Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ


     Ο άγιος Αντώνιος, το πρώτο άνθος της Ερήμου, γεννήθηκε περί το 250 στο μικρό χωριό Κόμα (σημ. Κιμάν αλ-Αριάς στην περιοχή Αλ-Ουαστά της Μέσης Αιγύπτου). Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι χριστιανοί, τον ανέθρεψαν με πίστη και φόβο Θεού. Ανέλαβαν οι ίδιοι την μόρφωση του γιου τους, γιατί ο Αντώνιος δεν αρεσκόταν να συμμετέχει στα θορυβώδη παιγνίδια των άλλων παιδιών και περιφρονούσε τις θύραθεν επιστήμες. Δεν έβγαινε από το σπίτι παρά για να πάει στην εκκλησία, όπου παρακολουθούσε προσεκτικά την ανάγνωση των ιερών βιβλίων και την εξιστόρηση των άθλων των αγίων. Γύρω στα είκοσί του χρόνια, ο θάνατος των γονέων του τον άφησε κύριο της οικογενειακής περιουσίας και μόνον υπεύθυνο για την ανατροφή της μικρότερης αδελφής του. Μια ημέρα, καθώς πήγαινε στην εκκλησία συλλογιζόμενος την ειρηνική και αμέριμνη ζωή των Αποστόλων και των πρώτων χριστιανών, άκουσε να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Αν θέλεις να γίνεις τέλειος, πήγαινε και πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα χρήματα στους πτωχούς και θα έχεις θησαυρό κοντά στον Θεό· κι έλα να Με ακολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21). Πεπεισμένος ότι διαβάστηκε ειδικά γι’ αυτόν, πήγε και μοίρασε χωρίς χρονοτριβή όλα τα κτήματα που διέθετε, πούλησε τα υπάρχοντά του, μοίρασε τα χρήματα στους πτωχούς και δεν κράτησε παρά τα απαραίτητα για την αποκατάσταση της αδελφής του. Μια άλλη φορά ακούγοντας να διαβάζουν την ευαγγελική ρήση: «Μην αγωνιάτε για το αύριο» (Ματθ. 6, 34), αποφάσισε να αποταχθεί οριστικά τον κόσμο, να μοιράσει το υπόλοιπο της περιουσίας του, να εμπιστευθεί την αδελφή του σε έναν ενάρετο άνθρωπο, να εγκαταλείψει το σπίτι του και να ασπασθεί τον ασκητικό βίο.

     Την εποχή εκείνη δεν είχαν συσταθεί ακόμη μοναστήρια. Συναντούσε κανείς μόνο κάποιους ανθρώπους του Θεού οι οποίοι ζούσαν μοναχικά όχι μακριά από το χωριό τους, νηστεύοντας και προσευχόμενοι. Ένας από αυτούς τους γέροντες έμενε εκεί κοντά. Ο Αντώνιος έβαλε σκοπό να τον μιμηθεί. Εγκασταστάθηκε κι εκείνος σ’ ένα απομονωμένο μέρος, όπου με τον νου απαλλαγμένο από κάθε μέριμνα και κάθε ενθύμηση της περασμένης του ζωής, εργαζόταν με τα χέρια του, μοίραζε τα περισσεύματά του στους πτωχούς, μελετούσε τα ιερά βιβλία και προσπαθούσε να φυλάξει αδιατάρακτη την προσευχή μέσα στην καρδιά. Ωσάν μέλισσα, κάθε φορά που άκουγε να επαινούν την αρετή κάποιου ασκητή, προσέτρεχε σ’ αυτόν, παρατηρούσε την ταπεινοφροσύνη του ενός, την σκληραγωγία του άλλου, την προσήλωση στην προσευχή ή στην μελέτη και, όταν γύριζε στο κελί του, αγωνιζόταν να συγκεντρώσει πάνω του όλες αυτές τις αρετές.

     Ο δαίμονας, που φθονεί κάθε αγαθό έργο των ανθρώπων, μη υποφέροντας να βλέπει τέτοιο ζήλο σε τόσο νέο άνθρωπο, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Του υπέβαλε αρχικά την ενθύμηση της περιουσίας που είχε αφήσει, της αδελφής που είχε εγκαταλείψει και όλων των απολαύσεων της περασμένης ζωής του. Ύστερα, του παράστησε με φοβερό τρόπο τις δυσκολίες της ασκητικής ζωής, την αδυναμία του σώματός του, τον μακρύ αγώνα που θα έπρεπε να διεξάγει επί πολλά χρόνια, υποβάλλοντάς του πυκνό νέφος σκοτεινών λογισμών. Καθώς ο Αντώνιος αντιστεκόταν στις επιθέσεις του, μένοντας σταθερός στην πίστη, την υπομονή και την αδιάλειπτη προσευχή, ο Πονηρός επιτέθηκε σε άλλο μέτωπο. Τον κατέκλυσε με ακάθαρτους λογισμούς και τον ερέθισε με άσεμνες νύξεις. Και βλέποντας ότι ο Αντώνιος αντιστεκόταν σθεναρά, μία νύχτα μεταμορφώθηκε σε γυναίκα που του έκανε προκλητικές χειρονομίες. Όμως, ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού τον απώθησε περιφρονητικά ψάλλοντας: «Ο Κύριος είναι βοηθός και σύμμαχός μου, γι’ αυτό κι εγώ θα δω τους εχθρούς μου νικημένους και ταπεινωμένους μπροστά στα πόδια μου» (βλ. Ψαλμ. 117, 7). Ήταν όντως πεπεισμένος ότι δεν ήταν εκείνος που κατήγαγε αυτή την πρώτη νίκη, αλλά η Χάρη του Θεού που ενοικούσε μέσα του (βλ. Α΄ Κορ. 15, 10). Σοφά κατηχημένος από την μελέτη των αγίων Γραφών για τις διάφορες μηχανεύσεις των δαιμόνων, ο Αντώνιος δεν εφησύχασε. Πάντα γρηγορών, εργαζόταν με ακόμη περισσότερη φροντίδα να καθυποτάξει το σώμα του, από φόβο μήπως, νικητής σε μια μάχη, βρεθεί ηττημένος σε άλλη. Έχοντας εδραιώσει την απόφαση στην οσιακή πολιτεία του, δεν κουραζόταν πια να περνά όλη την νύχτα προσευχόμενος, δεν έτρωγε παρά λίγο ψωμί και αλάτι κάθε δύο ημέρες και αρνιόταν κάθε ανθρώπινη παρηγορία. Χωρίς να συλλογιέται πόσα χρόνια διήγε στην ασκητική βιοτή «έκανε ό,τι μπορούσε για να φτάσει αυτά που ήταν μπροστά του» (βλ. Φιλιπ. 3, 14)· θεωρούσε την κάθε ημέρα ως απαρχή της ασκήσεώς του, οικειοποιούμενος τα λόγια του Προφήτη Ηλία: «Στον ζωντανό Θεό θα παρουσιαστώ σήμερα» (βλ. Γ΄ Βασ. 18, 15).


