δεν επιτρέπεται άλλος με μπαστούνι, εκτός από τον ηγούμενο!», έλεγε. Συνεχώς κρατούσε το κομποσχοίνι του λέγοντας τη γλυκιά Ευχή του Ιησού (το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!»). Στη δύση του βίου του άκουγε ουράνιες ψαλμωδίες. Κατά μαρτυρία πολλών πατέρων στις αγρυπνίες το πρόσωπό του έλαμπε.

     Ευλαβέστατος πάντοτε ο ευλογημένος. Γέρος και άρρωστος έτρεχε με λαχτάρα παιδιού στο Καθολικό. Όταν είχε μεγάλη αδυναμία, διάβαζε στο κελί του κι έκανε κομποσχοίνι. Έκανε και μετάνοιες όσο μπορούσε. Στην αδυναμία του να κάνει εδαφιαίες μετάνοιες, έκανε ως εκεί που έφθανε. Έβαζε μετάνοια και στους διακονητές που τον βοηθούσαν· στον γηροκόμο του, τον παπα-Πρόδρομο (πρώην Ξενοφωντινό ιερομόναχο και νυν Γέροντα στο Σιμωνοπετρίτικο Κελλί «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» στις Καρυές), που τον φρόντιζε με αγάπη, όσο πιο καλά μπορούσε. Τους ευχαριστούσε όλους με χαρά ψυχής μεγάλη. Είχε ένα αθώο βλέμμα σαν μικρό παιδί. Το πρόσωπό του έλαμπε από αγαλλίαση, όταν μεταλάμβανε των αχράντων Μυστηρίων. Κάποτε τον είδαν στη Λιτή του Καθολικού να υψώνει τα χέρια του ψηλά. «Τι κάνεις εκεί, Γερο-Συμεών;», τον ρώτησαν. Κι αυτός απάντησε με θεία απλότητα: «Καμιά φορά ξεχνάω και προσεύχομαι!...». Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 12.11.1983. Στην ανακομιδή των λειψάνων του τα οστά του ήταν κατακίτρινα.


※
[ Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων Αγιορειτών του 20ου αιώνος»·
Τόμ. Β΄, βιογραφία 24η,
σελ. 1078–1082·
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ


     Επί βασιλείας του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού (1081-1118) ξέσπασε στην Βασιλεύουσα φιλονικία που διαίρεσε τους λογίους, τους καταρτισμένους στα ζητήματα της Πίστεως και τους έμπλεους ζήλου για την αρετή, με θέμα τους τρείς αγίους Ιεράρχες και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας: τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Άλλοι έλεγαν ότι προτιμούν τον Μέγα Βασίλειο, γιατί ερμήνευε τα μυστήρια της φύσης όπως κανείς άλλος, και με τον ενάρετο βίο του συναγωνιζόταν τους αγγέλους. Θεμελιωτής του μοναχισμού, αρχηγός της Εκκλησίας στον αγώνα κατά της αίρεσης, αυστηρός ποιμένας και απαιτητικός ως προς την καθαρότητα των ηθών, δεν έβρισκες επάνω του τίποτε το γήινο και το κατώτερο. Γι’ αυτό, έλεγαν, ήταν ανώτερος από τον άγιο Χρυσόστομο ο οποίος από την φύση του ήταν πιο συγκαταβατικός προς τους αμαρτωλούς. Άλλοι, παίρνοντας το μέρος του ονομαστού αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, αντιστρέφοντας το επιχείρημα, υποστήριζαν ότι ο Ιωάννης διόλου δεν υπολειπόταν σε ζήλο του Βασιλείου, είτε επρόκειτο για τον αγώνα κατά των παθών είτε για την καθοδήγηση των αμαρτωλών στην μετάνοια και την ανύψωση του λαού στην ευαγγελική τελείωση. Ασυναγώνιστος σε ευγλωττία, ο «Χρυσορρήμων» αυτός ποιμένας γεώργησε την Εκκλησία με έναν αληθινό ποταμό λόγων, στους οποίους ερμήνευσε τον θείο λόγο και έδειχνε πώς εφαρμόζεται στην καθημερινή ζωή, με ρητορική τέχνη ανώτερη των δύο άλλων αγίων Διδασκάλων. Μια άλλη ομάδα υποστήριζε ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν ο ανώτερος, λόγω της κομψότητος, του εύρους και του βάθους του θεολογικού του λόγου. Έχοντας αφομοιώσει το σύνολο της ελληνικής σοφίας και ρητορικής, έφθασε, έλεγαν, σε τέτοιο ύψος θεωρίας του Θεού, ώστε κανείς άλλος δεν μπορούσε να εκφράσει τόσο τέλεια το δόγμα της Αγίας Τριάδος.

