Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

«ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΧΩ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΜΕΣΑ ΜΟΥ;»

«ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΕΧΩ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΜΕΣΑ ΜΟΥ;»


     […] Ο Φαρισαίος της παραβολής που είπε ο Χριστός είναι πολύ γνωστός και στη σύγχρονη κοινωνία μας, γιατί μόνος του αυτοπροβάλλεται παντού και πάντοτε. Είναι ο τύπος του ευσεβοφανούς ανθρώπου, που δεν τον ενδιαφέρει η ουσία, ούτε της πίστεως, ούτε της αρετής, αλλά η επίδειξη· έχοντας την ελαφρά συνήθεια «του τύπου», την εξωτερική μόνο εμφάνιση και μερικές πράξεις καλοσύνης, με τις οποίες νομίζει ότι «υποχρεώνουν» τον Θεό και δικαιωματικά απαιτεί αντιμισθία.

     Θα κάνω μια μικρή παρέκκλιση αναφέροντας ένα γεγονός που συνάντησα σ’ ένα ταξίδι, με σκοπό να σας βοηθήσω.
     Με πλησίασε μια ευσεβής κυρία, η οποία από μικρό παιδί ήταν στους κόλπους της Εκκλησίας. Βρήκε έναν ευσεβή σύζυγο και μια ολόκληρη ζωή την έζησε μέσα στην Εκκλησία· ήταν, μάλλον φαινομενικά, ο τύπος της ευσεβούς και «πετυχημένης» χριστιανής. Με παρακάλεσε να την ακούσω ιδιαιτέρως· και, ποιο νομίζετε πως ήταν το παράπονό της; Ότι βρίσκεται μέσα σ’ ένα βάθος απόγνωσης. Και η ίδια αναρωτιέται: «Τώρα που γέρασα και πλησιάζω προς το τέλος μου, γιατί να έχω απόγνωση μέσα μου, ενώ θα έπρεπε να έχω θάρρος;».


     Εμένα δεν με ξένισε αυτό που είπε, γιατί το είχα διαπιστώσει πριν μου το αναφέρει. Αλλά όμως, επειδή μου δόθηκε η αφορμή, ήμουν υποχρεωμένος ν’ απαντήσω.
     Και της είπα τα εξής:
     «Όπως στα μαθηματικά, όταν η κατάληξη του αριθμού δεν τεθεί καλά, δεν φέρνει (το αναμενόμενο) αποτέλεσμα στο άθροισμα, έτσι και στον πνευματικό τομέα: όταν δεν τεθούν καλά οι βάσεις, δεν βλέπουμε πνευματικό αντίκρισμα. Κι εσύ, αδελφή μου –της λέω– δεν έβαλες καλά τα θεμέλια. Δεν είναι ο χριστιανισμός αυτός, τον οποίο πρέσβευες μέχρι τώρα. Εμείς οι χριστιανοί δεν διεκδικούμε από τον Θεό τίποτα. Πιστεύουμε στον Θεό, γιατί Του αξίζει να πιστεύεται. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Έπειτα, πιστεύοντάς Τον, υπακούμε σ’ Αυτόν. Όχι, γιατί θα μας δώσει αμοιβές· όχι, γιατί θα μας ανταμείψει· όχι, για συμφεροντισμούς. Υπακούμε σ’ Αυτόν, γιατί Αυτός είναι η αξιοπρεπέστερη κυριότητα, στην οποία υπακούει όλο το σύμπαν, γιατί από Αυτόν έχουμε και το “είναι” και το “ευ είναι”, κατά μετοχή.«

     »Η αγωνιστικότητα που καταβάλλουμε για να σταθούμε σ’ αυτά τα επίπεδα, έχει μονάχα αυτό το σκοπό: ν’ αγωνιστούμε να κρατήσουμε τις εντολές που μας έδωσε ο Θεός μας, που είναι οι συνταγές για τη θεραπεία μας. Γιατί, μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, έχουμε καταστραφεί ολοσχερώς. Δεν έμεινε τίποτα όρθιο, είμαστε μια σωρεία ερειπίων. Ήρθε ο Ιησούς μας, μας άνοιξε την πόρτα της ζωής, σφράγισε το διαβατήριο της εισόδου μας, έσβησε την ενοχή και την οφειλή μας και μας είπε την κούρα της θεραπείας. Τώρα, δικός μας στόχος είναι να θεραπεύσουμε αυτή την παραμόρφωση, αυτή την αιμάσουσσα πληγή, για να τη φέρουμε στην ισορροπία και να μπούμε ύστερα ελεύθερα στη Βασιλεία των Ουρανών.«


     »Όλη η αγωνιστικότητα που καταβάλλουμε, είναι για ν’ αποβάλουμε από πάνω μας τη δύναμη της αμαρτίας που σφηνώθηκε μέσα στα μέλη μας και τώρα επιμένει να μας χωρίσει από τον Θεό. Επομένως, δεν παίρνει τίποτα από ’μας ο Θεός και, κατ’ επέκταση, δεν μας χρωστά τίποτα απολύτως. Τη σωτηρία μάς τη χάρισε δωρεάν. Μας τη χάρισε με το Σταυρό Του, από την πλευρά Του, την “ρέουσαν αἷμα καὶ ὕδωρ”.«

     »Κι εμείς αγωνιζόμαστε τώρα να μην επιστρέψουμε στην περιεκτική κακοήθεια, που οδηγεί στην ηθική παραμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας. Σ’ αυτήν όμως την παραμόρφωση “δεν εισέρχεται καθόλου ο Θεός· κι αν κάποτε εισέλθει, πολύ γρήγορα θα εξέλθει” (πρβλ. Σοφ. Σολ. 1, 1–4). Γι’ αυτό λοιπόν τρέχουμε με σπουδή προς όλα τα φάρμακα της σωτηρίας μας, στον κατάλληλο χρόνο και τόπο και με το σωστό τρόπο, για να μπορέσουμε να ξαναβρούμε την υγεία και την ισορροπία και τότε να κληρονομήσουμε τα αιώνια αγαθά.«

     »Αυτή, ευλαβέστατη αδελφή μου, είναι η εικόνα του χριστιανού. Εσένα, όμως, δεν σου τα έμαθαν καλά οι δάσκαλοί σου και νόμιζες ότι έχεις “υποχρεωμένο” τον Θεό, επειδή κάνεις καλά το σταυρό σου, επειδή δεν ντύνεσαι με τα σύγχρονα ρούχα, γιατί πηγαίνεις πιο συχνά στην Εκκλησία και γιατί κάτι που σου περισσεύει το δίνεις σ’ εκείνους, τους οποίους, όλοι μας έχουμε κλέψει περιοδικά στη ζωή μας. Γι’ αυτό, αντί να έχεις μέσα σου τώρα αντίκρισμα την παρηγοριά, έχεις την απόγνωση. Είναι σαν να πληρώθηκες με κάλπικα νομίσματα. Ακολούθησε με ακρίβεια την Πατερική Παράδοση και αμέσως θα φυτρώσει μέσα σου, κατά τον Απόστολο Παύλο, και η “μακάρια ελπίδα” (πρβλ. Τίτ. 2, 13)».


