Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΜΕΓΑΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ

Ο ΜΕΓΑΣ ΔΕΙΠΝΟΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ


     Ένας άνθρωπος έκανε Δείπνο Μέγα και κάλεσε πολλούς για να συμμετάσχουν σ’ αυτό το Δείπνο της χαράς. Αρνήθηκε όμως ο ένας μετά τον άλλον την πρόσκληση· ο ένας προφασιζόμενος τη φροντίδα της συζύγου του, ο άλλος τα κτήματά του και ο άλλος τα νέα ζεύγη βοών που αγόρασε. Λέγοντας «πέντε ζεύγη» η Παραβολή εννοεί τις αισθήσεις. Η αιχμαλωσία, δηλαδή, του ανθρώπου στις αισθήσεις του και στις μέριμνες της καθημερινότητας τον εμποδίζουν να προσέλθει σ’ αυτό το Δείπνο, στο Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών· στο Δείπνο, κατά το οποίο προσφέρεται το Σώμα του Κυρίου μας.

     Η Εκκλησία ορίζεται κυρίως ως εστία, ως οίκος, και το σημαντικότερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε σ’ ένα σπίτι είναι να έλθουμε οι άνθρωποι σε επαφή και σχέση. Αυτή η επαφή και σχέση εκφράζεται κυρίως με το δείπνο, με το φαγητό, με το τραπέζωμα. Αυτό το τραπέζωμα αναφέρεται και ως Βασιλεία των Ουρανών, διότι η Βασιλεία των Ουρανών είναι η δυνατότητα να τρεφόμαστε από την Αγάπη του Θεού. Η Αγάπη του Θεού είναι δηλαδή γεύση, είναι τροφή, είναι αίσθηση και χαρά.

     Η Βασιλεία των Ουρανών, λοιπόν, δεν είναι μια απομονωμένη κατάσταση, μια ατομική διαδικασία. Προσέρχεται, δηλαδή, ο καθένας μόνος του και γεύεται τον Θεό και απολαμβάνει τα δώρα και την αμοιβή των κόπων και των πράξεών του, αλλά η Βασιλεία των Ουρανών είναι η δυνατότητα να σχετίζομαι εν Χριστώ με τον άλλον, οπότε δεν μπορεί να εκφραστεί αυτή η συνύπαρξη και σχέση με κάτι άλλο πιο δυνατό, παρά με την έννοια του Δείπνου.

     Επομένως, δεν μπορεί ο καθένας μόνος του, ατομικά, να απολαύσει τη Βασιλεία των Ουρανών, αλλά μπορεί μόνο κοινοτικά, κοινοβιακά· και αυτό εκφράζεται κυρίως με την τράπεζα. Η τράπεζα, λοιπόν, είναι αυτή που δίνει συμβολικά την έννοια του ανοίγματος, του σπασίματος της μοναξιάς του ανθρώπου και της δυνατότητάς του να ανοιχθεί προς την Αγάπη του Θεού.
    
     Έχουμε, λοιπόν, την Παραβολή της Δειπνοκλησίας. Ο άνθρωπος όμως δεν μπορεί το κοινοτικό, δεν αντέχει την «τράπεζα». Θέλει να κερδίζει μόνος του, θέλει να στραφεί στην οικογένειά «του», στη γυναίκα «του», θέλει να στραφεί στα πράγματά «του», στην εργασία «του».

     Βλέπετε, η δυσκολία μας είναι ακριβώς αυτή: Πώς να σπάσουμε τα όρια του ατομισμού μας. Και είναι πραγματικά προσβολή του Σώματος της Εκκλησίας αυτή η ίδια η διαδικασία και αυτή η ίδια η προσπάθεια του ανθρώπου να υπάρχει ατομικά. Σαν μια προσπάθεια ατομικής ευλάβειας, ατομικής ευσέβειας και βελτίωσης του ήθους.


