Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


     Η Εκκλησία συνηθίζει την επαύριο ορισμένων Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών να τιμά εκείνον που υπηρέτησε το εν λόγω μυστήριο· και σήμερα, επαύριο των Θεοφανείων, τιμά τον Βαπτιστή και Πρόδρομο και τον εγκωμιάζει ως τον μεγαλύτερο των Προφητών, ως τον «πιο μεγάλο άνθρωπο που γέννησε ποτέ γυναίκα» (Ματθ. 11, 11), ως την φωνή του Λόγου, τον κήρυκα της Χάριτος, την χελιδόνα που προμηνύει την Άνοιξη την πνευματική, τον λύχνο του θείου Φωτός, την πνευματική αυγή που αναγγέλλει τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τον επίγειο άγγελο και τον ουράνιο άνθρωπο που βρίσκεται στο μεταίχμιο γης και ουρανού και ενώνει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη. Εστάλη από τον Θεό σαν «η φωνή που βροντοφωνάζει μέσα στην έρημο» (βλ. Ματθ. 3, 3· Ιωάν. 1, 23), για να αναγγείλει και να προετοιμάσει την έλευση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Και ολοκληρώνει ο Ιωάννης την αποστολή του βαπτίζοντας τον Κύριο στον Ιορδάνη ποταμό: «Η δική μου χαρά έχει τώρα πια ολοκληρωθεί. Εκείνου το έργο πρέπει να μεγαλώνει και το δικό μου να μικραίνει» (Ιωάν. 3, 30). Παρ’ όλ’ αυτά, ακόμη και μετά την φανέρωση της Χάριτος και τον μαρτυρικό του θάνατο, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής παραμένει για τους χριστιανούς ο «Πρόδρομος», με την πνευματική έννοια, του Χριστού. Πρότυπο εγκρατείας, παρθενίας, μετανοίας και κάθαρσης από τα πάθη διά της ασκήσεως και της προσευχής, καθίσταται μυσταγωγός του μοναχικού βίου, διαπρύσιος εμπνευστής των πιστών και αδιάκοπα προετοιμάζει για εμάς την οδό που οδηγεί απλανώς προς τον Κύριο. Ακολουθώντας το μήνυμα μετανοίας του Τιμίου Προδρόμου, μπορούμε επάξια να προετοιμασθούμε ώστε να λάβουμε το άγιο Βάπτισμα και, μιμούμενοι μετά τον φωτισμό μας την αγία βιοτή του στην έρημο, θα μπορέσουμε να διαφυλάξουμε την Χάρη και να την κάνουμε να αυξάνει αδιάκοπα, έως ότου ο Χριστός σκηνώσει μέσα μας με όλη την δόξα της Αναστάσεώς Του.

Η μετένεξη της αγίας Δεξιάς του Προδρόμου


     Το σκήνωμα του Τιμίου Προδρόμου το ενταφίασαν οι μαθητές του στην Σεβαστεία (Σαμαρία), όπου λίγο αργότερα έφθασε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και πήρε την Δεξιά του Προδρόμου ώστε να την καταθέσει στην πατρίδα του την Αντιόχεια, όπου το τίμιο λείψανο επιτέλεσε πολλά θαύματα. Μεταξύ άλλων διηγούνται ότι οι ειδωλολάτρες της πόλης συνήθιζαν να θυσιάζουν κάθε χρόνο μια παρθένα κόρη, η οποία μόλις είχε μπει στην εφηβεία, σ’ έναν φοβερό δράκοντα που τον τιμούσαν ως θεό. Μια ημέρα, ο πατέρας της δύστυχης κόρης που είχε επιλεγεί για την θυσία, προσέτρεξε στην εκκλησία όπου τιμόταν το πολύτιμο λείψανο για να ζητήσει την βοήθεια του Τιμίου Προδρόμου, και άρπαξε κρυφά ένα του δάκτυλο. Την ώρα που, ενώπιον όλου του λαού, οι ιερείς των ειδώλων ετοιμάζονταν να ρίξουν την κόρη στο ορθάνοικτο στόμα του τέρατος, ο πατέρας έριξε μέσα το δάκτυλο του αγίου και στην στιγμή το θηρίο έπεσε νεκρό. Ως έκφραση ευγνωμοσύνης έκτισαν εκεί μια λαμπρή εκκλησία προς τιμήν του Προδρόμου.
     Πολλά χρόνια αργότερα, οι ευσεβείς αυτοκράτορες Κωνσταντίνος Ζ΄ και Ρωμανός Β΄ πληροφορήθηκαν τα αναρίθμητα θαύματα που επιτέλεσε το τίμιο λείψανο της χειρός του Προδρόμου και έδωσαν εντολή σ’ έναν διάκονο, ονόματι Ιώβ, να το φέρει στην Κωνσταντινούπολη. Η υποδοχή της Δεξιάς του Βαπτιστού και Προδρόμου του Χριστού στην Βασιλεύουσα έλαβε χώρα το βράδυ ακριβώς της παραμονής των Θεοφανείων. Το άγιο λείψανο της Δεξιάς του Προδρόμου βρίσκεται σήμερα κατατεθειμένο στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους, όπου τιμάται με ευλάβεια. Ένα άλλο λείψανο της χειρός του Προδρόμου βρίσκεται στα παλαιά σουλτανικά ανάκτορα (σημ. μουσείο «Τοπ-Καπί») στην Κωνσταντινούπολη. Ο μεγαλειώδης και θαυμαστός βίος του Τιμίου Προδρόμου έχει και τους εξής εόρτιους σταθμούς, πανευλαβικά γνωστούς στη ζωή της Εκκλησίας: Σύλληψη [23 Σεπτ.], Γενέθλιον [24 Ιουν.], Αποτομή [29 Αυγ.], Εύρεση κεφαλής [24 Φεβρ. και 25 Μαΐου].


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
Μνήμη δικαίου μετ’ ἐγκωμίων·
σοὶ δὲ ἀρκέσει ἡ μαρτυρία
τοῦ Κυρίου Πρόδρομε·
ἀνεδείχθης γὰρ ὅντως
καὶ Προφητῶν σεβασμιώτερος,
ὅτι καὶ ἐν ῥείθροις βαπτίσαι
κατηξιώθης τὸν κηρυττόμενον.
Ὅθεν τῆς ἀληθείας ὑπεραθλήσας,
χαίρων εὐηγγελίσω καὶ τοῖς ἐν ᾍδῃ,
Θεὸν φανερωθέντα ἐν σαρκί,
τὸν αἴροντα τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου,
καὶ παρέχοντα ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. β΄.
Τὴν σωματικήν σου παρουσίαν δεδοικώς,
ὁ Ἰορδάνης φόβῳ ὑπεστρέφετο·
τὴν προφητικὴν δὲ λειτουργίαν ἐκπληρῶν,
ὁ Ἰωάννης τρόμῳ ὑπεστέλλετο·
τῶν Ἀγγέλων αἱ τάξεις ἐξεπλήττοντο,
ὁρῶσαί σε ἐν ῥείθροις σαρκὶ βαπτιζόμενον·
καὶ πάντες οἱ ἐν τῷ σκότει κατηυγάζοντο,
ἀνυμνοῦντές σε τὸν φανέντα,
καὶ φωτίσαντα τὰ πάντα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χειρί σου βαπτίσας,
ὦ Βαπτιστά,
τὸν διὰ θαλάσσης,
ἀγαγόντα τὸν Ἰσραήλ,
Προφητῶν ἁπάντων,
ὑπέρτερος ἐδείχθης·
διὸ ἀνευφημοῦμεν
τὴν θείαν χάριν σου.