     Με αυτόν τον τρόπο ο Αντώνιος πέρασε στην αντεπίθεση: επέλεξε για κατάλυμα έναν από τους αρχαίους τάφους που είχαν σκάψει οι ειδωλολάτρες. Μη υποφέροντας τέτοια πρόκληση, ο Σατανάς ήρθε να τον πολιορκήσει την νύχτα με ολόκληρη λεγεώνα δαιμόνων. Του κατάφεραν τόσα πλήγματα, ώστε τον άφησαν καταγής καταπληγωμένο. Όταν ο φίλος που φρόντιζε να του πηγαίνει τροφή τον βρήκε σ’ αυτήν την κατάσταση, ημιθανή σχεδόν, τον έφερε εσπευσμένα στον ναό του χωριού. Μόλις όμως ο Αντώνιος συνήλθε, τον παρακάλεσε να τον μεταφέρει ξανά στον τάφο. Ανίκανος να σταθεί όρθιος, προσευχόταν ξαπλωμένος και προκαλούσε θαρραλέα τους δαίμονες, οι οποίοι εισήλθαν στον τάφο με την μορφή κάθε λογής θηρίων και ερπετών. Ο ανδρείος μαχητής πολιορκούμενος από παντού τους απωθούσε φωνάζοντας: «Αν είχατε την παραμικρή εξουσία, θα αρκούσε ένας από σας για να με καταβάλει. Επειδή όμως ο Χριστός σάς αφαίρεσε την δύναμη, προσπαθείτε να με τρομάξετε με την πληθώρα σας. Το γεγονός ότι έχετε υποβιβασθεί να παίρνετε το σχήμα των άλογων ζώων, είναι γνώρισμα της αδυναμίας σας. Αν έχετε κάποια δύναμη εναντίον μου, εμπρός, μη καθυστερείτε άλλο, επιτεθείτε! Αν δεν έχετε δύναμη, σταματήστε να πηγαινοέρχεσθε έτσι. Το σημείο του Σταυρού και η Πίστη αποτελούν τείχος απόρθητο!». Οι δαίμονες στην αδυναμία τους, δεν μπορούσαν παρά να τρίζουν τα δόντια από θυμό. Τέλος, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ήλθε σε βοήθειά του, η στέγη άνοιξε και μία ακτίνα φωτός έτρεψε σε φυγή τα πνεύματα του σκότους. Ο Αντώνιος ρώτησε: «Πού ήσουν, Κύριε; Γιατί δεν σταμάτησες νωρίτερα αυτή την μάχη;». Ο Χριστός τού αποκρίθηκε: «Εδώ ήμουν, στο πλευρό σου. Ήθελα όμως να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή αντιστάθηκες με τόση υπομονή, θα είμαι από εδώ και πέρα πάντα ο υπερασπιστής σου και θα καταστήσω το όνομά σου ένδοξο σε ολόκληρη την γη».

     Ο Αντώνιος, τριάντα πέντε χρόνων τότε (286), ύστερα από τους αγώνες αυτούς αισθάνθηκε να δυναμώνει ο ζήλος του και αποφάσισε να αποσυρθεί ολομόναχος στην έρημο. Έφθασε στην ανατολική όχθη του Νείλου, βρήκε πάνω στο βουνό ένα παλιό φρούριο εγκαταλειμμένο και, αφού έδιωξε τα ερπετά που το κατοικούσαν, εγκαταστάθηκε εκεί σε απόλυτη ησυχία, απαγορεύοντας την είσοδο σε όλους. Έμεινε επί είκοσι χρόνια στο καταφύγιο αυτό, όπου κάθε έξι μήνες ερχόταν ένας φίλος και του έριχνε ψωμί πάνω από το τείχος. Ωστόσο, πολλοί ήσαν εκείνοι που πήγαιναν, παρακινημένοι από την φήμη του οσίου. Κάθονταν έξω από το τείχος και άκουγαν να έρχεται από το εσωτερικό του φρουρίου μεγάλη βοή και αναταραχή και τις φωνές των δαιμόνων να αντηχούν μανιασμένες εναντίον εκείνου που τόλμησε να κατοικήσει στο άντρο τους. Μία ημέρα, οι επισκέπτες παραβίασαν την θύρα και αντίκρισαν τον άγιο Αντώνιο ακτινοβολούντα ωσάν να έβγαινε από κάποιο μυστικό θυσιαστήριο και με την όψη αναλλοίωτη ύστερα από είκοσι χρόνια, παρ’ όλες τις κακοπάθειες της σαρκός. Έκτοτε, συμφώνησε να δέχεται μαθητές, ο αριθμός των οποίων συνεχώς μεγάλωνε. Ίδρυσε δυο μοναστήρια: το ένα ανατολικά του Νείλου, στο Πισπίρ (σημ. Νταγιάρ-αλ-Μαϊμούν), το άλλο στην αριστερή όχθη, όχι μακριά από την Αρσινόη. Με ειρηνική καρδία και νου ακλόνητα προσηλωμένο στον Θεό, ο άγιος Αντώνιος είχε την δύναμη να συμφιλιώνει τους εχθρούς μόνο με την παρουσία του, να κάνει να βασιλεύει η αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους και να θεραπεύει τους αρρώστους με την προσευχή. Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος δίδασκε στους μαθητές του την πνευματική επιστήμη. Τους συνιστούσε να μην αφήνουν ποτέ να τους αποθαρρύνουν οι δοκιμασίες ή να ψυχραίνεται ο αρχικός τους ζήλος, αλλά απεναντίας να τον αυξάνουν, σαν να άρχιζαν κάθε μέρα για πρώτη φορά, συλλογιζόμενοι τα λόγια του Αποστόλου: «κάθε ημέρα εγώ πεθαίνω» (Α΄ Κορ. 15, 31).