     Καθώς λοιπόν ο καθένας υπερασπιζόταν με αυτόν τον τρόπο τον έναν Πατέρα έναντι των άλλων δύο, σε λίγο η έριδα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον χριστιανικό λαό της Βασιλεύουσας και, αντί να ευνοεί την αφοσίωση στους αγίους, προκαλούσε ταραχές, διαφωνίες και διαμάχες χωρίς τέλος ανάμεσα στις τρεις παρατάξεις, η κάθε μία εκ των οποίων είχε λάβει το όνομα ενός εκ των σεπτών Ιεραρχών· έτσι λοιπόν ο λαός, εξαιτίας της σφοδρότητας του ζήλου του, είχε χωριστεί στους «Βασιλείτες», στους «Γρηγορίτες» και στους «Ιωαννίτες».


     Μια νύχτα, οι τρεις άγιοι Ιεράρχες παρουσιάσθηκαν σε ενύπνιο στον άγιο Ιωάννη Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων [5 Οκτ.], αρχικά ένας-ένας και ύστερα μαζί. Του είπαν με μια φωνή: «Καθώς βλέπεις, είμαστε και οι τρεις κοντά στον Θεό και δεν μας χωρίζει ούτε διαφωνία ούτε αντιπαλότητα. Ο καθένας από εμάς, ανάλογα με τις περιστάσεις και με την έμπνευση που είχε λάβει από το Άγιο Πνεύμα, συνέγραψε και δίδαξε για την σωτηρία των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, ούτε τρίτος ανάμεσά μας· κι αν καλέσεις τον έναν, πάραυτα θα παρουσιασθούν και οι δύο άλλοι. Γι’ αυτό πρόσταξε όσους φιλονικούν, να μην προξενούν διαιρέσεις στην Εκκλησία εξαιτίας μας, αφού όσο βρισκόμασταν εν ζωή, όλες μας οι προσπάθειες αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της ενότητας και της ομόνοιας στον κόσμο. Μερίμνησε κατόπιν, να εορτάζεται η μνήμη και των τριών μας την ίδια ημέρα, συνθέτοντας την ακολουθία και τους ύμνους που θα αφιερώσεις στον καθένα μας, με την τέχνη και την γνώση που σου έδωσε ο Θεός, και παράδωσέ τα στους χριστιανούς με την εντολή να εορτάζουν την κοινή τιμή μας κάθε χρόνο. Εάν μας τιμήσουν κατ’ αυτό τον τρόπο, ως όντες ένα εμείς κοντά στον Θεό και εν τω Θεώ, υποσχόμαστε ότι θα μεσιτεύουμε στην κοινή μας προσευχή για την σωτηρία τους». Με αυτά τα λόγια οι άγιοι ανέβηκαν στον ουρανό μέσα σε άπλετο φως, αποκαλώντας ο ένας τον άλλον με το όνομά του.

     Χωρίς να αργοπορήσει ο άγιος Ιωάννης συγκέντρωσε τότε τον λαό και μετέφερε το μήνυμα των αγίων. Καθώς τον σέβονταν όλοι για την αρετή του και τον θαύμαζαν για την δύναμη του λόγου του, οι τρεις παρατάξεις ειρήνευσαν και όλοι τον παρακινούσαν να συνθέσει χωρίς χρονοτριβή την ακολουθία της κοινής εορτής. Με λεπτή διάκριση επέλεξε να αφιερώσει σε αυτόν τον εορτασμό την τριακοστή ημέρα του Ιανουαρίου, σφραγίζοντας έτσι τον μήνα εκείνο κατά τον οποίον εορτάζονται και τρεις χωριστά [1η: άγιος Βασίλειος· 25η: άγιος Γρηγόριος· 27η: ανακομιδή λειψάνων του αγίου Ιωάννου].


