Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ
Ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος


     Μετά την Πεντηκοστή και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στους Αποστόλους, πολλοί ήσαν εκείνοι που άρχισαν να ασπάζονται την Πίστη του Χριστού εξαιτίας του φλογερού κηρύγματος των Αποστόλων και των θαυμάτων που επιτελούσαν. Όταν γίνονταν μέλη του Σώματος του Χριστού διά του αγίου Βαπτίσματος, οι πιστοί εγκατέλειπαν όλα τους τα αγαθά και κατέθεταν το αντίτιμο της πώλησής τους στα πόδια των Αποστόλων, κόβοντας έτσι δεσμούς και συγγένειες με τον κόσμο, και ζούσαν πλέον «με ομοψυχία, συγκεντρωμένοι στο ίδιο μέρος, έχοντας κοινά τα πάντα» (βλ. Πράξ. 2, 1 και 44) με μια καρδιά και με μια ψυχή. Και αφού επιμελώς τελούσαν τα καθήκοντά τους στον Ναό, συναθροίζονταν κατ’ οίκον για να ακούσουν την διδασκαλία των Αποστόλων, να δοξολογήσουν τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό και να συμμετάσχουν με αγαλλίαση στο Δείπνο της αιωνίου ζωής, την θεία Ευχαριστία, σφραγίδα της κοινωνίας με τον Θεό και της αμοιβαίας τους αγάπης (βλ. Πράξ. 2, 42-47· 45, 32-34).

     Καθώς όμως διαρκώς μεγάλωνε ο αριθμός των μαθητών, οι Δώδεκα αποφάσισαν να ορίσουν επτά αδελφούς που έχαιραν του σεβασμού όλων και ήταν έμπλεοι Πνεύματος Αγίου, για να βοηθούν και να μεριμνούν για τις υλικές ανάγκες της πρωτοχριστιανικής κοινότητας, για να επικεντρωθούν κυρίως στην διακονία των αδελφών κατά την διάρκεια των κοινών γευμάτων και στην φροντίδα για τις χήρες και τους απόρους, ώστε οι Απόστολοι να μπορούν να αφιερωθούν απερίσπαστοι στην προσευχή και στην διδασκαλία.

     Αλλά τι είναι η «διακονία» και τι σημαίνει «διακονώ»; «Διακονώ» σημαίνει υπηρετώ, όχι με την έννοια της υποταγής σε κάποια ανώτερη αρχή, αλλά εις μίμησιν Χριστού, ο Οποίος κατέστη «πάντων Διάκονος» με την Ενανθρώπισή Του (βλ. Λουκ. 22, 27· Ιωάν. 13, 14). Η γνήσια χριστιανική διακονία είναι ολόθυμη έκφραση αγάπης προς τους αδελφούς και «σύνδεσμος τελειότητος» (Κολ. 3, 14). Ο πιστός χριστιανός κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διέρχεται παντοιοτρόπως «διά» μέσω της «κόνεως» (διά+κόνεως, δια+κονώ), της σκόνης δηλαδή και της στάχτης του παλαιού εαυτού του, προκειμένου να αγαπήσει με καθαρούς λογισμούς και με ανυπόκριτη διάθεση, με φωτιστικό λόγο και με έργο που αναπαύει τον αδελφό του και τον κόσμο γύρω του. Και έτσι η «διακονία» που επιτελείται εξωτερικά, δεν είναι παρά το «έργο» και η «πράξη» της αγάπης που βασίζεται στη δύναμη και την έμπνευση του Χριστού οι οποίες ενυπάρχουν πλούσιες μέσα του.  


     Έτσι, οι Απόστολοι χειροτόνησαν επτά Διακόνους: Στέφανο, Φίλιππο, Πρόχορο, Νικάνορα, Τίμωνα, Παρμενά και Νικόλαο (Πράξ. 1, 1-6). Τα καθήκοντα του Στεφάνου, που ήταν επικεφαλής, εκτείνονταν πολύ πέρα από την υλική μέριμνα για την εκκλησιαστική κοινότητα. Πλήρης της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, ώστε να επιτελεί θαύματα και να μιλά με το κύρος των Δώδεκα μαθητών του Χριστού, ο Στέφανος έχαιρε του θαυμασμού όλων σε τέτοιο βαθμό, ώστε μία ημέρα οι Εβραίοι, έξαλλοι από οργή που δεν μπορούσαν να απαντήσουν στα δυναμικά επιχειρήματά του, τον κατηγόρησαν ψευδώς ως βλάσφημο και ως συνωμότη κατά των θεσμών του Νόμου, και τον έφεραν ενώπιον του Συνεδρίου, του δικαστηρίου του μεγάλου αρχιερέως.

