Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΟΣ

ΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΘΟΣ


     Όταν ο Χριστός έρχεται στην προσωπική ζωή του καθενός, φέρνει μαζί Του κι ένα ευλογημένο κενό, ένα ευλογημένο βάθος. Μέσα σε αυτά τα δύο θα Τον ανακαλύψουμε, θα Τον γνωρίσουμε και θα Τον αισθανθούμε· και μέσα από αυτά τα δύο θα Τον κάνουμε δικό μας και θα αρχίσουμε να Του μοιάζουμε. Όλα τ’ άλλα, η ασφάλεια, η δύναμη, η εξυπνάδα, ο πλούτος, οι φιλίες και οι επιρροές, είναι απόλυτα ξένα προς Αυτόν και απόλυτα συμβατά προς το ψέμα και τη φαντασία του κόσμου, προς το θέλημα του παλαιού ανθρώπου. Ο δε τελευταίος, εάν από έλλειψη πίστης και ανδρείας αρνηθεί αυτό το ιδιότυπο κενό και αυτό το βάθος, ίσως και να χρειαστεί να περάσει ολόκληρη η ζωή του για να γνωρίσει κάπως, κάποτε και με κάποιο τρόπο η ψυχή του το Θεό. Από εκεί και πέρα, είναι πραγματικά ένα άγνωστο «μυστήριο» για όλους, πώς, με μια υποτονική και αμυδρή αγάπη και μ’ έναν ελάχιστο και αναιμικό πόθο, μπορούμε με βεβαιότητα να κερδίσουμε ή να λάβουμε «επάξια» το αιώνιο, το ατελεύτητο, την αγάπη, το θείο…


π. Δαμιανός






ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ

ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ


     Τον κόσμο θα τον κρίνει ο Χριστός·
μέσα από τα μάτια των πονεμένων,
των αδύναμων, των τσακισμένων
και των αδικημένων. 
     Τον κόσμο θα τον κρίνει ο Χριστός· 
κάποτε στο τώρα, κάποτε στο κάποτε, 
μέσα από τα μάτια των αγίων καρτερικών...


π. Δαμιανός








Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2015

ΒΑΛΣΑΜΟ Ή ΘΑΥΜΑ;

ΒΑΛΣΑΜΟ Ή ΘΑΥΜΑ;


Έχω μια απορία:
Ο χρόνος γιατί δραπετεύει κάθε φορά
που επικοινωνούν οι καρδιές μας;
Και τάχα ποιο από τα δύο
να ’ναι άραγε αυτό που ζούμε:
Βάλσαμο ή Θαύμα;…

π. Δαμιανός






Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

ΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ;

ΤΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ;



     Στον άγιο δεν υπάρχει τίποτε χυδαίο, ούτε τραχύ, ούτε ποταπό, ούτε προσποιητό, ούτε ανειλικρινές. Στον άγιο ενεργοποιούνται στο έπακρο η διάκριση, η ευαισθησία, η διαφάνεια, η αγνότητα, ο σεβασμός, η προσήλωση στο, τόσο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, μυστήριο των συνανθρώπων του, επειδή τα φέρει όλα αυτά τα στοιχεία από την κοινωνία του με το υπέρτατο Πρόσωπο, τον Θεό. Αντιλαμβάνεται τις ψυχικές καταστάσεις των άλλων και αποφεύγει κάθε τι που θα μπορούσε να τους δυσαρεστήσει, αν και δεν παραλείπει να τους βοηθά να ξεπεράσουν τις αδυναμίες τους. Διαβλέπει και την παραμικρή ανάγκη των άλλων, αλλά και τις ανεπάρκειές τους, με όση επιμέλεια κι αν κρύβονται, και τις θεραπεύει αμέσως, ασκώντας καθαρτική ενέργεια, ακριβώς με τη διακριτική δύναμη της αγνότητάς του. Από τον άγιο ακτινοβολεί συνεχώς πνεύμα προσφοράς και θυσίας για όλους, χωρίς καμιά φροντίδα για τον εαυτό του· ένα πνεύμα που ζεσταίνει τους άλλους και τους δίνει τη βεβαιότητα ότι δεν είναι μόνοι. Ο άγιος είναι το αθώο αρνί, έτοιμο για τη συνειδητή αυτοθυσία, αλλά και ο ακλόνητος βράχος που προσφέρει ασφαλές στήριγμα.



      Ωστόσο, δεν υπάρχει κάποιος πιο ταπεινός από έναν άγιο, πιο απλός, απέριττος, ανεπιτήδευτος, ανυπόκριτος, «φυσικός» στη συμπεριφορά του, που να δέχεται ό,τι είναι αληθινά ανθρώπινο, δημιουργώντας ατμόσφαιρα αγνής οικειότητας. Ένας άγιος έχει υπερβεί την πάλη μεταξύ ψυχής και σώματος· τη διαφορά μεταξύ καλών προθέσεων και απαράδεκτων πράξεων· μεταξύ δόλιων προσχημάτων και κρύφιων σκέψεων· μεταξύ αυτού που ισχυρίζεται ότι είναι και αυτού που πράγματι είναι. Ο άγιος έγινε τόσο απλός, επειδή παραδόθηκε ολόκληρος στον Θεό. Γι’ αυτό και μπορεί να δίνεται ολόκληρος στην κοινωνία με τους άλλους.