     Όπως αναφέρουν πολλά τροπάρια αυτής της θαυμαστής ακολουθίας, οι τρεις Ιεράρχες –«επίγεια τριάδα»– κατά το πρόσωπο διακριτοί αλλά ενωμένοι με την Χάρη του Θεού, μας δίδαξαν τόσο με τα γραπτά τους όσο και με τον βίο τους, να λατρεύουμε και να τιμούμε την Αγία Τριάδα, τον ένα Θεό σε τρία Πρόσωπα. Οι τρεις αυτοί φωστήρες της Εκκλησίας διέδωσαν σε όλη την γη το φως της αληθινής Πίστεως, αψηφώντας κινδύνους και διώξεις, και άφησαν σε μας τους απογόνους τους αυτή την ιερή κληρονομιά, μέσω της οποίας μπορούμε και εμείς να φθάσουμε στην μακαριότητα και την αιώνια ζωή του Θεού με όλους τους αγίους.

     Κλείνοντας τον μήνα Ιανουάριο, κατά τον οποίο εορτάζουμε τόσους ένδοξους ιεράρχες, ομολογητές και ασκητές, με την κοινή εορτή των τριών μεγάλων Ιεραρχών, η Εκκλησία ανακεφαλαιώνει κατά τέτοιο τρόπο την μνήμη όλων των αγίων που έδωσαν την μαρτυρία της Ορθοδόξου Πίστεως με τα γραπτά και τον βίο τους. Με την εορτή αυτή τιμούμε το όλο έργο διδασκαλίας και φωτισμού του νου και της καρδιάς των πιστών διά του λόγου, το οποίο επιτελείται διά μέσου των αιώνων στην Εκκλησία. Η εορτή των τριών Ιεραρχών είναι επομένως ο συνεορτασμός όλων των Πατέρων της Εκκλησίας, όλων αυτών των προτύπων ευαγγελικής τελείωσης, τους οποίους ανέδειξε το Άγιο Πνεύμα από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, για να είναι αυτοί νέοι Προφήτες και νέοι Απόστολοι, οδηγοί των ψυχών προς τον Ουρανό, παρηγορητές του λαού και πύρινοι στύλοι προσευχής, στήριγμα και εδραίωση της Εκκλησίας στην αιώνια αλήθεια του Κυρίου Ιησού Χριστού.


Βασίλειος ο Μέγας


     Καταγόταν από πολύ ευσεβή και εύπορη οικογένεια. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 330. Έκανε σπουδές στην πατρίδα του, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο.
     Στην πατρίδα του γύρισε το 356 και δούλεψε για λίγο ως ρήτορας. Γρήγορα όμως αποτραβήχτηκε από τον κόσμο. Για να μπορέσει να εμβαθύνει στο πνεύμα του μοναχισμού επισκέφθηκε γνωστούς ασκητές στη Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Μεσοποταμία. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του αποσύρθηκε σ’ ένα πατρικό κτήμα στον Πόντο, όπου τον επισκέφθηκε ο Γρηγόριος και μόνασαν για ένα διάστημα μαζί. Σ’ αυτό το ησυχαστικό περιβάλλον εν προσευχή και ασκήσει συνέθεσαν την «Φιλοκαλία» από έργα του Ωριγένη, καθώς και τους περίφημους μοναστικούς κανόνες –κυρίως έργο του Μ. Βασιλείου– που αποτέλεσαν τη βάση για την οργάνωση της μοναχικής ζωής στον Πόντο και την Καππαδοκία αλλά και ολόκληρου του Ορθόδοξου Μοναχισμού. Το 370 χειροτονήθηκε επίσκοπος Καισαρείας και με το πνευματικό του ανάστημα πρόσφερε μεγάλη βοήθεια στο κλυδωνιζόμενο σκάφος της Εκκλησίας από τα ποικίλα ρεύματα των αιρέσεων.
     Η εκκλησιαστική και κοινωνική προσφορά του μεγάλου αυτού ιεράρχη μέσω της γνωστής «Βασιλειάδας», των λόγων, των γραπτών του, αλλά κυρίως μέσω της ανυπέρβλητης αγιότητας του βίου του, υπήρξε τόσο σπουδαία και βαρυσήμαντη, ώστε και ενώ ζούσε ακόμη τον αποκαλούσαν «Μέγα». Εκοιμήθη το 379.
     Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου.