     Έλεγε: «Ας προσπαθήσουμε να μην κατέχουμε παρά μονάχα ό,τι θα πάρουμε μαζί μας στον τάφο: προπαντός την αγάπη, την πραότητα, την δικαιοσύνη. Η αρετή, δηλαδή η Βασιλεία των Ουρανών, δεν έχει ανάγκη παρά μόνον της βουλήσεώς μας, γιατί «είναι μέσα μας» (Λουκ. 17, 21) και από εμάς τους ίδιους αποκτάται (Ματθ. 11, 12). Στην πραγματικότητα η αρετή έγκειται στην διατήρηση της ψυχής μας στην καθαρότητα και την ωραιότητα με την οποία επλάσθη. Φυλάσσοντας άγρυπνα την καρδιά μας από κάθε μολυσμό κακού λογισμού, από φιλήδονους ερεθισμούς και παράφορο θυμό, θα μπορούμε να αντιστεκόμαστε στις επιθέσεις των δαιμόνων που μας περιτριγυρίζουν και μηχανεύονται τα πάντα με σκοπό να εμποδίσουν τους χριστιανούς να ανεβούν στον ουρανό και να καταλάβουν την θέση από την οποία εκδιώχθηκαν εξαιτίας της αλαζονείας και της ανυπακοής τους. Μόνο προσκαρτερώντας με σταθερή άσκηση και πολλή προσευχή, μπορούμε να λάβουμε από το Άγιο Πνεύμα το χάρισμα της διακρίσεως των πνευμάτων, για να αντιμετωπίσουμε τις μηχανεύσεις τους. Στην αρχή επιτίθενται υποβάλλοντας ακάθαρτους λογισμούς· κατόπιν, εάν τους αποδιώξει κανείς με πίστη, νηστεία και προσευχή, επιτίθενται εκ νέου υποβάλλοντας διάφορες φαντασιώσεις με σκοπό να μας τρομάξουν. Διωγμένοι γι’ άλλη μια φορά με την δύναμη του Χριστού, επιχειρούν τότε να μας εξαπατήσουν παριστάνοντας ότι προλέγουν τα μέλλοντα να συμβούν, ενώ μόνον ο Θεός τα γνωρίζει ως Παντογνώστης. Χάρη στην ελαφρότητα και κινητικότητα της ασώματής τους φύσεως, μπορούν να εξαπατήσουν τους αστήρικτους. Εάν μένουμε ακλόνητοι, τότε ο ίδιος ο αρχηγός τους, ο Σατανάς, παρουσιάζεται μέσα σε πομπή περιβαλλόμενος με απατηλό φως, απεικόνιση του πυρός που ετοιμάζεται γι’ αυτόν στην αιωνιότητα, και υποβάλλει οράσεις, αποκαλύψεις, ασκητικά ανδραγαθήματα και κάθε λογής παγίδες, για να μας ρίξει στην έπαρση και την πλάνη. Να μη φοβηθείτε όλες αυτές τις επιθέσεις. Έχοντας χάσει την δύναμή τους από την Ενσάρκωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μη μπορώντας διόλου να ησυχάσουν, δεν τους μένει άλλο παρά να μας απειλούν με λόγια, με θορύβους και με μάταιες εμφανίσεις. Εάν είχαν κάποια εξουσία, δεν θα ήταν ανάγκη να στήσουν τέτοια παράσταση και θα είχαν από καιρό ανακόψει την ανάπτυξη και την πρόοδο των χριστιανών. Μονάχα τον Θεό πρέπει να φοβόμαστε και, όχι απλώς να μην δειλιάζουμε απέναντι στους δαίμονες, αλλά να τους περιφρονούμε. Τίποτε δεν φοβούνται περισσότερο από την νηστεία των μοναχών, την ταπεινοφροσύνη, την υπομονή, την αγάπη προς τον Θεό και τους αδελφούς. Αν σας φανερωθεί κάτι, μην ταραχθείτε, αλλά ρωτήστε αυτόν που παρουσιάσθηκε, ποιος είναι και από πού έρχεται. Εάν η εμφάνιση είναι αγία, θα διαλυθούν πάραυτα οι αμφιβολίες σας και θα μεταβληθεί ο φόβος σας σε χαρά. Εάν προέρχεται από τον διάβολο, αυτός θα τραπεί σε φυγή μόλις δει την σταθερότητά σας. Όλες αυτές οι δοκιμασίες είναι προς όφελός σας: αν λείψουν οι πειρασμοί, κανείς δεν θα σωθεί. Χάρη στον άγιο Αντώνιο, «η έρημος μεταβλήθηκε σε πόλη που κατοικήθηκε από πλήθος μοναχών, οι οποίοι αποτάχθηκαν τον κόσμο ώστε να μιμηθούν την αγγελική ζωή» (βλ. Άγιος Αθανάσιος· «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», 14, 7, ΕΠΕ 11, 47). Όλες αυτές οι κοινότητες μοναχών έμοιαζαν με ναούς, όπου άνθρωποι ενωμένοι σε γλυκιά αρμονία λόγω του ενός, μοναδικού και κοινού σκοπού, εγκαταβίωναν ψάλλοντας ύμνους, μελετώντας τις άγιες Γραφές, νηστεύοντας και προσευχόμενοι με την χαρά και την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.


     Την εποχή εκείνη ο Μαξιμίνος Δάιας είχε εξαπολύσει ανελέητο διωγμό κατά των χριστιανών στην Αίγυπτο και έπνιξε την Αλεξάνδρεια στο αίμα (308). Ο Αντώνιος, φλεγόμενος από τον πόθο να κατακτήσει τον στέφανο του μαρτυρίου, ήλθε στην Αλεξάνδρεια και θαρραλέα ριψοκινδύνευσε την ζωή του διακονώντας τους ομολογητές της Πίστεως. Παρά τον διάπυρο πόθο του να συμμεριστεί το μαρτύριό τους, ο Θεός τού επεφύλαξε άλλους αγώνες. Δεν τον συνέλαβαν και, έτσι, ο Αντώνιος επέτρεψε στην μοναστική του κοινότητα, όπου συνέχισε το αναίμακτο μαρτύριο της συνειδήσεως, διπλασιάζοντας τον ασκητικό του κανόνα. Εξακολουθούσε να επιτελεί θαύματα και, μολονότι παρέμενε έγκλειστος, δεν έπαυαν να συρρέουν επισκέπτες στο ερημητήριό του. Για τον λόγο αυτό αποφάσισε να αποσυρθεί ακόμη πιο βαθιά μες στην έρημο. Ακολούθησε ένα καραβάνι βεδουίνων και έφθασε οδοιπορώντας μέχρι το όρος Κοζλίμ (Κουολζούμ ή Όρος Αγίου Αντωνίου) που βρισκόταν προς το μέρος της Ερυθράς Θάλασσας στην έρημο, τρεις ημέρες απόσταση από τον Νείλο, όπου εγκαταστάθηκε κατόπιν θείας πληροφορίας. Καλλιεργούσε λίγα οπωροκηπευτικά για να τρέφεται. Αγρίμια και θηρία έρχονταν να πιουν στην πηγή εκεί κοντά και χαλούσαν το περιβόλι. Ο άγιος τα επέπληξε και τα ζώα δεν ξαναπλησίασαν. Σπάνιες ήταν οι επισκέψεις των μαθητών του και ο Αντώνιος μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί χωρίς περισπασμούς στην θεωρία και στον αγώνα κατά της μανίας των δαιμόνων. Ο νους του έμεινε ακλόνητος και ατάραχος όπως το όρος Σιών, και η παρρησία του προς τον Κύριο ήταν τόσο μεγάλη, ώστε έφευγαν οι δαίμονες και τα θηρία συμβίωναν ειρηνικά μαζί του.

     Ύστερα από πολλά χρόνια ο Αντώνιος, σε προχωρημένη ήδη ηλικία, συγκατένευσε να επισκεφθεί τους μαθητές του στο Πισπίρ, στην δεξιά όχθη του Νείλου. Καθ’ οδόν έκανε να αναβλύσει νερό στην έρημο, για να πιουν οι συνοδοιπόροι του που υπέφεραν από δίψα. Με πολύ μεγάλη χαρά υποδέχθηκαν στην κοινότητα τον άνθρωπο του Θεού και για όλους τους μοναχούς η επίσκεψή του έγινε αφορμή να αναζωπυρωθεί ο ζήλος τους για τον αγώνα της αρετής. Μέγα πλήθος τον ακολούθησε όταν επέστρεψε στο όρος του: άλλοι τον παρακαλούσαν να θεραπεύσει τις σωματικές τους ασθένειες, άλλοι έρχονταν για να λάβουν πνευματική παρηγορία και καθοδήγηση. Ο άγιος έδινε στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του, όπως ο Θεός ο Ίδιος. Δεν διέκοπτε την σιωπή του παρά μόνον από το Άγιο Πνεύμα και μιλούσε τότε με λόγια της Αγίας Γραφής σαν να ήταν εκείνος ο συγγραφέας τους. Έλεγε με ένθεη παρρησία: «Δεν φοβούμαι πλέον τον Θεό, αλλά Τον αγαπώ! Η αγάπη έξω βάλλει τον φόβο!». Για τον λόγο αυτό στην διδασκαλία του υπογράμμιζε προπαντός την αγάπη προς τους αδελφούς και την ανάγκη καθάρσεως της καρδίας. Έλεγε ακόμη: «Η ζωή και ο θάνατος εξαρτώνται από τον πλησίον. Εάν κερδίσουμε τον αδελφό μας, κερδίζουμε τον Θεό. Εάν όμως είμαστε αφορμή αμαρτίας για τον αδελφό μας, αμαρτάνουμε ενώπιον του Χριστού». Ως πατέρας φιλεύσπλαχνος, ήξερε να μετριάζει στην κατάλληλη στιγμή την άσκηση των μαθητών του, διδάσκοντάς τους αυτό που είχε μάθει από έναν άγγελο: να εναλλάσσουν με διάκριση την νοερά προσευχή, την ψαλμωδία και το εργόχειρο ώστε να αγωνίζονται κατά της ακηδίας. Επωμιζόταν σαν να ήταν δικές του τις συμφορές όσων κατέφευγαν σ’ αυτόν και προσευχόταν για τον καθένα τους. Όταν ο Θεός επιτελούσε δι’ αυτού μια ίαση, Τον ευχαριστούσε· και όταν του την αρνιόταν, πάλι Τον ευχαριστούσε και παρακινούσε τον πάσχοντα να συνεχίζει να ελπίζει.