     Ο νεαρός Στέφανος άφοβα προχώρησε ενώπιον των δικαστών, και το Πνεύμα το Οποίο ο Χριστός υποσχέθηκε ότι θα δώσει στους μαθητές Του σε παρόμοιες περιστάσεις (βλ. Ματθ. 10, 19), του ενέπνευσε πύρινους λόγους, με τους οποίους υπενθύμισε στους σκληροτράχηλους Εβραίους την πρόνοια και την μακροθυμία που δεν σταμάτησε να δείχνει ο Θεός προς τον λαό Του, υποσχόμενος την Διαθήκη Του στους πατριάρχες και βοηθώντας αδιάκοπα τον περιούσιο λαό. Θαύματα και σημεία, επαγγελίες, τρομερές αποκαλύψεις διά του Μωϋσέως στο Σινά στην έρημο και σε όλη την ιστορία του Ισραήλ· αδιάκοπα ο Θεός έκανε τα πάντα για να ανυψώσει τον λαό Του υπεράνω της προσκόλλησης στα δημιουργήματα και για να τον λυτρώσει από την ειδωλολατρία· πάντα όμως ο λαός αντιστεκόταν, και όταν ήλθε επί γης ο Δίκαιος, ο Σωτήρας και ο Λυτρωτής Χριστός, η επαγγελία των Πατριαρχών και η εκπλήρωση όλων των προφητειών, αποδείχθηκαν και πάλι ότι ήταν κατά την καρδιά τους απερίτμητοι. Έτσι με όλη την δύναμη του Αγίου Πνεύματος που ενοικούσε μέσα του, γύρισε ο Πρωτομάρτυς και τους είπε θαρρετά και απερίφραστα: «Σκληροτράχηλοι! Η καρδιά σας είναι πωρωμένη και τ’ αυτιά σας κλειστά. Πάντοτε αντιστέκεστε στο Άγιο Πνεύμα· όπως οι πρόγονοί σας, το ίδιο κι εσείς. Ποιον από τους προφήτες δεν καταδίωξαν οι πρόγονοί σας; Θανάτωσαν αυτούς που προφήτεψαν τον ερχομό του Δίκαιου Μεσσία, που κι εσείς τώρα γίνατε προδότες και φονιάδες Του, εσείς οι ίδιοι που λάβατε τον Νόμο του Θεού μέσω αγγέλων αλλά δεν τον τηρήσατε!» (βλ. Πράξ. 7, 51-53).


     Η Χάρις του Θεού γέμιζε την καρδιά του Στεφάνου· τον έκανε να μοιάζει με ουράνιο Άγγελο, έκανε να αναβλύζουν από το στόμα του θεόπνευστοι λόγοι και θείο φως απλωνόταν σε όλο το σώμα του, φωτίζοντας το πρόσωπό του, που ακτινοβολούσε όπως ο Κύριος την ημέρα της θείας Μεταμορφώσεως (βλ. Ματθ. 17, 6· Λουκ. 9, 29). Βλέποντάς τον να περιβάλλεται από απαστράπτουσα δόξα ως Άγγελος Κυρίου (Πράξ. 6, 15), οι Εβραίοι στο δικαστήριο έτριξαν με μίσος τα δόντια και η οργή τους ξέσπασε όταν ο άγιος ατένισε τον ουρανό και, θεωρώντας την δόξα του Θεού και τον Χριστό ιστάμενο εκ δεξιών του Πατρός τόσο καθαρά όπως όταν θα έλθει στην συντέλεια του αιώνος, ανέκραξε: «Να, βλέπω τον ουρανό ανοιχτό και τον Υιό του Ανθρώπου να στέκεται στα δεξιά του Θεού» (Πράξ. 7, 56). Μη μπορώντας να αντέξουν την φοβερή αποκάλυψη αυτή της υψώσεως του Χριστού στον ουρανό και την σωματική Του παρουσία εντός της μακαρίας Τριάδος, οι Εβραίοι έκλεισαν τ’ αυτιά τους, άρπαξαν τον Στέφανο και τον έσυραν έξω από την πόλη για να τον θανατώσουν.

     Ενώ τον λιθοβολούσαν, ο Στέφανος, γαλήνιος και ακτινοβολών, χαιρόταν που ακολουθούσε με αυτόν τον τρόπο το παράδειγμα του Διδασκάλου του, και οι πέτρες που του έριχναν γίνονταν για εκείνον ωσάν βαθμίδες μιας κλίμακας που τον υπερύψωνε μέχρι το ένδοξο όραμα του Χριστού που είχε διαβλέψει η καθαρή του καρδιά. Επικαλούμενος το Όνομα του Κυρίου, άφησε με την τελευταία του πνοή, όπως ο Χριστός στον Σταυρό, την φωνή της υπέρτατης αγάπης προς τους διώκτες του: «Κύριε, μη τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή!» (Πράξ. 7, 60· βλ. και Λουκ. 23, 34).