     Σας ανέφερα αυτό το γεγονός, για να σας δείξω πρακτικά πόση μεγάλη σημασία έχει το ν’ αγωνίζεται κανείς σωστά, τώρα που ο όρος της μετάνοιας (πρέπει να) χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή μας. Παρακαλούμε και ικετεύουμε με όλο το βάθος της μετριοφροσύνης μας την Παναγάπη του Ιησού μας, να καταδεχθεί ακόμα λίγο και να μη φύγει βλέποντας τη δική μας αχαριστία και απερισκεψία. Να παραμείνει μαζί μας, μέχρις ότου αυξηθεί σ’ εμάς η θεία συμπαράσταση. Και έτσι, με τη θεία Χάρη και με τη λίγη προαίρεση που διαθέτουμε, να κατορθώσουμε σιγά–σιγά να βγούμε από την αιχμαλωσία του παλαιού ανθρώπου, που είναι τα πάθη και οι επιθυμίες…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΣ
(1921–2009)


[Γέροντος Ιωσήφ:
«Αθωνικά μηνύματα»,
μέρος β΄, κεφ. 5ο, σελ. 109–112,
εκδόσεις «Το Άγιον Όρος»,
Θεσσαλονίκη 1990.]








Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΝΕΚΡΕΓΕΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ

Ο ΝΕΚΡΕΓΕΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ


     Ο όσιος και θαυματουργός πατέρας μας Αναστάσιος ο Σιναΐτης μάς διηγήθηκε μία θαυμαστή και παράδοξη διήγηση λέγοντας τα εξής:
     «Κάποτε που βρέθηκα στη Λαοδίκεια της Συρίας, κοντά στο όρος του Λιβάνου, απέναντι των Γαυθισών, άκουσα από τους εκεί γέροντες ένα αξιομνημόνευτο γεγονός.«
     »Υπήρχε, λέει, εκεί κάποιος πρεσβύτερος που ζούσε μέχρι πριν δύο χρόνια. Μια νύχτα πήγε σ’ αυτόν ένας άνθρωπος και του ζητούσε με πολλή βιασύνη να σηκωθεί να βαπτίσει το παιδί του που ήταν βρέφος και κινδύνευε από στιγμή σε στιγμή να πεθάνει.«
     »Σηκώθηκε λοιπόν από το κρεβάτι του ο πρεσβύτερος και άρχισε αμέσως να λέει την ακολουθία του βαπτίσματος. Καθώς όμως ετοίμαζαν το νερό και το άγιο έλαιο και ενώ ο πρεσβύτερος συνέχιζε την ακολουθία, το παιδί πέθανε αβάπτιστο.«
     »Πήρε τότε ο πρεσβύτερος το παιδί, το έβαλε μπροστά στο βαπτιστήριο και είπε: “Σε σένα, τον σύνδουλό μου άγγελο, λέω, μ’ εκείνη την εξουσία που έδωσε ο Χριστός σ’ εμάς τους ιερείς να δένουμε και να λύνουμε στον ουρανό και στη γη (πρβλ. Ματθ. 18, 18)· δώσε την ψυχή αυτού του παιδιού πίσω στο σώμα του μέχρι να βαπτιστεί, διότι δεν στάλθηκες για να το πάρεις αβάπτιστο. Διότι ξέρει ο Κύριός σου, που είναι και δικός μου Κύριος, ότι δεν αμέλησα, αλλά μόλις ξύπνησα αμέσως άρχισα την ακολουθία του βαπτίσματος”. Με τα λόγια αυτά του πρεσβυτέρου προς τον άγγελο αναστήθηκε το παιδί, το βάπτισαν και αμέσως κοιμήθηκε εν Κυρίω.«
     »Όταν εγώ το άκουσα αυτό, θεώρησα δίκαιο να μην το αποσιωπήσω, αλλά να το γράψω για τη δόξα και την τιμή του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και για την ωφέλεια των ακροατών.«
     »Κανείς λοιπόν να μην κρίνει ιερέα του Θεού, ακόμη και αν τον δει να πέφτει σε κάποιο σφάλμα. Διότι, αν ο λόγος και ο δεσμός του ιερέα ισχύει για τους αγγέλους, πόσο περισσότερο ισχύει για τους ανθρώπους;».

ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ


[«Άγνωστες σελίδες του Γεροντικού»,
μέρος Α΄, κεφ. 11ο, σελ. 58–61,
μετάφραση–επιμέλεια:
Δημ. Χρισταφακόπουλος,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 19961.]









Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗ ΜΕΣΗ


     Υπάρχουν άνθρωποι που αποφεύγουν επιμελώς να κρίνουν κάποτε σοβαρά τα πράγματα της ζωής τους, για να μη κριθούν οι ίδιοι σε σχέση με τη μόνιμα απενεργοποιημένη ευθύνη τους. Και υπάρχουν άνθρωποι που συνήθισαν να κρίνουν κατά κόρον τους πάντες και τα πάντα, προκειμένου να μείνει αφανής και ανεπαίσθητη η κραυγαλέα τους αδιαφορία και αδράνεια. Η πείρα μάς δείχνει πως η αλήθεια φαίνεται να είναι πάντα στη μέση· εκεί ακριβώς όπου βρίσκεται η καρδιά του ανθρώπου, η οποία με τη Χάρη και το φωτισμό του Θεού, αντιλαμβάνεται, γνωρίζει και αισθάνεται πολύ καλά ποιο, πώς, πού και γιατί είναι το δίκαιο και το αληθινό στις σχέσεις, τα πρόσωπα, τα πράγματα, στη ζωή…


π. Δαμιανός






Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
ΜΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΣ


     Εγερτήριο. Ξυπνώ με δυσκολία κι αρχίζω αμέσως την Ευχή. Προσπαθώ ν’ ανακαλύψω το μέτρο, αν αυτό υπάρχει. Πρέπει να ασκούμαι συνεχώς στην καρδιακή προσευχή. Συγκρούομαι με τον τρόπο, με τον οποίο μέχρι τώρα πλησίαζα τα πράγματα, τη ζωή. Δηλαδή, διανοητικά και γνωσιολογικά· ενώ η Ευχή ενεργείται σε ένα άλλο επίπεδο, το οποίο δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να περιγράψω, ούτε και θέλω να τ’ ονομάσω «διαισθητικό». Πρόκειται για άλλες διαστάσεις, όπου ο νους μεταβάλλεται σε «αλυσίδα». Πρέπει να εγκαταλείψω το συγκεκριμένο τρόπο λειτουργίας του. Διότι τον αντιλαμβάνομαι ως εφήμερο, παρόλο που, όντως, είναι μια πολύτιμη δωρεά. Εδώ όμως θα πρέπει να βρει τον εσώτερο σκοπό λειτουργίας του. Μου φαίνεται πως πάντα προχωρώ, δίνοντας προτεραιότητα σ’ αυτά που μου λέει το λογικό μου και όχι η καρδιά μου, που την τοποθετώ συνήθως σε δεύτερη θέση. Μα, αυτός είναι ο τρόπος που έμαθα, χάρη στον οποίο, μπόρεσα και επιβίωσα. Ή τουλάχιστον αυτό νομίζω. Ίσως δεν είχα άλλη δυνατότητα. Εδώ όμως, όχι ότι πρέπει ν’ απενεργοποιήσω αυτές τις ικανότητες, αλλά ν’ ανακαλύψω άλλες συμπληρωματικές και, παράλληλα, βασικές της ανθρώπινης υπόστασης. […]


     Μετά από κάποια στιγμή αρχίζει να με κυριεύει ένα αίσθημα απελευθέρωσης. Η προσπάθειά μου να συνεχίσω την Ευχή έχει εξαφανιστεί και είναι σαν να προχωρεί μόνη της. Εγκαταλειπόμενος στην απελπισία της γνώσης της ανικανότητάς μου, βλέπω πως ο λογισμός υπακούει στη δύναμη της θέλησης. Βλέπω πως η Ευχή δεν ταυτίζεται με καμιά πρακτική, μέσω της οποίας κατορθώνεται ο σκοπός, αλλά ότι απλώς είναι και λειτουργεί. Εγκαθίσταται μια κατάσταση εσωτερικής ευφορίας. Και είναι μια αίσθηση πληρότητας, καθολικότητας, η οποία, εκτός από ψυχικά και εσωτερικά στοιχεία, έχει σαφώς και μια σωματική διάσταση.

     Και πάλι η αναστροφή. Αρνούμενος το λογισμό μου, δημιουργήθηκε η εσωτερική εκείνη κατάσταση που άνοιξε την πύλη για το μεγαλύτερο και το υψηλότερο. Τελικά, η κάθε πράξη μας, δεν περιορίζεται μόνο σ’ αυτά που έχουμε φανταστεί και σ’ αυτά που σκοπεύουμε. Αυτό μου φαίνεται, βέβαια, πως ταιριάζει και σαν δικαιολογία για την ακηδία μου και για τον ύπνο μου που συνεχώς με κυριεύει.

     Παρατήρησα πως τις τελευταίες μέρες, κάθε φορά ανοίγοντας τα βιβλία μου, διαβάζω αυτό που ταιριάζει με τη ψυχική μου κατάσταση. Είναι άραγε τυχαίο; Συγχρονισμός; Ή «διαβάζω» τη σημασία των κειμένων με τον τρόπο που οι άνθρωποι ερμηνεύουν κάθε φορά το ωροσκόπιό τους; Αποφασίζω να παρατηρώ περισσότερο, για να διαπιστώσω τι ακριβώς συμβαίνει.


     Όταν κοιτάζω πίσω μου τα χρόνια που πέρασαν, βλέπω πως οι δύσκολοι καιροί είναι αυτοί που τελικά παρείχαν από μέσα τους τη δυνατότητα για μια περαιτέρω ανάπτυξη. Πιστεύω πως ό,τι χάνουμε, θα ξαναέρθει –ίσως με άλλη μορφή. Γι’ αυτό συχνά δεν λυπάμαι για κάτι που χάνω. Πώς εισήλθε στη ζωή μου ο π. Ε.; Πώς χάθηκε; Σε μια κατάσταση ευφορίας, όπως η σημερινή, μου φαίνεται τόσο «λογικό» το παρελθόν. Ότι, το κάθε πράγμα συνέβη με μια συγκεκριμένη σειρά, που πάντοτε ταίριαζε και αναλογούσε στην περίπτωση. Πως, ευθύς εξ αρχής, όλα είχαν καθοριστεί να οδηγηθούν σ’ αυτό το σκοπό. Δεν ξέρω, ακόμη, το πώς βρέθηκα στο Άγιον Όρος μοναχός.

     Στην οικογένειά μου δεν αναφερόμασταν σχεδόν ποτέ στην Εκκλησία και στην χριστιανική πίστη. Μόνο η γιαγιά μου ήταν φιλακόλουθη. Μερικές φορές, βέβαια, ερχόμουν σε κάποια επαφή με την Αγία Γραφή. «Εκεί», υπήρχε ένας Θεός που μιλούσε στους ανθρώπους. Όταν ήμουνα πολύ μικρός, ζήλευα αυτό το «διάλογο». Όμως όλες οι παιδικές προσευχές μου παρέμεναν χωρίς απάντηση. Και άρχισα να απελπίζομαι και εγκατέλειψα την προσπάθεια.


     Η εσωτερική αναζήτηση παρ’ όλα ταύτα συνεχιζόταν. Και ήλθε η στιγμή αυτή η αφελής παιδική πίστη να μεταβληθεί σε κραταιά απόφαση εγκατάλειψης των πάντων· ο σκοπός της ζωής μου! Μετά το Γυμνάσιο, πέρασα στις εξετάσεις της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Ήταν τόσο διαφορετικά από το σχολείο, το οποίο δεν μου άρεσε ποτέ. Έγινα ένας ενθουσιώδης, πρόθυμος σπουδαστής. Θα έπρεπε να ήταν αυτό που, χωρίς να το ξέρω, έψαχνα εδώ και πολύ καιρό: η πνευματική αφύπνιση, η απόκτηση της γνώσης.