      Ο άγιος δίνει κουράγιο πάντοτε, μετριάζοντας μερικές φορές τις φαντασιώσεις που προκαλούν οι ανασφάλειες, η υπερηφάνεια, τα πάθη, πάντα με πνεύμα διάκρισης. Χαμογελάει, δεν γελάει όμως σαρκαστικά· είναι σοβαρός, όχι όμως βλοσυρός. Εκτιμά τα πιο ταπεινά πρόσωπα, θεωρώντας τα όλα μεγάλα μυστήρια που δημιούργησε ο Θεός και που προορίζονται για την αιώνια κοινωνία με Αυτόν. Ο άγιος γίνεται με την ταπεινοφροσύνη του σχεδόν απαρατήρητος, εμφανιζόμενος όταν είναι ανάγκη να παρηγορεί, να ενθαρρύνει ή να βοηθάει. Δεν υπάρχει αξεπέραστη δυσκολία γι’ αυτόν, γιατί πιστεύει ακράδαντα στη βοήθεια του Θεού, ζητώντας την με προσευχή. Ο άγιος είναι το πιο ανθρώπινο και το πιο ταπεινό ον και, ταυτόχρονα, μια εκπληκτική, ασυνήθιστη παρουσία, που δίδει την ευκαιρία στους άλλους ν’ ανακαλύψουν την ανθρώπινη φύση σ’ αυτόν και μέσα τους. Είναι ο πιο οικείος και, ταυτόχρονα, χωρίς να το θέλει, ο πιο επιβλητικός· είναι αυτός που προσελκύει περισσότερο την προσοχή των άλλων. Τον νοιώθεις πιο οικείο και πιο μεγαλόψυχο απ’ όλους και αισθάνεσαι εκπληκτικά άνετα κοντά του, αλλά ταυτόχρονα σε υποχρεώνει να βλέπεις τις ηθικές σου ανεπάρκειες και τα λάθη. Σε κατακτά με το απλό μεγαλείο της αγνότητάς του και με τη ζέση της καλοσύνης του και σε κάνει να ντρέπεσαι για την κατώτερη της αληθινά ανθρώπινης κατάστασής σου· για τη ρυπαρότητα, την υποκρισία, την επιπολαιότητα, τη δολιότητά σου, που προκύπτουν από τη σύγκριση που, άθελά σου, κάνεις ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτόν. Δεν ασκεί καμιά κοσμική δύναμη κι ούτε δίνει εντολές με αυστηρότητα· νοιώθεις όμως σ’ αυτόν μια αμετακίνητη αποφασιστικότητα στις πεποιθήσεις του, στη ζωή του, στις συμβουλές που σου δίνει, ώστε η γνώμη του γι’ αυτό που θα έπρεπε να κάνεις, η οποία εκφράζεται με διάκριση ή λεπτή συμπεριφορά, γίνεται για σένα εντολή, για την εκπλήρωση της οποίας, είσαι έτοιμος να κάνεις οποιαδήποτε προσπάθεια και θυσία.



       Η συμβουλή του, σου δίνει μια δύναμη που σε απελευθερώνει από την αδυναμία στην οποία βρίσκεσαι, από τη δυσπιστία που είχες μέσα σου, επειδή την αισθάνεσαι ως θεϊκή δύναμη. Νοιώθεις ότι αυτός σου δίνει το φως και τη δύναμη από την αρχική πηγή φωτός και δύναμης, με μια αγαθότητα από την αρχική πηγή αγαθότητας, η οποία θέλει να σε σώσει. Φοβάσαι το βλέμμα του που εισχωρεί στη ψυχή σου, όπως φοβάσαι την ανακάλυψη της αλήθειας από έναν γιατρό αναμφισβήτητης αξίας και φιλανθρωπίας, την περιμένεις όμως, όπως και του γιατρού, γιατί ξέρεις ότι θα σου δώσει, ταυτόχρονα με τη διάγνωση, και το πιο σίγουρο αντίδοτο για τη σωτηρία σου από μια αρρώστια που την αισθανόσουν θανατηφόρα. Στην άκρα διάκριση, πραότητα και ταπεινοφροσύνη του, αισθάνεσαι μια βοηθητική δύναμη, την οποία τίποτε στον κόσμο δεν μπορεί να καταβάλει· μια δύναμη, που προέρχεται από τον Θεό, εξαιτίας της τέλειας παράδοσής του στον Θεό και της θέλησής του να διακονήσει τους ανθρώπους, ένεκα της θείας εντολής και από το γεγονός ότι είναι σταλμένος από τον Θεό για να σωθεί. Όποιος προσεγγίσει τον καλυμμένο με το πέπλο της ταπεινοφροσύνης άγιο, ανακαλύπτει σ’ αυτόν την κορυφή της αγαθότητας, της αγνότητας, της πνευματικής δύναμης. Πρέπει να καταβάλεις πολλές προσπάθειες, για να ανακαλύψεις τις μεγάλες πράξεις της άσκησης και της φιλανθρωπίας του, αλλά το ανάστημά του επιβάλλεται με την όψη της αγαθότητας και αγνότητας που έχει. Κενούμενος αυτός από αγάπη, είναι η δόξα του μεγαλείου και της δύναμης.