     Ο Πρωτομάρτυς και Αρχιδιάκονος Στέφανος υπήρξε ο πρώτος που ακολούθησε την οδό την οποία χάραξε ο Χριστός προς τον Ουρανό με το Πάθος Του και οι σταγόνες του αίματός του κόσμησαν την Εκκλησία ωσάν πολύτιμα μαργαριτάρια. Ο εκούσιος θάνατός του υπέρ της Αληθείας τού άνοιξε τους Ουρανούς και τον έκανε να δει ασκίαστα και καθαρά την αιώνια δόξα του Κυρίου. Η τέλεια αγάπη του προς τον Θεό και τον πλησίον έφθασε μέχρι την θαυμαστή συγχώρεση των δημίων του και τον έκανε να συγκαταλεχθεί στην πρώτη γραμμή των άφθαρτων φίλων του Θεού. Για τον λόγο αυτό, όλοι οι ένθερμοι μιμητές των μαρτύρων που βλέπουν σήμερα το απαστράπτον φως του προσώπου του να σμίγει με το φως του Άστρου της Βηθλεέμ, εμπιστεύονται πλήρως στην μαρτυρική μεσιτεία του.

     Το λείψανο του αγίου Στεφάνου ενταφιάσθηκε από τους πιστούς· ανευρέθη το 415 στο Καφάρ-Γαμαλά από τον ιερέα Λουκιανό, μετά από αποκαλυπτικό όραμα, και κατετέθη στα Ιεροσόλυμα στον ναό που έχτισε προς τιμήν του αγίου η αυτοκράτειρα Ευδοκία [13 Αυγ.], σύζυγος του Θεοδοσίου του Μικρού. Κατόπιν μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Τιμούμε την εύρεση των λειψάνων του αγίου Στεφάνου στις 15 Σεπτεμβρίου και την ανακομιδή τους στα Ιεροσόλυμα και στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Αυγούστου.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα,
ἐστέφθη σὴ κορυφή,
ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας,
ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ,
Μαρτύρων Πρωτόαθλε Στέφανε·
εἶδές σου τὸν Σωτῆρα,
τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν.
Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί,
ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
※
—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν,
διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει,
καὶ ὁ δοῦλος σήμερον,
ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει·
χθὲς μὲν γάρ,
ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη·
σήμερον δέ,
ὁ οἰκέτης λιθοβολεῖται,
δι’ Αὐτὸν καὶ τελειοῦται,
ὁ Πρωτομάρτυς
καὶ θεῖος Στέφανος.
※
—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Πρῶτος διακόνων ἀναδειχθείς,
πρῶτος τοῦ Δεσπότου,
ἐχρημάτισας μιμητής·
ὅθεν Ἀθλοφόρων,
πρωτεύων Πρωτομάρτυς,
τύπος αὐτοῖς ἐγένου,
Πρώταθλε Στέφανε.


※
[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 309–312.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 2017

ΜΟΝΟ Ο,ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ

ΜΟΝΟ Ο,ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ


     Μην αναπολείς τις φυγές, μη μετράς τις απουσίες, μη παρατηρείς τις αβάσταχτες σιωπές. Θυμήσου πως σε τούτη τη ζωή, στη γη και την οικουμένη ολόκληρη, μόνο ό,τι είναι Αγάπη –Αγάπη Θεού– μένει· μόνο αυτή μακροθυμεί, συγχωρεί, προσεύχεται, κραταιώνει και ανασταίνει. Και ό,τι δεν είναι Αγάπη –Αγάπη Θεού–, έρχεται εικονικά, απρόσωπα και ανούσια· φεύγει και δραπετεύει σπασμωδικά μέσα από προφάσεις και δικαιολογίες· πάσχει αφόρητα από κουφότητα, αδυναμία και σκληρότητα· και φυλλορροεί μέσ’ από ανείπωτες μικρές και μεγάλες προδοσίες…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΜΕΓΑΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ο ΜΕΓΑΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ


     Ένας άνθρωπος έκανε Δείπνο Μέγα και κάλεσε πολλούς για να συμμετάσχουν σ’ αυτό το Δείπνο της χαράς. Αρνήθηκε όμως ο ένας μετά τον άλλον την πρόσκληση· ο ένας προφασιζόμενος τη φροντίδα της συζύγου του, ο άλλος τα κτήματά του και ο άλλος τα νέα ζεύγη βοών που αγόρασε. Λέγοντας «πέντε ζεύγη» η Παραβολή εννοεί τις αισθήσεις. Η αιχμαλωσία, δηλαδή, του ανθρώπου στις αισθήσεις του και στις μέριμνες της καθημερινότητας τον εμποδίζουν να προσέλθει σ’ αυτό το Δείπνο, στο Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών· στο Δείπνο, κατά το οποίο προσφέρεται το Σώμα του Κυρίου μας.