     Τα μαθήματα (Ψυχολογία, Παιδαγωγική, Διδακτική κλπ), για τις ανάγκες των παιδιών της σχολικής ηλικίας, με απασχόλησαν ιδιαίτερα. Η ζωή μου φαινόταν προκαθορισμένη και ο μελλοντικός δρόμος χαραγμένος. Καθώς λοιπόν ένοιωθα ότι όλα ήταν «εντάξει», άρχισα ν’ αναζητώ τον εαυτό μου. Ζούσα πλέον καταστάσεις που με απομόνωναν και δημιουργούσαν στους συσπουδαστές μου έναν «μύθο» γύρω από το πρόσωπό μου. Δεν υπήρχε τίποτε στην εικόνα του λογικού μου κόσμου, που να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την «ερμηνεία» της συμπεριφοράς μου. Σε κάποια στιγμή εμφανίστηκαν και οι καθηγητές, οι οποίοι, ή προσπαθούσαν να με αποτρέψουν ή να ερμηνεύσουν διαφοροτρόπως και «επιστημονικώς» τη συμπεριφορά μου. Κι ήταν όλοι τους, ένας κι ένας!

     Εν ριπή οφθαλμού βλέπω όλ’ αυτά που συνέβησαν στη ζωή μου. Βλέπω το σχέδιο του Θεού. Τη συνέπεια στην ακολουθία των πράξεων και των γεγονότων. Ναι, έτσι, θα έπρεπε να έχουν συμβεί. Ακριβώς όπως συνέβησαν. Πόσο τυφλός ήμουν μέχρι τώρα! Τόσα χρόνια! Και πόσο παρηγορητικό είναι για το παρόν, αλλά και για το μέλλον, το να ξέρω τις σχέσεις των πραγμάτων της ζωής μου, οι οποίες δημιούργησαν μια πολύ χειροπιαστή πραγματικότητα· τη μοναχική μου πορεία. Πάντοτε, στην κατάλληλη στιγμή, εμφανιζόταν κάποιος στη ζωή μου, για να διατηρήσει την εξέλιξή μου σε πορεία, να συμπορευθεί μαζί μου για ένα διάστημα στα μονοπάτια της σκέψης και της ιδιορρυθμίας μου.


     Σε κάποια στιγμή η Ευχή με βγάζει απ’ αυτό το «διαστημικό ταξίδι» στο παρελθόν. Αρχίζω να βρίσκω σε κάθε λέξη, σε κάθε γράμμα της Ευχής μιαν ανεκλάλητη χαρά. Όλα, μου φαίνονται γεμάτα από χάρη. Η κάθε λέξη της Ευχής είναι γεμάτη από ζωή. Καταλαβαίνω πως ολόκληρη η Καινή Διαθήκη, ολόκληρη η γνώση μας για τον Θεό, συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτές τις πέντε λέξεις: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!». Λέξεις, που τις ψιθυρίζω με πολύ μεγάλο σεβασμό.

     Όλο και βαθύτερη η κατάσταση της εσωτερικής ευφορίας. Και το «κλειδί» γι’ αυτή τη βαθιά εσωτερική ευφορία, που είναι τόσο πολύτιμη, βρίσκεται στην ετοιμότητα της αποδοχής. Γιατί συνήθως οι δυσκολίες με τον εαυτό μας, προέρχονται από την αυτοαπομόνωσή μας, από την απτή στάση μας απέναντι στα πράγματα· η οποία, είναι μια πολύ συγκεκριμένη στάση και δεν επιτρέπει την έξοδο από τον εαυτό μας, για την αναγνώριση του νοήματος που κρύβεται πίσω απ’ αυτά. Το να επιθυμείς κάτι, το βλέπω σωστό. Το να το έχεις ανάγκη όμως, όχι. Η ανάγκη σε φυλακίζει σε δεσμά άλυτα. Γιατί νά ’ναι τόσο δύσκολα τα πράγματα, αφού στ’ αλήθεια είναι τόσο απλά; Η «γαλήνη της καρδιάς»· εδώ κι έναν χρόνο, δεν έχω κοιμηθεί τόσο ήρεμα!...

ΜΟΝΑΧΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ


[Μοναχού Φιλόθεου:
«Μοναχού Πορεία (Ημερολόγιο)»,
κεφ. Ε΄, σελ. 25–29,
Εκδόσεις «Άληστος»,
Θεσσαλονίκη 1997.]







ΣΚΟΤΑΔΙ

ΣΚΟΤΑΔΙ


Επέμενε να κλείνει
όλες τις πόρτες, τα παράθυρα,
γιατί φοβότανε μη μπει μέσα ο άνεμος
και κουβαλήσει άξαφνα το θάνατο.
Έκλεινε, ακόμη,
την καρδιά και τα αισθήματα.
Σιγά–σιγά συνήθισε να κλείνει
ως και τα μάτια – να μη βλέπει
με φρίκη τα οράματα,
που τη σαθρότατη ροκάνιζαν
συνείδησή του…

Π. Β. ΠΑΣΧΟΣ


[Π. Β. Πάσχου:
«Πικρό Ψαλτήρι»,
σελ. 25,
Εκδόσεις «Ακρίτας»,
Αθήνα, Οκτώβριος 1983.]






Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΝΟΜΟΣ

Ο ΝΟΜΟΣ


     Σταθήκαμε υπέροχοι και μοναδικοί, μα στο τέλος μόνοι· αυτό καταλάβαμε αφημένοι στη γκαρσονιέρα του εγωισμού μας. Στύψαμε τις αντοχές της καρδιάς μας σε απρόσφορες αδιακρισίες και απολυτότητες που απλά αραίωναν δραματικά τις φιλίες. Μετά, μας έμεινε ένα ευγενές παράπονο να αιωρείται σπασμωδικά αντί για κάθε άλλη ευθεία κραυγή για «βοήθεια». Κάθε ρωγμή της αδυναμίας μας θα καταγγέλλει το ισόβιο φιάσκο μας: ήμασταν σοβαροί και αυστηροί με τους άλλους, όταν έπρεπε να δεθούμε μαζί τους με κάθε επιείκεια και κατανόηση. Όλοι προσπέρασαν, μα κανείς δεν άγγιξε την κρύα πλάκα εκείνου του τέλειου νόμου της τελειότητας που κουβαλούσαμε με κομπασμό για χρόνια μέσα μας…


π. Δαμιανός







«ΔΕΝ ΕΦΕΞΕ ΜΕΡΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»