     Η προσπάθεια δεν είναι απλώς ο άνθρωπος να επικυριαρχήσει στα πάθη του, αλλά να επικυριαρχήσει στα πάθη του διά της σχέσεως με τον Χριστό και με τον άλλον. Δεν είναι μια τεχνητή άσκηση, δηλαδή να ανέβω σ’ ένα άλλο επίπεδο βελτιώνοντας το νου και την καρδιά μου. Δεν μπορεί να νοηθεί μέσα στο Σώμα του Χριστού βελτίωση του νου και της καρδιάς, εάν δεν περνά μέσα από τη σχέση. Κι αυτή ακόμη η βελτίωση αξιολογείται –αν είναι αληθινή ή ψεύτικη– μέσα από τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.

     Αυτό είναι ένα βαρύ πλήγμα στο Σώμα της Εκκλησίας και μια ένδειξη εκκοσμίκευσης, με την ουσιαστική έννοια του όρου, όταν ο άνθρωπος αγνοεί την τράπεζα και στρέφεται σε μια ατομική έστω προσευχή, από την οποία θέλει μια αίσθηση ηδονής και ευχαρίστησης, την οποία μάλιστα θεωρεί πνευματική. Δεν είναι πνευματική ηδονή αλλά ψυχολογική, για να αισθανθεί ο προσευχόμενος όμορφα. Εμείς λέμε «πάω στην Εκκλησία», αλλά εάν κάνουμε ένα γκάλοπ και ρωτήσουμε τους ανθρώπους «γιατί πάτε στην Εκκλησία;», ένα μεγάλο ποσοστό θα πει «γιατί αισθάνομαι όμορφα». Δεν είναι αυτό η ουσία…

     Στην Εκκλησία δεν πάμε για να αισθανθούμε «όμορφα», πάμε για να δούμε την πραγματικότητά μας, που είναι άσχημη, και να υπερβούμε αυτή την ασχήμια. Όχι βάζοντας μια ένεση, όχι ντοπάροντας τον ψυχικό μας οργανισμό με τις μελωδίες και τις εικόνες, αλλά κοινωνώντας στο Δείπνο της Βασιλείας. Τότε και οι μελωδίες και οι εικόνες μάς οδηγούν σ’ αυτή τη δυνατότητα, στο ότι η Βασιλεία των Ουρανών και ο Χριστός είναι Τράπεζα. Ένας που τρέφεται από τη Χάρη και την Αγάπη του Θεού, δεν μπορεί να μην έχει την ανάγκη να τρέφεται και από την παρουσία του άλλου, αλλά ταυτόχρονα να τρέφει και την παρουσία του άλλου.

     Οπότε, αυτή η άρνηση των ανθρώπων στην Παραβολή, τι δηλώνει; Ο ένας, λέει, ήταν παντρεμένος· ο άλλος είχε ζεύγη βοών κι ένας άλλος είχε αγρό που τον αγόρασε κι έπρεπε να τον ελέγξει. Όλοι, δηλαδή, ήταν ακέραιοι άνθρωποι, ήταν δυναμικοί άνθρωποι. Όταν δεν προσήλθαν αυτοί οι ακέραιοι άνθρωποι στο Δείπνο, ο Εστιάτωρ διάλεξε τους ελλιπείς ανθρώπους, τους ανάπηρους, τους πτωχούς. Και, όταν διαπίστωσε ότι υπήρχε κι άλλος χώρος, ανάγκασε να έλθουν κι αυτοί που ήταν «εἰς τοὺς φραγμούς», αυτοί δηλαδή που ήταν έξω των ορίων της Εκκλησίας.