※
[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 76–77.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ» ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»

Η «ΥΠΗΡΕΤΡΑ» ΜΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ «ΜΙΣΤΟ»


     Αυτή τη στιγμή μου έρχεται το παράδειγμα μιας πολύ απλής γυναίκας του λαού που είχα συναντήσει κάποτε στο εξομολογητήριο πριν από πολλά χρόνια. Δεν τη γνώριζα, ούτε τη γνωρίζω. Ούτε κι αν τη δω στο δρόμο θα τη θυμηθώ. Θα πλησίαζε τα εβδομήντα. Ίσως, να την έχει καλέσει ο Θεός τώρα.
     Αφού εξομολογήθηκε, δε θυμάμαι πώς ήρθε το θέμα, τη ρώτησα εάν εργάζεται.
     —Όχι, πάτερ μου, σταμάτησα. Δε μπορώ άλλο πια να εργάζομαι.
     —Και πώς ζεις; Έχεις κάποια σύνταξη;
     —Όχι, ούτε σύνταξη έχω.

     Με κοίταξε κάπως καχύποπτα, αγράμματη η καημένη, και μου λέει:
     —Πνευματικός είσαι, θα στο πω· αλλά, δε θα το πεις πουθενά! Η ενορία μας έκτισε έναν νέο ναό. Μεγάλο κι ωραίο. Έγιναν πάρα πολλά έργα μέσα σ’ αυτόν κι είχε μείνει μοναχά το τέμπλο. Οι ιερείς είπαν, και μια και δυο και τρεις φορές, ότι τώρα θ’ αρχίσουμε τον έρανο για να φτιάξουμε το τέμπλο ξυλόγλυπτο. Εγώ, από μικρή κοπέλα, όλη μου τη ζωή, εργαζόμουνα «υπηρέτρα»· και, με τα χρήματα που έπαιρνα, έφτιαξα ένα σπίτι. Έμενα σ’ ένα δωματιάκι και τα υπόλοιπα τα νοίκιαζα κι έτσι ζούσα.

     Πάω, βρίσκω τον προϊστάμενο του ναού, και του λέω:
     —Πάτερ μου, πόσο θέλει για να γίνει το τέμπλο;
     Μου λέει:
     —Ενάμισι εκατομμύριο δραχμές (λεφτά της εποχής εκείνης, βέβαια).
     —Πάτερ μου, άκουσε, του λέω. Έχω ένα σπίτι. Τα πιάνει αυτά τα χρήματα. Αλλά, αναλαμβάνει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο να μου δίνει ενάμισι χιλιάρικο το μήνα που παίρνω από τα ενοίκια για να ζω, όσο ζω;
     —Το αναλαμβάνει και με το παραπάνω και περισσότερα.
     —Αλλ’ άκουσε: Δε θα το ξέρει κανείς! Μόνο εγώ κι εσύ!
     —Δεν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, διότι, για να το αποφασίσει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, αναγκαστικά θα πρέπει να το μάθει πρώτα. Πώς θα πάρει μια τέτοια απόφαση; Επομένως, δε μπορώ να το κρατήσω τελείως μυστικό.
     —Καλά. Θα πάρεις όμως τους Εκκλησιαστικούς Συμβούλους, έναν-έναν, μπροστά στην Εικόνα του Χριστού, να σου υποσχεθούν ότι δε θα το πουν σε κανέναν. Να μη το μάθει κανείς στην ενορία!
     —Εντάξει, αυτό στο υπόσχομαι!...

     Πράγματι, πουλήθηκε το σπιτάκι κι έγινε το τέμπλο. Κι εγώ ζω μ’ αυτά που μου δίνει το Συμβούλιο. Μού ’παν μερικοί απ’ το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο: «Εε, καημένη! Τό ’φτιαξες που τό ’φτιαξες, δεν αφήνεις να βάλουμε και τ’ όνομά σου τώρα;». «Όχι, όχι!», τους λέω, «γιατί θα χάσω τον “μιστό” (!) μου, άμα θα κάνετε τέτοιο πράγμα!».

     Τώρα πάω στην εκκλησία, βλέπω το τέμπλο και κλαίω απ’ τη χαρά μου και λέω: «Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, διότι αξίωσες εμένα, μια φτωχή γυναίκα, μια “υπηρέτρα”, που δεν αξίζω τίποτε, ένα σκουπίδι, να κάνω ένα τέτοιο ωραίο πράγμα στον ναό Σου! Κύριέ μου, εγώ τους κόπους μου τους έδωσα να φτιάξω ένα έργο στον ναό Σου. Δεν έχω τίποτε άλλο!...». Και το βλέπω κι αναγαλλιάζεται η ψυχή μου!...

     Τόσο πολύ με συγκλόνισε το παράδειγμα αυτής της γυναίκας, που είπα: «Εν ημέρα Κρίσεως, άραγε, πόσους από εμάς τους κληρικούς θα κρίνει η γριούλα αυτή;! Που, πολλές φορές, εμείς βάζουμε φαρδύ-πλατύ τ’ όνομά μας και γράφουμε: “το τέμπλο (ή ο ναός) εγένετο επί τάδε, επί τάδε και επί τάδε” κι από κάτω αρχίζουν οι λίστες των υπόλοιπων δωρητών. Κολακευόμαστε να γίνεται γνωστό ότι δώσαμε αυτό ή εκείνο ή το άλλο. Επαναλαμβάνω· μερικές τέτοιες ψυχούλες, τέτοιες καθαρές ψυχές, “τις οποίες δεν ήταν καν άξιος ο κόσμος να τις έχει” (πρβλ. Εβρ. 11, 38), θα μας κρίνουν την ημέρα της Κρίσεως!...».