       Από τον άγιο διαχέεται μια αδιατάρακτη ειρήνη ή ησυχία, ταυτόχρονα δε, και μια μέχρι δακρύων συμμετοχή στον πόνο των άλλων. Ο άγιος είναι ριζωμένος στην αγαπητική και πάσχουσα στάση του ενσαρκωθέντος Θεού και αναπαύεται στην αιωνιότητα της δυνάμεως και της αγαθότητος του Θεού, όπως λέει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (Περὶ διαφόρων ἀποριῶν, PG 91, 1144), όντας ολόκληρος σφραγισμένος από την παρουσία του Θεού, όπως ο Μελχισεδέκ. Αλλά η αιώνια προσήλωσή του στον έρωτα για τον Θεό και τους ανθρώπους, δεν αποκλείει τη συμμετοχή στον πόνο των ανθρώπων, έτσι όπως ο Χριστός δεν παύει να θυσιάζεται γι’ αυτούς, όπως και οι άγγελοι δεν παύουν να τους προσφέρουν συνέχεια τη βοήθειά τους. Γιατί η παραμονή στην έμπρακτη και συμπάσχουσα αγάπη είναι κι αυτή μια αιωνιότητα. Αυτή είναι η «κατάπαυση» ή η απάθεια ή το «σάββατο» στο οποίο μπήκαν οι άγιοι (βλ. Εβρ. 3, 18· 4, 11) βγαίνοντας από την Αίγυπτο των παθών και όχι η απάθεια της αναίσθητης νιρβάνας. Γιατί η ανάπαυση του αγίου στην αιώνια ανένδοτη φιλανθρωπία του Θεού, έχει τη δύναμη να συνεπαίρνει και τους άλλους, βοηθώντας τους μ’ αυτό τον τρόπο να μην περιέλθουν σε απελπισία και να νικήσουν με θάρρος τον πόνο…

π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ
(1903–1993)



※
[π. Δημητρίου Στανιλοάε:
«Η περί Θεού
Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία»,
μέρος 1ο, κεφ. γ΄, §3, σελ. 247–251,
μετάφραση:
π. Κωνσταντίνος Coman
και Γιώργος Παπαευθυμίου,
εκδόσεις «Αρμός»,
Αθήνα 2011.]
※








Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΥΝ…

ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΥΝ…


     «Τα πουλιά κάνουν γύρω από τη γη μια αλυσίδα. Όπου πας, σου υπενθυμίζουν τα ίδια πράγματα. Ο κούκος σού φωνάζει: “Σήκου! Σήκου!”, για να προσευχηθείς. Η δεκαοχτούρα μάς υπενθυμίζει: “Προσκυνητές! Προσκυνητές!”, για να μη ξεχνάμε ότι είμαστε μόνο περαστικοί προσκυνητές στη γη Του. Η δε κουρούνα, κράζει (στ’ Αγγλικά): “Pray! Pray!” (=“Προσευχήσου! Προσευχήσου!”)».

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ
(1897–1992)


※
[Γαβριηλίας μοναχής:
«Η ασκητική της αγάπης»,
κεφ. 5ο, απόφθ. 339, σελ. 385,
σειρά «Τάλαντο»,
εκδ. παραγωγή «Επτάλοφος»,
Νοέμβριος 199912.]
※







Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ


     Ο μεγαλόσχημος ιερομόναχος Νεκτάριος Τυχώνωφ (1853–1928), ήταν ο τελευταίος Στάρετς της Όπτινα που εκλέχθηκε από την αδελφότητα πριν η ιστορία της περίφημης αυτής Μονής διακοπεί βίαια από την επέλαση των αντίχριστων μπολσεβίκων. Σήκωσε τον σταυρό της ιερατικής και εξομολογητικής διακονίας του, κατά τη διάρκεια των χαλεπών καιρών για τη χώρα της Ρωσίας. Προικισμένος από τον Θεό με το προορατικό και το διορατικό χάρισμα, προείδε πολύ πριν την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο τις επερχόμενες θλίψεις και δυστυχίες του λαού, το μαρτυρικό θάνατο της τσαρικής οικογένειας, αλλά και πολλών πνευματικών του τέκνων. Μέσα σε όλα αυτά τα δεινά ο Στάρετς Νεκτάριος προείπε πως «ύστερα από χρόνια δοκιμασιών η Ρωσία θ’ αναστηθεί και θα ορθοποδήσει». Τότε, τον καιρό της μεγάλης δοκιμασίας της Ορθόδοξης Ρωσίας, αρκετοί μοναχοί και μοναχές κατέφυγαν στον Στάρετς· ανάμεσά τους ήταν και η νεαρή μοναχή Ταϊσία από το μοναστήρι του Κασίρσκι που βρισκόταν κοντά στη Μόσχα.
     Γράφει λοιπόν αυτή στο προσωπικό της ημερολόγιο τα εξής θαυμαστά:


     «Φεβρουάριος 1918. Πήγα να δω τον Γέροντα Νεκτάριο. Με δέχθηκε και μου δίδαξε την Προσευχή του Ιησού. Αισθανόμουν πως την ενστάλαξε μέσα στην καρδιά μου, γιατί η προσευχή ενεργούσε από μόνη της, χωρίς εγώ να καταβάλω προσπάθεια. Ένιωθα σαν να είχα πιάσει ένα πολύτιμο πουλί και φοβόμουν να το αφήσω να βγει έξω από την καρδιά μου, για να μη το χάσω. Ο Στάρετς με δέχθηκε μερικές φορές ακόμη και συνέχισε να με καθοδηγεί στην Προσευχή.«


     »Αύγουστος 1918. Μόλις ήρθα στον Γέροντα, με δέχθηκε αμέσως. Κάθισε στη θέση του στο τραπέζι και μ’ έβαλε γονατιστή δίπλα του. Τον ρώτησα αν οι μπολσεβίκοι θα διαλύσουν τα μοναστήρια και αν οι μοναχοί και οι μοναχές θα διασκορπιστούν.«
     »–Ναι, ευλογημένη μου, θα διασκορπιστούν! μου απάντησε. Τα μοναστήρια είναι τώρα σε μεγάλο κίνδυνο. Ακόμη και η Όπτινά μας είναι καταδικασμένη να κλείσει…«
     »Ερχόμουν κάθε μέρα στη χιμπάρκα (=ευρύχωρο, μεγάλο και άνετο διαμέρισμα, ρωσική σάλα υποδοχής) και καθισμένη σε μια γωνιά, έλεγα ακατάπαυστα την Ευχή του Ιησού, αισθανόμενη πως ο Στάρετς με καθοδηγούσε. Όταν έβγαινε να δώσει την ευλογία του σε όλους, μου έσφιγγε το χέρι και με κοίταζε με πολλή αγάπη. Αν είχα προσευχηθεί θερμά μέσα μου, τότε ήταν ακόμη πιο στοργικός μαζί μου.«


     »Μια φορά, λοιπόν, που άρχισα να προσεύχομαι με συντετριμμένη καρδιά, αφοσιώθηκα τόσο πολύ στην Ευχή, ώστε λησμόνησα ακόμη και την ύπαρξή μου. Ξαφνικά, αισθάνθηκα πως η ψυχή μου ήταν στα χέρια του Γέροντα και πως στεκόμαστε μαζί μπροστά στον Κύριο. Ναι, εγώ η ανάξια, έζησα αυτή την εμπειρία! Είδα ένα θαυμαστό φως κι ένιωσα πως ήμουν δεμένη σφιχτά με τον Γέροντα και πως αυτός ικέτευε τον Κύριο για μένα. Δεν τολμούσα να κοιτάξω προς το φως, αλλά ταπεινά, με φόβο, αισθανόμουν τη μηδαμινότητά μου και ικέτευα: “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή!”. Ένιωθα πως δεν ήμουν στη γη. Σε λίγο, ήρθα στον εαυτό μου με την Προσευχή στην καρδιά, γεμάτη χαρά και θαυμασμό. Κοίταξα τον Στάρετς. Ήταν κι αυτός χαρούμενος, ολόλαμπρος κι ευτυχισμένος. Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί έτσι! Ω, Θεέ μου, πόσο μεγάλος είναι ενώπιόν Σου ο Γέροντας! Δεν μου έδωσε τη δυνατότητα να του πω ούτε λέξη. Έφυγε γρήγορα, αφού με φίλησε στο μέτωπο. Μετά από αυτό, έλεγα αδιάκοπα την Προσευχή του Ιησού.«


     »Μιαν άλλη φορά που προσευχόμουν στην χιμπάρκα, ο Στάρετς βρισκόταν μέσα στο κελί του. Μου είχε πει πως θα με εξομολογήσει πριν φύγω. Προσευχήθηκα για αρκετή ώρα, τόσο, που θερμάνθηκα από την προσευχή κι άρχισα να ιδρώνω. Και να, καθώς καθόμουν με κλειστά τα μάτια, βλέπω τον Κύριο πάνω στο Σταυρό με ακάνθινο στεφάνι στο κεφάλι Του. Ο Γέροντας στεκόταν κοντά στο Σταυρό φορώντας το πετραχήλι του και με φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του. Εγώ τότε έπεσα στα πόδια του Κυρίου μας κι άρχισα να κλαίω. Έκλαιγα τόσο πικρά, ώστε τα δάκρυά μου έτρεχαν σαν ποτάμι από τα μάτια μου. Μετανοούσα μπροστά στον Κύριο για τις αμαρτίες μου και ικέτευα να με συγχωρέσει. Η καρδιά μου ήταν βαριά και θλιμμένη, γιατί είχα λυπήσει τον πληγωμένο Χριστό μας με τις αμαρτίες μου. Θεέ μου, πώς έκλαψα! Ο Γέροντας πλησίασε κι άκουγε τις αμαρτίες μου· ακόμη και κάποιες λησμονημένες αμαρτίες ήρθαν στην επιφάνεια. Τότε, έβαλε το πετραχήλι στο κεφάλι μου και συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου.«
     »Τα δάκρυά μου σταμάτησαν, αλλά δεν έπαψα να προσεύχομαι. Άρχισα νοερώς να ζητάω από τον Στάρετς να μου δείξει τον Παράδεισο. Βλέπω λοιπόν ολάνθιστους κήπους, μικρές γαλάζιες λίμνες, καταπράσινα δάση, ευωδιαστά λουλούδια· και, ψηλά στα ουράνια, οι Άγιοι του Θεού με ολόλευκες στολές.«
     »Έπειτα, του ζήτησα να μου δείξει την κόλαση και βλέπω βαθύ σκοτάδι, καυτή λάβα και φλόγες· εκεί μέσα αντίκρισα μαύρες φιγούρες με μάτια που γυάλιζαν σαν ηλεκτρικά και με μακριά νύχια. Τα μάτια τους ήταν καρφωμένα πάνω μου, μα δε φοβήθηκα…«
     »Κατόπιν, του ζήτησα να μου δείξει πού θα πήγαιναν οι αδελφές, όταν θα τις έδιωχναν από τα μοναστήρια. Είδα λοιπόν έξι-επτά μοναχές να καταφεύγουν μέσα στα δάση για να κρυφθούν.«