«ΔΕΝ ΕΦΕΞΕ ΜΕΡΑ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»


     «Ακούστε με λοιπόν κι εμένα τον ταπεινό κι ελάχιστο μοναχό και μη με καταφρονήσετε σαν αμαθή και αγράμματο. Ανοίξτε τα μάτια της ψυχής σας και δείτε τι υπάρχει πέρα απ’ αυτή τη ζωή. Οι άνθρωποι του κόσμου αγαπάνε τον κόσμο επειδή δε γνώρισαν ακόμη την πίκρα του. Ακόμη είναι τυφλοί στη ψυχή και δε βλέπουν τι κρύβεται μέσα σ’ αυτή την προσωρινή χαρά. Δεν ήρθε σ’ αυτούς το νοητό φως· ακόμη δεν έφεξε η μέρα σωτηρίας…».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ
Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
(1897–1959)


[Γέροντος Ιωσήφ:
«Έκφραση Μοναχικής Εμπειρίας»,
Επιστολή ΛΗ΄ (38η), σελ. 233–234.
Έκδοσις Ιερά Μονή Φιλοθέου,
Άγιον Όρος, 19924.]








Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

«ΕΙΣΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»

«ΕΙΣΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»


     «Η Εκκλησία του Χριστού είναι ζωντανή και ελεύθερη. Μέσα της κινούμαστε και υπάρχουμε, μέσω του Χριστού που είναι η κεφαλή της. Σε Αυτόν έχουμε πλήρη ελευθερία. Στην Εκκλησία μαθαίνουμε την αλήθεια και η αλήθεια μάς ελευθερώνει (Ιωάν. 8, 32).
     Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, κάθε φορά που παρηγορείτε κάποιον, ο οποίος βρίσκεται σε θλίψη, ή όταν δίνετε ελεημοσύνη στους φτωχούς και επισκέπτεστε αρρώστους. Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, όταν κραυγάζετε: “Κύριε, βοήθησέ με!”. Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, όταν είσαστε καλοί και υπομονετικοί. Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, όταν δεν εξαγριώνεστε με τον αδελφό σας, ακόμα κι αν αυτός έχει πληγώσει τα συναισθήματά σας. Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, όταν προσεύχεστε: “Ω, Κύριε, συγχώρεσέ τον!”. Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, όταν κάνετε έντιμα την εργασία σας, επιστρέφοντας στο σπίτι το βράδυ κουρασμένοι, αλλά μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη σας. Είσαστε στην Εκκλησία του Χριστού, όταν ανταποδίδετε το κακό με την αγάπη.
     Δεν βλέπεις, επομένως, φίλε μου, πόσο κοντά στην Εκκλησία του Χριστού είσαι; Είσαι κι εσύ ο «Πέτρος» και ο Θεός οικοδομεί την Εκκλησία Του επάνω σου. Είσαι ο «βράχος» της Εκκλησίας Του, ενάντια στην οποία τίποτα δεν μπορεί να υπερισχύσει. Ας χτίσουμε τις “εκκλησιές” με την πίστη μας· “εκκλησιές”, που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να καταστρέψει, μια εκκλησία της οποίας, θεμέλιο είναι πάντα ο Χριστός. Αισθανθείτε τον αδελφό σας δίπλα σας. Μη ρωτάτε ποτέ: “Ποιος είναι αυτός;”. Μάλλον πείτε: “Δεν είναι κανένας ξένος· είναι ο αδελφός μου!”.
     Είσαι κι εσύ μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, όπως ακριβώς είμαι κι εγώ…».

π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΛΚΙΟΥ
–ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΡΟΥΜΑΝΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ–


[Ιερομονάχου Δαμασκηνού:
«π. Σεραφείμ Ρόουζ,
Η ζωή και τα έργα του»,
Τόμ. γ΄, κεφ. 99ο, σελ. 436–437,
μετάφραση:
Μοναχός Παΐσιος Νεοσκητιώτης,
Εκδόσεις «Μυριόβιβλος»,
Αθήνα, Δεκέμβριος 20081.]









ΕΦΥΓΕ Ο ΚΥΡ–ΝΙΚΟΣ ΜΟΥ...

ΕΦΥΓΕ Ο ΚΥΡ–ΝΙΚΟΣ ΜΟΥ...


     Ένας λόγος που, προσωπικά, αποστρέφομαι με όλη τη δύναμη της συνειδήσεώς μου τους επικήδειους, είναι γιατί αυτοί, κατά το σύνηθες, αποτελούν λόγια ανούσια, ξερά και βαρύγδουπα του συστήματος και των ανθρώπων του συστήματος· νεκρά λόγια, ανούσιου υπερθεματισμού και απρόσφορης κολακείας που θέλουν να συνοδεύουν επίσημα τους αμίλητους νεκρούς, που, ένας Θεός ξέρει, αν ήταν όντως αυτοί γεμάτοι από πραγματική ανιδιοτέλεια και από αγάπης έργα του Θεού, όπως θέλουν να διασαλπίζουν με σιγουριά οι κενόδοξοι λόγοι. Τα ωραία ψέματα τα λέει κανείς καλύτερα σε ανθρώπους που φύγανε και δε γυρίζουνε πίσω. Σήμερα όμως συμβαίνει σ’ εμάς κάτι το εντελώς άλλο και κάτι το εντελώς θαυμαστό. Ασφαλώς δεν έχουμε καμιά υπερβολή ή αναλήθεια να πούμε και αναντίρρητα δεν έχουμε μπροστά μας έναν νεκρό και άπνοο άνθρωπο, αλλά έναν άνθρωπο πνευματικά ζωντανό και ωραϊσμένο από τη Χάρη του Θεού. Ίσως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι έχουμε έναν άνθρωπο που είναι πιο ζωντανός κι από μας που νομίζουμε, μέσα στην αυταπάτη αυτού του βίου, ότι είμαστε ζωντανοί, καυχούμενοι συνεχώς για τη δήθεν προκοπή μας.

     Λίγο μετά τη γιορτή της Υπαπαντής, λίγο μετά τη γιορτή του Πρεσβύτη και Δίκαιου Αγίου Συμεών του Θεοδόχου, θέλησε ο καλός Θεός να πάρει μαζί Του τον κυρ–Νίκο. Και σήμερα είναι που σημειώνει η παπαδική καρδιά μια μεγάλη και αισθητή απουσία, που δεν είναι τελικά και τόσο «απουσία», όσο αρχικά θέλει να φαίνεται. Η ανθρώπινη αδυναμία τη λέει μεν «απουσία», αλλά η πίστη της καρδιάς ενεργή και θαυμαστή «παρουσία», σιμά στο Φως και τη Ζωή, που είναι, για πάντα και για όλους, ο Χριστός.