Γρηγόριος ο Θεολόγος


     Γεννήθηκε στην Αριανζό της Ναζιανζού στην Καππαδοκία το 329. Σπούδασε αρχικά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, κατόπιν στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, στην Αλεξάνδρεια και στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με τον Μ. Βασίλειο. Με το τέλος των σπουδών του επέστρεψε στη Ναζιανζό και μόνασε για ένα διάστημα με τον Βασίλειο στον Πόντο. Χειροτονήθηκε παρά τη θέλησή του (από δέος προς την μεγάλη πνευματική ευθύνη) πρεσβύτερος από τον πατέρα του, που ήταν επίσκοπος Ναζιανζού. Έφθασε μέχρι τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως με εντολή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου.
     Επειδή όμως από μία μερίδα επισκόπων δημιουργήθηκε θέμα για την εγκυρότητα της τοποθετήσεώς του και προμηνύονταν σάλος στους κόλπους της Εκκλησίας, προχωρεί στο ηρωικό διάβημα της παραιτήσεως, αυτός που είχε εκλεγεί από όλη την ιεραρχία της Ανατολής και που με την αρετή του είχε κατακτήσει λαό και άρχοντες. Μνημειώδεις είναι οι λόγοι του προ της παραιτήσεώς του. Καλεί τους ιεράρχες σε ομόνοια και τους ικετεύει ενώπιον της Αγίας Τριάδος να τακτοποιήσουν ειρηνικά τις υποθέσεις μεταξύ τους, λέγοντας: «Αν είμαι εγώ ο αίτιος της διαστάσεως –δεν είμαι σεβαστότερο πρόσωπο από τον Ιωνά– ρίξτε με στη θάλασσα για να σταματήσει η τρικυμία». Και από τον αυτοκράτορα, ο οποίος επέμενε να ανακαλέσει ο Γρηγόριος την παραίτησή του, του ζητεί σαν τελευταία χάρη να τη δεχτεί (την παραίτηση) για να ειρηνεύσουν οι επίσκοποι.
     Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε στην Αριανζό, ζώντας ασκητικά. Αυτό το διάστημα ασχολήθηκε κυρίως με το βαθυστόχαστο, ποιητικό και θεολογικό συγγραφικό του έργο. Εκοιμήθη το 390. Η Εκκλησία μας τον τίμησε απονέμοντάς του επάξια και δίκαια τον τίτλο «Θεολόγος» που σε τρεις αγίους μόνο τον επιφύλαξε: στον Ευαγγελιστή Ιωάννη, τον Γρηγόριο και τον Συμεών τον Νέο.
     Η μνήμη του εορτάζεται στις 25 Ιανουαρίου.


Ιωάννης ο Χρυσόστομος


     Γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 354. Ο πατέρας του ήταν διοικητής του στρατού της Ανατολής. Η ευσεβής μητέρα του Ανθούσα, η οποία έμεινε πολύ νέα χήρα, αφοσιώθηκε στην ανατροφή του Ιωάννη. Σπούδασε φιλοσοφία και ρητορική. Ήδη από τον καιρό που ήταν με την μητέρα του ο Χρυσόστομος ζούσε ασκητική ζωή. Μετά τον θάνατό της εγκατέλειψε το σπίτι του και έζησε τέσσερα χρόνια μαζί με έναν Σύρο ερημίτη και άλλα δύο μόνος ως ερημίτης σε μια σπηλιά στα βουνά της Αντιόχειας. Τον καιρό αυτό εμβάθυνε στη Θεολογία. Αλλά η υγεία του τον ανάγκασε να επιστρέψει στην πόλη.
     Με εντολή του αυτοκράτορα Αρκαδίου το 397 υποχρεώθηκε να δεχθεί τον αρχιεπισκοπικό θρόνο στην Κωνσταντινούπολη. Σύντομα όμως λόγω της ευθύτητας του ακέραιου χαρακτήρα του ήρθε σε ρήξη με την αυτοκράτειρα Ευδοξία και οδηγήθηκε στην εξορία· αρχικά στην Κουκουσό της Αρμενίας και, με νέα εντολή, μετά από λίγο, τον έστειλαν στην ανατολική όχθη της Μαύρης Θάλασσας, αλλά καθ’ οδόν πέθανε από τις κακουχίες στα Κόμανα του Πόντου το 407.
     Ο ιερός Χρυσόστομος θεωρείται ως ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς όχι μόνο από τον τεράστιο όγκο των γεμάτων ακατάλυτη θεοπνευστία έργων του αλλά πρωτίστως και κυρίως από την ακτινοβόλα πνευματική του παρουσία στον χώρο της Εκκλησίας αλλά και γενικότερα της ανθρώπινης παιδείας και κοινωνίας.
     Η μνήμη του εορτάζεται στις 13 Νοεμβρίου.