ΑΡΧΙΜ. ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
(1930—1989)


※
[Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου:
«Χριστώ τω Θεώ παραθόμεθα»,
κεφ. 3ο, σελ. 92—94.
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
Κεχαριτωμένης Θεοτόκου·
Τροιζήνα, Απρίλιος 20044.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

ΘΕΛΗΣΑ ΚΑΠΟΤΕ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΩ

ΘΕΛΗΣΑ ΚΑΠΟΤΕ Ν’ ΑΓΑΠΗΣΩ


     Θέλησα κάποτε ν’ αγαπήσω κι εγώ μια φορά, έτσι απλά και ελαφρά, όπως όλος ο ντουνιάς. Δίχως ορισμούς, εντολές και συνταγές. Δίχως κατευθύνσεις και οδηγίες. Τα βαρέθηκα όλα και τα καταδίκαζα συλλήβδην. Δεν ήθελα αντίλογο, γιατί δεν μπορούσα τον διάλογο. Σάρωσα ηθικές και παραινέσεις, γιατί μου έφταιγε η ανεξήγητη ανελευθερία μου. Στ’ όνομα της «αγάπης» ήθελα εμένα πάντοτε κυρίαρχο. Στο διάβα μου χαιρόμουν μεθυστικά για τη ψευδονίκη της αυτονομίας μου. Γέμιζα από ’κείνη τη χαρά που δε με γέμιζε ποτέ. Από ’κείνη την έμπικρη χαρά που ήταν τελικά το ισόβιο κώνειό μου. Συνέπαιρνα και τους άλλους μαζί μου, στο έγκλημα της αυταπάτης μου. Γινόταν μια φιέστα τρελή, αμαυρωμένη από τα προσωπεία όλων μας. Ήμασταν τάχα αντισυστημικοί, ανομολόγητα αλύτρωτοι και σίγουρα ανεύθυνοι. Όχι ότι ο Θεός βρίσκεται στο σάπιο και απάνθρωπο σύστημα, αλλά ότι εμάς μας συνέφερε πολύ που διαλέγαμε τόσο ανεύθυνα την ευκολία της πλάνης μας. Και το θέμα προχωράει. Το κουβάρι εδώ δεν ξετυλίγεται ποτέ· αυτή η ευκολία και η ανετίλα μάς έφερνε το εγκόσμιο και προσωπικό ψέμα πλάι μας, οδηγό και ουραγό μας. Κανείς δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα, γιατί δεν ήθελε, γιατί δεν μπορούσε και γιατί αυτό αποκλειότανε. Θεωρητικά ήμασταν εποπτικά γνώστες και εμβριθώς υποψιασμένοι για όλους και για όλα. Καπάτσοι, εύστροφοι, έξυπνοι, φιλοσοφημένοι, τόσο αθεράπευτα σαγηνευμένοι από την αυτοθέωσή μας. Όλες οι ψυχοκτονίες μας είχαν θεμέλιο την εξυπνάδα μας. Το πιο άμοχθο και άκοπο πράγμα στον κόσμο είναι ν’ αγαπάς άνευ Θεού. Έτσι, η περίσσεια τόλμη μας έγινε το εγχειρίδιο της ασκεφτιάς και της ματαιοπονίας μας. Δεν υπήρχε κοινωνία μεταξύ μας, γιατί δεν υπήρχε θάνατος του εγώ μας. Δεν υπήρχε απόσταση και ησυχία, γιατί δεν υπήρχε αποκάλυψη του θείου στα φυλλοκάρδια μας, διάκριση στον τρόπο μας, πνευματική καλλιέργεια, ευαισθησία και σεβασμός στα χνώτα της ζωής του άλλου. Δεν υπήρχε καν μέθεξη και βίωμα, γιατί η αναλγησία των φρονημάτων μας προσήλωνε το σκεβρωμένο είναι μας στην υπέρτατη μοναξιά μας. Ζούσαμε μια ενδοϋπαρκτική φάρσα, ένα ψυχικό φιάσκο, που το προτείναμε σαν πνιγηρή σοβαρότητα. Σαν πρόχειρη λύση στο τέλμα που το παράτεινε και το διόγκωνε όμως περισσότερο. Όλοι εξαφανίζονταν μπροστά στο εγώ του καθενός, στο εγώ το δικό σου και στο εγώ το δικό μου· όλοι αναδύονταν αγέρωχοι και άκαμπτοι ξανά για χάρη του. Δε λέγαμε ποτέ «σε μισώ!» ή «σε αντιπαθώ!» ή «φύγε, δε σε θέλω!», μονάχα «σε αγαπώ!» ή «συγχώρεσε κι αγάπησε τον εαυτό σου!», αγάπησε και ασπάσου τη σκουριά σου δηλαδή. Το παίζαμε σε όλους αβροί και ανώδυνοι γκουρού, αγγελοποιημένοι τύποι, όταν τα έγκατά μας έμοιαζαν και μοιάζουν μ’ έναν ξεχασμένο και παραγεμισμένο βόθρο. Στην προβαλλόμενη «αγάπη» ήταν ριζωμένος ο κάλπικος εαυτός μας, ο εαυτός σου και ο εαυτός μου. Κοιτάζω γύρω μου, κανείς! Κοιτάζουν κι αυτοί, πουθενά κι εγώ! Δεν ήταν μαζί μου και μέσα μου Εκείνος, δεν ήταν και μέσα σ’ αυτήν την αυτοσχέδια αγάπη μου η θεία Χάρη Του. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα γι’ Αυτόν και γι’ Αυτήν και στο βάθος πραγματικά δεν ήθελα να έχω. Η θρησκεία μ’ εκνεύριζε κι όλα τα δήθεν πνευματικά με απωθούσαν. Άδειασα την καρδιά μου και το είναι μου από την Ταπείνωση κι από την Προσευχή. Είχα το δικό μου ισχυρό, ατσάλινο και θωρακισμένο «πιστεύω»: μόνος μου ν’ αγαπήσω, ενάντια σε κάθε θείο και θεό, ενάντια σ’ έναν Θεό που δε μου ήταν και τόσο εξυπηρετικός όποτε το ήθελα· ενάντια στον πλησίον που δε με καταλάβαινε, μόνο μου πήγαινε επανειλημμένως κόντρα. Αηδίασα κι αντέδρασα κι έφτιαξα μιαν άλλη θρησκεία στα μπερδεμένα σωθικά μου. Υπάκουσα στη φωνή των πληγών και των τραυμάτων μου κι έχτισα τη σπασμωδική μαγκιά μου πάνω σε όλα και για όλα, που έγινε στο τέλος η αψίδα του εγώ μου. Ήθελα με μίσος, με πονηρία και με κάθε ποταπότητα την «αγάπη». Κι άρχισα να χωλαίνω στη σκέψη. Μου ήταν αδύνατον να αισθανθώ εκ βαθέων κάποιον ή κάτι. Μου ήταν ανέφικτο να διακρίνω αφίλαυτα, φιλόθεα, φιλάδελφα και επομένως ορθά. Ήμουν εσωτερικά δέσμιος των τοξικών λογισμών μου. Περήφανος και τραγικός ακόλουθος της τροχιάς των παθών και των πλανών μου. «Αγάπη ο Θεός», ο Θεός που πάντοτε βολεύει και συγκαλύπτει, ο Θεός που δε θέλουμε και που δε θέλω. Μα, ο Θεός είναι ολότελα Κρυμμένος στην Προσευχή της Καρδιάς, στην Προσευχή που δε στέργουμε. Η δε Προσευχή, είν’ η Κυρά της ψυχής μας· η μόνη που φέρνει φωτισμό, συντριβή, μετάνοια, κλαυθμό, ισορροπία, τάξη, δύναμη, χαρά και ουράνια ευπρέπεια μέσα μας· καθώς και όλη την ατόφια θεία Αγάπη που σπάνια αγαπήσαμε, που σπάνια αγαπάμε αληθινά...