     Ο πράος και αγαθός άγγελος του αναλογίου, ο καλός ψάλτης του ναού μας, ο κυρ–Νίκος, έφυγε, μετά από μια δίμηνη ταλαιπωρία που του επέφερε ένα αιφνίδιο εγκεφαλικό αρχές Δεκεμβρίου –μετά του Αγίου Νικολάου. Όταν τον αναλογίζομαι σκέφτομαι ειλικρινά: «Να, ένας άνθρωπος της Εκκλησίας! Να, μια αγέραστη ψυχή της Ορθόδοξης Παράδοσης!». Αληθινά, ένας εκκλησιαστικός άνθρωπος· που ερχόταν με σεβασμό, με καλότητα και με μια πραότητα που κυριολεκτικά έλαμπε πάνω του και πρόδιδε τη σιωπηλή ωραιότητα της καρδιάς του. Από τους χίλιους ανθρώπους που έρχονται και παρέρχονται μέσα στην Εκκλησία, μονάχα οι δέκα με είκοσι να έρχονται με τον εκκλησιαστικό τρόπο, με αγγελικό χαρακτήρα, με φόβο Θεού, με ταπείνωση και με ευλάβεια. Ζητώ συγνώμη για την έκπληξη αυτού του λόγου, καθώς και για τη σαρωτική στατιστική που ρεαλιστικά εμπεριέχει, αλλά φρονώ ταπεινά ότι αυτή είναι η αλήθεια των πραγμάτων, από την οποία, τουλάχιστον η δική μου πανελαχιστότητα, δεν επιθυμεί καθόλου να κρυφτεί και να κρύβεται.

     Οι περισσότεροι –τι, θλιβερή μονοτονία και διαπίστωση!– έρχονται μόνιμα με το λάθος τρόπο και μόνιμα με την εσφαλμένη διάθεση: πάντα να «σιάξουν» και να «διορθώσουν», να «ανορθώσουν» και να «αναδιαρθρώσουν» την Εκκλησία. Πλάνη οικτρά, σάπια πνευματικότητα και αποτυχία προειλημμένη. Άγνοια, λαϊκισμός, αθεΐα και αντιπνευματικότητα, που απεμπολεί το θαύμα και κάθε θαύμα του Θεού. Δεν ερχόμαστε ποτέ προς την Εκκλησία, δεν πλησιάζουμε ποτέ την Εκκλησία τάχα για να τη «διορθώσουμε». Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από τα δικά μας «διορθώματα», από τις «παρεμβάσεις» ημών των, ως επί το πλείστον, αδαών, αχαρίτωτων, αμετανόητων, ανεξομολόγητων και ακοινώνητων· η Εκκλησία έχει τον Ίδιο τον Θεό που την οδηγεί, την κατευθύνει, τη διορθώνει και την κανονίζει, με τον δικό Του μυστικό και ακατάληπτο τρόπο. Στην Εκκλησία ερχόμαστε, πρωτίστως και κυρίως, για να διορθωθούμε εμείς, για να αφεθούμε ολοκληρωτικά στη Χάρη της, να «σιάξουμε» τους παλαιούς και αμαρτωλούς εαυτούς μας και, άμποτε με τη Χάρη του Θεού, να λαμπρυνθούμε μέσα στις άγιες αρετές του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων.

     Ένας τέτοιος εκλεκτός, χαριτωμένος, λεπτός και λαμπρός άνθρωπος ήταν και ο κυρ–Νίκος. Ταπεινός, αθόρυβος, καλοσυνάτος, πράος, ειρηνικός, άκακος και άδολος. Με το πνεύμα της μαθητείας του, δίδασκε. Με τον τρόπο της ησυχίας του, γινόταν επιθυμητός. Δεν ξεχνούσε να ζητήσει την ευλογία του Θεού από τη θεία ιεροσύνη, που είναι η αμετάκλητη αρχή πριν από κάθε έργο και για κάθε έργο μέσα στην εκκλησία. Πρωί–πρωί στον όρθρο, έμπαινε στο μέσα στο ιερό κάθε φορά, όλες τις φορές, για να πάρει απαραίτητα την ευχή του ιερέως και μετά να πορευθεί φιλήσυχα και φιλόθεα προς το αναλόγι, στην ίδια πάντα θέση. Και αυτή τη θέση, παραδόξως, δεν την έπαιρνε κανείς άλλος. Ήταν του κυρ–Νίκου. Έρθει–δεν έρθει ο κ. Νίκος, αυτή πάντως ήταν η θέση του. Όχι, γιατί ποτέ τη διεκδίκησε με μικροπρέπεια ο ίδιος, αλλά γιατί του την παραχώρησε ο μεγάλος σεβασμός που ενέπνεε και σκορπούσε στους γύρω του το πρόσωπο και το πέρασμά του.

     Κι έβλεπες και βλέπεις, εν αντιθέσει, κάποιους άλλους φαντασμένους τύπους, που ήθελαν και θέλουν πεισματικά να ονομάζονται «ψαλτάδες», να έρχονται χωρίς τη στοιχειώδη πνευματική επίγνωση στην εκκλησία και να στριμώχνονται στην υπηρεσία του αναλογίου με τον εγωισμό τους, με τη φαντασία τους, με τον έλεγχο, την αλάνθαστη κριτική και την επίκρισή τους, με τη φασαρία, με την εριστικότητα, με την ανταρσία και την ανυπακοή τους. Ψάλτες χειρίστης περιωπής, που τους στέλνει ο πειρασμός, μα όχι ο Θεός, ίσα για να ψάλλουν τα προπετή τροπάρια του εωσφορικού εγωισμού τους, φορώντας μανδύα ευσέβειας και θρησκευτικότητας. Να μωροπιστεύουν με κομπασμό ότι «κάτι είναι» πάνω στο άφωνο ξύλινο βάθρο και ότι «κάτι κάνουν» μπροστά στους ανθρώπους και, ακόμη πιο ανερυθρίαστα, ενώπιον του Αγίου Θεού. Όμως, μακριά απ’ όλ’ αυτά ο κ. Νίκος!...