     »Μετά τον παρακάλεσα να μου δείξει τον φύλακα άγγελό μου. Και, να! Φανερώθηκε μπροστά μου ολόλαμπρος, μειλίχιος, λευκοφορεμένος, με γαλάζια φτερά, με ξανθούς βοστρύχους, με μεγάλη ταπείνωση στο πρόσωπό του, που όμως δεν θα μπορούσα για πολλή ώρα να το ατενίζω· τόσο λαμπερό ήταν! Άκουσα μια φωνή να μου λέει: “Όπου σε οδηγεί, εκεί να πηγαίνεις!...”.«
     »Τέλος, ρώτησα τον Γέροντα: “Μπάτουσκα, θα υπάρχει στο μέλλον τσάρος;”. Και τότε άκουσα σαν χτυπήματα σφυριού μέσα στο κεφάλι μου: “Αντίχριστος! Αντίχριστος! Αντίχριστος!” και αμέσως όλα τελείωσαν…«


     »Ω, ναι, κάτι παρέλειψα: Μέχρι τώρα έλεγα την Ευχή απλά, μα ο Στάρετς με δίδαξε να στέκομαι νοερά μπροστά στον Κύριο και να προσεύχομαι σ’ Αυτόν, χωρίς να έχω στο νου μου τίποτε άλλο, εκτός από τον Λυτρωτή και Σωτήρα μας, δηλαδή χωρίς να δέχομαι καμία άλλη σκέψη. Αν κάνω έτσι, αν δηλαδή έχω τη βεβαιότητα πως όταν προσεύχομαι είμαι μαζί με τον Κύριο, τότε αυτή η Προσευχή είναι θαυμαστή και καρποφόρα μέσα στη ψυχή μου».


     Μια άλλη μέρα η μοναχή Ταϊσία ρώτησε τον Στάρετς πού να πάνε, όταν οι μπολσεβίκοι τις διώξουν από το μοναστήρι τους. Κι εκείνος τη συμβούλευσε:
     –Εσύ, έλα εδώ για πάντα.
     Ενώ, λοιπόν, καθόταν στο αρχονταρίκι κι έλεγε την Ευχή του Ιησού επί τρεις ώρες, σύμφωνα με την εντολή του Στάρετς, είδε πως ο Γέροντας προσευχόταν στο κελί του. Έπειτα, αφού ολοκλήρωσε την προσευχή του, της έδωσε για ευλογία έξι δαμάσκηνα, με τα οποία προφανώς προφήτευσε τους έξι συνολικά μήνες που αυτή θα ζούσε στην Όπτινα. Και, πράγματι, στο τέλος του έκτου μήνα η μοναχή Ταϊσία αναπαύθηκε εν ειρήνη. Η προσευχή του Στάρετς Νεκταρίου τη γλύτωσε από τη φυλακή, την εξορία και άλλα βάσανα που δεν θα μπορούσε να αποφύγει και πιθανόν να μη μπορούσε και να αντέξει…




※
[«Ο όσιος Νεκτάριος,
ο τελευταίος μεγάλος Στάρετς της Όπτινα»,
μέρος β΄, κεφ. 2ο, σελ. 9, 158–162,
έκδοση Σταυροπηγιακής και Συνοδικής 
Ιεράς Μονής
Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου,
Κάλαμος Αττικής 20031.]
※









Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

ΑΛΕΞΙΟΣ, Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ

ΑΛΕΞΙΟΣ, Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ


     Όταν ήμασταν στην Νέα Σκήτη (από Σεπτέμβριο του 1953), ήλθε να μείνει για λίγο κοντά μας ένας νεαρός μοναχός, ο πατήρ Αλέξιος, ο οποίος ήταν δαιμονισμένος.
     Όταν ήταν στον κόσμο, δεκαοκτώ ετών παλικάρι, δούλευε στον θείο του, που ήταν καροποιός και έφτιαχνε κάρα, καρότσια, ρόδες και κανένα βαρέλι. Ήταν εργατικό παιδί, αλλά δεν γνώριζε και πολλά περί πνευματικής ζωής.