     Μια ημέρα, την ώρα της προσευχής, ο άγιος Αντώνιος αρπάχτηκε με το πνεύμα του και υψώθηκε σωματικά στον αέρα από αγγέλους που απομάκρυναν την ορδή των δαιμόνων, οι οποίοι απαιτούσαν να απολογηθεί για όλη την διαγωγή του από τότε που γεννήθηκε. Το πρόσωπό του ακτινοβολούσε τέτοια λάμψη καθαρότητας και όλες οι κινήσεις του σώματος πρόδιδαν τέτοια απάθεια ψυχής, ώστε καταύγαζε γύρω του φως ειρήνης, χαράς και πραότητας. Χωρίς να δηλώσει καν ποιος είναι, όλοι όσοι τον έβλεπαν ελκύονταν ακατάσχετα προς εκείνον. Μπορούσε να διαβάσει την καρδιά τους σαν ανοιχτό βιβλίο ωσάν έμπειρος ιατρός, και τους έδινε πάντα το κατάλληλο φάρμακο. Όλη η Αίγυπτος τον θεωρούσε πατέρα και ιατρό της, προσωπικότητες από τις πλέον υψηλά ιστάμενες έφτασαν στην μακρινή έρημο για να συνομιλήσουν μαζί του ή απλώς για να λάβουν την ευλογία του. Ακόμη και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος και οι γιοι του έγραψαν επιστολές στον ταπεινό μοναχό ωσάν προς τον πατέρα τους.


     Χωρίς να αποσπάται από όλες αυτές τις τιμές και με τον νου αδιάκοπα στραμμένο στην παρουσία του Θεού εντός του, ο Αντώνιος είχε επιπλέον διδαχθεί από τον Θεό όλη την γνώση που χρειαζόταν για να αποστομώνει τους σοφούς του κόσμου. Έλληνες φιλόσοφοι, επαιρόμενοι για την μάταιη γνώση τους, ήλθαν να επισκεφθούν με περιφρόνηση αυτόν τον αγράμματο μοναχό για τον οποίο μιλούσε όλη η Αίγυπτος. Με λίγα λόγια του ο άνθρωπος του Θεού κλόνισε την αλαζονεία τους. Κατέδειξε πώς η σοφία τούτου του κόσμου κατέστη μωρά από την μωρία του Σταυρού, αποδείχνοντάς τους την ανοησία των μύθων τους που καταβιβάζει τον Θεό σε ομοιώματα ζώων ή άψυχων αντικειμένων, ενώ η Διδασκαλία του Χριστού ανεβάζει τον άνθρωπο σε άχραντη κοινωνία με την θεία φύση. Τους έκανε να αναγνωρίσουν ότι αυτό που οι χριστιανοί γνωρίζουν με την πίστη και την δύναμη του βιώματος, εκείνοι μάταια επιχειρούν να το φθάσουν με τις συζητήσεις και τους συλλογισμούς. Επισφράγισε, τέλος, την νίκη του λυτρώνοντας δαιμονισμένους με την δύναμη του Χριστού και οι επισκέπτες του αποχώρησαν αποσβολωμένοι.

     Ο άγιος Αντώνιος σεβόταν ιδιαίτερα τους κληρικούς και τους ταγούς της Εκκλησίας. Ήταν βέβαια ξένος από κάθε εκκλησιαστική υπόθεση, όμως υποστήριζε σθεναρά την Ορθόδοξη Πίστη, που κινδύνευε σε εκείνους τους ταραγμένους καιρούς. Όταν οι οπαδοί του Αρείου στην Αλεξάνδρεια διέδωσαν ότι ο ξακουστός ερημίτης συμμεριζόταν την ανόητη διδασκαλία τους, ο άγιος δεν δίστασε να αφήσει το ησυχαστήριό του, να έλθει στην τύρβη της μεγαλούπολης και να ομολογήσει καθαρά και απερίφραστα, ενώπιον του λαού που έτρεξε να τον δει, την πίστη του στην θεότητα του Υιού και Λόγου του Θεού, την ακράδαντη προσήλωσή του στο δόγμα της Συνόδου της Νικαίας και την αμέριστη υποστήριξή του στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα (338).

     Όταν έφθασε σε ηλικία εκατόν πέντε ετών, πήγε κατά την συνήθειά του να επισκεφθεί τους μοναχούς που είχαν εγκατασταθεί σε ένα βουνό ακόμη πιο βαθειά μες στην έρημο και να τους αναγγείλει με χαρά ότι ο Θεός θα τον καλούσε σύντομα στην αληθινή πατρίδα, την Άνω Ιερουσαλήμ. Τους εμψύχωσε παρακινώντας τους να επιμένουν στην άσκηση, σαν να επρόκειτο να πεθάνουν την επόμενη μέρα, να μιμούνται το παράδειγμα των αγίων και να τηρούν με επιμέλεια την παράδοση των θεόπνευστων Πατέρων, αποφεύγοντας κάθε σχέση με αιρετικούς. Ύστερα επέστρεψε στην βαθειά έρημο με δύο υποτακτικούς: τον Μακάριο [19 Ιαν.] και τον Αμάτα. Πριν παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, έδωσε εντολή να μη μεταφέρουν την σορό του στην Αίγυπτο, από φόβο μήπως την ταριχεύσουν σύμφωνα με τα ειδωλολατρικά έθιμα που ίσχυαν ακόμη. Διέταξε να τον ενταφιάσουν σε μέρος άγνωστο σε όλους. Κληροδότησε ένα μέρος από τα ενδύματά του στους δύο μεγάλους ομολογητές της Ορθοδοξίας: τον άγιο Αθανάσιο [18 Ιαν και 2 Μαΐ.] και τον άγιο Σεραπίωνα Θμούεως [21 Μαρτ.] και την μάλλινη μηλωτή του στους δύο υποτακτικούς του, ώστε να προστατεύονται αοράτως από αυτόν. Ύστερα, άπλωσε τα πόδια και με πρόσωπο που έλαμπε από χαρά, σαν να συναντούσε φίλους, παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Θεό (17 Ιανουαρίου του 356).

     Η φήμη του ως Πατήρ των μοναχών και ως Πατήρ πατέρων απλώθηκε ως τα πέρατα της οικουμένης και εδώ και πολλούς αιώνες ο «Βίος» του, γραμμένος με αγάπη και αφοσίωση από τον άγιο Αθανάσιο Αλεξανδρείας, προσφέρει ένα τέλειο πρότυπο της οδού που πρέπει να ακολουθήσουν κατά την οικεία τους έφεση και δύναμη οι πραγματικοί εραστές του Θεού για να φθάσουν στην ζωογόνα τελειότητα της Χριστιανικής ζωής. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος [25 Ιαν. και 30 Ιαν.] γράφει ότι ο «Βίος» του αγίου Αντωνίου είναι «μια νομοθεσία για τον μοναχικό βίο μέσα από την πλοκή της διηγήσεώς του» (Λόγος 21, 5, PG 35, 1088).