     Η Εκκλησία ορίζεται κυρίως ως εστία, ως οίκος, και το σημαντικότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σ’ ένα σπίτι είναι να έλθουμε οι άνθρωποι σε επαφή και σχέση. Αυτή η επαφή και σχέση εκφράζεται κυρίως με το δείπνο, με το φαγητό, με το τραπέζωμα. Αυτό το τραπέζωμα αναφέρεται και ως Βασιλεία των Ουρανών, διότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι η δυνατότητα να τρεφόμαστε από την Αγάπη του Θεού. Η Αγάπη του Θεού είναι δηλαδή γεύση, είναι τροφή, είναι αίσθηση και χαρά.

     Η Βασιλεία των Ουρανών, λοιπόν, δεν είναι μια απομονωμένη κατάσταση, μια ατομική διαδικασία. Προσέρχεται, δηλαδή, ο καθένας μόνος του και γεύεται τον Θεό και απολαμβάνει τα δώρα και την αμοιβή των κόπων και των πράξεών του, αλλά η Βασιλεία των Ουρανών είναι η δυνατότητα να σχετίζομαι εν Χριστώ με τον άλλον, οπότε δεν μπορεί να εκφραστεί αυτή η συνύπαρξη και σχέση με κάτι άλλο πιο δυνατό, παρά με την έννοια του Δείπνου.

     Επομένως, δεν μπορεί ο καθένας μόνος του, ατομικά, να απολαύσει τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά μπορεί μόνο κοινοτικά, κοινοβιακά· και αυτό εκφράζεται κυρίως με την τράπεζα. Η τράπεζα, λοιπόν, είναι αυτή που δίνει συμβολικά την έννοια του ανοίγματος, του σπασίματος της μοναξιάς του ανθρώπου και της δυνατότητάς του να ανοιχθεί προς την Αγάπη του Θεού.
    
     Έχουμε, λοιπόν, την Παραβολή της Δειπνοκλησίας. Ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί το κοινοτικό, δεν αντέχει την «τράπεζα». Θέλει να κερδίζει μόνος του, θέλει να στραφεί στην οικογένειά «του», στη γυναίκα «του», θέλει να στραφεί στα πράγματά «του», στην εργασία «του».

     Βλέπετε, η δυσκολία μας είναι ακριβώς αυτή: Πώς να σπάσουμε τα όρια του ατομισμού μας. Και είναι πραγματικά προσβολή του Σώματος της Εκκλησίας αυτή η ίδια η διαδικασία και αυτή η ίδια η προσπάθεια του ανθρώπου να υπάρχει ατομικά. Σαν μια προσπάθεια ατομικής ευλάβειας, ατομικής ευσέβειας και βελτίωσης του ήθους.


     Η προσπάθεια δεν είναι απλώς ο άνθρωπος να επικυριαρχήσει στα πάθη του, αλλά να επικυριαρχήσει στα πάθη του διά της σχέσεως με τον Χριστό και με τον άλλον. Δεν είναι μια τεχνητή άσκηση, δηλαδή να ανέβω σ’ ένα άλλο επίπεδο βελτιώνοντας το νου και την καρδιά μου. Δεν μπορεί να νοηθεί μέσα στο Σώμα του Χριστού βελτίωση του νου και της καρδιάς, εάν δεν περνά μέσα από τη σχέση. Κι αυτή ακόμη η βελτίωση αξιολογείται –αν είναι αληθινή ή ψεύτικη– μέσα από τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

     Αυτό είναι ένα βαρύ πλήγμα στο Σώμα της Εκκλησίας και μια ένδειξη εκκοσμίκευσης, με την ουσιαστική έννοια του όρου, όταν ο άνθρωπος αγνοεί την τράπεζα και στρέφεται σε μια ατομική έστω προσευχή, από την οποία θέλει μια αίσθηση ηδονής και ευχαρίστησης, την οποία μάλιστα θεωρεί πνευματική. Δεν είναι πνευματική ηδονή αλλά ψυχολογική, για να αισθανθεί ο προσευχόμενος όμορφα. Εμείς λέμε «πάω στην Εκκλησία», αλλά εάν κάνουμε ένα γκάλοπ και ρωτήσουμε τους ανθρώπους «γιατί πάτε στην Εκκλησία;», ένα μεγάλο ποσοστό θα πει «γιατί αισθάνομαι όμορφα». Δεν είναι αυτό η ουσία…

     Στην Εκκλησία δεν πάμε για να αισθανθούμε «όμορφα», πάμε για να δούμε την πραγματικότητά μας, που είναι άσχημη, και να υπερβούμε αυτή την ασχήμια. Όχι βάζοντας μια ένεση, όχι ντοπάροντας τον ψυχικό μας οργανισμό με τις μελωδίες και τις εικόνες, αλλά κοινωνώντας στο Δείπνο της Βασιλείας. Τότε και οι μελωδίες και οι εικόνες μάς οδηγούν σ’ αυτή τη δυνατότητα, στο ότι η Βασιλεία των Ουρανών και ο Χριστός είναι Τράπεζα. Ένας που τρέφεται από τη Χάρη και την Αγάπη του Θεού, δεν μπορεί να μην έχει την ανάγκη να τρέφεται και από την παρουσία του άλλου, αλλά ταυτόχρονα να τρέφει και την παρουσία του άλλου.