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017

ΤΙΓΡΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

ΤΙΓΡΗ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


     Ας υποθέσομε ότι ένας άνθρωπος βρίσκεται μόνος του στην έρημο. Δεν υπάρχει κανείς. Ξαφνικά ακούει κάποιον από μακριά να κλαίει και να φωνάζει. Πλησιάζει κι αντικρίζει ένα φοβερό θέαμα: μια τίγρις έχει αρπάξει έναν άνθρωπο και τον καταξεσχίζει με μανία. Εκείνος απελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σε λίγα λεπτά θα τον κατασπαράξει. Τι να κάνει για να τον βοηθήσει; Να τρέξει κοντά του; Πώς; Αυτό είναι αδύνατον. Να φωνάξει; Ποιον; Κανείς άλλος δεν υπάρχει. Μήπως θα πάρει καμιά πέτρα να τήνε ρίξει στον άνθρωπο και να τον αποτελειώσει; «Όχι, βέβαια!», θα πούμε. Κι όμως αυτό είναι δυνατόν να γίνει, όταν δεν καταλαβαίνουμε ότι ο άλλος που μας φέρεται άσχημα κατέχεται από τον διάβολο, την τίγρη. Μας διαφεύγει ότι, όταν κι εμείς τον αντιμετωπίζομε χωρίς αγάπη, είναι σαν να του ρίχνουμε πέτρες πάνω στις πληγές του, οπότε του κάνουμε πολύ κακό και η «τίγρις» μεταπηδάει σ’ εμάς και κάνομε κι εμείς ό,τι εκείνος και χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποια είναι η αγάπη που έχομε για τον πλησίον μας και, πολύ περισσότερο, για τον Θεό;

     Να αισθανόμαστε την κακία του άλλου σαν αρρώστια που τον βασανίζει και υποφέρει και δεν μπορεί να απαλλαγεί. Γι’ αυτό να βλέπουμε τους αδελφούς μας με συμπάθεια και να τους φερόμαστε με ευγένεια λέγοντας μέσα μας με απλότητα το: «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», για να δυναμώσει με την θεία χάρι η ψυχή μας και να μην κατακρίνομε κανένα. Όλους για αγίους να τους βλέπομε. Όλοι μας μέσα φέρομε τον ίδιο παλαιό άνθρωπο. Ο πλησίον, όποιος κι αν είναι, είναι «σαρξ εκ της σαρκός μας», είναι αδελφός μας και, «τίποτε άλλο δεν οφείλουμε εκτός από το να αγαπάμε τους άλλους», σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο (βλ. Ρωμ. 13, 8). Δεν μπορούμε ποτέ να κατηγορήσουμε τους άλλους, γιατί «κανένας δεν μίσησε την σάρκα του» (βλ. Εφεσ. 5, 29).


     Όταν κάποιος έχει ένα πάθος, να προσπαθούμε να του ρίχνομε ακτίνες αγάπης κι ευσπλαγχνίας, για να θεραπεύεται και να ελευθερώνεται. Μόνο με την χάρι του Θεού γίνονται αυτά. Να σκέπτεσθε ότι αυτός υποφέρει περισσότερο από εσάς. Στο κοινόβιο, όταν κάποιος φταίει, να μην του πούμε ότι φταίει. Να στεκόμαστε με προσοχή, σεβασμό και προσευχή. Εμείς να προσπαθούμε να μην το κάνομε το κακό. Όταν υπομένουμε την αντιλογία του αδελφού, λογίζεται μαρτύριο. Να το κάνομε με χαρά.

     Ο χριστιανός είναι ευγενής. Να προτιμάμε ν’ αδικούμαστε. Άμα έλθει μέσα μας το καλό, η αγάπη, ξεχνάμε το κακό που μας κάνανε. Εδώ κρύβεται το μυστικό. Όταν το κακό έρχεται από μακριά, δεν μπορείτε να το αποφύγετε. Η μεγάλη τέχνη, όμως, είναι να το περιφρονήσετε. Με την χάρι του Θεού, ενώ θα το βλέπετε, δεν θα σας επηρεάζει, διότι θα είστε πλήρεις χάριτος.

     Στο Πνεύμα του Θεού όλα είναι αλλιώτικα. Εκεί κανείς τα δικαιολογεί στους άλλους όλα. Όλα! Τι είπαμε; «Ο Χριστός βρέχει και για δίκαιους και για άδικους» (βλ. Ματθ. 5, 45). Εγώ εσένα βγάζω φταίχτη, έστω κι αν μου λέεις ότι φταίει ο τάδε ή η τάδε. Τελικά σε κάτι φταίεις και το βρίσκεις, όταν σου το πω. Αυτή τη διάκριση ν’ αποκτήσετε στη ζωή σας. Να εμβαθύνετε στο καθετί και να μην τα βλέπετε επιφανειακά. Αν δεν πάμε στον Χριστό, αν δεν υπομένομε, όταν πάσχομε αδίκως, θα βασανιζόμαστε συνέχεια. Το μυστικό είναι ν’ αντιμετωπίζει κανείς τις καταστάσεις με πνευματικό τρόπο.


     Κάτι παρόμοιο γράφει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος («Κεφάλαια Θεολογικά και Πρακτικά ρ΄», SC 51): «Όλους τους πιστούς οφείλομε να τους βλέπομε σαν έναν και να σκεπτόμαστε ότι στον καθένα από αυτούς είναι ο Χριστός. Και να έχομε για τον καθένα τέτοια αγάπη, ώστε να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσομε για χάρη του και τη ζωή μας. Γιατί οφείλομε να μη λέμε, ούτε να θεωρούμε κανένα άνθρωπο κακό, αλλά όλους να τους βλέπουμε σαν καλούς. Κι αν δεις έναν αδελφό να ενοχλείται από πάθη, να μην τον μισήσεις αυτόν· μίσησε τα πάθη που τον πολεμούν. Κι αν τον δεις να τυραννιέται από επιθυμίες και συνήθειες προηγούμενων αμαρτιών, περισσότερο σπλαχνίσου τον, μην τυχόν δοκιμάσεις και συ πειρασμό, αφού είσαι από υλικό που εύκολα γυρίζει από το καλό στο κακό».

     Η αγάπη προς τον αδελφό σε προετοιμάζει ν’ αγαπήσεις περισσότερο τον Θεό. Το μυστικό, λοιπόν, της αγάπης προς τον Θεό είναι η αγάπη προς τον αδελφό. Γιατί, αν δεν αγαπάεις τον αδελφό σου που τον βλέπεις, πώς είναι δυνατόν ν’ αγαπάεις τον Θεό που δεν Τον βλέπεις; (βλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20).