     Το λείψανο του αγίου Αντωνίου φαίνεται πως αποκαλύφθηκε ύστερα από όραμα το 561 και μεταφέρθηκε στην Αλεξάνδρεια. Γύρω στο 635, λόγω της απειλούμενης αραβικής εισβολής, μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και, περί το 1070, σύμφωνα με μαρτυρία της δυτικής παράδοσης, ένας άρχοντας της Ντωφινέ μετέφερε το τίμιο λείψανο στην Γαλλία (Άγιος Αντώνιος της Ντωφινέ) όπου αποτελεί μέχρι και σήμερα σεβάσμιο αντικείμενο ονομαστού προσκυνήματος.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν
τοῖς τρόποις μιμούμενος,
τῷ Βαπτιστῇ
εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος,
Πάτερ Ἀντώνιε,
τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής,
καὶ τὴν οἰκουμένην
ἐστήριξας, εὐχαῖς σου.
Διὸ πρέσβευε Χριστῶ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τοὺς βιοτικούς,
θορύβους ἀπωσάμενος,
ἡσυχαστικῶς, τὸν βίον ἐξετέλεσας,
τὸν Βαπτιστὴν μιμούμενος,
κατὰ πάντα τρόπον, Ὁσιώτατε.
Σὺν αὐτῷ οὖν σε γεραίρομεν,
Ἀντώνιε Πάτερ,
τῶν Πατέρων κρηπίς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ ἀρχηγός,
καὶ τῆς ἰσαγγέλου
πολιτείας καθηγητής·
χαίροις τῆς ἐρήμου,
στυλοειδὴς νεφέλη,
Ἀντώνιε παμμάκαρ,
Πατέρων καύχημα.




[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 173–181.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Η παρούσα ανάρτηση
αφιερώνεται εκ βαθέων υικώς
στη μνήμη του πατέρα μου·
Αντωνίου Τιμ. Σαράντη
(19241984).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2018

ΤΙ ΛΕΜΕ, ΑΝ ΔΕΝ ΑΓΑΠΑΜΕ;

ΤΙ ΛΕΜΕ, ΑΝ ΔΕΝ ΑΓΑΠΑΜΕ;


     Με κοιτάς και μου θυμίζεις την αγάπη που δεν έδωσα παρά μόνο ελάλησα. Μα ο ανθρώπινος λόγος είναι αγέρας και είθισται να μοιάζει με προειλημμένη προδοσία, με προοιμιακή ακύρωση, με προαναγγελία χαλασμού. Τι λέμε, αν δεν αγαπάμε; Πάρε τώρα μαζί σου τη σιωπή για να αντιληφθείς πιότερο τη συντριβή μου, για να κραταιωθώ εκ βαθέων κι εγώ στην άφεση της καρδιάς σου. Από ’δώ, σ’ αυτά τα μυστήρια της συντυχίας των προσώπων, είναι που αρχίζουν όλα και δεν τελειώνουν ποτέ...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΟΛΥΕΥΚΤΟΣ


     Στις αρχές του διωγμού που εξαπέλυσε κατά των Χριστιανών ο αυτοκράτορας Δέκιος (249-251), ο Πολύευκτος και ο Νέαρχος, δύο αξιωματικοί ελληνικής καταγωγής, υπηρετούσαν στην δωδεκάτη ρωμαϊκή λεγεώνα, η οποία στρατοπέδευε τότε στην Μελιτινή της Αρμενίας, και συνδέονταν με τρυφερή και βαθειά φιλία. Ο Νέαρχος είχε προσέλθει στον Χριστιανισμό, ενώ ο Πολύευκτος, παρά τις αρετές του, παρέμενε ακόμη πιστός στα είδωλα.

     Όταν δημοσιεύθηκε το πρώτο διάταγμα διωγμού, που υποχρέωνε όλους τους στρατιωτικούς να θυσιάσουν δημόσια για να δείξουν την πίστη τους στην επίσημη λατρεία του αυτοκράτορα, ο Νέαρχος με λύπη γνωστοποίησε στον Πολύευκτο ότι αυτό το διάταγμα σύντομα θα τους χωρίσει για πάντα. Ο Πολύευκτος, που ήταν ήδη κατατοπισμένος ως έναν βαθμό στα της Διδασκαλίας του Χριστού από τις συζητήσεις με τον φίλο του, του αποκρίθηκε με ολόχαρο πρόσωπο: «Όχι, δεν θα χωριστούμε, γιατί αυτή την νύχτα ο Χριστός που λατρεύεις, μου φανερώθηκε σε όραμα, μ’ έντυσε μ’ ένα φωτεινό άμφιο αφού πρώτα μου έβγαλε την στρατιωτική στολή και μου παρουσίασε ένα φτερωτό άλογο». Είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για προεικόνιση της προσεχούς μετάβασής του στους ουρανούς, ανάμεσα στην ένδοξη χορεία των νικηφόρων Μαρτύρων. Χριστιανός ήταν ήδη από καιρό διαισθητικά και από καλή διάθεση ψυχής. Δεν του έλειπαν παρά το όνομα και η θεία σφραγίδα του Βαπτίσματος. Ο ένας ενθάρρυνε λοιπόν τον άλλο αμοιβαία να περιφρονούν τα αγαθά και τις φθαρτές χαρές τούτης της γης για να τύχουν της ουράνιας μακαριότητας.


     Όταν ο Νέαρχος πληροφόρησε τον Πολύευκτο ότι το μαρτύριο του αίματος δύναται να αναπληρώσει το Βάπτισμα και κάθε άλλη τελετή, καθώς και ότι αυτό δύναται επίσης να μας κατατάξει στον στρατό του Χριστού και να ενεργήσει ώστε να ζει εντός ημών ο Κύριος, ο Πολύευκτος, φλεγόμενος από τον πόθο του μαρτυρίου, του είπε: «Το πνεύμα μου δεν στοχάζεται πλέον παρά τα ουράνια αγαθά· έχω μπροστά στους οφθαλμούς της ψυχής μου τον Χριστό και η λαμπρότητά Του φωτίζει το πρόσωπό μου. Ας συμφωνήσουμε να υπομείνουμε μαζί το μαρτύριο και ας πάμε να διαβάσουμε το διάταγμα του αυτοκράτορα». Μόλις έφθασαν μπροστά στην επιγραφή, ο γενναίος Πολύευκτος την απέσπασε μπροστά στα μάτια του έκπληκτου πλήθους, έτρεξε στο μέσον μιας ειδωλολατρικής πομπής και συνέτριψε τα είδωλα που κρατούσαν οι ιερείς.

     Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον δικαστή, ο οποίος διέταξε να τιμωρηθεί ο Πολύευκτος με βασανισμούς ως ιερόσυλος. Τίποτε, όμως, δεν στάθηκε ικανό να τον κάνει να σταματήσει να διακηρύττει πως είναι Χριστιανός. Μετά από τους δήμιους, οι οποίοι είχαν εξαντληθεί ξυλοκοπώντας τον και προσπαθώντας μάταια να τον μεταπείσουν, ο πεθερός του Φήλιξ, διοικητής της επαρχίας, προσπάθησε κι αυτός να κάμψει την γνώμη του Πολύευκτου κάνοντάς τον να θυμηθεί την σύζυγο και τα παιδιά του. «Ποια σύζυγο; Ποια παιδιά;», αντέτεινε εκείνος. «Η σκέψη μου δεν είναι πια εκεί, στρέφεται πλέον μόνο στα ουράνια και άφθαρτα αγαθά. Όσο για την κόρη σου, αν συμφωνήσει να με ακολουθήσει, θα είναι ευτυχισμένη· αν όχι, θα χαθεί με αυτούς που αποκαλείτε θεούς σας».