— Ε Π Ι Μ Υ Θ Ι Ο —


Εμφάνιση των Τριών Ιεραρχών

Εισαγωγικά τινά
για τον π. Ιωαννίκιο Μορόϊ.

     Ο όσιος πατήρ Ιωαννίκιος Μορόϊ (1859–1944) ήταν ο σπουδαιότερος ηγούμενος του μοναστηριού Συχάστρια της Ρουμανίας. Γεννήθηκε στην πόλη Ζαρχέστ της επαρχίας Μπρασόβ. Αρχικά παντρεύτηκε και έκανε δύο παιδιά. Ύστερα όμως, με την επιθυμία ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, εισήλθε στον στίβο της μοναχικής ζωής και ασκήσεως, αυτός, η γυναίκα του και τα παιδιά του. Μεταξύ των ετών 1890–1900 ασκήτευσε στην Ρουμανική Σκήτη, στο Άγιον Όρος. Κατόπιν επανήλθε στην χώρα του και έζησε στο Μοναστήρι Νεάμτς για 9 χρόνια. Το 1909 ανέλαβε ηγούμενος στο Μοναστήρι Συχάστρια, την οποία εποίμανε με σύνεση και φόβο Θεού επί 35 ολόκληρα χρόνια. Αναδιοργάνωσε εξ ολοκλήρου την μοναχική τάξη του κοινοβίου, συνάζοντας γύρω του σαράντα περίπου πατέρες. Ο πατήρ Ιωαννίκιος Μορόϊ εκοιμήθη το φθινόπωρο του έτους 1944, στις 5 Σεπτεμβρίου.

Αφόρητο πνευματικό δίλημμα
και έντονος αγώνας νηστείας.

     Το έτος 1925, κατά την διόρθωση και αλλαγή του ημερολογίου, ο πατήρ Ιωαννίκιος βρισκόταν σε μεγάλη απορία και αφόρητο πνευματικό δίλημμα. Δεν γνώριζε τι να πράξει ο ίδιος με το νέο ημερολόγιο που επιβλήθηκε. Γι’ αυτό μπήκε στο κελί του και άρχισε να νηστεύει και να προσεύχεται μέχρις ότου ο Θεός να του δώσει ένα σημείο σχετικά με το ποιό ημερολόγιο ν’ αφήσει και ποιό ν’ ακολουθήσει. Μετά από 20 μέρες νηστείας, ο Γέροντας αδυνάτησε πάρα πολύ. Κατόπιν δυναμώθηκε με τα Άχραντα Μυστήρια, καθώς και με λίγη τροφή που πήρε.
     Και την δεύτερη μέρα είπε στα πνευματικά του παιδιά:
     –Πολλούς πειρασμούς δέχθηκα αυτές τις μέρες από τον διάβολο. Μερικές φορές με απείλησαν οι δαίμονες να με σκοτώσουν. Άλλοτε πάλι με κτυπούσαν με πύρινους δαυλούς.
     Έπειτα, είδα ένα πλήθος δαιμόνων να αλαλάζουν.
     Έλεγαν μεταξύ τους:
     –Άντε, να δέσουμε αυτόν τον γέροντα, γιατί θέλει τώρα να μας γίνει και «άγιος»!
     Κατόπιν, φώναζαν με οργή εναντίον μου:
     –Ποιός σου είπε εσένα ότι σήμερα γίνονται ακόμη άγιοι;
     –Αλλά και ποιός είπε εσάς ότι τώρα πλέον δεν γίνονται; τους ρωτούσα κι εγώ.
     Την άλλη μέρα μού είπαν οργισμένα:
     –Άδικα πια νηστεύεις! Γιατί οριστικά πλέον από εμάς εξαρτάται το αν θα ζήσεις ή όχι.
     Τότε εγώ τους είπα:
     –Εγώ ελπίζω στο έλεος του Θεού ότι θα με λυτρώσει από τα χέρια σας!...