     Αυτό τι σημαίνει; Οι ακέραιοι άνθρωποι είναι οι βαπτισμένοι, οι «εντάξει», δηλαδή εμείς. Εμείς όμως τι κάνουμε; Είμαστε «εντάξει» συμβολικά, γιατί είμαστε βαπτισμένοι και μπορεί να ακολουθούμε και κάποια νηστεία και οποιαδήποτε άλλη πνευματική εργασία και έτσι να νοιώθουμε εξασφαλισμένοι. Τόσο εξασφαλισμένοι, που δικαιωματικά η θέλησή μας να επικεντρώνεται στη γυναίκα «μας», στον άνδρα «μας», στα πράγματά «μας», στις μέριμνές «μας». Οπότε, τι γίνεται; Όλα αυτά λειτουργούν όχι συνδυαζόμενα, αλλά το ένα ακυρώνει το άλλο και τελικά μένουμε με το ένα. Ονομαζόμαστε απλώς χριστιανοί ή πνευματικοί άνθρωποι, στην ουσία όμως φαίνεται το πόσο είμαστε συνδυασμένοι με τα πράγματα ή με τον τρόπο ζωής μας στην καθημερινότητά μας.

     Κι έχουμε τους μη ακέραιους. Υπάρχουν οι «ανάπηροι», αυτοί δηλαδή που ψάχνουν τον Θεό και δεν Τον έχουν βρει. Υπάρχουν οι «ελλιπείς», αυτοί που καταλαβαίνουν πως αυτά που ζουν δεν τους γεμίζουν, αλλά δεν ξέρουν πού να στραφούν. Και η έλλειψή τους έγκειται στο ότι δεν έχουν βρει το Όνομα του Χριστού. Ο Χριστός, όμως, βλέπει την καρδιά τους και τους αναγκάζει να μπουν μέσα στον Οίκο Του. Τους οδηγεί σ’ αυτό το Δείπνο κατά κάποιο τρόπο με το ζόρι, γιατί ο ταπεινός άνθρωπος, αυτός που καταλαβαίνει ότι έχει ανάγκη την τροφή, αυτός θα προσέλθει.

     Ενώ εμείς θεωρούμε ότι είμαστε οι φωτισμένοι. Δεν είμαστε όμως οι φωτισμένοι, αλλά οι «δήθεν», που βολευτήκαμε και, τελικά, με την πάροδο του χρόνου, φθαρήκαμε μέσα μας και απολυτοποιήσαμε και θεοποιήσαμε τη γυναίκα «μας», τη συζυγία, τη σχέση, την εργασία και τα κτήματά «μας». Εμείς, μπορεί να έχουμε το όνομα του χριστιανού, αλλά τρεφόμαστε με την καθημερινότητα του εαυτού μας. Έτσι, βραχυκυκλώνουμε κι έρχεται μέσα μας μια κόπωση. Και ο χριστιανός σήμερα είναι ένας νεκρός χριστιανός και δεν εμπνέει κανέναν, ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.

     Μετά ο Κύριος, λέει η Παραβολή, όταν υπήρχε κι άλλος χώρος, ανάγκασε να έλθουν στο Δείπνο κι αυτοί που ήταν «εἰς τοὺς φραγμούς». Για ποιο λόγο; Διότι αυτοί δεν έχουν γνωρίσει ακόμη τον Οικοδεσπότη. Έτσι, κατά κάποιο τρόπο ο Θεός τούς «βιάζει» με το να γίνεται πιο αποκαλυπτικός. Δεν τους τραβά με το ζόρι, αλλά όταν φανερωθεί ο Χριστός, ζωντανά πλέον, ως αληθινό Φως, με ένα τρόπο έξω του φυσικού, αυτό είναι ένα είδος αναγκασμού. Οι άνθρωποι δεν έχουν ακούσει, δεν έχουν δει, δεν είναι ικανοί μέσα από τα ανθρώπινα, αλλά μέσα τους έχουν διάθεση κι ας είναι εκτός Εκκλησίας. Κι αυτούς ο Κύριος τούς αναγκάζει με το να γίνεται πιο αποκαλυπτικός προς αυτούς, χωρίς όμως να τους στερεί την ελευθερία. Αυτό, λοιπόν, κάνει ο Θεός.