     Μια καλοκαιρινή μέρα, καθώς ήταν κουρασμένος, πήγε να κοιμηθεί πάνω σ’ ένα καρότσι. Από ’κει, λοιπόν, είδε μια μαύρη γάτα να πηγαίνει στην κουζίνα. Επειδή φοβήθηκε ότι θα τους φάει το φαγητό, έτρεξε να την διώξει. Δεν ήταν όμως γάτα· δαιμόνιο ήταν.
     Μισοκοιμισμένος όπως ήταν, σκόνταψε και χτύπησε το πόδι του και με το χτύπημα βλασφήμησε τον Θεό. Αυτό ακριβώς περίμενε και το δαιμόνιο, για να τον καταλάβει (=να τον κυριεύσει).
     Από τότε ο νεαρός είχε όλο κομμάρες, κούραση, αδιαθεσίες, νεύρα. Πήγε σε νευροψυχιάτρους, αλλά τίποτα. Του έκαναν σχετικές αγωγές με ηρεμιστικά, αλλά αυτός κάθε μέρα χειροτέρευε. Κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Άρχισε να απελπίζεται, γιατί δεν ήξερε τι να κάνει.


     Μια μέρα, άκουσε ευκρινώς μια φωνή να του λέει: «Πήγαινε στο Άγιον Όρος να γίνεις μοναχός!». Αλλά δεν είχε ιδέα, όχι μόνον πού βρίσκεται το Άγιον Όρος, αλλά καν τι είναι «μοναχός». Άρχισε λοιπόν να ρωτάει:
     –Τι είναι «μοναχός»; Τι είναι «Άγιον Όρος»;
     Ρώτησε από ’δω, ρώτησε από ’κει, έμαθε μερικά πράγματα και έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί, υποτάχθηκε σ’ ένα απλό γεροντάκι, τον Γερο–Χαράλαμπο, που ήταν τσαγκάρης. Έμεινε, λοιπόν, μαζί του και εκάρη μοναχός με το όνομα Αλέξιος. Μόλις όμως έγινε η κουρά του, φανερώθηκε για τα καλά το δαιμόνιο, που είχε την μορφή γυναίκας του δρόμου. Όταν τον έπιανε, άλλαζε η φωνή του και γινόταν φωνή μιας κοινής πόρνης, πράγμα βέβαια εντελώς αφύσικο. Στις κρίσεις του έβριζε χυδαία.


     Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (1898–1959), όταν πήγαμε στην Νέα Σκήτη, έμαθε για τον πατέρα Αλέξιο και θέλησε κάπως να τον βοηθήσει. Τι σοφίστηκε για να τον πλησιάσει; Επειδή εκεί ψηλά που έμενε ο Γέροντας Ιωσήφ δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, λέει στον αγιασμένο συνασκητή του, τον πατέρα Αρσένιο τον Σπηλαιώτη (1886–1983):
     –Πάτερ Αρσένιε, δεν φωνάζουμε εκείνον τον πατέρα Αλέξη να μας φτιάξει εκείνα τα βαρέλια;
     –Ναι, νά ’ναι ευλογημένο Γέροντα! Να τον φωνάξουμε.
     Τον φώναξαν, λοιπόν, και ήρθε να μείνει λίγο καιρό μαζί μας, μέχρι να φτιάξει τα βαρέλια. Ήρθε, λοιπόν, ο πατήρ Αλέξιος και τον έστειλε ο Γέροντας Ιωσήφ να μείνει κοντά μου, σ’ ένα παραδιπλανό ξεροκάλυβο. Στην ηλικία ήταν λίγο μεγαλύτερός μου. Εγώ εργαζόμουν μέσα στο εργαστήριο κάνοντας σφραγίδια (μικρές σκαλιστές σφραγίδες) κι εκείνος διόρθωνε τα βαρέλια απ’ έξω.


     Την τρίτη μέρα ήλθε μέσα και μου λέει:
     –Παπά, δεν μου μαθαίνεις κι εμένα να κάνω σφραγίδια; Αυτά τα βαρέλια που κάνω είναι βαριά δουλειά. Κι έχω αυτόν εδώ μέσα μου (λέγοντας έτσι, δεν ήθελε να ονομάσει τον δαίμονα που είχε μέσα του) που συνεχώς με καταρρακώνει.
     –Να σε μάθω, Αλέξη μου! Νά ’ναι ευλογημένο! Να, έτσι κι έτσι θα κάνεις. Τα εργαλεία είναι εδώ, τα ξύλα εκεί, τα δείγματα μπροστά σου. Σ’ αυτόν τον πάγκο θα εργάζεσαι. Μόνο που, καθώς βλέπεις εδώ στην συνοδεία, όλοι οι πατέρες δεν μιλούν, μόνο λένε συνεχώς την ευχή.
     Λέγοντας αυτά, ήθελα να αποφύγω όσο το δυνατόν την αργολογία (=τις περίσσιες, ανούσιες και μάταιες κουβέντες) στην προσευχή. Αλλά και κάτι άλλο μου γεννήθηκε στον νου εκείνη την στιγμή: «Άραγε, οι δαιμονισμένοι μπορούν να λέγουν την ευχή;».