Σωτήρια παρέμβαση των Τριών Ιεραρχών·
«Η υπακοή μεγαλύτερη από την θυσία».

     Μετά από περισσότερες μέρες νηστείας, είδα ψηλά πάνω μου, μετέωρους, τρεις αγίους ντυμένους αρχιερατικά που έμοιαζαν με τους Τρεις Ιεράρχες.
     Ο μεσαίος μού είπε με φωνή σάλπιγγος:
     –Ιωαννίκιε, γιατί αμφιβάλλεις και δεν κάνεις υπακοή (στην Εκκλησία); Δεν γνωρίζεις ότι η υπακοή είναι μεγαλύτερη από την θυσία; Λοιπόν, να υπακούς στους ανώτερους (σου), γιατί δεν έχεις εσύ την ευθύνη για την διόρθωση του ημερολογίου.
     Κατόπιν, αφού με ευλόγησαν και οι Τρεις Ιεράρχες ταυτόχρονα, ανέβηκαν ψηλά και εξαφανίστηκαν…




Ὁ Οἶκος. Τράνωσόν μου τὴν γλῶτταν.
     Τίς ἱκανὸς τὰ χείλη διᾶραι, καὶ κινῆσαι τὴν γλῶσσαν πρὸς τοὺς πνέοντας πῦρ, δυνάμει Λόγου καὶ Πνεύματος; ὅμως τοσοῦτον εἰπεῖν θαῤῥήσω· ὅτι πᾶσαν παρῆλθον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν οἱ τρεῖς, τοῖς πολλοῖς καὶ μεγάλοις χαρίσμασι, καὶ ἐν πράξει καὶ θεωρίᾳ, τοὺς κατ’ ἄμφω λαμπροὺς ὑπεράραντες· διὸ μεγίστων δωρεῶν τούτους ἠξίωσας, ὡς πιστούς σου θεράποντας, ὁ μόνος δοξάζων τοὺς Ἁγίους σου.

Σ υ ν α ξ ά ρ ι ο ν
     Τῇ Λ΄ τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν, καὶ οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
    Στίχ. Ὁμοῦ δίκαιον τρεῖς σέβειν Ἐωσφόρους,
           Φῶς τρισολαμπὲς πηγάσαντας ἐν βίῳ.
           Κοινὸν τὸν ὕμνον προσφέρειν πάντας θέμις,
           Τοῖς ἐκχέασι πᾶσι κοινὴν τὴν χάριν.
           Ἔαρ χελιδὼν οὐ καθίστησι μία·
           Αἱ τρεῖς ἀηδόνες τῶν ψυχῶν ἔαρ.
           Τὴν μὲν νοητὴν ἡ Τριὰς λάμπει κτίσιν,
           Τριάς γε μὴν αὕτη δὲ τὴν ὁρωμένην.
           Ἀπώλεσαν μὲν οἱ πάλαι Θεοῦ σέβας,
           Ἐξ Ἡλίου τε καὶ Σελήνης ἀφρόνως·
           Κάλλος γὰρ αὐτῶν, θαυμάσαντες καὶ τάχος.
           Ὥσπερ θεοῖς προσῆγον οὐκ ὀρθῶς σέβας.
           Ἐκ τῶν τριῶν τούτων δὲ φωστήρων πάλιν,
           Ἡμεῖς ἀνηνέχθημεν εἰς Θεοῦ σέβας·
           Κάλλει βίου γάρ, τῇ τε πειθοῖ τῶν λόγων,
           Πείθουσι πάντας τὸν μόνον Κτίστην σέβειν.
           Κτίσιν συνιστᾷ τὴν δε τὴν ὁρωμένην,
           Τὸ Πῦρ, Ἀήρ, Ὕδωρ τε, καὶ Γῆς ἡ φύσις·
           Οἱ δ’ αὖ συνιστῶντές τε κόσμον τὸν μέγαν,
           Τὴν πρὸς Θεόν τε Πίστιν, ὡς ἄλλην κτίσιν,
           Στοιχειακῆς φέρουσι Τριάδος τύπον.
           Μέλει γὰρ αὐτοῖς οὐδενὸς τῶν γηΐνων.
           Καὶ γήϊνον νοῦν ἔσχον οὐδὲν ἐν λόγοις.
           Ὁ Γρήγορος γὰρ πῦρ πνέει νοῦς τὸν λόγον,
           Πρὸς ὕψος αὖ πείθοντα πάντας ἐκτρέχειν.
           Τοῖς λειποθυμήσασι δ’ ἐκ παθῶν πάλιν,
           Ἀναπνοή τις οἱ Βασιλείου λόγοι.
           Μιμούμενος δὲ τὴν ῥοὴν τῶν ὑδάτων,
           Ὁ καρδίαν τε καὶ στόμα χρυσοῦς μόνος,
           Τοὺς ἐκτακέντας ἐκ παθῶν ἀναψύχει.
           Οὕτω πρὸς ὕψος τὴν βροτῶν πᾶσαν φύσιν,
           Ἐκ τῆς χθονὸς φέρουσι τοῖς τούτων λόγοις.
           Λάμψει ἐνὶ τριακοστῇ χρυσοτρισήλιος αἴγλη.