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)


※
[Αγίου Γέροντος Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
Μέρος 2ο, Λόγος 7ος,
§3, σελ. 388–390.
Έκδοση
Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής·
Χανιά, Οκτώβριος 200910.
 Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕΣΑ ΜΑΣ


     Να προσευχόμαστε. Δεν είναι προστακτική ενός νόμου ή μιας ηθικής αυτό, είναι ζωογόνα ευκτική της καρδιάς. Να προσευχόμαστε, γιατί όσο προσευχόμαστε, τόσο ο Ουρανός γίνεται κτήμα μας. Έχει μετά έναν λόγο η ύπαρξη να υπάρχει, βρίσκει έναν τρόπο να έχει στα σπλάχνα της τον Λόγο, γίνεται κι αυτή με τη σειρά της έλλογη, ευπρεπής, κόσμια και υπερκόσμια, ουράνια.

     Δεν μπορεί να μη μιλάς, δεν γίνεται να μη βλέπεις, δεν είναι λογικό να στερείσαι, να μη βρίσκεσαι και να μην επικοινωνείς με αυτόν που τόσο αγαπάς. Αν δεν κάνεις τα πάντα για να τον βρεις και να τον ανταμώσεις, θα νιώθεις ότι αγαπάς ολοένα και λιγότερο, θα μαραζώσεις, θα πεθάνεις. Η αγάπη θέλει τη συνάντηση, το λάλημά της εκτός από τη μνήμη και τη σιωπή της. Ακόμη και η μνήμη ή η σιωπή της αγάπης πάλι ένα άλλο λάλημα είναι. Όσο μιλάμε, τόσο αγαπάμε. Γιατί όσο μιλάμε, τόσο ανοιγόμαστε. Σπάμε τα τείχη και τα όρια του εαυτού μας και πάμε να βρούμε τον άλλον που αγαπάμε. «Γιατί δε μου μιλάς; Πες μου κάτι!», λέει συχνά με αγωνία ο εραστής προς τον ερωμένο. Κι έχει δίκιο. Ο λόγος της αγάπης, ο λόγος της κοινωνίας της αγάπης είναι τροφή και τροφοδοσία για την καρδιά. Έρχεται τούτος ο λόγος της αγάπης και σκεπάζει τα πάντα, επιτελεί τα πάντα, κομίζει με ευγένεια κάθε τακτοποίηση, κάθε αποκατάσταση και θεραπεία στον ανήσυχο κόσμο του εαυτού μας.

     Κάπως έτσι είναι και η Προσευχή μέσα μας· είναι το μέτρο της αγάπης και του πόθου που έχουμε ή που δεν έχουμε προς τον Χριστό. Και όσοι έχουν αγάπη και πόθο προς τον Χριστό, αυτοί είναι που νικούν στο τέλος τον πόνο, την οδύνη, τον θάνατο, την πτώση, την αμαρτία και κάθε ενοχή και σύμπλεγμα του άρρωστου κόσμου, κάθε ενοχή και σύμπλεγμα που ως συνήθως αγαπά η κοσμική πονηρία ή η συστημική υποκρισία να μας επιστρέφει πίσω μέσα από τις αβελτηρίες και τις αδυναμίες μας, καθώς και μέσα από τις διάφορες περιστάσεις του βίου μας.

     Βλέπουμε τον εαυτό μας πολλές φορές, αλλά και κάποιους αδελφούς, μαραζωμένους, θλιμμένους, μουδιασμένους, αδύναμους, σκεφτικούς και ανίσχυρους, που κυβερνούνται φανερά από σφοδρούς ατακτοποίητους λογισμούς και ανεξέλεγκτα πάθη, που ζούνε μια αδυσώπητη τυραννία διαρκώς μέσα τους. Γιατί άραγε; Αυτό ως ένα σημείο είναι πολύ λογικό και φυσικό να συμβαίνει: αυτή είναι η «πεπτωκυία» φύση μας, γεμάτη κύματα ανταρσίας και άγριους παφλασμούς άρνησης του Θεού και του θείου θελήματος. Από ένα σημείο και μετά όμως, αυτό συμβαίνει γιατί τους λείπει η Προσευχή, η ενθεωτική και αναπλαστική ενέργειά της. Κι αν πας να τους «πεις» για Προσευχή, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα την ταυτίσουν λίγο-πολύ με τη γνωστή αγγαρεία του στρατού.

     Όμως η Προσευχή δεν είναι αγγαρεία, δεν είναι μια αποστήθιση, δεν είναι τυπολατρεία, είναι μυστήριο, μυστήριο Θεού. Μυστήριο μιας άφραστης κοινωνίας, μιας ζωντανής και οργανικής σχέσης μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ανθρώπου και Θεού. Δύο πρόσωπα συναντιούνται, το ένα αιώνιο και άκτιστο – το άλλο κτιστό και πεπερασμένο, οικειοποιούνται εκ βαθέων το ένα το άλλο, αλληλοπεριχωρούνται, έρχεται η Χάρη, η πληρότητα. Μετά φεύγει αυτό το «μεταξύ», το «ανάμεσα», φεύγουν και τα λόγια, τα ρήματα, οι συλλαβές, οι σκέψεις, οι έννοιες που διχάζουν, οι σπαραγμοί, ο φόβος μεριάζει και κάνει πίσω για να έρθει η κραταιή αγάπη του Κυρίου που νικά και θεραπεύει τα πάντα μέσα μας και γύρω μας.

     Εδώ έγκειται ο οντολογικός Χριστιανισμός, ο καρδιακός, ο προσωπικός. Αυτός ο Χριστιανισμός που έχει αξία, νόημα, λόγο και ουσία. Γι’ αυτόν τον Χριστιανισμό πολύ λίγοι θα μιλήσουν σήμερα. Ακόμη πιο λίγοι θα τον ενστερνιστούν και θα τον ακολουθήσουν. Όλοι λένε «κάνε αυτό» ή «μη κάνεις εκείνο». Οι κανόνες, ως θέμα εμμονής και ως ζηλότυπο σημείο αδιακρισίας, φαίνεται να αναπαύουν μονάχα τους αδύναμους και ανασφαλείς πνευματικά. Οι συστάσεις, οι απαγορεύσεις, οι πολλές παραινέσεις, η πληθώρα των άκαιρων διδασκαλιών, οι θρησκευτικές θεωρίες χτίζουν εξακολουθητικά έναν σιδηρούν κώδικα ηθικής και μια σθεναρή απώθηση στην απορημένη αντίληψή μας. Αυτή η ηθική είναι ως επί το πλείστον αποκρουστική για τον εγκεφαλοκρατούμενο άνθρωπο, γιατί μέσα του κι αυτός διψά ανομολόγητα τον Θεό και επιθυμεί να Τον ζήσει ως Μυστήριο· το μικρό επίγειο μυστήριο που είναι κι αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος ζητά το μέγα Μυστήριο από το οποίο προέρχεται, τον Θεό. Βλέπετε οι ευσεβιστές, οι ηθικιστές, οι διδάχοι και οι νομοδιδάσκαλοι, οι γκουρού, οι στρατωνιστές της πνευματικής ζωής, οι διάφοροι σχισματικοί ή αιρετικοί, είναι γραφικά αγκυροβολημένοι στη εγωδικαίωση του εαυτού τους που τους δίνει ο τύπος, η πράξη, η θρησκευτική συνέπεια του «καθήκοντος», η φόρμα του «πρέπει», το φοβικό δίλημμα του «μη» και του «όχι». Όλα αυτά έχουν υπερθεματιστεί τόσο πολύ, ώστε να κρύβουν αρκετά καλά την χάλκευση ή τον φόνο του πνεύματος που εμπεριέχουν σε ένα μεγάλο βαθμό. Ζούμε τόσο ελεύθερα και αυθεντικά στην Ορθοδοξία τον Θεό μας, ώστε μπορούμε και μέσα από την κατάντια της πτώσης μας να Τον θυμηθούμε ανεμπόδιστα, να Τον ζητήσουμε, να ζητήσουμε Αυτόν ή κάτι από Αυτόν και να σωθούμε, όταν όλο το υπόλοιπο άφιλο σύστημα του κόσμου, επικριτικά αηδιασμένο από την πτώση, το λάθος και το σφάλμα μας, μας καταδικάζει ανένδοτο και παγερό.