     Εμείς έχουμε ανάγκη να καταλάβουμε τελικά ότι η χαρά μας είναι η σχέση που εκφράζεται μέσα από τη βρώση και την πόση. Η βρώση και η πόση είναι η μετοχή μας στην Αγάπη του Θεού. Όπως, δηλαδή, όταν έχεις δύο εραστές, η αγάπη σου μειώνεται για τον έναν και τελικά με κανέναν δεν είσαι ερωτευμένος και επομένως δεν γεύεσαι τη σχέση σωστά, έτσι και με τον Θεό. Ο Θεός θέλει αυτήν την αποκλειστικότητα, ο έρωτάς μας και η αγάπη μας να στρέφεται ολοτελώς προς αυτόν.

     Το οποιοδήποτε πράγμα ή γεγονός κρίνεται ως αμαρτία ή όχι, κατά το βαθμό δυνατότητας ενσωμάτωσής του στο Σώμα του Χριστού, για να αφθαρτοποιηθεί. Το φαγητό, η σχέση, ο έρωτας και άλλα όσα ταλανίζουν τον άνθρωπο ως προς το ηθικό ή μη περιεχόμενό τους, γίνονται αμαρτία, διότι δεν μπορούμε να τα ενσωματώσουμε στο Σώμα του Χριστού για να αφθαρτοποιηθούν. Και τι είναι; Είναι νεκρώσιμα γεγονότα. Γίνονται αιτίες θανάτου. Αυτά πρέπει να ενσωματωθούν στο Σώμα του Χριστού, για να γίνουν αιτίες Αναστάσεως.

     Αιτία Αναστάσεώς μου μπορεί να είναι το φαγητό, όταν γίνει προσφορά αγάπης διά του Χριστού στον συνάνθρωπο. Και η σχέση μπορεί να γίνει εμπειρία Αναστάσεως, εάν την ενσωματώσω στη σχέση μου με τον Χριστό, που σημαίνει να τη λειτουργώ με μια διάθεση ανοίγματος προς τον άλλον, προσφοράς προς τον άλλον, παραχώρησης δικαιωμάτων μου «ἐν ἀγάπῃ καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ» προς τον άλλον. Να δώσω τον δικό μου χώρο στον άλλον να αισθανθεί άνετα και βολικά. Να αισθάνεται ο άλλος μεγάλος, σημαντικός και σπουδαίος.

     Αυτό είναι μια πράξη του Χριστού, είναι μια δυνατότητα εν Αγίω Πνεύματι. Κι αυτό πρέπει να το κάνει ο άνθρωπος. Αν το κάνει με τις δικές του δυνάμεις, θα τρελαθεί. Αν το κάνει όμως με την Αγάπη του Θεού, με την οποία τρέφεται και θα τρέφεται συνεχώς, θα αναπτυχθεί, θα ελευθερωθεί ακόμη περισσότερο και θα πλουτίσει ακόμη περισσότερο.


     Οπότε, όλη η ιστορία είναι να επικεντρωθεί ο νους μας σ’ αυτό το Δείπνο της Βασιλείας των Ουρανών, που να είναι να τραφούμε από την Αγάπη του Θεού. Τότε θα υπάρχει η δυνατότητα να ενταχθεί, ίσως και αυτομάτως, όλη μας η ζωή στο Σώμα του Χριστού και να αφθαρτοποιηθεί. Έτσι, θα καταλάβουμε ότι αυτά (που μας εμπόδιζαν πριν να προσέλθουμε στο Μέγα Δείπνο της θείας Αγάπης) δεν είναι ανταγωνιστικά και αντίπαλα, αλλά είναι δυνατότητες συνεργείας, το ένα για το άλλο. Τα πράγματα για τον Χριστό και ο Χριστός για τα πράγματα.

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΓΙΑΓΚΟΥ


[π. Βαρνάβα Γιάγκου:
«Αμαρτωλών Εκκλησία»,
κεφ. 29ο, σελ. 267–275·
Εκδόσεις «Αρχονταρίκι»,
Αθήνα, Απρίλιος 20151.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση
και αμυδρή διόρθωση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου