Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

ΜΙΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΜΙΑ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


     Αξιοσημείωτη είναι μια μικρή εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου (0,04x0,06 μ.), η οποία βρίσκεται σε κιβώτιο, μεταξύ των λειψανοθηκών του αγίου βήματος της Ιεράς Μονής Αγίου Παύλου – Αγίου Όρους. Αυτή η μικρή εικόνα έχει μια παράδοξη όσο και θαυμαστή ιστορία, την οποία καταγράφει αυτός που τη βρήκε και την έφερε στην Ιερά Μονή, στις 4 Μαρτίου του 1922. Και αυτός που με θαυμαστό τρόπο τη βρήκε λεγόταν Σόλωνας Θ. Φλώρος –«Ράπτης Λαμιεύς»– ο όποιος κατέγραψε λεπτομερώς, υπέγραψε και παρέδωσε ιδιοχείρως τη δραματική, πλην όμως θαυμαστή ιστορία του, η οποία έκτοτε φυλάσσεται στο αρχείο της Μονής και έχει επακριβώς ως εξής:


     «Μετά την αποστράτευση του 1916, αφού υπηρέτησα στη Χαλκίδα και πήρα το προσωρινό μου απολυτήριο, μετέβην στη Θεσσαλονίκη, όπου παρέμενα εκεί με την οικογένειά μου από το 1912, μετά την κατάληψή της από τον Ελληνικό Στρατό.«

     »Όταν βγήκα από το ατμόπλοιο, κατευθυνόμενος προς το σπίτι μου, με παρακολούθησαν σαν ύποπτο δυο Γάλλοι χωροφύλακες μέχρι τη συνοικία “Κουλέ–Καφφέ”, της ενορίας των Ταξιαρχών. Εκεί μου μίλησαν και σταμάτησα. Ήρθε ο ένας, που ήταν στο γένος Κρητικός, καταταγμένος όμως στη Γαλλική χωροφυλακή, και θέλησε να μου κάνει έρευνα. Μα εγώ δεν του επέτρεψα να μου κάνει έρευνα μπροστά στα πολλά πρόσωπα που ήταν εκεί. Αυτός όμως, σαν βάρβαρος δήμιος που ήταν, με χτύπησε με τη γροθιά του στο πρόσωπο. Μου ζήτησε να του εμφανίσω κάποιο πιστοποιητικό, το προσωρινό μου απολυτήριο, το οποίο, αφού το πήρε, το έσκισε. Βλέποντας εγώ αυτά, τον έπιασα από το στήθος. Τότε ο άλλος χωροφύλακας με χτύπησε με το ρόπαλο στο δεξί μου χέρι, πάνω στα δάχτυλα, και μ’ έριξαν κι δυο τους κάτω στη γη. Μ’ έδειραν μέχρι θανάτου κρατώντας με απ’ τα χέρια. Με οδήγησαν στις φυλακές της Γερμανικής Σχολής, όπου κι εκεί πάλι μ’ έδειραν και μετά μ’ έριξαν σ’ ένα σκοτεινό υπόγειο. Τη δεύτερη μέρα με οδήγησαν μ’ ένα κλειστό αυτοκίνητο στο γραφείο του Γάλλου εισηγητή, απέναντι στο πεδίο του Άρεως. Πέρασε ένας μήνας και μού ’φεραν ένα χαρτί στα γαλλικά, που περιείχε όλη την κατηγορία μου, αλλά μη γνωρίζοντας λέξη να διαβάσω, το έσκισα. Στις 28 Οκτωβρίου του 1916, ημέρα Σάββατο, μας μεταβίβασαν σ’ ένα γαλλικό ατμόπλοιο για να μας στείλουν στη Γαλλία. Φτάσαμε στη Μασσαλία στις 11 Νοεμβρίου του 1916 και μας έστειλαν στις φυλακές του Αγίου Πέτρου. Μείναμε σ’ αυτές τις φυλακές μέχρι την 4η Μαρτίου του 1917, απ’ όπου μας μετέφεραν στις κεντρικές φυλακές της Νίμης, 890 χιλιόμετρα από εκεί που ήμασταν, κοντά στα Ισπανικά σύνορα. Μείναμε εκεί εργαζόμενοι σε διάφορες εργασίες μέχρι τις 21 Ιουλίου του 1918.«



     »Στις 21 Ιουλίου μάς κατέγραψαν πραγματοποιώντας μια τέλεια ανθρωπομέτρηση και οδηγώντας μας στο μέτωπο της περιφέρειας Κροτέλες του νομού των Παρισίων. Μας χώρισαν σε ομάδες, ανά 100 άτομα, τις οποίες περιπολούσαν 15 στρατιώτες και δέκα βαρδιάνοι, αστυνομικοί κλητήρες της φυλακής. Μας έδωσαν από ένα φτυάρι κι από έναν κασμά, μοιράζοντας στον καθένα ανά 4 μέτρα γης, προκειμένου να κάνουμε προχώματα για το Πεζικό. Οι τρόφιμοι έτρωγαν καθημερινά τα εξής: 300 γραμμάρια ψωμί, ένα λαχανόζουμο κι ένα καφέ πικρό, δηλαδή ένα κύπελλο γεμάτο μαύρο νερό. Εργαστήκαμε εκεί μέχρι το τέλος του Σεπτεμβρίου του 1918.«

     »Στις 2 Οκτωβρίου μάς πήγαν στο Βερδέν, στα δεξιά της πλατείας Φορτ, έναντι της γαλλικής Ελβετίας. Εργαστήκαμε εκεί μέχρι την 1η Ιανουαρίου του 1919, ενώ είχε σταματήσει ο πόλεμος από τις 11 Νοεμβρίου του 1918, αλλά η τυραννία για μας δεν είχε τελειώσει. Ήμασταν όλοι 12.000 άνδρες κατάδικοι (Έλληνες, Τούρκοι, Σέρβοι, Βούλγαροι και Ιταλοί). Στο διάστημα αυτό που εργαζόμουν, στις 25 Δεκεμβρίου, είδα ένα όνειρο το οποίο έχει ως εξής:

     »Τάχα ήρθε σε μένα ένας γέροντας καλόγερος με μακριά λευκά γένια, με λίγα μαλλιά, χωρίς κάλυμμα, ψηλός στο ανάστημα και που το ένδυμά του ήταν σε ελεεινή κατάσταση. Τα χέρια του γυμνά μέχρι τους αγκώνες, ξυπόλυτος ο ίδιος και μ’ ένα σχοινί πού χε τυλιγμένο τη μέση του. “Αύριο το πρωί που θα σηκωθείς και θα πας στην εργασία σου, εκεί στο δικό σου μέρος, θα σκάψεις σε βάθος 30 πόντους από την επιφάνεια της γης και, εκεί κάπου στα μέσα, θα βρεις μια εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, την οποία θα την πας στο Άγιον Όρος του Άθωνα, στη Μονή του Αγίου Παύλου, διότι εκεί ανήκει”, μου είπε.«

     »Όταν σηκώθηκα το πρωί της 26ης Δεκεμβρίου, ημέρα Τετάρτη, πήραμε το ρόφημα και τα σκαφτικά εργαλεία και πήγαμε όλοι μαζί στη δουλειά μας. Ήμουν σε μεγάλη απορία για το τι όνειρο νά ταν αυτό. Όταν μπήκα μέσα στο δικό μου πρόχωμα, κοίταξα προς το μέρος που είχα ονειρευτεί. Χτύπησα με τον κασμά και βρήκα ένα κομμάτι ανθρώπινο οστό με τρίχες λευκές και μαύρες, σκληρό σαν το ξύλο. Το καθάρισα λίγο και διέκρινα ότι επρόκειτο για διάμετρο ανδρός. Διέκρινα, επίσης, οστά από το στήθος, αλλά η περιέργεια των άλλων Ελλήνων δεν μ’ άφησαν να το κρύψω, αφού ήρθαν εκεί κοντά μου πάνω από δέκα. Βλέποντας τη συγκέντρωση κόσμου ο γαρδιάνος, ήρθε εκεί κοντά και μας τσάκισε με το ρόπαλό του, ρωτώντας με “τι είναι” και “από πού το βρήκα”. Μετά το πήρε και το κλώτσησε με τα πόδια του και μ’ έβαλε να σκάψω μήπως βρεθεί τίποτε άλλο. Έσκαψα πάλι στο ίδιο μέρος και βρήκα ένα σιδερένιο σταυρό, από τον οποίο έλειπε ένα κομμάτι, αλλά ήταν πολύ παλιός· είχε και μέρος για να στέκει όρθιος πάνω σε τραπέζι, αλλά ήταν πολύ χτυπημένος.«


     »Τα πήρε και τα δύο –το οστό και τον σταυρό– και τα πήγε στο (εκεί τοπικό) μοναστήρι του Αγίου Νικολάου. Μέχρι να έρθει ο γαρδιάνος μάζευα το χώμα για να σφαλίσω την τρύπα, μήπως έρθει ο αξιωματικός και με δείρει. Έπιασα ένα κομμάτι χώμα που ήταν σαν πέτρα, που ήταν χώμα για να το ρίξω στην τρύπα. Αυτό μου έπεσε από τα χέρια μου και κόπηκε στα δύο. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για ένα κομποσχοίνι, το οποίο το έξυσα κατόπιν μ’ ένα μαχαιρίδιο και διέκρινα επίσης ένα πολύ μικρό ξύλο, το οποίο το έριξα μέσα στο σακίδιό μου. Το βράδυ, όταν όλοι τελειώσαμε τη δουλειά μας και γυρίσαμε πίσω στα αντίσκηνά μας, κάθισα σ’ ένα απόκεντρο μέρος και καθάρισα το χώμα από το ξύλο και διέκρινα μια πολύ μικρή εικόνα κι ένα μικρό κομποσχοινάκι. Τα δίπλωσα και τα δύο σ’ ένα μαντήλι που το έβαλα κατευθείαν στο στήθος μου…»

     Κατόπιν, ο Σόλων Θ. Φλώρος περιγράφει με λεπτομέρειες την απελευθέρωσή του, την επιστροφή του στην Πατρίδα Ελλάδα και τη μετάβασή του προς τη Μονή του Αγίου Παύλου, όπου και παρέδωσε τα ανευρεθέντα στα χέρια του τότε Ηγουμένου Σεραφείμ (Πανταζάτου· 1886–1960· Χρονολογίες των ηγουμενιών του: 1920–1932 και 1934–1960).


[Μωυσέως Μοναχού Αγιορείτου:
«Προσκυνητάριον
της Ιεράς Μονής του Αγίου Παύλου»,
κεφ. 6ο, σελ. 64, 91–94,
και 126 (υποσ. 63),
Άγιον Όρος, Αύγουστος 19971.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου
και ολική μεταφορά του στη δημοτική:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ

ΚΑΙ ΞΑΦΝΙΚΑ


     Και ξαφνικά βλέπουμε· πως η υπομονή και η ανδρεία της καρδιάς γίνεται να είναι ο μοναδικός αθόλωτος καθρέπτης μας, ο αλάνθαστος οδοδείκτης για τον άστατο δρόμο μας: έχει άραγε δύναμη η αγάπη μας ή έχει προσλάβει την προδοσία της φαντασίας μας; Και ξαφνικά καταλαβαίνουμε· πως η Προσευχή είναι η μόνη που προσμετράει το αληθινό ή κάλπικο βάθος μας: έχουμε πόθο για τον Θεό που αρέσκεται να κρύβεται και να σιωπά; ή βαυκαλιζόμαστε εκούσια με τις σειρήνες της ύλης, που στέλνει διαρκώς στο πνεύμα μας η προσωρινότητα του τίποτα και η αστάθεια του καθόλου; Και ξαφνικά απορούμε εκ βαθέων· η ψυχή διψά κι αναζητά πάντα το τέλειο που ανά πάσα στιγμή η δική της ελευθερία μπορεί να ακυρώνει. Ίσως περάσει ένας ήσυχος αιώνας μέσα σε βασανιστικά χρόνια, ίσως περάσουν ανείπωτα μαρτύρια από μωρούς και αστείους λογισμούς, μέχρι εμείς να βρούμε επιτέλους τη σοφία μας στην απλότητα, μέχρι να γευθούμε την παμπόθητη χάρη στην αγία ταπείνωση. Στο πιο αθέατο μύχιο κέντρο των εγκάτων μας αφήνεται πάντα μια λεπτή έμπνευση, γεννιέται μια κίνηση και μια έξαρση, γίνεται μια απόφαση, μια παλινωδία και μια μάχη· τα σπλάχνα μας τ’ αναδεύει μια ανήκουστη ήττα, μια θεραπευτική πτώση, μια αδιατυμπάνιστη νίκη· και μια ευπρέπεια αγιασμού λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα εξαίσιο βαθμό εσωτερικότητας: ή θα θρονιαστεί εκεί στο ταμείο της ψυχής η αγάπη του Θεού ή θα εισβάλλει ο άδης των παθών μας. Οι γκρίζες ζώνες, οι ουδέτερες καταστάσεις και οι ανώδυνες διαβάσεις δεν ισχύουν εδώ, δεν ισχύουν μέσα μας, δεν ισχύουν για τη ζωή μας· τη ζωή που ποτέ δεν υπήρξε ένα «ουδέτερο», ένα προοίμιο του «ουδέν»…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Η ΦΡΙΚΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Η ΦΡΙΚΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


     Έξι μέρες αφ’ ότου είχε αναγγείλει ο Κύριος στους Μαθητές Του ότι «υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατο, πριν δουν να έρχεται ο Γιος του Ανθρώπου δυναμικά στην Βασιλεία του Θεού» (Μάρκ. 9, 1), πήρε μαζί Του τους προκρίτους των Μαθητών, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη· και, αφού απομακρύνθηκαν κατ’ ιδίαν, τους ανέβασε σ’ ένα όρος υψηλό, το όρος Θαβώρ της Γαλιλαίας, για να προσευχηθεί (βλ. Λουκ. 9, 28). Έπρεπε πράγματι, εκείνοι που επρόκειτο να Του συμπαρασταθούν στην αγωνία της Γεθσημανή και θα είχαν το μοναδικό προνόμιο να γίνουν οι άμεσοι μάρτυρες του Πάθους Του, να προετοιμαστούν γι’ αυτή την δοκιμασία με την θεωρία της άχρονης δόξας Του. Ο μεν Πέτρος, διότι μόλις είχε ομολογήσει την πίστη στην θεότητά Του· ο Ιάκωβος, διότι έμελλε να γίνει ο πρώτος που θα πέθαινε για τον Χριστό· και ο Ιωάννης, διότι έμελλε να μαρτυρήσει την προσωπική του πείρα γύρω από την θεϊκή δόξα και να αντηχήσει, ως «υιός βροντής», την θεολογία του προαιωνίου Λόγου που «ἐγένετο σάρξ».

     Ο Κύριος τούς οδήγησε πάνω στο όρος, σαν σύμβολο της πνευματικής ανάβασης, η οποία από αρετή σε αρετή καταλήγει στην αγάπη, την υψηλοτάτη των αρετών· αυτή είναι που ανοίγει την θύρα για την θεωρία του Θεού. Η ανάβαση αυτή ήταν στην πραγματικότητα η συμπερίληψη ολόκληρης της επίγειας ζωής του Κυρίου, ο Οποίος, ντυμένος την ασθένειά μας, άνοιξε για μας την οδό προς τον Πατέρα, διδάσκοντάς μας ότι η ησυχία είναι η μητέρα της προσευχής, η οποία με την σειρά της μας αποκαλύπτει την δόξα του Θεού.


     Και «μεταμορφώθηκε ενώπιόν τους και έλαμψε το πρόσωπό Του όπως ο ήλιος και έγιναν τα ρούχα Του λευκά σαν το φως» (Ματθ. 17, 2). Ο ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού αποκάλυψε έτσι την φυσική λαμπρότητα της θείας δόξης, την οποία συνείχε μέσα Του και την οποία είχε διατηρήσει κατά την Ενανθρώπισή Του, έστω και αν έμενε σκεπασμένη κάτω από το περικάλυμμα της σαρκός. Πράγματι, από την στιγμή της συλλήψεώς Του στα σπλάχνα της Παναγίας Παρθένου, η θεότητα ενώθηκε ασύγχυτα με την φύση της σαρκός (δηλαδή ολόκληρη την ανθρώπινη φύση) και η θεϊκή δόξα έγινε, υποστατικά, δόξα του «προσλήμματος». Αυτό λοιπόν που απεκάλυπτε ο Χριστός στους μαθητές Του στην κορυφή του Θαβώρ, δεν ήταν ένα θέαμα καινοφανές, αλλά απλώς η απαστράπτουσα φανέρωση της τεθεωμένης εν Αυτώ ανθρώπινης φύσης –συμπεριλαμβανομένου και αυτού του σώματος– και της ένωσής της με την θεϊκή αυγή.

     Ενώ το πρόσωπο του Μωυσή είχε λάμψει με μία δόξα που προερχόταν έξωθεν μετά την αποκάλυψη του όρους Σινά (βλ. Εξ. 34, 29), το πρόσωπο του Χριστού εμφανίστηκε στο Θαβώρ ως μία πηγή φωτός, πηγή της θείας ζωής, που έγινε προσιτή στον άνθρωπο και καταυγαζόταν επίσης πάνω στα «ἱμάτιά» Του, δηλαδή πάνω στον εξωτερικό κόσμο και στα προϊόντα του ανθρώπινου πολιτισμού.

     «Μεταμορφώθηκε», βεβαιώνει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, «όχι προσλαμβάνοντας ό,τι δεν ήταν, διανοίγοντας τους οφθαλμούς τους και από την τυφλότητα τούς έκανε να αναβλέψουν» («Ομιλία εις την Μεταμόρφωσιν» 12, PG 96, 564). Ο Χριστός άνοιξε τα μάτια των Μαθητών Του και εκείνοι με ένα βλέμμα μεταμορφωμένο από την δύναμη του αγίου Πνεύματος είδαν το αχώριστα ενωμένο με το σώμα Του θείο φως. Μεταμορφώθηκαν επομένως και οι ίδιοι και μέσα στην προσευχή μπόρεσαν να δουν και να γνωρίσουν την αλλοίωση που επήλθε στην φύση μας εξαιτίας της ένωσής της με τον Λόγο (Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Ομιλία 34 εις την Μεταμόρφωσιν», PG 151, 432).


     «Ό,τι είναι ο ήλιος για τα αισθητά πράγματα, το ίδιο είναι ο Θεός για τα πνευματικά (Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος 28, 30, PG 36, 69· Πλάτωνος, «Πολιτεία» ΣΤ΄, 508). Για τον λόγο αυτό οι Ευαγγελιστές αναφέρουν ότι το πρόσωπο του Θεανθρώπου, που είναι «το αληθινό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο» (Ιωάν. 1, 9), έλαμπε ως ήλιος. Το φως όμως αυτό ήταν ασύγκριτα ανώτερο από κάθε αισθητό φως. Αδυνατώντας να αντέξουν την απρόσιτη λάμψη του, οι Μαθητές έπεσαν στη γη.

     Φως άυλο, άκτιστο και άχρονο· αυτή ήταν η Βασιλεία του Θεού, «ἐληλυθυῖα ἐν τῇ δυνάμει» του Παναγίου Πνεύματος, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί ο Κύριος στους Μαθητές Του. Τώρα, βεβαίως, άστραψε για μια στιγμή στα μάτια τους· αυτό το ίδιο φως όμως πρόκειται να γίνει η μόνιμη κληρονομιά των εκλεκτών της Βασιλείας, όταν ο Χριστός έλθει πάλι, ακτινοβολώντας πλέον μέσα σε όλη την λαμπρότητα της δόξας Του. Θα επανέλθει μέσα στο φως, μέσα στο ίδιο φως που άστραψε στο Θαβώρ και που ανάβλυσε από τον τάφο της ημέρας της Αναστάσεώς Του, και το οποίο, εκχυνόμενο πάνω στις ψυχές και τα σώματα των εκλεκτών Του, θα τους κάνει να εκλάμψουν και αυτοί ως ο ήλιος (βλ. Ματθ. 13, 43).

     «Ο Θεός είναι φως και η θέα Του φως» (Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Λόγος Ηθικός Ε΄, 276, SC 129, 101). Όπως οι Μαθητές στην κορυφή του Θαβώρ, έτσι και πλήθος αγίων έγιναν μάρτυρες αυτής της αποκάλυψης του Θεού στο φως. Το φως εντούτοις δεν είναι γι’ αυτούς μόνο αντικείμενο θεωρίας, είναι επίσης η θεοποιός χάρις, που τους επιτρέπει να «βλέπουν» τον Θεό, έτσι που επιβεβαιώνονται τα λόγια του Ψαλμωδού: «Μέσα στο δικό Σου το φως, εμείς βλέπουμε το φως» (Ψαλμ. 35, 10).


     Μέσα στο λαμπρό αυτό όραμα εμφανίστηκαν στο πλευρό του Κυρίου ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι δυο κορυφές της Παλαιάς Διαθήκης, αντιπροσωπεύοντας αντίστοιχα τον Νόμο και τους Προφήτες, που Τον αναγνώρισαν ως Κύριο ζώντων και νεκρών. Ο Μωυσής πέθανε πριν μπει στην γη της επαγγελίας και ο Ηλίας μεταφέρθηκε σε μυστηριώδη τόπο δίχως να γνωρίσει θάνατο. Και συνομιλούσαν μαζί του για την έξοδό Του «την οποία έμελλε να πραγματοποιηθεί στην Ιερουσαλήμ», δηλαδή για το Πάθος Του· διότι διά του Πάθους και διά του Σταυρού η δόξα αυτή επρόκειτο να δοθεί στους ανθρώπους.

     Εκστασιασμένοι και έκθαμβοι από την θεωρία του θεϊκού φωτός, οι Απόστολοι «ἦσαν βεβαρημένοι ὕπνῳ καὶ εἶπεν Πέτρος πρὸς τὸν Ἰησοῦν· ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, μίαν σοὶ καὶ μίαν Μωυσεῖ καὶ μίαν Ἠλίᾳ μὴ εἰδὼς ὃ λέγει». Αποσπώντας την προσοχή του Μαθητού Του από την ανθρώπινη αυτή επιθυμία που αρκούνταν στην επίγεια απόλαυση του φωτός, ο Κύριος τούς έδειξε τότε μια καλύτερη «σκηνή» και μία κατά πολύ ανώτερη μονή για να ενοικήσει η δόξα Του. Μία φωτεινή νεφέλη ήλθε τότε να τους επισκιάσει και μέσα από την νεφέλη αυτή ακούστηκε η φωνή του Πατρός, που αναγνώριζε τον Σωτήρα: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός – αὐτοῦ ἀκούετε». Η νεφέλη εκείνη αντιπροσώπευε την χάρη του Πνεύματος υιοθεσίας· και, όπως κατά το Βάπτισμά Του στον Ιορδάνη, η φωνή του Πατρός αναγνώρισε τον Υιό και αποκάλυψε τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, πάντα ενωμένα, συνδράμουν στην σωτηρία του ανθρώπου.

     Το φως του Χριστού, που είχε αρχικά επιτρέψει στους Μαθητές να «δουν» τον Χριστό, όταν άστραψε εντονότερα, τους ανέβασε σε μια κατάσταση ανώτερη από την ανθρώπινη όραση και γνώση. Εξερχόμενοι απ’ όλα τα ορατά κι από τον ίδιο τους τον εαυτό, εισήλθαν πλέον μέσα στον υπέρφωτο γνόφο, εκεί που ο Θεός έχει βάλει την «αποκρυφή» Του (βλ. Ψαλμ. 17, 12)· «κεκλεισμένων των θυρών των αισθήσεών τους», έλαβαν εκεί μέσα την αποκάλυψη του Τριαδικού μυστηρίου, το οποίο υπερβαίνει κάθε κατάφαση και κάθε απόφαση (άρνηση).


     Όντας ακόμη ανεπαρκώς προετοιμασμένοι για την αποκάλυψη τέτοιων μυστηρίων, διότι δεν είχαν ακόμη περάσει μέσα από την δοκιμασία του Σταυρού, οι Μαθητές «ἐφοβήθησαν σφόδρα». Όταν όμως σήκωσαν το κεφάλι είδαν τον Ιησού Χριστό, μόνον, που είχε βρει την συνηθισμένη του όψη και που τους πλησίασε και τους καθησύχασε. Κατόπιν κατεβαίνοντας από το όρος τούς συνέστησε να κρατήσουν σιγή για ό,τι είχαν δει, μέχρις ότου ο Υιός του Ανθρώπου εγερθεί εκ νεκρών.

     Η σημερινή εορτή είναι λοιπόν κατεξοχήν εκείνη η εορτής της θεώσεως της ανθρώπινης φύσεώς μας και της μετοχής του φθαρτού σώματός μας στα αγαθά του μέλλοντος αιώνος που είναι επέκεινα της φύσεως. Πριν ακόμη ολοκληρώσει την Σωτηρία μας με το Πάθος Του, ο Σωτήρας έδειξε λοιπόν ότι ο σκοπός της έλευσής Του στον κόσμο ήταν ακριβώς να οδηγήσει κάθε άνθρωπο στην θεωρία της θεϊκής Του δόξας. Για τον λόγο αυτό η εορτή της Μεταμορφώσεως γνώρισε ιδιαίτερη εύνοια μεταξύ των μοναχών, οι οποίοι αφιέρωσαν όλη την ζωή τους στην αναζήτηση του ακτίστου φωτός.


     Η διήγηση του αγίου Λουκά αναφέρει ένα διάστημα οκτώ ημερών, συμπεριλαμβανομένων των δύο εσχάτων ημερών. Οι δύο εκδοχές υποδηλώνουν την υπέρβαση του κόσμου τούτου που δημιουργήθηκε σε έξι ημέρες προς την αιώνια Βασιλεία, συμβολιζομένη με τον αριθμό οκτώ. Κατά ορισμένους, η Μεταμόρφωση έλαβε χώρα σαράντα ημέρες πριν το Πάθος· αυτός είναι και ο λόγος που η εορτή αυτή ορίσθηκε σαράντα ημέρες πριν εκείνη της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Επειδή η Μεταμόρφωση του Σωτήρος εορτάζεται κατά την Νηστεία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, δεν επιτρέπεται κατά την ημέρα της παρά κατάλυση ιχθύος και όχι κατάλυση εις πάντα όπως συμβαίνει σε άλλες δεσποτικές εορτές.




[Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
τόμ. 12ος, Αύγουστος, σελ. 55–59,
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ξενοφών Κομνηνός,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Μάρτιος 2009.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

ΕΝΑ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ

ΕΝΑ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ


     Μια μέρα, αναφερόμενος στα νεανικά του χρόνια, σαν άδολος βιοπαλαιστής και αγωνιστής της έντιμης ζωής, ο κατά κόσμον τότε Παναγιώτης Αρβανίτης και μετέπειτα μακαριστός όσιος Γέροντας π. Σίμων Αρβανίτης (1901–1988), διηγήθηκε τα παρακάτω:

     «Ήμουν πολύ στενοχωρημένος. Πουλούσα σταφύλια γυρνώντας στις γειτονιές της Αθήνας, όλη τη μέρα κάτω από τον καυτό ήλιο με το ζώο μου, για να βγάλω ένα μεροκάματο. Δεν μ’ ένοιαζε ο κόπος, αλλά δε μου έμενε καθόλου χρόνος για να μελετήσω.«

     »Εκεί που καθόμουν σκεφτικός και στενοχωρημένος, έκανα την προσευχή μου στον Κύριο, λέγοντας τον πόνο μου: “Δεν υπάρχει καμιά λύση, Κύριέ μου, να μου μένει λίγη ώρα να διαβάζω λιγάκι; Να γυρίζω έτσι, όλη τη μέρα, για ένα μεροκάματο και μόνο για τα υλικά πράγματα και να παραμελώ τη ψυχή μου, χωρίς λίγη προσευχή και πνευματική μελέτη; Τα σταφύλια δεν πουλιούνται εύκολα και αναγκάζομαι να τρέχω όλη τη μέρα στους δρόμους. Δεν υπάρχει καμιά καλύτερη λύση για μένα;”.«


     »Ο πατέρας μου με μάλωνε συχνά γιατί δεν πουλούσα όλα τα σταφύλια και με συμβούλευε να φωνάζω δυνατά και να λέω: “Έχω τα καλύτερα σταφύλια και τα πιο φθηνά!”. Αυτό όμως δεν μ’ ανέπαυε, γιατί ούτε τα καλύτερα σταφύλια είχα, ούτε και τα πιο φθηνά. Κι εγώ δεν ήθελα να λέω κάτι που δεν ήταν αλήθεια. Γι’ αυτό και με δάκρυα στα μάτια έλεγα και ξανάλεγα: “Αφού, Κύριέ μου, ούτε τα πιο καλά είναι τα σταφύλια μου, ούτε και τα πιο φθηνά, πρέπει να βρεθεί κάποια άλλη λύση. Ποια όμως; Εγώ δεν μπορώ να βρω τέτοια λύση. Βρες μου Εσύ, Κύριέ μου, για να πουλάω και καλά και φρέσκα και φθηνά σταφύλια. Το ξέρεις γιατί. Θέλω να μου μένει καιρός για μελέτη πνευματική και για προσευχή. Γυρνώντας έτσι, όλη τη μέρα στους δρόμους, δεν μπορώ να κάνω ούτε το ένα, ούτε το άλλο”.«


     »Είχα προσευχηθεί με όση θέρμη μπορούσα. Και τότε άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Άκουσε παιδί Μου, Παναγιώτη, τι να κάνεις για να μη στενοχωριέσαι, ώστε και τη δουλειά σου να κάνεις σωστά και καιρό να βρίσκεις για μελέτη και προσευχή: Να σηκώνεσαι νύχτα και να πηγαίνεις στην κεντρική αγορά. Και να περιμένεις εκεί με το ζώο σου. Μόλις η αγορά ανοίξει, να πηγαίνεις στα μανάβικα και να παίρνεις τα καλύτερα. Φόρτωσε το ζώο σου εκατό πενήντα οκάδες. Μη φοβάσαι! Μπορεί να σηκώσει αυτό το φορτίο, γιατί και εύσωμο είναι και δυνατό. Να κοιτάξεις πόσο πουλούν οι άλλοι κι εσύ να κατεβάζεις την τιμή πιο χαμηλά από τη δική τους. Και να πηγαίνεις μόνο σ’ έναν δρόμο –στην οδό Πατησίων– και όχι σε πολλούς άλλους, όπως πριν. Αυτό να κάνεις, και θα δεις πως δεν θα χρειάζεται να τριγυρνάς όλη τη μέρα σε όλους τους δρόμους”.«
     »Η φανέρωση που μου έγινε σταμάτησε στο σημείο αυτό. Από όσα μου είπε ο Κύριος κατάλαβα πώς πρέπει να κάνω τη δουλειά μου. Κι αυτό έκανα!«

     »Σηκώθηκα νύχτα και, σύμφωνα με τη συμβουλή που μου δόθηκε, πήγα στην κεντρική αγορά. Μόλις άνοιξε, πήγα στα μανάβικα και κοίταξα να βρω τα καλύτερα σταφύλια. Αγόρασα όσα μου χρειάζονταν, φόρτωσα το ζώο μου, έβαλα τιμή κατώτερη από αυτή που είχαν οι άλλοι και πήγα κατευθείαν στην οδό Πατησίων. Κι εκεί άρχισα να φωνάζω, όσο μπορούσα πιο δυνατά: “Έχω σταφύλια από τα πιο καλά και από τα πιο φθηνά!”. Και αυτό που έλεγα ήταν αλήθεια! Ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του για να δει αν πραγματικά τα σταφύλια μου ήταν και τα καλύτερα και τα φθηνότερα. Βλέποντας πως τα σταφύλια μου και φρεσκότατα ήταν και πραγματικά πολύ πιο φθηνά από τους άλλους, δεν είχα χέρια να ζυγίζω και να πουλώ! Μελίσσι γύρω μου ο κόσμος! Όλοι μου έλεγαν πως θα χρεοκοπούσα και πως θα έπεφτα έξω. Εγώ, όμως, τους απαντούσα πως ο Θεός θα ευλογούσε και δεν θα έπεφτα έξω. Και, πραγματικά! Πούλησα όλα τα σταφύλια μου επί τόπου και γύρισα σπίτι μου! Και η ώρα ήταν μόλις έντεκα το πρωί! Και αυθόρμητη έβγαινε από τα βάθη της καρδιάς μου η προσευχή: “Να, που έγινα άνθρωπος τώρα, Θεέ μου! Δόξα στ’ όνομά Σου!”. Μετράω και τα χρήματα και βλέπω πως ήταν περισσότερα από άλλες φορές, γιατί δεν είχα καμιά φθορά στο εμπόρευμά μου, όπως συνήθως.«


     »Την άλλη μέρα έκανα πάλι το ίδιο. Μόλις έφτασα στον τόπο που ήμουν και χτες, τι να δω; Μια μεγάλη ουρά από κόσμο να με περιμένει! Είχαν έρθει και από την άλλη άκρη του δρόμου, για να προλάβουν να πάρουν σταφύλια από μένα. Και πριν φτάσει το μεσημέρι, πούλησα όλα μου τα σταφύλια.«

     »Ο Κύριος με την αγάπη Του μου φανέρωσε δυο–τρία πράγματα. Πρώτον, να παίρνω τα καλύτερα σταφύλια. Δεύτερον, να δίνω τα πιο φθηνά. Και τρίτον, να πηγαίνω μόνο σ’ έναν δρόμο, στην Πατησίων. Ο κόσμος έβλεπε και εκτιμούσε την αλήθεια και την τιμιότητα και, αντί να αναζητώ εγώ τους ανθρώπους, έρχονταν αυτοί σε μένα! Δεν ήταν αυτό μια εξαιρετική ευλογία για μένα;…».


[Ζωσιμά Μοναχού:
«Ιερομόναχος
Σίμων Αρβανίτης
(1901–1988),
Η ζωή και το έργο του»,
μέρος 1ο, κεφ. 1ο, §5, σελ. 30–32,
Αθήνα (χ.χ.).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

«ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΣΟΥ;»

«ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΣΟΥ;»


     Ο γέρων Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης (1904–1987) είχε την περισσότερη «θεωρία» απ’ όλους τους τελευταίους μοναχούς που κοιμήθηκαν στη Μονή της Σιμωνόπετρας. Ήταν ταλαιπωρημένος από τη ζωή. Καραβοκύρης στα νιάτα του, εγκατέλειψε το πλοίο του φορτωμένο στον Πειραιά –ύστερ’ από ένα όνειρο– και κίνησε για το Άγιον Όρος, δίχως να λογαριάσει τίποτε! Ήταν τότε μόλις τριάντα ετών.


     Είδε την Παναγία πέντε φορές! Όχι στον ύπνο του, αλλά στην πραγματικότητα. Μάλιστα. Τον αξίωσε η Παναγία μας. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του είδε και τον άγιο Σίμωνα, ο οποίος του αποκάλυψε διάφορα που ο παππούλης τα μετέφερε στον Γέροντα Αιμιλιανό. Ήταν ένας άνθρωπος με πλούσιες πνευματικές εμπειρίες. Όλους εμάς τους νέους μάς βοήθησε πολύ να σταθεροποιηθούμε στη μοναχική μας ζωή και να έχουμε τη βεβαιότητα της συνεχούς παρουσίας της Παναγίας δίπλα μας.


     Θυμάμαι που κάποτε είχε έρθει στο Μοναστήρι μας ένας παγκοσμίως γνωστός και τον ρώτησε:
     –Τι κάνεις, πάτερ;
     –Ετοιμάζομαι για τη ζωή!
     –Μα εσύ πεθαίνεις, Γέροντα!...
     Του είπε απορημένος και πήρε μια νέα ηχηρή απάντηση:
     –Μα δεν ξέρεις, άρχοντά μου, ότι για τους χριστιανούς δεν υπάρχει θάνατος; Μόνο ζωή υπάρχει. Ο Χριστός τι μας είπε; «Εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή». Αφού πιστεύουμε στον Χριστό μας, που αναστήθηκε, τότε κι εμείς θ’ αναστηθούμε. Όσο εδώ ο έξωθεν άνθρωπος φθείρεται, ο έσωθεν ανακαινίζεται.
     Ο επιφανής αυτός ξένος, τόσο ενθουσιάστηκε, που είπε αμέσως μετά: «Πράγματι, ο άνθρωπος αυτός βρήκε το νόημα της ζωής. Εμείς, εκεί έξω, τι κάνουμε;…».
     Όπως ο απόδημος σκέφτεται πότε θα έρθει η ευλογημένη ώρα να γυρίσει πίσω στην οικογένειά του, στο περιβάλλον του, έτσι κι εμείς· σκεφτόμενοι ότι οι πρωτότοκοι αδελφοί μας βρίσκονται στον Ουρανό, περιμένουμε πότε θα έρθει η ώρα ν’ αποδυθούμε το φθαρτό ένδυμα και να ενδυθούμε τον ανακαινισμένο άνθρωπο. Περιμένουμε πότε θα πάμε κοντά στον Χριστό μας, να Τον προσκυνήσουμε. Να συναντηθούμε με την Παναγία μας, με τους αγίους και τους αγγέλους. Μόνο έτσι ο θάνατος είναι χαρμόσυνο γεγονός. Ενώ, αντίθετα, θάνατος χωρίς Χριστό, είναι όντως θάνατος. Θάνατος με Χριστό, είναι ζωή!


     Μας διηγιόταν ότι το 1963 ο βασιλιάς Παύλος είχε καλέσει Αγιορείτες στ’ ανάκτορα, επ’ ευκαιρία της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους. Πήγε σύσσωμη η Ιερά Κοινότητα. Παρίσταντο διάφοροι επίσημοι κοσμικοί. Στο τραπέζι καθόταν ένας μοναχός, ένας κοσμικός, ένας μοναχός, ένας κοσμικός. Δίπλα στον Γερο–Γελάσιο κάθισε ο Ηλίας Βενέζης. Ήσαν συμπατριώτες από την ευλογημένη αιολική γη, από τη Μικρασία. Ο παππούς καταγόταν από την Παλαιά Φώκαια.
     Κάποια στιγμή ο Βενέζης τού λέει:
     –Γέροντα, από πού είσαι;
     –Από το Άγιον Όρος!
     –Από ποιο Μοναστήρι;
     –Από τη Σιμωνόπετρα είμαι.
     –Από πού κατάγεσαι;
     –Από τις Φώκαιες της Μικράς Ασίας.
     –Τι λες, Γέροντα! Ώστε είσαι Αιγαιοπελαγίτης καλόγερος.
     –Ναι. Του λόγου σου, ποιος είσαι;
     –Ο Ηλίας Βενέζης.
     –Δεν σε ξέρω, παιδί μου. Συμπάθα με!...
     –Δεν πειράζει, παππού. Πες μου πόσα χρόνια έχεις στο Άγιον Όρος;
     –Τριάντα τρία, ευλογημένε.
     –Τριάντα τρία;
     –Εε, ναι. Πολλά είναι;
     –Δεν μου λες, Γέροντα· μετάνιωσες ποτέ που έγινες μοναχός;
     –Τι λες, κυρ-Ηλία, τι λες; Εκατό φορές να γεννιόμουνα, πάλι καλόγερος θα γινόμουν! Άκου, λέει, να μετανιώσω!... Άμα ζήσεις μια γλύκα –δεν σου όλες όλες– από την καλογερική ζωή, ξετρελαίνεσαι και δεν σκέφτεσαι τίποτε άλλο. Τι μου λες τώρα εσύ…
     Όλη αυτή η στιχομυθία έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση στον Βενέζη, που την επομένη Κυριακή στην επιφυλλίδα του στην «Ακρόπολη» έγραψε χρονογράφημα με τίτλο: «Ο Αιγαιοπελαγίτης ψαράς». Έκανε μάλιστα και σχετική εκπομπή.