     Γιατί είναι παντοδύναμη η Χάρη; Γιατί είναι μακρόθυμη και επιεικής. Γιατί κατέρχεται και γίνεται πλοηγός μας είτε στα καλά μας είτε ακόμη στα αρνητικά μας. Γι’ αυτό εμείς οι Χριστιανοί ζούμε, βιώνουμε, ανακαλύπτουμε και, αν θέλετε, «διεκδικούμε» τον Θεό καρδιακά και απροϋπόθετα. Τι σημαίνει αυτό; Ότι στις μεγάλες προσωπικές μας ώρες καλούμε ταπεινά τον Χριστό να έρθει και να γίνει Αυτός ο μόνος κυβερνήτης της ζωής μας, ο μόνος Ένοικος στην καρδιά μας, Αυτός να την αναπτερώσει, να την καθαρίσει από τις πολλές και αμέτρητες αμαρτίες της, να την αναστήσει και να την εξαγιάσει με την παρουσία Του με όποιο τρόπο Αυτός γνωρίζει και βούλεται. Και πραγματικά γίνεται αυτό. Ωστόσο πάλι εμείς αισθανόμαστε τόση μεγάλη ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, που μέσα στο ειρηνικό Φως της επίγνωσής Του, αισθανόμαστε εκ βαθέων πόσο «αχρείοι δούλοι εσμέν». Ο πόθος μας προς Αυτόν δεν μας αφήνει να λησμονήσουμε διόλου την αμαρτωλότητά μας και, πίσω από αυτή τη ανανηπτική θεωρία των οικείων αμαρτιών μας, κρύβεται η δριμεία έκπληξη της θείας αγαθότητας, της θείας αγάπης. Έτσι, όσο πιο πολύ αισθανόμαστε ότι είμαστε «αχρείοι» και «εναγείς», τόσο γινόμαστε και υπάρχουμε ανυπερήφανα «άγιοι» από τη Χάρη και όχι από τη κίβδηλη δικαιοσύνη των φίλαυτων έργων μας.

     Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στην καρδιά του ανθρώπου και πουθενά αλλού. Όλα αυτά αναπτύσσονται μόνο στην καρδιά, αλλά υπονομεύονται δυστυχώς μόνο από τη διάνοια, από τη λογική, από τον εγκέφαλο, από την εξυπνάδα, από τον ορθολογισμό μας. Ο κόσμος δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει τίποτα, αγνοεί όλα τα θεϊκά στην επηρμένη γνώση του. Αυτός «όλος εν τω πονηρώ κείται». Και ενώ ο Χριστός έρχεται προς εμάς, είναι πάντα ο αναζητούμενος από εμάς. Όσο Τον αναζητούμε, όσο Τον επιζητούμε, τόσο Αυτός μένει πλάι μας και μέσα μας. Και όσο Αυτός μένει μαζί μας, τόσο αυξάνεται η επίκλησή μας προς Αυτόν, όχι πια ως χαμένοι και αλύτρωτοι, αλλά ως κοντινοί και οικείοι Του. Τον επικαλούμαστε με όλη τη δύναμη της ύπαρξής μας, πέρα για πέρα ως ανάξιοι, αλλά η ανεκδιήγητη φιλία της αγάπης Του έρχεται και ανατρέπει πολλές φορές τον πόνο και τον κόπο της ταπείνωσής μας και όλους τους ενδοιασμούς του πνεύματός μας. Μια περιπέτεια προσωπική άρχεται και συντελείται στην εσχατιά του είναι μας για χάρη Του και, ταυτόχρονα, μια εκθαμβωτική νίκη της θείας αγάπης καταγράφεται ανεξίτηλα στο ταμείο της καρδιάς.

     Γι’ αυτόν λοιπόν τον Χριστιανισμό αξίζει από μέρους μας κάθε θυσία, κάθε κόπος, κάθε αγώνας. Γιατί αυτός ο αγώνας είναι και γίνεται πηγή χαράς για μας. Και μια τέτοια χαρά είναι οπωσδήποτε αιτία πρωτόγνωρης δύναμης για μας τους σαθρούς και αχυρένιους ανθρώπους του άστατου σήμερα. Η καρδιά μας τη θέλει αυτή τη δύναμη, ποθεί αυτή τη χαρά, αλλά ποιος θα έρθει να μας πει ότι, για να έρθουν όλα αυτά τα εκλεκτά δώρα, θα πρέπει δίκαια να καταβληθεί ένας μικρός αγώνας, μια προσπάθεια από μέρους μας;

     Και, μη φοβάστε! Ενίοτε, αυτός ο αγώνας μπορεί να μην απαιτεί καθόλου χρόνο και διάρκεια, μπορεί να είναι τόσο ελάχιστος φαινομενικά, ώστε να μοιάζει πραγματικά ανύπαρκτος, βραχύτατος ή περίπου αυτόματος. Οι άθλοι που φοβόμασταν γίνονται χαρίσματα μέσα σε κλασματικές στιγμές. Ζούμε και κινούμαστε υπό το κράτος της θείας αγάπης και η θεία αγάπη, όταν συγ–κινηθεί από τις επικλήσεις και τον τρόπο της καρδιάς μας, μπορεί κάλλιστα να «νικήσει» τη θεία δικαιοσύνη και πιθανόν κάθε ζύγι των ενταλμάτων που ενδεχομένως να επιφύλασσε κατά την ανεξερεύνητη αυθεντία και τελειότητα της Θεότητάς Της. Η προαίρεση του ανθρώπου, η ειλικρινής προαίρεση της καρδιάς του, εκείνο το αθέατο «Ναι» προς την αγάπη του Θεού ή ακόμα κι εκείνο το απευκταίο και βλοσυρό «Όχι» της επιπόλαιης άρνησης του ανθρώπου, μπορούν να κάνουν αθόρυβα θαύματα ή αντίθετα να απωθήσουν με σκληρότητα και υπερηφάνεια το θαύμα που θεωρητικά ποθούσαμε, ανάλογα.