     Η σύζυγός του Παυλίνα πλησίασε κλαίγοντας: «Ποιος δαίμονας σε κυρίευσε;», του είπε. «Ποιος σε εξαπάτησε σε σημείο ώστε να κάνεις κομμάτια τους δώδεκα θεούς μας;». —«Αν μονάχος μου νίκησα τους δώδεκα θεούς σου», αποκρίθηκε ο Πολύευκτος, «δεν υπάρχει πλέον μέσο για σένα να βρεις θεό εδώ κάτω. Δεν σου μένει άλλο, Παυλίνα μου, παρά να έλθεις μαζί μου να λατρέψεις τον αληθινό Θεό και να βιαστείς να ανταλλάξεις αυτή την πρόσκαιρη ζωή με την ουράνια και αιώνια». Διαπιστώνοντας ότι ο αθλητής του Χριστού κατανικούσε ακόμη και την στοργή για τους δικούς του και ότι θα παρέσυρε πολλούς ειδωλολάτρες στην πίστη του, οι δικαστές τον καταδίκασαν σε θάνατο.

     Ο Πολύευκτος προχώρησε προς τον τόπο της θανάτωσής του χαρούμενος, με πρόσωπο που έλαμπε, σαν να πήγαινε στην λύτρωσή του, εμψυχώνοντας τους χριστιανούς που τον συνόδευαν. Βλέποντας τον φίλο του, τον Νέαρχο, τον χαιρέτησε υπενθυμίζοντάς του την υπόσχεση που είχαν δώσει ο ένας στον άλλον. Ύστερα, έτεινε με γενναιότητα τον αυχένα κάτω από την σπάθη και ετελειώθη βαπτισθείς στο ίδιο του το αίμα. Οι τολμηρότεροι από τους πιστούς σήκωσαν το σώμα του και το ενταφίασαν στην Μελιτινή, ενώ ο Νέαρχος μάζεψε το αίμα του και το μετέφερε, την επόμενη χρονιά, στην πόλη των Κανανεωτών.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Μυηθεὶς οὐρανόθεν
εὐσεβείας τὴν ἔλλαμψιν,
ὤφθης στρατιώτης γενναῖος,
τοῦ Σωτῆρος Πολύευκτε·
καὶ ξίφει ἐκτμηθεὶς τὴν κεφαλήν,
Μαρτύρων ἠριθμήθης τοῖς χοροῖς,
μεθ’ ὧν πρέσβευε
θεόφρον διὰ παντός,
ὑπὲρ τῶν ἐκβοώντων σοι·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ δωρουμένω διὰ σοῦ,
πᾶσι τὰ κρείττονα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τοῦ Σωτῆρος κλίναντος
ἐν Ἰορδάνῃ,
κεφαλὴν ἐθλάσθησαν,
αἱ τῶν δρακόντων κεφαλαί·
τοῦ Πολυεύκτου ἡ κάρα δέ,
ἀποτμηθεῖσα,
τὸν δόλιον ᾔσχυνε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Πολύευκτον χάριν ἐπιποθῶν,
πολύευκτον πίστιν,
προσελάβου ὡς νουνεχής·
ὅθεν πολυεύκτου,
τρυφῆς κατηξιώθης,
Πολύευκτε τρισμάκαρ,
ἀθλήσας ἄριστα.


[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 96–97.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


     Η Εκκλησία συνηθίζει την επαύριο ορισμένων Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών να τιμά εκείνον που υπηρέτησε το εν λόγω μυστήριο· και σήμερα, επαύριο των Θεοφανείων, τιμά τον Βαπτιστή και Πρόδρομο και τον εγκωμιάζει ως τον μεγαλύτερο των Προφητών, ως τον «πιο μεγάλο άνθρωπο που γέννησε ποτέ γυναίκα» (Ματθ. 11, 11), ως την φωνή του Λόγου, τον κήρυκα της Χάριτος, την χελιδόνα που προμηνύει την Άνοιξη την πνευματική, τον λύχνο του θείου Φωτός, την πνευματική αυγή που αναγγέλλει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον επίγειο άγγελο και τον ουράνιο άνθρωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο γης και ουρανού και ενώνει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Εστάλη από τον Θεό σαν «η φωνή που βροντοφωνάζει μέσα στην έρημο» (βλ. Ματθ. 3, 3· Ιωάν. 1, 23), για να αναγγείλει και να προετοιμάσει την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και ολοκληρώνει ο Ιωάννης την αποστολή του βαπτίζοντας τον Κύριο στον Ιορδάνη ποταμό: «Η δική μου χαρά έχει τώρα πια ολοκληρωθεί. Εκείνου το έργο πρέπει να μεγαλώνει και το δικό μου να μικραίνει» (Ιωάν. 3, 30). Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη και μετά την φανέρωση της Χάριτος και τον μαρτυρικό του θάνατο, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής παραμένει για τους χριστιανούς ο «Πρόδρομος», με την πνευματική έννοια, του Χριστού. Πρότυπο εγκρατείας, παρθενίας, μετανοίας και κάθαρσης από τα πάθη διά της ασκήσεως και της προσευχής, καθίσταται μυσταγωγός του μοναχικού βίου, διαπρύσιος εμπνευστής των πιστών και αδιάκοπα προετοιμάζει για εμάς την οδό που οδηγεί απλανώς προς τον Κύριο. Ακολουθώντας το μήνυμα μετανοίας του Τιμίου Προδρόμου, μπορούμε επάξια να προετοιμασθούμε ώστε να λάβουμε το άγιο Βάπτισμα και, μιμούμενοι μετά τον φωτισμό μας την αγία βιοτή του στην έρημο, θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε την Χάρη και να την κάνουμε να αυξάνει αδιάκοπα, έως ότου ο Χριστός σκηνώσει μέσα μας με όλη την δόξα της Αναστάσεώς Του.

Η μετένεξη της αγίας Δεξιάς του Προδρόμου


     Το σκήνωμα του Τιμίου Προδρόμου το ενταφίασαν οι μαθητές του στην Σεβαστεία (Σαμαρία), όπου λίγο αργότερα έφθασε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και πήρε την Δεξιά του Προδρόμου ώστε να την καταθέσει στην πατρίδα του την Αντιόχεια, όπου το τίμιο λείψανο επιτέλεσε πολλά θαύματα. Μεταξύ άλλων διηγούνται ότι οι ειδωλολάτρες της πόλης συνήθιζαν να θυσιάζουν κάθε χρόνο μια παρθένα κόρη, η οποία μόλις είχε μπει στην εφηβεία, σ’ έναν φοβερό δράκοντα που τον τιμούσαν ως θεό. Μια ημέρα, ο πατέρας της δύστυχης κόρης που είχε επιλεγεί για την θυσία, προσέτρεξε στην εκκλησία όπου τιμόταν το πολύτιμο λείψανο για να ζητήσει την βοήθεια του Τιμίου Προδρόμου, και άρπαξε κρυφά ένα του δάκτυλο. Την ώρα που, ενώπιον όλου του λαού, οι ιερείς των ειδώλων ετοιμάζονταν να ρίξουν την κόρη στο ορθάνοικτο στόμα του τέρατος, ο πατέρας έριξε μέσα το δάκτυλο του αγίου και στην στιγμή το θηρίο έπεσε νεκρό. Ως έκφραση ευγνωμοσύνης έκτισαν εκεί μια λαμπρή εκκλησία προς τιμήν του Προδρόμου.
     Πολλά χρόνια αργότερα, οι ευσεβείς αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Ζ΄ και Ρωμανός Β΄ πληροφορήθηκαν τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε το τίμιο λείψανο της χειρός του Προδρόμου και έδωσαν εντολή σ’ έναν διάκονο, ονόματι Ιώβ, να το φέρει στην Κωνσταντινούπολη. Η υποδοχή της Δεξιάς του Βαπτιστού και Προδρόμου του Χριστού στην Βασιλεύουσα έλαβε χώρα το βράδυ ακριβώς της παραμονής των Θεοφανείων. Το άγιο λείψανο της Δεξιάς του Προδρόμου βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένο στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου τιμάται με ευλάβεια. Ένα άλλο λείψανο της χειρός του Προδρόμου βρίσκεται στα παλαιά σουλτανικά ανάκτορα (σημ. μουσείο «Τοπ-Καπί») στην Κωνσταντινούπολη. Ο μεγαλειώδης και θαυμαστός βίος του Τιμίου Προδρόμου έχει και τους εξής εόρτιους σταθμούς, πανευλαβικά γνωστούς στη ζωή της Εκκλησίας: Σύλληψη [23 Σεπτ.], Γενέθλιον [24 Ιουν.], Αποτομή [29 Αυγ.], Εύρεση κεφαλής [24 Φεβρ. και 25 Μαΐου].