     Ο ίδιος ήταν συνεργάσιμος, συνεννοήσιμος, καλόβολος άνθρωπος, που συμπορευόταν αρμονικά με την τάξη, το κλίμα και την εργασία του ψαλτηρίου. Δεν δημιουργούσε εντάσεις, διαπλοκές, ακαμψίες, αγκυλώσεις, δυσχέρειες, προσκόμματα, δυσκολίες, δυσφορίες, αγανακτήσεις· αντίθετα, έφερνε χάρη, ειρήνη, ανάπαυση και ανακούφιση σ’ εμάς που τον πλησιάζαμε και μας πλησίαζε. Πόσο πολύτιμος είναι ένας τέτοιος άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία, ο άνθρωπος που έρχεται με όλο το άρωμα του Ουρανού, με το μεγαλείο της πνευματικής ελευθερίας της καρδιάς του, δίχως να σέρνει μαζί του σκουριές και μούχλες από θελήματα, ιδιοτροπίες, φαντασίες, επικρίσεις, ακαταλαβίστικες λογικές και αψυχολόγητες τακτικές· δίχως να κουβαλάει απωθημένα, συμπλέγματα, αντιδραστικότητες, πείσματα, εμπάθειες, επιβολές, κομπασμούς, ανοησίες, υπονομεύσεις, μωρολογίες και ευτέλειες. Πόσο ανάγκη, πραγματικά, έχει η κατ’ άνθρωπον Εκκλησία του Θεού από τέτοιους σημαντικούς ανθρώπους! Όχι, φυσικά, για να «σωθεί» η ίδια, αλλά για να προάγει και να επεκτείνει, μυστικά και ακώλυτα, πειστικά και αθόλωτα, το έργο της σωτηρίας και του αγιασμού της μέσα από τον χαριτωμένα σμιλευμένο χαρακτήρα τέτοιων αθόρυβων ανθρώπων, σαν του κυρ–Νίκου.

     Έπαιρνε ή μάλλον δεχόταν τη σειρά στα τροπάρια με ταπεινό τρόπο, με ειρήνη, με απλότητα, δίχως αδημονία και αγένεια, δίχως σπασμωδικότητα και ανυπομονησία, με έκδηλη και φανερή ευσέβεια, που έβγαινε αβίαστα στη φωνή και το ψάλσιμό του· η οποία ευσέβεια, πάνω στο άρμα του ωραίου και απαλού μετάλλου της ταπεινής φωνής του, φτερούγιζε στο χώρο του ιερού ναού, προσέγγιζε νοερά και σεβαστικά τις τοιχογραφίες των ακίνητων αγίων και πλήρωνε τις καρδιές των ακουόντων. Μια φωνή γεμάτη θαλπωρή παράδοσης, που έλιωνε την πάχνη των πρωινών και των καρδιών. Ένα ακριβό κειμήλιο ζωντανής διακονίας για μισό περίπου αιώνα, μας αφήνει σήμερα στη φτώχεια μας και ανεβαίνει επάξια προς τα παραδείσια παλάτια. Η ευπρέπεια στο ευάρεστο του Θεού· η έμψυχη τερπνή παρουσία στη ζωντανή λατρεία, το ειρηνικό ήθος που θέλει να βρει η καρδιά και που ευδοκεί να αγκαλιάζει ολοένα η Σύναξη του Θεού· όλα τούτα, δεν είναι άλλο παρά τα ανιδιοτελή και καθαρά δώρα των ανθρώπων της Πίστης, οι δυνατότητές τους, τα χαρίσματά τους, οι αυτοδιαθέσεις τους, οι ταπεινώσεις τους, που γίνονται χρυσά και εκλεκτά αφιερώματα στην Ευχαριστία, στο μυστήριο του Θεού, στο έργο της Εκκλησίας: αυτό και αυτός ήταν ο ευλογημένος και μακαριστός κυρ–Νίκος.

     Εδώ και ένα μήνα, κάθε φορά που είχα Θ. Λειτουργία, πήγαινα και τον κοινωνούσα στο σπίτι. Καθισμένος, φροντισμένος, περιποιημένος, έχοντας σώας τας φρένας του, πλήρη διαύγεια αισθήσεων και αντίληψης, περίμενε με λαχτάρα τον Χριστό. Αλλά κι εγώ, να σας πω, είχα πάντα την ίδια λαχτάρα: πώς να πάω να τον κοινωνήσω. Κι αν τύχαινε και είχα κανένα συλλείτουργο, πάντα ενημέρωνα τον συλλειτουργό ιερέα να μην καταλύσει όλο το Άγιο Ποτήριο· «θέλω να πάω να κοινωνήσω τον κυρ–Νίκο», προειδοποιούσα εγκαίρως. Του πήγαινα επιπλέον και μικροκομμένο ζυμωτό αντίδωρο, να έχει «ευλογία» για μέρες. Τον κοινωνούσα και, μετά, ήθελε κάποτε και να ψάλλουμε. «Δεν θα με ψάλλεις κάτι, πάτερ; Έτσι, θα φύγεις;». Και ψέλναμε μαζί, είτε το απολυτίκιο των Θεοφανείων είτε το απολυτίκιο της Υπαπαντής, ανάλογα τη μέρα. Δροσερός, γλυκός, χαμογελαστός, προσηνής και αβαρής άνθρωπος. Θυμάμαι τη σοφή λακωνική κουβέντα του: «Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω!» (πρβλ. Πράξ. 21, 14). Του απάντησα: «Ναι, κυρ–Νίκο! “Τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου γινέσθω”. Αυτό, και τίποτε άλλο. Άμα γίνει το θέλημα του Κυρίου, δε θέλουμε τίποτε άλλο!». Και, τελικά, να που έγινε το «θέλημα του Κυρίου», το σωτήριο και το τέλειο: έφυγε ο κυρ–Νίκος! Έφυγε προς την Άνω Ιερουσαλήμ, προς τα άνω τ’ αναλόγια τα φωτεινά και τα καλλικέλαδα, εκεί στην ακατάπαυστη και ατελεύτητη Λειτουργία των Αγγέλων, των Αγίων και των σεσωσμένων. Παύω τον έκρυθμο λόγο των ανθρώπινων και προσωπικών αισθημάτων του πένθους, για να καταθέσω αυτό που θυμάμαι, αυτό που μού ’μεινε μέσα στο δίσκο της καρδιάς, σαν κάποια μυρωδάτα ψιχία αγαθής ανάμνησης από ένα πρόσωπο που, ευτυχώς, δεν θα μπορώ να ξεχάσω από ’δω και μπρος: Την τελευταία φορά που πήγα, πήρε με εσωτερική πληρότητα και ηρεμία την τελευταία και πιο μεγάλη μερίδα. Όχι, ότι έχει ποτέ κάποια σημασία αυτό καθεαυτό το μέγεθος του πανίερου άτμητου τμήματος του Δεσποτικού Σώματος, αλλά ότι σίγουρα έχει κάποια σημειολογική βαρύτητα αυτή η πνευματική χορτασιά που δέχθηκε από τη μεγάλη και τελευταία του μετάδοση. Ο Χριστός φανερά και εξόφθαλμα τον κέρασε αφείφωλα το Σώμα Του. Στην αρχή, ενδοίασα μέσα μου. Αναρωτήθηκα αν πρέπει να τεμαχίσω τον Μαργαρίτη, προκειμένου να γίνει μικρότερος και, έτσι, πιο εύληπτος. Αφού τον μετέλαβα, του έδωσα το αντίδωρο, κι αυτός ζήτησε και πήρε ευλαβικά την ευχή μου. Μετά, φέρθηκα αυθόρμητα και ανεπιτήδευτα, σκύβω και του ασπάζομαι το μέτωπο, χαϊδεύοντας τ’ άσπρα μαλλιά του, λέγοντας: «Κυρ–Νίκο· να ξέρεις ότι σε αγαπώ και ότι είσαι μέσα στην καρδιά μου! Ο Χριστός, να σ’ ευλογεί!». Να, το ίδιο ακριβώς του λέω και τώρα. Μόνο που αυτός τώρα, δεν είναι πια καθισμένος στην κλίνη της βραχείας δοκιμασίας του, αλλά πορεύεται κι ανεβαίνει ελεύθερα προς τα άνω· και ο καθισμένος ή καλύτερα ο αφημένος κάτω στη γη είμαι εγώ…

     Ο κ. Νίκος μας, έφυγε με την Ευχή στα χείλη και στην καρδιά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!». Τι μεγαλείο! Τι θαυμαστό! Την ουράνια δύναμη της Ευχής και το υπέρτατο μυστήριο σωτηρίας που κρύβει μέσα της, όλος ο αφώτιστος, ο άθεος και ο δήθεν πολύσοφος ντουνιάς, ακόμη ψάχνει να το βρει. Όλη η δύναμη και η καλλιέργεια της σωτηρίας και της θεογνωσίας μας, σαν Ορθόδοξοι, βρίσκεται στην εργασία της Ευχής. Σε αυτό το φαινομενικά απλό, αλλά τόσο βαθιά θεάρεστο και θεοπειθές «Κύριε ελέησον!». Για να τελειωθούν και να αναχθούν τα πάντα στην Θ. Ευχαριστία, τη Θ. Λειτουργία. Και ο κ. Νίκος σαφέστατα είχε και τα δύο αυτά εφόδια μαζί του, γι’ αυτό και ανοίχτηκαν διάπλατα οι πύλες του Ουρανού γι’ αυτόν. Η Ευχή και η Αγία Μετάληψη, σε συνδυασμό με το Μυστήριο της Μετανοίας, ιδού το τρίπτυχο της σωτηρίας μας. Ένας στους μύριους ανθρώπους να μπορεί να έχει τα οσιακά και ειρηνικά τέλη του κ. Νίκου, θα είμαστε ευχαριστημένοι. Μακάρι να βρεθούν μια–δυο ακόμη ενορίες σαν τη δική μας που να καυχάται ότι είχαν θρέμμα τους τον κ. Νίκο. Μακάρι να βρεθεί ακόμη ένας ναός του Θεού σαν αυτόν που βρισκόμαστε όλοι τώρα, που να χαίρεται στη μνήμη της ψαλτικής διακονίας του. Μακάρι να βρεθεί ένας και δύο και τρεις παπάδες ακόμη, στη δική μου θέση, για να αγάλλονται από καρδιάς όταν αναφέρονται στο πρόσωπο του κ. Νίκου. Μακάρι να βρεθεί ένας μονάχα κ. Νίκος, που να αγαπήσει και να τιμήσει τόσο απλά και εγκάρδια το ράσο και την ιερωσύνη, το πρόσωπο του ιερέως, το οποίο, ως συνήθως, κανείς ή ελάχιστοι, μπορούν να γνωρίζουν και να υποπτευθούν πόσο δοκιμάζεται από τον διάβολο και τους ανθρώπους…

     Απευθύνομαι στη χριστιανική σας καρδιά και στη χριστιανική σας συνείδηση, λέγοντας αυτό μονάχα, σαν θερμή παράκληση: Εάν και εφόσον και όσο αγαπάτε, σας παρακαλώ, θυμηθείτε κι εσείς τον κυρ–Νίκο στην προσευχή σας, όσες φορές προαιρείσθε, θέλετε και μπορείτε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον την ψυχήν του κεκοιμημένου δούλου Σου, Νικολάου!».
     Ο Χριστός, να τον ελεήσει και να τον αναπαύσει στον Παράδεισο της αγάπης Του και να δώσει την παρηγοριά και τη δύναμη στο πένθος των παιδιών και των συγγενών του…
     Καλό Παράδεισο, κ. Νίκο, και καλή αντάμωση!...
     Αμήν. Γένοιτο.

Ελάχιστος και έσχατος πάντων:
π. Δαμιανός








Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΑ ΡΗΧΑ

ΣΤΑ ΡΗΧΑ


Μια ζωή,
βαθιά βουτηγμένοι στα ρηχά.
Με απέραντο αυτοθαυμασμό
στην απύθμενη αυταπάτη.
Τι περιμένεις, μετά;…

π. Δαμιανός








Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

ΑΞΙΟ ΘΑΥΜΑΣΜΟΥ

ΑΞΙΟ ΘΑΥΜΑΣΜΟΥ


     Ένας Γέροντας είπε: 
     «Είναι άξιο θαυμασμού, πώς τις προσευχές τις κάνουμε σαν να είναι παρών ο Θεός και ακούει αυτά που λέμε, ενώ τις αμαρτίες μας τις διαπράττουμε τόσο άφοβα, σαν να είναι ο Θεός απών και να μη βλέπει εμάς και τις πράξεις μας!».


[«Ευεργετινός»
–Λόγοι και Διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων–,
τόμ. Δ΄, υπόθ. Ζ΄, σελ. 127,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2010.]