     Οπότε, η ψυχή μας είναι ανάγκη να αρχίσει να προσδένεται στο μυστήριο της σωτηρίας της, δηλαδή πρωτίστως με την Προσευχή. Είδατε άνθρωπο που να μην προσεύχεται, να μην επικαλείται αισθαντικά το θείο Όνομα, «το υπέρ παν Όνομα»; Αυτός κλωτσά τη θεία αγάπη και τη θεία ευσπλαχνία από τη ζωή του και μένει συνέχεια εγκλωβισμένος στην κάμινο του πυρός της απόγνωσης και της αμαρτίας του. Είδατε άνθρωπο που να ζει με Προσευχή, να ζει την Προσευχή, να ζει στην Προσευχή του Χριστού; Αυτός ο άνθρωπος διψά να ζει, ζώντας πραγματικά τον Θεό του, αυτός ζητά διακαώς να έχει λόγο ύπαρξης με τον Λόγο του Θεού, τον Χριστό, τον Νυμφίο της καρδιάς του.

     Η Προσευχή είναι αγάπη και η αγάπη είναι Προσευχή και η εν αγάπη Προσευχή είναι η εν Χριστώ σωτηρία μας και η σωτηρία μας είναι η ολοϋπαρκτική ανάστασή μας και η βέβαιη νίκη μας έναντι σε κάθε αδυναμία, σε κάθε αποχαύνωση, σε κάθε πόνο, σε κάθε δυσκολία, σε κάθε δοκιμασία, σε κάθε πειρασμό, σε κάθε τέλμα. Η Προσευχή είναι η ζωή της ψυχής, η ψυχή της ψυχής· είναι ο Χριστός που κρύβεται φιλάνθρωπα και ησύχια μέσα σε αυτήν, είναι η δυναμική έμπνευση για τη διάπυρη επίκληση του θείου Ονόματος («Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με!»), μέσα από την οποία λαμβάνουμε στην καρδιά μας, όχι απλά ένα αποκούμπι, μια παρηγορία και μια ενίσχυση, αλλά αυτή την ίδια τη ζωή και την αφθαρσία του Χριστού.

     Και μόνο με Αυτόν επιτέλους ζούμε!
     Επομένως, να προσευχόμαστε…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ

ΟΣΙΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΜΥΡΟΒΛΥΤΗΣ


     Ο όσιος Σίμων διέλαμψε στο Περιβόλι της Παναγίας προς το τέλος του 13ου αιώνα, αιώνα που το Βυζάντιο ήταν εξασθενημένο και διαιρεμένο εξ αιτίας των Σταυροφοριών και η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας είχε μεταφερθεί στη Νίκαια. Εγκατέλειψε λοιπόν ο Σίμων την ματαιότητα αυτού του κόσμου και μετέβη στο Άγιον Όρος για να αγωνισθεί για την σωτηρία της ψυχής του πλάι σ’ έναν πνευματικό πατέρα. Διάλεξε γέροντα όχι απλώς έμπειρο στους ασκητικούς αγώνες, αλλά αυστηρό και απαιτητικό, και του υποτάχθηκε ψυχή τε και σώματι, ωσάν ο γέροντας να ήταν ο ίδιος ο Θεός. Η υποδειγματική υπακοή, η ταπείνωση, η αγάπη για τον γέροντά του, ο οποίος συνεχώς του επεφύλασσε επιπλήξεις, σύντομα τον ανύψωσαν σε υψηλό βαθμό αρετής και κίνησαν τον θαυμασμό των αγιορειτών μοναχών· μέχρι κι ο ίδιος ο γέροντάς του έπαψε τελικά να τον θεωρεί υποτακτικό και του φερόταν ως συναγωνιστή του στον πνευματικό αγώνα. Οι τιμές αυτές δεν ταίριαζαν όμως σ’ εκείνον που είχε επιλέξει να ασπασθεί την εξουθένωση, τον ονειδισμό και το πάθος του Χριστού· πήρε λοιπόν ο Σίμων ευλογία και αναχώρησε για να εγκαταβιώσει «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ». Μετά από μεγάλη αναζήτηση, επέλεξε να εγκαταβιώσει σε σπήλαιο στενό και υγρό στην δυτική πλαγιά του Άθω, 300 μέτρα πάνω από την θάλασσα. Εκεί αγωνίσθηκε με καρτερία κατατροπώνοντας νυχθημερόν τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων, με μόνο όπλο την πίστη, την ελπίδα και την επίκληση του παντοδύναμου Ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

     Μια νύχτα, μερικές ημέρες πριν την εορτή των Χριστουγέννων, ο άγιος Σίμων είδε ένα άστρο να αποσπάται ξαφνικά από τον ουρανό, να κατέρχεται και να στέκεται πάνω από τον απόκρημνο βράχο απέναντι από το σπήλαιο. Φοβούμενος ότι επρόκειτο για νέα παγίδα του πονηρού διαβόλου, ο οποίος συχνά μεταμορφώνεται σε άγγελο φωτός (βλ. Β΄ Κορ. 2, 14), ο ασκητής δεν πίστεψε στο σημείο, το οποίο εμφανίσθηκε πολλές φορές τις επόμενες νύχτες, μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων, οπότε το φωτεινό άστρο κατέβηκε πάνω στον βράχο, όπως το άστρο της Βηθλεέμ, και ακούσθηκε φωνή εξ ουρανού που έλεγε: «Μη δυσπιστείς, Σίμων, δούλε πιστέ του Υιού μου! Δες το σημείο αυτό και μην εγκαταλείψεις τον τόπο αυτό για να βρεις περισσότερη ησυχία, καθώς ήταν η πρόθεσή σου, διότι εδώ επιθυμώ να ιδρύσεις το κοινόβιό σου για την σωτηρία πολλών ψυχών». Μετά την άμεση αυτή διαβεβαίωση από την φωνή της Κυρίας Θεοτόκου, ο Σίμων μετεφέρθη σαν μέσα σε έκσταση στην Βηθλεέμ, ενώπιον του Θείου Βρέφους, με τους Αγγέλους και τους Ποιμένες, και όταν συνήλθε, άρχισε δίχως χρονοτριβή την οικοδομή της «Νέας Βηθλεέμ».