     Στα τελευταία του τον είχαμε στο λιμανάκι στη Δάφνη, σαν οικονόμο επιτηρητή της ξυλείας που παραδίδουμε στα φορτηγά. Ο παππούς είχε πάμπολλα γατιά. Όταν τον έβλεπες, έκανες τη σκέψη ότι ήταν ένας αποτυχημένος στη ζωή του. Κυκλοφορούσε πάντοτε λερωμένος, ατημέλητος, γεμάτος τρίχες από τα γατιά. Όπως καθόταν στην πολυθρονίτσα, οι γάτες σκαρφάλωναν σ’ ολόκληρο το σώμα του! Μάλιστα στο κεφάλι του ανέβαινε μια που τη φώναζε «Προσφυγοπούλα» και ήταν τυφλή. Όταν κοιμόταν ο Γέροντας δεν χρησιμοποιούσε ποτέ κουβέρτα, γιατί ογδόντα γατάκια ανέβαιναν και κοιμόνταν επάνω του! Γέμιζε γάτες… Μόνο το στόμα έμενε ακάλυπτο. Καθώς ανέπνεε, ανεβοκατέβαινε το γατοπάπλωμα αυτό! Το θέαμα ήταν κωμικό και χαριτωμένο. Για τους σημερινούς οικολόγους, ο παππούς ήταν ό,τι έπρεπε.
     Μια φορά τον ρώτησα:
     –Παππού ευλογημένε, τι τα κάνεις τόσα γατιά;
     –Ε, κι αυτά δεν έχουν δικαίωμα να ζήσουν; Σάμπως εγώ τα γέννησα; Ο Θεός τα έφερε κι εγώ τα υπηρετώ!... μου απάντησε αφοπλιστικά.
     Κάθε μέρα έριχνε το διχτάκι κι έπιανε ψάρια. Χρειαζόταν πέντε κιλά για τις γάτες του. Έβγαζε πολλά ψάρια. Έστελνε και σ’ εμάς στο Μοναστήρι, όσα δεν έδινε στα… γατιά!


     –Μερικοί νομίζουν ότι είναι ζωοφιλία αυτό, παιδί μου!, μου είπε κάποια μέρα. Όμως δεν είναι έτσι. Απλώς πρέπει να έχω τη συνείδησή μου καθαρή έναντι στον Θεό, ο Οποίος μας διδάσκει την ευγνωμοσύνη. Είδες τι έγινε με τους δέκα λεπρούς; Οι εννέα, και για τον Χριστό και για την Ιστορία, ήταν και είναι απόντες. Εγώ, λοιπόν, από ευγνωμοσύνη διακονώ τα γατιά. Θα σου πω γιατί. Τότε που, επί δώδεκα χρόνια ήμουν στον αρσανά του Μοναστηριού, ψάρευα καθημερινά. Πάντοτε το καλύτερο μπαρμπούνι που έβγαζα, το έδινα σ’ ένα γατάκο πανέμορφο που είχα, τον «Μπουλούκο». Πανέξυπνος, με καταλάβαινε σαν να ήταν παιδάκι! Με μια ματιά που του έριχνα, καταλάβαινε τι ήθελα.
     Κάποιος καλός χριστιανός είχε δώσει στο παππού μερικά χρήματα κι έτσι αγόρασε μια μηχανίτσα και την έβαλε στο βαρκάκι που είχε, το «Αραπάκι» του. Το είχε βάψει κατάμαυρο, καλογερικό! Όταν ο γάτος άκουγε τη μηχανίτσα της βαρκούλας, έτρεχε στο μουράγιο κι άρχιζε τα «νιάου–νιάου». Μόλις πλησίαζε το βαρκάκι, πηδούσε μέσα ο «Μπουλούκος». Ο παππούς τον περίμενε κρατώντας το μπαρμπουνάκι από την ουρά. Το έπαιρνε ο γάτος κι έβγαινε να το… περιποιηθεί με την ησυχία του. Ο Γέροντας τακτοποιούσε τη βάρκα και τα δίχτυα. Αυτό γινόταν καθημερινά. Κάποια μέρα έπιασε ένα πολύ μεγάλο μπαρμπούνι και ήταν χαρούμενος, που ο γατούλης του θα έκανε γλέντι τρικούβερτο.