     Πιάσαμε, λοιπόν, το εργόχειρο και την ευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Τι τα θέλεις; Δεν πέρασε ούτε λεπτό και άναψε μέσα του το δαιμόνιο. Κοκκίνισε, αγρίεψε! Ξαφνικά, δίνει μια κλωτσιά και –μπαααπ!– πάει η σφραγίδα, πάνε τα εργαλεία, πάει και το ξυράφι που μου το πέταξε πάνω μου. Πώς δεν μου πήρε τα δάχτυλα! Τι να κάνω; Αρπάζω τον Αλέξη, μην πέσει κάτω και χτυπήσει! Ενώ το δαιμόνιο, αλλάζοντας την φωνή του, άρχισε να φωνάζει, να αισχρολογεί, να απειλεί και να βρίζει.
     –Σκάσε, βρε κασίδη! Παύσε αυτό το μουρμουρητό! Τι λες τα ίδια λόγια συνέχεια; Παράτα αυτές τις λέξεις (δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»). Με ζάλισες! Καλά είμαι μέσα σου. Τι θέλεις και μ’ αναστατώνεις; Θα σε φάω! Θα σε κάνω κομμάτια! Θα σε ρημάξω!
     Εγώ, τον κρατούσα γερά να μη μου πέσει και το δαιμόνιο συνέχιζε:
     –Μπουρ, μπουρ, μπουρ! Σκάσεεεε! Τι το θέλεις αυτό το μουρμουρητό; Με ζάλισες! Θα σταματήσεις, ρε; Θα σταματήσεις;
     Μίσος με την ευχή, το δαιμόνιο. Και αφού τον παίδευσε για τα καλά, τον άφησε και ησύχασε.


     Συνήλθε ο πατήρ Αλέξιος, γύρισε στο κανονικό χρώμα του και μου λέει:
     –Είδες τι μου κάνει; Να, αυτά τραβώ συνέχεια.
     –Υπομονή, αδελφέ μου, υπομονή. Μη του δίνεις σημασία. Δεν είναι δικά σου αυτά για να στεναχωρείσαι. Μόνο εσύ φρόντιζε να λες την ευχή συνέχεια.

     Όταν σχολάσαμε από το εργόχειρό μας, πήραμε τους ντορβάδες μας και ξεκινήσαμε να πάμε προς τον Γέροντα Ιωσήφ, για να φάμε. Στον δρόμο, μου λέει ο πατήρ Αλέξιος:
     –Πώς κάνετε εσείς τις αγρυπνίες το βράδυ;
     –Εμείς, τώρα το καλοκαίρι, βγαίνουμε έξω με το κομποσχοίνι και κάνουμε τον κανόνα μας με την ευχή και με μετάνοιες, για ώρες.
     –Κι εγώ με το κομποσχοίνι την ευχή θα λέω, δεν θα ψέλνω, θα λέω κι εγώ προσευχή τώρα.
     –Να κάνεις κι εσύ έτσι, Αλέξη μου, του είπα.
     Λοιπόν, όταν ανεβαίναμε προς τον Γέροντα, πάνω στον ανήφορο, εγώ μπροστά, πίσω αυτός, τι μου λέει;
     –Παπά!... Ε, παπά!...
     –Έλα, Αλέξη.
     –Να κάνω καμιά ευχή και γι’ αυτόν που έχω μέσα μου, να τον ελεήσει ο Θεός;


     Ε, τι ήταν να το πει, ο ταλαίπωρος! Παρευθύς, τον πιάνει το δαιμόνιο, τον σηκώνει πάνω στον αέρα και τον βροντάει κάτω σαν χταπόδι! Τραντάχθηκε ο τόπος! Πάει ο ντουρβάς, πάει ο σκούφος, πάει το μπαστούνι, πάνε όλα. Και σπάραζε. Άλλαξε η φωνή του και άρχισε το δαιμόνιο να φωνάζει με φωνή γυναικός:
     –Σκάσε κασίδηηηη! Σκάσε, σου είπα! Τι είναι αυτά που λες; Τι, «έλεος»; Όχι, «έλεος»! Δεν θέλω έλεος! Όχι! Τι έκανα να ζητώ, εγώ, «έλεος»; Είναι άδικος ο Θεός! Για μια μικρή αμαρτία, για μια υπερηφάνεια με εξόρισε από την δόξα μου. Δεν φταίμε εμείς. Αυτός φταίει! Αυτός να μετανοήσει! Όχι, εμείς! Μακριά από «έλεος»!
     Τον έπιασα πάλι, μη χτυπηθεί πουθενά και σκοτωθεί. Τον παίδευσε πολύ το δαιμόνιο και τον έκανε ράκος. 
     Εγώ έφριξα από τα λεγόμενα του δαίμονος. Σε λίγα λεπτά κατάλαβα διά της πείρας, όσα θα μου ήταν αδύνατο να καταλάβω διαβάζοντας «Περί δαιμόνων» μέσα από χιλιάδες βιβλία.
     Μετά συνήλθε, του φόρεσα τον σκούφο και συνεχίσαμε τον δρόμο μας προς τον Γέροντα Ιωσήφ. Τελικά, φθάσαμε πάνω.