     Οπότε, αυτή η άρνηση των ανθρώπων στην Παραβολή, τι δηλώνει; Ο ένας, λέει, ήταν παντρεμένος· ο άλλος είχε ζεύγη βοών κι ένας άλλος είχε αγρό που τον αγόρασε κι έπρεπε να τον ελέγξει. Όλοι, δηλαδή, ήταν ακέραιοι άνθρωποι, ήταν δυναμικοί άνθρωποι. Όταν δεν προσήλθαν αυτοί οι ακέραιοι άνθρωποι στο Δείπνο, ο Εστιάτωρ διάλεξε τους ελλιπείς ανθρώπους, τους ανάπηρους, τους πτωχούς. Και, όταν διαπίστωσε ότι υπήρχε κι άλλος χώρος, ανάγκασε να έλθουν κι αυτοί που ήταν «εἰς τοὺς φραγμούς», αυτοί δηλαδή που ήταν έξω των ορίων της Εκκλησίας.


     Αυτό τι σημαίνει; Οι ακέραιοι άνθρωποι είναι οι βαπτισμένοι, οι «εντάξει», δηλαδή εμείς. Εμείς όμως τι κάνουμε; Είμαστε «εντάξει» συμβολικά, γιατί είμαστε βαπτισμένοι και μπορεί να ακολουθούμε και κάποια νηστεία και οποιαδήποτε άλλη πνευματική εργασία και έτσι να νοιώθουμε εξασφαλισμένοι. Τόσο εξασφαλισμένοι, που δικαιωματικά η θέλησή μας να επικεντρώνεται στη γυναίκα «μας», στον άνδρα «μας», στα πράγματά «μας», στις μέριμνές «μας». Οπότε, τι γίνεται; Όλα αυτά λειτουργούν όχι συνδυαζόμενα, αλλά το ένα ακυρώνει το άλλο και τελικά μένουμε με το ένα. Ονομαζόμαστε απλώς χριστιανοί ή πνευματικοί άνθρωποι, στην ουσία όμως φαίνεται το πόσο είμαστε συνδυασμένοι με τα πράγματα ή με τον τρόπο ζωής μας στην καθημερινότητά μας.

     Κι έχουμε τους μη ακέραιους. Υπάρχουν οι «ανάπηροι», αυτοί δηλαδή που ψάχνουν τον Θεό και δεν Τον έχουν βρει. Υπάρχουν οι «ελλιπείς», αυτοί που καταλαβαίνουν πως αυτά που ζουν δεν τους γεμίζουν, αλλά δεν ξέρουν πού να στραφούν. Και η έλλειψή τους έγκειται στο ότι δεν έχουν βρει το Όνομα του Χριστού. Ο Χριστός, όμως, βλέπει την καρδιά τους και τους αναγκάζει να μπουν μέσα στον Οίκο Του. Τους οδηγεί σ’ αυτό το Δείπνο κατά κάποιο τρόπο με το ζόρι, γιατί ο ταπεινός άνθρωπος, αυτός που καταλαβαίνει ότι έχει ανάγκη την τροφή, αυτός θα προσέλθει.

     Ενώ εμείς θεωρούμε ότι είμαστε οι φωτισμένοι. Δεν είμαστε όμως οι φωτισμένοι, αλλά οι «δήθεν», που βολευτήκαμε και, τελικά, με την πάροδο του χρόνου, φθαρήκαμε μέσα μας και απολυτοποιήσαμε και θεοποιήσαμε τη γυναίκα «μας», τη συζυγία, τη σχέση, την εργασία και τα κτήματά «μας». Εμείς, μπορεί να έχουμε το όνομα του χριστιανού, αλλά τρεφόμαστε με την καθημερινότητα του εαυτού μας. Έτσι, βραχυκυκλώνουμε κι έρχεται μέσα μας μια κόπωση. Και ο χριστιανός σήμερα είναι ένας νεκρός χριστιανός και δεν εμπνέει κανέναν, ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.