—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄.
Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας
τῆς τρισηλίου Θεότητος,
τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι,
δογμάτων θείων πυρσεύσαντας,
τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας,
τοὺς τὴν κτίσιν πᾶσαν,
θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας,
Βασίλειον τὸν Μέγαν,
καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον,
σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ,
τῷ τὴν γλῶτταν χρυσορρήμονι,
πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί,
συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν·
αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι,
ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσι.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἱερούς,
καὶ θεοφθόγγους κήρυκας,
τὴν κορυφήν,
τῶν Διδασκάλων Κύριε,
προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν,
τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν·
τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων
καὶ τὸν κάματον,
ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν,
ὁ μόνος δοξάζων
τοὺς Ἁγίους σου.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ῥήτορες σοφίας θεοειδεῖς,
στῦλοι Ἐκκλησίας,
οὐρανίων μυσταγωγοί,
Βασίλειε Πάτερ,
Γρηγόριε θεόφρον,
καὶ θεῖε Ἰωάννη,
κόσμῳ ἐδείχθητε.


     Τῶν τριῶν τούτων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, τὰς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις κατάβαλε, καὶ ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ καὶ εἰρηνικῇ καταστάσει διαφύλαξον, καὶ τῆς οὐρανίου σου βασιλείας ἀξίωσον. Ὅτι εὐλογητὸς εἶ, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν. 


※
[ (1) Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 352–354.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(2) «Το Μέγα Γεροντικόν»
–Θεματική Συλλογή–·
Τόμ. Α΄ (Βιογραφικά Σημειώματα),
σελ. 444–447 και 453–454.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα – Θεσσαλονίκης,
Απρίλιος, 19941.
(3) Ιερομονάχου
Ιωαννικίου Μπάλαν:
«Ρουμανικό Γεροντικό»·
σελ. 356 και 359–360.
Μετάφραση από τα Ρουμανικά:
Πατέρες Ι. Μ. Γρηγορίου
Αγίου Όρους.
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»,
Θεσσαλονίκη, 19841.
(4) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών του ενιαυτού»·
Τόμ. Β΄, σελ. 168–173.
Εκδόσεις «Δόμος»·
Αθήνα, 20052.
(5) «Μηναίον» Ιανουαρίου,
σελ. 574–578.
Έκδοση «Αποστολική Διακονία»·
Αθήνα, Δεκέμβριος 1991.
(6) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2018

ΡΙΞΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ

ΡΙΞΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ


Ρίξε στην καρδιά μου
την αγάπη Σου, Χριστέ!
Γιατί μόνο με αυτή
μπορώ εγώ να Σε αγαπήσω αληθινά·
όπως θέλεις και όπως Σου πρέπει
και όπως δε νογάει
η ελαχιστότητά μου...

π. Δαμιανός





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΟΥ

Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΜΟΥ


Αυτή, η πιο μεγάλη αδυναμία μου·
να αγνοώ και να μη κατανοώ
την αδυναμία σου!...
Δεν παλεύομαι με τίποτα, πια! ...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.