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων·
σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία
τοῦ Κυρίου Πρόδρομε·
ἀνεδείχθης γὰρ ὅντως
καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος,
ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι
κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον.
Ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας,
χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾍδῃ,
Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί,
τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου,
καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. β΄.
Τὴν σωματικήν σου παρουσίαν δεδοικώς,
ὁ Ἰορδάνης φόβῳ ὑπεστρέφετο·
τὴν προφητικὴν δὲ λειτουργίαν ἐκπληρῶν,
ὁ Ἰωάννης τρόμῳ ὑπεστέλλετο·
τῶν Ἀγγέλων αἱ τάξεις ἐξεπλήττοντο,
ὁρῶσαί σε ἐν ῥείθροις σαρκὶ βαπτιζόμενον·
καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο,
ἀνυμνοῦντές σε τὸν φανέντα,
καὶ φωτίσαντα τὰ πάντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χειρί σου βαπτίσας,
ὦ Βαπτιστά,
τὸν διὰ θαλάσσης,
ἀγαγόντα τὸν Ἰσραήλ,
Προφητῶν ἁπάντων,
ὑπέρτερος ἐδείχθης·
διὸ ἀνευφημοῦμεν
τὴν θείαν χάριν σου.




[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 76–77.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ» ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»

Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ» ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»


     Αυτή τη στιγμή μου έρχεται το παράδειγμα μιας πολύ απλής γυναίκας του λαού που είχα συναντήσει κάποτε στο εξομολογητήριο πριν από πολλά χρόνια. Δεν τη γνώριζα, ούτε τη γνωρίζω. Ούτε κι αν τη δω στο δρόμο θα τη θυμηθώ. Θα πλησίαζε τα εβδομήντα. Ίσως, να την έχει καλέσει ο Θεός τώρα.
     Αφού εξομολογήθηκε, δε θυμάμαι πώς ήρθε το θέμα, τη ρώτησα εάν εργάζεται.
     —Όχι, πάτερ μου, σταμάτησα. Δε μπορώ άλλο πια να εργάζομαι.
     —Και πώς ζεις; Έχεις κάποια σύνταξη;
     —Όχι, ούτε σύνταξη έχω.

     Με κοίταξε κάπως καχύποπτα, αγράμματη η καημένη, και μου λέει:
     —Πνευματικός είσαι, θα στο πω· αλλά, δε θα το πεις πουθενά! Η ενορία μας έκτισε έναν νέο ναό. Μεγάλο κι ωραίο. Έγιναν πάρα πολλά έργα μέσα σ’ αυτόν κι είχε μείνει μοναχά το τέμπλο. Οι ιερείς είπαν, και μια και δυο και τρεις φορές, ότι τώρα θ’ αρχίσουμε τον έρανο για να φτιάξουμε το τέμπλο ξυλόγλυπτο. Εγώ, από μικρή κοπέλα, όλη μου τη ζωή, εργαζόμουνα «υπηρέτρα»· και, με τα χρήματα που έπαιρνα, έφτιαξα ένα σπίτι. Έμενα σ’ ένα δωματιάκι και τα υπόλοιπα τα νοίκιαζα κι έτσι ζούσα.

     Πάω, βρίσκω τον προϊστάμενο του ναού, και του λέω:
     —Πάτερ μου, πόσο θέλει για να γίνει το τέμπλο;
     Μου λέει:
     —Ενάμισι εκατομμύριο δραχμές (λεφτά της εποχής εκείνης, βέβαια).
     —Πάτερ μου, άκουσε, του λέω. Έχω ένα σπίτι. Τα πιάνει αυτά τα χρήματα. Αλλά, αναλαμβάνει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο να μου δίνει ενάμισι χιλιάρικο το μήνα που παίρνω από τα ενοίκια για να ζω, όσο ζω;
     —Το αναλαμβάνει και με το παραπάνω και περισσότερα.
     —Αλλ’ άκουσε: Δε θα το ξέρει κανείς! Μόνο εγώ κι εσύ!
     —Δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, διότι, για να το αποφασίσει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, αναγκαστικά θα πρέπει να το μάθει πρώτα. Πώς θα πάρει μια τέτοια απόφαση; Επομένως, δε μπορώ να το κρατήσω τελείως μυστικό.
     —Καλά. Θα πάρεις όμως τους Εκκλησιαστικούς Συμβούλους, έναν-έναν, μπροστά στην Εικόνα του Χριστού, να σου υποσχεθούν ότι δε θα το πουν σε κανέναν. Να μη το μάθει κανείς στην ενορία!
     —Εντάξει, αυτό στο υπόσχομαι!...

     Πράγματι, πουλήθηκε το σπιτάκι κι έγινε το τέμπλο. Κι εγώ ζω μ’ αυτά που μου δίνει το Συμβούλιο. Μού ’παν μερικοί απ’ το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο: «Εε, καημένη! Τό ’φτιαξες που τό ’φτιαξες, δεν αφήνεις να βάλουμε και τ’ όνομά σου τώρα;». «Όχι, όχι!», τους λέω, «γιατί θα χάσω τον “μιστό” (!) μου, άμα θα κάνετε τέτοιο πράγμα!».

     Τώρα πάω στην εκκλησία, βλέπω το τέμπλο και κλαίω απ’ τη χαρά μου και λέω: «Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, διότι αξίωσες εμένα, μια φτωχή γυναίκα, μια “υπηρέτρα”, που δεν αξίζω τίποτε, ένα σκουπίδι, να κάνω ένα τέτοιο ωραίο πράγμα στον ναό Σου! Κύριέ μου, εγώ τους κόπους μου τους έδωσα να φτιάξω ένα έργο στον ναό Σου. Δεν έχω τίποτε άλλο!...». Και το βλέπω κι αναγαλλιάζεται η ψυχή μου!...

     Τόσο πολύ με συγκλόνισε το παράδειγμα αυτής της γυναίκας, που είπα: «Εν ημέρα Κρίσεως, άραγε, πόσους από εμάς τους κληρικούς θα κρίνει η γριούλα αυτή;! Που, πολλές φορές, εμείς βάζουμε φαρδύ-πλατύ τ’ όνομά μας και γράφουμε: “το τέμπλο (ή ο ναός) εγένετο επί τάδε, επί τάδε και επί τάδε” κι από κάτω αρχίζουν οι λίστες των υπόλοιπων δωρητών. Κολακευόμαστε να γίνεται γνωστό ότι δώσαμε αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Επαναλαμβάνω· μερικές τέτοιες ψυχούλες, τέτοιες καθαρές ψυχές, “τις οποίες δεν ήταν καν άξιος ο κόσμος να τις έχει” (πρβλ. Εβρ. 11, 38), θα μας κρίνουν την ημέρα της Κρίσεως!...».