     Μετά ο Κύριος, λέει η Παραβολή, όταν υπήρχε κι άλλος χώρος, ανάγκασε να έλθουν στο Δείπνο κι αυτοί που ήταν «εἰς τοὺς φραγμούς». Για ποιο λόγο; Διότι αυτοί δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Οικοδεσπότη. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο ο Θεός τούς «βιάζει» με το να γίνεται πιο αποκαλυπτικός. Δεν τους τραβά με το ζόρι, αλλά όταν φανερωθεί ο Χριστός, ζωντανά πλέον, ως αληθινό Φως, με ένα τρόπο έξω του φυσικού, αυτό είναι ένα είδος αναγκασμού. Οι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει, δεν έχουν δει, δεν είναι ικανοί μέσα από τα ανθρώπινα, αλλά μέσα τους έχουν διάθεση κι ας είναι εκτός Εκκλησίας. Κι αυτούς ο Κύριος τούς αναγκάζει με το να γίνεται πιο αποκαλυπτικός προς αυτούς, χωρίς όμως να τους στερεί την ελευθερία. Αυτό, λοιπόν, κάνει ο Θεός.


     Εμείς έχουμε ανάγκη να καταλάβουμε τελικά ότι η χαρά μας είναι η σχέση που εκφράζεται μέσα από τη βρώση και την πόση. Η βρώση και η πόση είναι η μετοχή μας στην Αγάπη του Θεού. Όπως, δηλαδή, όταν έχεις δύο εραστές, η αγάπη σου μειώνεται για τον έναν και τελικά με κανέναν δεν είσαι ερωτευμένος και επομένως δεν γεύεσαι τη σχέση σωστά, έτσι και με τον Θεό. Ο Θεός θέλει αυτήν την αποκλειστικότητα, ο έρωτάς μας και η αγάπη μας να στρέφεται ολοτελώς προς αυτόν.

     Το οποιοδήποτε πράγμα ή γεγονός κρίνεται ως αμαρτία ή όχι, κατά το βαθμό δυνατότητας ενσωμάτωσής του στο Σώμα του Χριστού, για να αφθαρτοποιηθεί. Το φαγητό, η σχέση, ο έρωτας και άλλα όσα ταλανίζουν τον άνθρωπο ως προς το ηθικό ή μη περιεχόμενό τους, γίνονται αμαρτία, διότι δεν μπορούμε να τα ενσωματώσουμε στο Σώμα του Χριστού για να αφθαρτοποιηθούν. Και τι είναι; Είναι νεκρώσιμα γεγονότα. Γίνονται αιτίες θανάτου. Αυτά πρέπει να ενσωματωθούν στο Σώμα του Χριστού, για να γίνουν αιτίες Αναστάσεως.

     Αιτία Αναστάσεώς μου μπορεί να είναι το φαγητό, όταν γίνει προσφορά αγάπης διά του Χριστού στον συνάνθρωπο. Και η σχέση μπορεί να γίνει εμπειρία Αναστάσεως, εάν την ενσωματώσω στη σχέση μου με τον Χριστό, που σημαίνει να τη λειτουργώ με μια διάθεση ανοίγματος προς τον άλλον, προσφοράς προς τον άλλον, παραχώρησης δικαιωμάτων μου «ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ» προς τον άλλον. Να δώσω τον δικό μου χώρο στον άλλον να αισθανθεί άνετα και βολικά. Να αισθάνεται ο άλλος μεγάλος, σημαντικός και σπουδαίος.

     Αυτό είναι μια πράξη του Χριστού, είναι μια δυνατότητα εν Αγίω Πνεύματι. Κι αυτό πρέπει να το κάνει ο άνθρωπος. Αν το κάνει με τις δικές του δυνάμεις, θα τρελαθεί. Αν το κάνει όμως με την Αγάπη του Θεού, με την οποία τρέφεται και θα τρέφεται συνεχώς, θα αναπτυχθεί, θα ελευθερωθεί ακόμη περισσότερο και θα πλουτίσει ακόμη περισσότερο.


     Οπότε, όλη η ιστορία είναι να επικεντρωθεί ο νους μας σ’ αυτό το Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών, που να είναι να τραφούμε από την Αγάπη του Θεού. Τότε θα υπάρχει η δυνατότητα να ενταχθεί, ίσως και αυτομάτως, όλη μας η ζωή στο Σώμα του Χριστού και να αφθαρτοποιηθεί. Έτσι, θα καταλάβουμε ότι αυτά (που μας εμπόδιζαν πριν να προσέλθουμε στο Μέγα Δείπνο της θείας Αγάπης) δεν είναι ανταγωνιστικά και αντίπαλα, αλλά είναι δυνατότητες συνεργείας, το ένα για το άλλο. Τα πράγματα για τον Χριστό και ο Χριστός για τα πράγματα.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΓΙΑΓΚΟΥ


※
[π. Βαρνάβα Γιάγκου:
«Αμαρτωλών Εκκλησία»,
κεφ. 29ο, σελ. 267–275·
Εκδόσεις «Αρχονταρίκι»,
Αθήνα, Απρίλιος 20151.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση
και αμυδρή διόρθωση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ

Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ


     Ρώτησαν κάποτε τον Γέροντα Αμβρόσιο Λάζαρη (1912–2006):
     –Γέροντα, άμα γίνει πόλεμος με τους Τούρκους τι θα κάνουμε;
     Κι αυτός απάντησε:
     –Ο πόλεμος σήμερα δεν γίνεται με όπλα. Εμάς πάντοτε ο Θεός μάς βοηθάει και η Παναγία είναι με το μέρος μας.
     Και τον ρώτησαν πάλι:
     –Ναι, Γέροντα, αλλά οι Τούρκοι είναι πιο πολλοί από εμάς.
     Και απάντησε:
     –Ας είναι! Την ψυχή του Έλληνα, που έχει τον Χριστό και την Παναγία δίπλα οδηγό, τη φοβούνται όλοι.


※
[ Μιχάλη Λεβέντη:
«Ο Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης
(ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου)»·
Τόμος Β΄, μέρος 1ο, κεφ. 1ο, σελ. 50.
Εκδόσεις «Ακρίτας»·
Αθήνα, Νοέμβριος 20111.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΝΝΗΣ
Μητρός της Υπεραγίας Θεοτόκου


     Σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο του Θεού, ο Οποίος επιθυμούσε ένα πάναγνο κατοικητήριο για να κατασκηνώσει μαζί με τους ανθρώπους, δεν επετράπη αρχικά στον Ιωακείμ και την Άννα, τους δίκαιους Θεοπάτορες, να αποκτήσουν απογόνους. Και οι δύο είχαν φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και είχαν μείνει όλα σχεδόν τα χρόνια της ζωής τους στείροι –συμβολίζοντας έτσι κατ’ ακρίβεια την ανθρώπινη φύση, τη στρεβλωμένη και την αποξηραμένη από το βάρος της αμαρτίας και του θανάτου–, δεν έπαυσαν ωστόσο να παρακαλούν εκτενώς τον Θεό να τους λυτρώσει από το όνειδος της ατεκνίας.

     Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που είχε αποσυρθεί σε ένα βουνό και στην Άννα που θρηνούσε την δυστυχία της στον κήπο τους, για να τους αναγγείλει ότι επρόκειτο σύντομα να εκπληρωθούν στο πρόσωπό τους οι πάλαι προφητείες και ότι θα γεννούσαν ένα υπερευλογημένο τέκνο που προοριζόταν να καταστεί η αυθεντική Κιβωτός της καινής Διαθήκης, η θεία Κλίμαξ, η άφλεκτος Βάτος, το αλατόμητον Όρος, ο ζωντανός Ναός όπου θα κατοικούσε ο Λόγος του Θεού.


     Την ημέρα αυτή, με την σύλληψη της Αγίας Άννης, τερματίζεται η στειρότητα της ανθρώπινης φύσης που χωρίσθηκε από τον Θεό διά του θανάτου· και με την υπέρ φύσιν τεκνοποίηση αυτής, που είχε μείνει στείρα έως την ηλικία κατά την οποία δεν μπορούν πλέον φυσιολογικά να τεκνοποιήσουν οι γυναίκες, ο Θεός ανήγγειλε και επιβεβαίωσε το πλέον υπερφυές θαύμα της ασπόρου συλλήψεως και της αμώμου γεννήσεως του Χριστού από τα άχραντα σπλάχνα της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.

     Παρ’ ότι εγεννήθη από θεία επέμβαση, η Παναγία, προήλθε από κατά πάντα φυσιολογική σύλληψη μέσω συνευρέσεως ανδρός και γυναικός κατά τους νόμους της ανθρώπινης φύσης μας, της πεπτωκυίας και δέσμιας της φθοράς και του θανάτου μετά το προπατορικό αμάρτημα (βλ. Γέν. 3, 16). Σκεύος εκλογής, τίμιος Ναός που προετοίμασε ο Θεός προ των αιώνων, η Θεοτόκος είναι η πλέον αγνή και τέλεια αντιπρόσωπος της ανθρωπότητας, αλλά δεν βρίσκεται εκτός της κοινής κληρονομίας και των συνεπειών του αμαρτήματος των πρωτοπλάστων. Ακριβώς όπως έπρεπε, για να μας λυτρώσει ο Χριστός από το κράτος του θανάτου διά του εκουσίου Σταυρικού Του θανάτου (βλ. Εβρ. 2, 14), για να γίνει ο σαρκωθείς Λόγος του Θεού όμοιος με τον άνθρωπο στα πάντα πλην της αμαρτίας, εξίσου απαραίτητο ήταν και η Μητέρα Του, στα σπλάχνα της οποίας ο Λόγος του Θεού ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα, να είναι σε κάθε τι όμοια με εμάς, υποκείμενη στην φθορά και στον θάνατο, μη τυχόν και θεωρηθεί ότι η Λύτρωση και η Σωτηρία δεν μας αφορούν απολύτως και εξ ολοκλήρου, εμάς τους απογόνους του Αδάμ.