     Μας διηγείται ο ίδιος Γερο–Γελάσιος:
     –Μόλις έφθασα, μ’ έκπληξη διαπίστωσα ότι ο γάτος δεν ήταν στο μουράγιο. Ξαφνιάστηκα. Βγήκα έξω με το κοντό ρασάκι και τα μπατζάκια μου ανεβασμένα μέχρι τα γόνατα. Πήρα το πανέρι με τα ψάρια και τράβηξα για το κελί μου. Ο «Μπουλούκος» στεκόταν κάτω από τη μουριά. Τ’ αυτιά του ήταν τεντωμένα και το τρίχωμά του όρθιο. Κοίταζε παράξενα, σαν κάτι να σκόπευε. Του κουνάω το μπαρμπούνι να τον δελεάσω, φωνάζοντας «ψιτ–ψιτ!». Τίποτε. Δεν έδωσε σημασία. Στεκόταν μαρμαρωμένος. Ούτε «ψιτ!» άκουγε, ούτε «ξεψιτ!». Καθώς πλησίασα την πόρτα κι έβαλα το χέρι μου στο πόμολο να την ανοίξω, δίνει ο γάτος ένα σάλτο από έξι μέτρα μακριά και προσγειώνεται μπροστά στα πόδια μου. Κάνω ασυναίσθητα ένα βήμα προς τα πίσω και τι να δω! Μπροστά στο κατώφλι της πόρτας είχε απλωθεί, πέρα-πέρα, μια μεγάλη οχιά. Καραδοκούσε το φίδι να διαβεί κάποιος το κατώφλι, για να τον πλήξει. Ο γάτος είδε την οχιά κι έστησε καρτέρι για να με προστατεύσει από το δάγκωμά της! Θαύμασα και συγκινήθηκα. Αμέσως με το ποδαράκι του άρχισε να τη χτυπά, ώσπου τη σκότωσε. Το φίδι όμως πριν ψοφήσει, πρόλαβε και δάγκωσε τον «Μπουλούκο». Αφού λοιπόν τη σκότωσε και την τράβηξε μακριά, ήρθε κι άρχισε να τρίβεται στα πόδια μου και να νιαουρίζει παραπονιάρικα: «νιάου, νιάου, νιάου!...». Κατάλαβα. Πρόσεξα καλύτερα και είδα ότι το ποδαράκι του είχε αίμα. Πήρα το σουγιά, το έσχισα κοντά στο δάγκωμα και το πίεσα να βγει το δηλητήριο. Ύστερα του έβαλα λαδάκι και το έδεσα. Όμως ο «Μπουλούκος» πρήστηκε κι έγινε τρεις φορές χοντρότερος απ’ ό,τι ήταν. Συνεχώς έκλαιγε. «Βρε, θα ψοφήσει το γατί εξαιτίας μου!», σκεφτόμουνα κι ήμουν όλο στενοχώρια. Μια βδομάδα τον νοσήλευα. Μόλις πέρασε η βδομάδα, άρχισε να συνέρχεται και να τρώει λίγο, αλλά του έπεσαν όλα τα νύχια και το τρίχωμα. Έμεινε, ο καημένος, ένα άσχημο πράγμα. Εγώ όμως του είχα υποχρέωση, γιατί ήταν ο σωτήρας μου. Έτσι, όταν αργότερα πήγα στη Δάφνη, τον πήρα μαζί μου. Συμμαζεύθηκε και μια τυφλή γατούλα, η «Προσφυγοπούλα», κι έτσι δημιουργήθηκε αυτή η παροικία που βλέπεις σήμερα…


     Τα δύο τελευταία χρόνια, λόγω καρδιακής ανεπάρκειας, έμεινε κλεισμένος στο κελάκι του. Του είχαμε βάλει κι ένα δέκτη ήχου κι έτσι άκουγε συνεχώς από το Καθολικό τις ακολουθίες. Ήταν πολύ φιλακόλουθος. Όλες τις άλλες ώρες της μέρας και της νύχτας έκανε συνεχώς προσευχή. Συχνά έβλεπε το άκτιστο φως! Τον ρωτούσαμε πώς είναι κι εκείνος έκλαιγε και μας έλεγε: «Αχ, να μπορούσα να σας το εξηγήσω! Δεν ξέρω γράμματα και δεν μπορώ να σας το εξηγήσω. Το αισθάνομαι σαν τις τουλίπες το μαλλί. Μου κάνει καρδιά να πάρω και να δώσω: Πάρε κι εσύ, πάρε κι εσύ, πάρε κι εσύ! Δεν μπορώ αλλιώς να σας το περιγράψω. Μόνο άμα το ζήσει κανείς, το καταλαβαίνει…».


     Κάποια μέρα που ήμουν εφημέριος, πήρα αντίδωρο μετά την Απόλυση και του το πήγα. Τον βρήκα να κάθεται στον εξώστη. Η μέρα ήταν ωραιότατη. Ο Γέροντας καθόταν στην πολυθρονίτσα του κι έκλαιγε με λυγμούς.
     Τον πλησίασα και τον ρώτησα:
     –Γιατί κλαις, Γέροντα;
     –Δεν μπορώ να σου πω τώρα, δεν μπορώ... Περίμενε να συνέλθω…
     Τον άφησα για λίγο.
     Μόλις συνήλθε, μου είπε με αγωνία:
     –Θα πεθάνω, πάτερ Αθανάσιε. Ακούς; Θα πεθάνω!...
     –Ποιος σου είπε ότι θα πεθάνεις;… Τον ρώτησα έκπληκτος.
     –Ο Θεός, μου το είπε! μου απάντησε και συνέχισε: Να, όπως καθόμουν κι αγνάντευα τη θάλασσα με τους ψαράδες και χαιρόμουνα τα πουλάκια και τα λουλούδια κι έβλεπα τον ήλιο να βγαίνει από την κορφή του Άθωνα, είπα μέσα μου: «Θεέ μου! Τι ωραίος κόσμος! Για ποιον έπλασες αυτόν τον κόσμο;…». Ξαφνικά, μου ήρθε μια φωνή από τον Άθωνα, σαν εκατό κεραυνοί μαζί: «Για σένα, το πλάσμα Μου!». Μου πήγε πέντε-πέντε, παιδί μου. Κόντεψε να πάθει η καρδιά μου και να μείνω στον τόπο μου.
     –Τι έκανες ύστερα, παππού;
     –Εγώ, ο ανόητος, αντί να πάψω και να βουλώσω το στόμα μου, συνέχισα και ρώτησα τον Θεό: «Τι θέλεις από μένα το πλάσμα σου;». «Να με αγαπάς και να με φοβάσαι!». Συνέχισα με αναίδεια: «Πώς θέλεις να Σε αγαπώ και πώς θέλεις να Σε φοβάμαι;». «Να Με αγαπάς ως πατέρα σου και να Με φοβάσαι ως πλάστη σου!», απάντησε η φοβερή φωνή. Εε, μετά απ’ αυτό, είναι να μη πεθάνω;
     Προσπάθησα να τον ηρεμήσω, λέγοντας:
     –Παππού, ησύχασε. Αν ήτανε να πεθάνεις, θα είχε συμβεί από την πρώτη κιόλας στιγμή. Αφού ο Θεός σε άφησε, θα ζήσεις.


     Όντως, έζησε άλλα δύο χρόνια. Διδαχθήκαμε πάρα πολλά από την οσιότητά του. Ήταν άνθρωπος του Θεού, ο οποίος είχε καταλάβει το σκοπό της ζωής του. Μας δίδασκε με τη σιωπή του και με τη ομιλία του και με τις ιστορίες του…

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ


[Μανώλη Μελινού:
«Αγιορείτες Ευλογείτε»,
–Σειρά «Πείρα Πατέρων»–,
κεφ. 2ο, σελ. 52–66,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2004.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.