     Ο Γέροντας τον δεχόταν και του μιλούσε πάντοτε με πολλή αγάπη. Και ήταν πάντα ήρεμος μαζί του. Προσευχόταν πολύ για τους δαιμονισμένους, διότι γνώριζε τι μαρτύριο υπέμεναν αυτοί από τους δαίμονες. Και μας έλεγε: «Εάν εμείς, που τους έχουμε απ’ έξω, παιδευόμαστε τόσο από τους λογισμούς και τα πάθη, τι μαρτύριο υποφέρουν αυτοί οι δυστυχείς, που τους έχουν μέρα–νύχτα μέσα τους;». Και, κουνώντας το κεφάλι του λυπηρά, συμπλήρωνε: «Ίσως αυτοί να περνούν την κόλασή τους εδώ. Όμως, αλλοίμονο σ’ εκείνους, που δεν θα μετανοήσουν για να τους παιδεύει εύσπλαχνα ο Θεός, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην παρούσα ζωή».
     Και κατόπιν ανέφερε: «Εάν βλέπεις άνθρωπο ν’ αμαρτάνει φανερά και να μη μετανοεί και να μη του συμβαίνει κανένα λυπηρό στην παρούσα ζωή μέχρι την ώρα του θανάτου του, να γνωρίζεις ότι η εξέταση αυτού του ανθρώπου θα είναι χωρίς έλεος κατά την ώρα της Κρίσεως». Και με τα λόγια αυτά του Γέροντος Ιωσήφ, εμείς αρχίζαμε να βλέπουμε ολοένα και συμπαθέστερα τον πειραζόμενο αδελφό.


     Εγώ, μετά το γεύμα, γύρισα πίσω στο καλυβάκι μου και ξέχασα τον πατέρα Αλέξιο. Το βράδυ, λοιπόν, άρχισα την αγρυπνία μου έξω, κατά το σύνηθες. Ξαφνικά, από το διπλανό ξεροκάλυβο, άκουσα μια γυναίκα να φωνάζει. Ξαφνιάστηκα και αναρωτήθηκα μέσα μου: «Πώς ήρθε γυναίκα στο Άγιον Όρος; Μήπως ήρθε κανένα καΐκι;». Δεν ήταν «γυναίκα», όμως· ο πατήρ Αλέξιος ήταν!
     Στην βραδυνή ακολουθία δεν πήγε στην εκκλησία μαζί με τους πατέρες, αλλά έμεινε μόνος στην καλύβα με το κομποσχοίνι και φώναζε συνεχώς την ευχή. Και τον έπιασε το δαιμόνιο και τσίριζε με γυναικεία φωνή:
     –Σκάσεεεε! Σκάσε, σου είπα! Μ’ έσκασες! Τι κάθεσαι εδώ έξω και γυρίζεις τα βράχια και μουρμουρίζεις; «Μπουρ, μπουρ, μπουρ»! Πήγαινε μέσα μαζί με τους άλλους κι άφησε αυτό το μουρμουρητό! Πήγαινε να βοηθήσεις τον Γέροντά σου· που τον άφησες μόνο του, τον άνθρωπο, να διαβάζει! Δεν μπορεί να βγάλει την ακολουθία και μού ’πιασες το κομπολόι «μπουρ, μπουρ, μπουρ»! Τι λες και ξαναλές τα ίδια μέρα–νύχτα και δεν μ’ αφήνεις στιγμή να ησυχάσω; Με ζάλισες! Με ζεμάτισες! Με καις! Δεν το καταλαβαίνεις; (Το δαιμόνιο καιγόταν με το κομποσχοίνι· τον έκαιγε το όνομα του Ιησού Χριστού).
     Το πρωί, ήρθε ο πατήρ Αλέξιος και μου διηγήθηκε τι συνέβη το βράδυ. Του είπα κι εγώ τότε:
     –Το κομποσχοίνι, τον καίει; Ε, με το κομποσχοίνι συνέχισε κι εσύ!


     Και αφού έλαβε πείρα, πόσο η ευχή καίει τον δαίμονα, φώναζε ο πατήρ Αλέξιος:
     «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!
     »Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!
     »Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!».

     Κι εκεί που τριγύριζε τα βράχια λέγοντας ακατάπαυστα την ευχή, ξαφνικά, άλλαζε η φωνή του και άρχιζε ο δαίμων τα δικά του. Και όταν περνούσε η ώρα του πειρασμού, εκείνος πάλι έλεγε την ευχή με το κομποσχοίνι:
     «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!».


     Είχε καταλάβει πολύ καλά αυτό που ο διάβολος νόμιζε ότι δεν μπορεί να καταλάβει. Και, πραγματικά, ήταν πόνος ψυχής αλλά και μια ελπίδα, να τον βλέπεις να υποφέρει, ν’ αγωνίζεται, να υπομένει.
     Έμεινε καιρό μαζί μας και, αρκετά βελτιωμένος, έφυγε.
     Δεν τον ξαναείδαμε, όμως.
     Ο Θεός γνωρίζει τι απέγινε…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ



※
[(1) Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντάς μου,
ο Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,
μέρος 2ο, κεφ. ια΄, σελ. 408–413,
έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου,
Αριζόνας, USA 2008.
(2) Του ίδιου:
«Πατρικαί νουθεσίαι»,
κεφ. ιε΄, λόγος 1ος, σελ. 398–401,
έκδοσις Ιεράς Μονής Φιλοθέου,
Άγιον Όρος, 19984.
(3) Η σύνθεση
της υπότιτλης φωτογραφίας
είναι έργο της φίλης Φανής Άστα, 
την οποία ευχαριστώ
για την ευγενική συμβολή της.]
※