     Η Θεοτόκος εξελέγη μεταξύ των γυναικών όχι με τυχαίο τρόπο, αλλά γιατί ο Θεός είχε προβλέψει προαιωνίως ότι θα ήταν σε θέση να διαφυλάξει τελείως την αγνότητά της ώστε να Τον δεχθεί μέσα της. Και ενώ συνελήφθη και γεννήθηκε όπως όλοι μας, αξιώθηκε να καταστεί κατά σάρκα Μητέρα του Υιού του Θεού και κατά πνεύμα μητέρα όλων μας. Γλυκύτατη και φιλεύσπλαχνος, είναι σε θέση να μεσιτεύει υπέρ ημών ενώπιον του Υιού της, ώστε να μας χαρίσει Εκείνος το μέγα έλεος.

     Ακριβώς όπως ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ο καρπός της παρθενίας της, η Υπεραγία Θεοτόκος ήταν καρπός της σωφροσύνης του Ιωακείμ και της Άννας. Ακολουθώντας αυτήν την οδό της αγνότητας και της καθαρότητας, αγνεύοντες μοναχοί και σώφρονες χριστιανοί, κάνουμε τα πάντα ώστε να γεννηθεί και να μεγαλώσει μέσα μας εν Πνεύματι ο Σωτήρας Χριστός.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Σήμερον τῆς ἀτεκνίας δεσμὰ διαλύονται· τοῦ Ἰωακεὶμ γὰρ καὶ τῆς Ἄννης, εἰσακούων Θεός, παρ’ ἐλπίδα τεκεῖν αὐτούς, σαφῶς ὑπισχεῖται Θεόπαιδα, ἐξ ἧς αὐτὸς ἐτέχθη ὁ Ἀπερίγραπτος, βροτὸς γεγονώς, δι’ Ἀγγέλου κελεύσας βοῆσαι αὐτῇ· χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Βουλῇ τῇ θεϊκῇ, ἡ θεόκλητος Ἄννα, δεσμῶν στειρωτικῶν, λυτρωθεῖσα ἐν γήρᾳ, ἀξίως συνέλαβε, τὴν τὸν Λόγον κυήσασαν· ἣν θεώμενος, Ἰωακεὶμ ὁ θεόφρων, ἀνεβόησε· Τίς ἀνυμνείσει Οἰκτίρμον, βυθὸν τῆς προνοίας σου;

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Πολυΰμνητε Ἄννα καὶ ἀξιάγαστε, ἡ τοῦ Κυρίου Προμήτωρ, ὑπὲρ ἡμῶν ἐκτενῶς, μὴ ἐλλίπῃς δυσωποῦσα τὸν σὸν Ἔγγονον, ἵνα τῇ χάριτι Αὐτοῦ, ἐμπλησθῶμεν ἀρετῶν, οἱ στεῖροι ἐννόμων ἔργων, καὶ σωτηρίας ὡς θεῖον, ἡμῶν τιμῶμεν προοίμιον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ οἰκουμένη, τὴν τῆς Ἄννης σύλληψιν, γεγενημένην ἐκ Θεοῦ· καὶ γὰρ αὐτὴ ἀπεκύησε, τὴν ὑπὲρ λόγον, τὸν Λόγον κυήσασαν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὴν θεοχάλκευτον λυχνίαν καὶ ἑπτάφωτον, τῇ θεϊκῇ ἐπαγγελίᾳ ἐκομίσασθε, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα μετ’ εὐφροσύνης. Ἀλλ’ ὡς θεῖοι τοῦ Παντάνακτος Προπάτορες, ἀπὸ πάσης ἡμᾶς ῥύσασθε κακώσεως, τοὺς κραυγάζοντας· Χαίροις ζεῦγος θεόλεκτον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Σήμερον ἡ Ἄννα ἡ εὐκλεής, φύσεως τῆς νόμοις, συλλαμβάνει θείᾳ βουλῇ, τὴν τὸν Θεὸν Λόγον, ὑπερφυῶς τεκοῦσαν· τὴν σύλληψιν οὖν ταύτης, φαιδρῶς αἰνέσωμεν.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 92–95.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Η υπότιτλη φωτογραφία:
σύγχρονη φορητή βυζαντινή εικών
της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης,
τερπνό έργο (1957) των χειρών
του κυρ–Φώτη Κόντογλου
(1895–1965).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.