     Λίγο μετά το όραμα αυτό, τρεις αδελφοί από πλούσια οικογένεια της Θεσσαλίας (ή της Μακεδονίας), έχοντας ακούσει να εγκωμιάζουν τις αρετές του αγίου Σίμωνος, ήλθαν και κατέθεσαν στα πόδια του οσίου όλα τους τα υπάρχοντα, ωσάν νέοι Τρεις Μάγοι με τα δώρα, ζητώντας του να τους δεχθεί ως υποτακτικούς του. Κάλεσαν τότε να έλθουν μάστορες οικοδόμοι, οι οποίοι βλέποντας την απόκρημνη και κινδυνώδη τοποθεσία, αρνήθηκαν να αναλάβουν το έργο και κατηγόρησαν τον άγιο ότι είχε χάσει τα λογικά του. Ένας από τους υποτακτικούς που τους έφερνε να πιουν, γλίστρησε ξαφνικά κι έπεσε στον βαθύ γκρεμό. Ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι ο μοναχός πέφτοντας σκοτώθηκε και το γεγονός έδειχνε να επιβεβαιώνει τις δριμείς κατηγορίες των μαστόρων· πόση όμως ήταν η κατάπληξή τους όταν είδαν, χάρις στις προσευχές του αγίου Σίμωνος, τον μοναχό να ανεβαίνει στην απέναντι πλαγιά, σώος και αβλαβής, κρατώντας στο χέρι άθικτη την κανάτα με το κρασί και το γεμάτο ποτήρι που ετοιμαζόταν να τους προσφέρει πριν πέσει! Μεταστράφηκε η γνώμη των οικοδόμων, έγιναν κι αυτοί μοναχοί και είχαν πολλές φορές την ευκαιρία κατά την διάρκεια των εργασιών να διαπιστώσουν ότι ο Θεός χάριζε μεγάλες δυνάμεις στον πιστό δούλο του Σίμωνα.

     Η ανοικοδόμηση περατώθηκε και η «Νέα Βηθλεέμ» άρχισε να κατοικείται από μεγάλο αριθμό μοναχών, όταν μία ημέρα έφθασαν Σαρακηνοί πειρατές. Ο άγιος Σίμων πήγε να τους προϋπαντήσει με δώρα, ελπίζοντας να τους πείσει να σεβαστούν και να μην λεηλατήσουν την Μονή. Η πλεονεξία όμως των μοναχών δεν ικανοποιήθηκε με τα δώρα, και οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν στον άγιο· παρευθύς τυφλώθηκαν όλοι και παρέλυσε το χέρι εκείνου που με το ξίφος είχε απειλήσει σοβαρά τον όσιο. Χάρις όμως στις προσευχές του ανθρώπου του Θεού, θεραπεύθηκαν και ξαναβρήκαν το φως τους, μετανόησαν, βαπτίσθηκαν και ασπάσθηκαν όλοι τον μοναχικό βίο.


     Επί σειρά ετών ο άγιος Σίμων κατέδειξε την Χάρη που του έδινε ο Θεός, με πολλά θαύματα, με προοράσεις και, κυρίως, με την φωτεινή διδαχή του. Εκοιμήθη ειρηνικά εν Χριστώ, παρουσία όλων των μαθητών του, τους οποίους είχε συγκεντρώσει για να τους συμβουλεύσει για μια τελευταία φορά να τηρούν όσα τους παρέδωσε μετά φόβου Θεού, πίστεως, αμοιβαίας αγάπης και πλήρους υπακοής στον ηγούμενο και πνευματικό πατέρα τους. Αργότερα, από τον τάφο του αγίου ανέβλυσε, ως πηγή ζωογόνων ναμάτων, ευώδες και θαυματουργό μύρο. Οι διαδοχικές καταστροφές της μονής δεν μας άφησαν κάποιο ίχνος του τάφου του ή των τιμίων του λειψάνων. Ωστόσο, ο άγιος δεν έπαυσε ποτέ να είναι αοράτως παρών και πολλές φορές έδειξε την εύνοια και την προστασία του προς τους υπάκουους, όπως και την αυστηρότητα και τις επιτιμήσεις του προς τους ασεβείς και τους αμελείς. Την ημέρα της εορτής του, μερικοί βλέπουν καμιά φορά θείο φως να φωτίζει το σπήλαιό του ή να περιβάλλει σαν σκέπη την εικόνα του στον ναό.

     Έναν αιώνα μετά την κοίμηση του οσίου, η κόρη του Ιωάννη Ούγγλεση (†1371), δεσπότη της σερβικής ηγεμονίας της Μακεδονίας, που είχε πρωτεύουσα τις Σέρρες, λυτρώθηκε από το πονηρό πνεύμα που εμφώλευε μέσα της χάρις στις πρεσβείες του αγίου Σίμωνος. Από ευγνωμοσύνη, ο δεσπότης Ιωάννης ανοικοδόμησε ναό, μεγάλωσε το μονύδριο του Αγίου Σίμωνος και το προικοδότησε γενναιόδωρα με μεγάλη περιουσία.


※
—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῇ ἀσκήσει ἐκλάμψας
ἐν Ἄθῳ Ὅσιε,
ὡς καθαρθεὶς τὴν καρδίαν
τῶν ἀρετῶν τῷ φωτί,
ἐδοξάσθης θαυμαστῶς
Σίμων μακάριε·
διὸ καὶ βλύζειν κρουνηδόν,
μύρα εὔοσμα ἡμῖν,
ἠξίωσαι μετὰ τέλος.
Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύων,
ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
※
—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἀσκητικῶς προγυμνασθείς.
Τὸν περιλάλητον πιστοὶ
Μυροβλύτην,
καὶ πανυπέρτιμον
Χριστοῦ μαργαρίτην·
καὶ μοναζόντων ἔρεισμα
καὶ θεῖον ἀσκητήν,
πάντες εὐφημήσωμεν,
πρὸς αὐτὸν ἐκβοῶντες·
Σίμων μάκαρ φύλαττε,
ἐξ ἐχθρῶν ἐπηρείας,
ἣν ἐδομήσω νέαν Βηθλεέμ,
ὁδηγηθεὶς δι’ ἀστέρος
τρισόλβιε.
※
—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῶν Ὁσίων
ἀνυμνοῦμέν σε ἀκρέμονα,
καὶ Ἀποστόλων
ὀπαδὸν καὶ ἰσοστάσιον,
καὶ τοῦ Ἄθω
σεμνολόγημα καὶ φωστῆρα·
Δὸς οὖν Πάτερ,
καὶ ἡμῖν τὴν σὴν ἀντίληψιν,
ὑπὲρ πάντων
ἐξαιτούμενος τὸν Κύριον,
τῶν βοώντων σοι·
Χαίροις Σίμων τρισόλβιε.
※
—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ὤφθης μυροθήκη πνευματική,
Σίμων Μυροβλύτα,
ἡδυπνόου ἐπιρροῆς,
ὀσμαῖς σου εὐπνόοις,
ὀσμὴν πρὸς ἀπαθείας,
ἀπαύστως διεγείρων,
τοὺς προσιόντας σοι.
※


※
[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 324–327.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
(2) Ακολουθία
του Οσίου και θεοφόρου
Πατρός ημών
Σίμωνος του Μυροβλύτου,
σελ. 26,
Έκδοσις Ιεράς Μονής
Σίμωνος Πέτρας,
Άγιον Όρος, Ιούλιος 1992.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.