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
(1930—1989)


[Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου:
«Χριστώ τω Θεώ παραθόμεθα»,
κεφ. 3ο, σελ. 92—94.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
Κεχαριτωμένης Θεοτόκου·
Τροιζήνα, Απρίλιος 20044.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

ΘΕΛΗΣΑ ΚΑΠΟΤΕ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΩ

ΘΕΛΗΣΑ ΚΑΠΟΤΕ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΩ


     Θέλησα κάποτε ν’ αγαπήσω κι εγώ μια φορά, έτσι απλά και ελαφρά, όπως όλος ο ντουνιάς. Δίχως ορισμούς, εντολές και συνταγές. Δίχως κατευθύνσεις και οδηγίες. Τα βαρέθηκα όλα και τα καταδίκαζα συλλήβδην. Δεν ήθελα αντίλογο, γιατί δεν μπορούσα τον διάλογο. Σάρωσα ηθικές και παραινέσεις, γιατί μου έφταιγε η ανεξήγητη ανελευθερία μου. Στ’ όνομα της «αγάπης» ήθελα εμένα πάντοτε κυρίαρχο. Στο διάβα μου χαιρόμουν μεθυστικά για τη ψευδονίκη της αυτονομίας μου. Γέμιζα από ’κείνη τη χαρά που δε με γέμιζε ποτέ. Από ’κείνη την έμπικρη χαρά που ήταν τελικά το ισόβιο κώνειό μου. Συνέπαιρνα και τους άλλους μαζί μου, στο έγκλημα της αυταπάτης μου. Γινόταν μια φιέστα τρελή, αμαυρωμένη από τα προσωπεία όλων μας. Ήμασταν τάχα αντισυστημικοί, ανομολόγητα αλύτρωτοι και σίγουρα ανεύθυνοι. Όχι ότι ο Θεός βρίσκεται στο σάπιο και απάνθρωπο σύστημα, αλλά ότι εμάς μας συνέφερε πολύ που διαλέγαμε τόσο ανεύθυνα την ευκολία της πλάνης μας. Και το θέμα προχωράει. Το κουβάρι εδώ δεν ξετυλίγεται ποτέ· αυτή η ευκολία και η ανετίλα μάς έφερνε το εγκόσμιο και προσωπικό ψέμα πλάι μας, οδηγό και ουραγό μας. Κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα, γιατί δεν ήθελε, γιατί δεν μπορούσε και γιατί αυτό αποκλειότανε. Θεωρητικά ήμασταν εποπτικά γνώστες και εμβριθώς υποψιασμένοι για όλους και για όλα. Καπάτσοι, εύστροφοι, έξυπνοι, φιλοσοφημένοι, τόσο αθεράπευτα σαγηνευμένοι από την αυτοθέωσή μας. Όλες οι ψυχοκτονίες μας είχαν θεμέλιο την εξυπνάδα μας. Το πιο άμοχθο και άκοπο πράγμα στον κόσμο είναι ν’ αγαπάς άνευ Θεού. Έτσι, η περίσσεια τόλμη μας έγινε το εγχειρίδιο της ασκεφτιάς και της ματαιοπονίας μας. Δεν υπήρχε κοινωνία μεταξύ μας, γιατί δεν υπήρχε θάνατος του εγώ μας. Δεν υπήρχε απόσταση και ησυχία, γιατί δεν υπήρχε αποκάλυψη του θείου στα φυλλοκάρδια μας, διάκριση στον τρόπο μας, πνευματική καλλιέργεια, ευαισθησία και σεβασμός στα χνώτα της ζωής του άλλου. Δεν υπήρχε καν μέθεξη και βίωμα, γιατί η αναλγησία των φρονημάτων μας προσήλωνε το σκεβρωμένο είναι μας στην υπέρτατη μοναξιά μας. Ζούσαμε μια ενδοϋπαρκτική φάρσα, ένα ψυχικό φιάσκο, που το προτείναμε σαν πνιγηρή σοβαρότητα. Σαν πρόχειρη λύση στο τέλμα που το παράτεινε και το διόγκωνε όμως περισσότερο. Όλοι εξαφανίζονταν μπροστά στο εγώ του καθενός, στο εγώ το δικό σου και στο εγώ το δικό μου· όλοι αναδύονταν αγέρωχοι και άκαμπτοι ξανά για χάρη του. Δε λέγαμε ποτέ «σε μισώ!» ή «σε αντιπαθώ!» ή «φύγε, δε σε θέλω!», μονάχα «σε αγαπώ!» ή «συγχώρεσε κι αγάπησε τον εαυτό σου!», αγάπησε και ασπάσου τη σκουριά σου δηλαδή. Το παίζαμε σε όλους αβροί και ανώδυνοι γκουρού, αγγελοποιημένοι τύποι, όταν τα έγκατά μας έμοιαζαν και μοιάζουν μ’ έναν ξεχασμένο και παραγεμισμένο βόθρο. Στην προβαλλόμενη «αγάπη» ήταν ριζωμένος ο κάλπικος εαυτός μας, ο εαυτός σου και ο εαυτός μου. Κοιτάζω γύρω μου, κανείς! Κοιτάζουν κι αυτοί, πουθενά κι εγώ! Δεν ήταν μαζί μου και μέσα μου Εκείνος, δεν ήταν και μέσα σ’ αυτήν την αυτοσχέδια αγάπη μου η θεία Χάρη Του. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα γι’ Αυτόν και γι’ Αυτήν και στο βάθος πραγματικά δεν ήθελα να έχω. Η θρησκεία μ’ εκνεύριζε κι όλα τα δήθεν πνευματικά με απωθούσαν. Άδειασα την καρδιά μου και το είναι μου από την Ταπείνωση κι από την Προσευχή. Είχα το δικό μου ισχυρό, ατσάλινο και θωρακισμένο «πιστεύω»: μόνος μου ν’ αγαπήσω, ενάντια σε κάθε θείο και θεό, ενάντια σ’ έναν Θεό που δε μου ήταν και τόσο εξυπηρετικός όποτε το ήθελα· ενάντια στον πλησίον που δε με καταλάβαινε, μόνο μου πήγαινε επανειλημμένως κόντρα. Αηδίασα κι αντέδρασα κι έφτιαξα μιαν άλλη θρησκεία στα μπερδεμένα σωθικά μου. Υπάκουσα στη φωνή των πληγών και των τραυμάτων μου κι έχτισα τη σπασμωδική μαγκιά μου πάνω σε όλα και για όλα, που έγινε στο τέλος η αψίδα του εγώ μου. Ήθελα με μίσος, με πονηρία και με κάθε ποταπότητα την «αγάπη». Κι άρχισα να χωλαίνω στη σκέψη. Μου ήταν αδύνατον να αισθανθώ εκ βαθέων κάποιον ή κάτι. Μου ήταν ανέφικτο να διακρίνω αφίλαυτα, φιλόθεα, φιλάδελφα και επομένως ορθά. Ήμουν εσωτερικά δέσμιος των τοξικών λογισμών μου. Περήφανος και τραγικός ακόλουθος της τροχιάς των παθών και των πλανών μου. «Αγάπη ο Θεός», ο Θεός που πάντοτε βολεύει και συγκαλύπτει, ο Θεός που δε θέλουμε και που δε θέλω. Μα, ο Θεός είναι ολότελα Κρυμμένος στην Προσευχή της Καρδιάς, στην Προσευχή που δε στέργουμε. Η δε Προσευχή, είν’ η Κυρά της ψυχής μας· η μόνη που φέρνει φωτισμό, συντριβή, μετάνοια, κλαυθμό, ισορροπία, τάξη, δύναμη, χαρά και ουράνια ευπρέπεια μέσα μας· καθώς και όλη την ατόφια θεία Αγάπη που σπάνια αγαπήσαμε, που σπάνια αγαπάμε αληθινά...

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.