Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ ΣΤΑ ΜΝΗΜΑΤΑ

 ΑΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΠΟΝΟΣ ΣΤΑ ΜΝΗΜΑΤΑ


     Καλέστηκα να κάνω, πολύ πρόσφατα, ένα τρισάγιο στα μνήματα. Η φόρτιση ήταν ιδιαίτερη για μένα, διότι ο άνθρωπος μού ήταν στ’ αλήθεια ιδιαίτερα αγαπητός και μπορώ να πω ότι τον θυμάμαι ιδιαίτερα τόσο στην Προσκομιδή όσο και στην ιδιαίτερη ταπεινή προσευχή μου.

     Με καλώς συγκρατημένη τη συγκίνηση, μπόρεσα και είπα τα τροπάρια αργά, καθαρά, αισθαντικά. Μετά το «δι’ ευχών» του τρισαγίου, στο γυρισμό, θέλησα να πω, όπως πάντα, δυο κουβέντες στους συγγενείς του. Κυριολεκτικά, δυο κουβέντες από καρδιάς: «Όσο μπορείτε, να θυμάστε τους κεκοιμημένους συγγενείς σας. Αν τους αγαπάμε, αν λέμε ότι τους έχουμε μέσα στην καρδιά μας, τότε, είναι απαραίτητο, όσο μπορούμε, να τους θυμόμαστε και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς στον Χριστό· να τους αναπαύσει και να τους έχει κοντά Του. Επιτρέπει ο Θεός και νιώθουν οι άνθρωποί μας τις προσευχές μας γι’ αυτούς. Και η δική μας προσευχή είναι αυτό που ουσιαστικά χρειάζονται, αυτό που μετράει, αυτό που ευδοκεί ο Θεός να παίρνουν σαν εφόδιο μαζί τους, εκεί που βρίσκονται, όπως βρίσκονται». Αυτές ήταν, όλες κι όλες, οι κουβέντες μου.

     Μόλις έβαλα την τελεία σε τούτο το λόγο, άκουσα ευθύς αμέσως, εσπευσμένα, την κάθετη διαφωνία από μια συγγένισσα του κεκοιμημένου· κουβέντες που είχαν ένα αέρα μιας άσχημης απολυτοσύνης, από έναν άνθρωπο που, πρόδηλα, δεν κατάφερε ακόμη να ψηλαφίσει το μυστήριο: «Πάτερ, εγώ, διαφωνώ μαζί σας! Εγώ νομίζω και μόνο που σκέφτομαι την αδελφή μου (που πέθανε) αυτό φτάνει και είναι καλό και αρκετό και δεν χρειάζεται να προσεύχομαι όπως λέτε…».

     Απογοήτευση και αποκαρδίωση. Άρνηση και γείωση. Πειρασμός που δανείζεται άσκεφτα λόγια, για να πλήξει την πνευματική ωφέλεια. Ακόμη ένας ανούσιος λόγος που πλέει επιπόλαια στα κύματα της ακράτητης αντίδρασης αλλά και της μεγάλης άγνοιας. Η στρεβλή γνώση που έγινε υλικό αντίθεσης. Η σκυταλοδρομία της λίγης ή τυπικής πίστης των μετακατοχικών πάππων και γονέων που έγινε στο τώρα πρωτάθλημα στη λήθη και την απόρριψη κάθε θείου λόγου και νοήματος. Κάναμε το ουμανιστικό κενό μας κανόνα του κατά φαντασίαν αγαθού. Η αυτοπεποίθηση του υποκειμενισμού μας, έγινε φράγμα για την αλήθεια της ζωντανής πίστης. Αυτό που «πιστεύουμε» εμείς, αυτό είναι το μόνο «ορθό», το «πνευματικό» και το «ωφέλιμο». Αμ, δεν είναι!

     Πάμπολλες φορές, μιλάμε για να μιλάμε· διαφωνούμε για να διαφωνούμε· γεμίζουμε τον αέρα με λόγια χαμένα και ανούσια, λόγια αδιάφορα και τραγικά. Λόγια, που δεν έχουν καμία ουσία, καμία αξία, κανένα περιεχόμενο, καμία ισχύ, καμία δύναμη και καμία ωραιότητα. Ακόμη και σε φραστικό επίπεδο, «εκεί», εμείς: να επιδείξουμε όλη την αβιωμένη, άσαρκη, ανυπόστατη και απρόσφορη «πίστη» μας. Υφαίνουμε «διαφωνίες», για να σφυροκοπήσουμε κάθε πνευματικό λόγο που μας προσφέρεται εγκάρδια και καλόπιστα. Αδιάφοροι παντελώς για την ουσία των πραγμάτων της πνευματικής ζωής, σηκώνουμε εγκεφαλικό αγέρα μιας εγωικής αντιλογίας, για να επικροτήσουμε το λάθος, το μη σωστό, αυτό που δεν ισχύει, αυτό που δεν υφίσταται, αυτό που δεν υπάρχει, αυτό που δεν έχει χάρη και ευλογία.

     Η απάντησή μου, δόθηκε ακαριαία μεν, αλλά πραγματικά με πόνο ψυχής γι’ αυτή τη ψυχή που, τόσο βιάστηκε να τολμήσει να «διαφωνήσει» (όχι ασφαλώς σε μένα αλλά στην αλήθεια της εμπειρίας της εκκλησίας), αφού πρώτα προφανώς δεν διανοήθηκε ποτέ να υποψιαστεί την τεράστια άγνοια και αγνόηση που τρέφει μέσα της προς την υγιαίνουσα διδασκαλία (πρβλ. Τίτ. 2:1), η οποία εκφέρεται διά στόματος ενός ποιμένος…: «Καλή είναι η σκέψη, αλλά δεν είναι αρκετή, γιατί μας είναι λίγη και ανεπαρκής. Η Προσευχή, παιδί μου καλό, δεν έχει καμία σχέση με μια απλή σκέψη, δεν μπορεί να συγκριθεί μ’ ένα λογισμό και με μια νοσταλγική ενθύμηση των προσώπων που έχουν φύγει. Αυτό που μετράει «εκεί» δεν είναι ασφαλώς η σκέψη, αλλά η Προσευχή. Και αυτό ακριβώς είναι που θέλει από μας ο Χριστός: την Προσευχή. Και, ξέρεις γιατί; Γιατί η Προσευχή είναι ύψιστη πράξη Αγάπης. Δεν γίνεται να ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε κάποιο δικό μας κεκοιμημένο, αν πρώτα δεν προσευχόμαστε γι’ αυτόν, έστω και λίγο, όσο μπορούμε. Μη ξεχνάς, ότι η Εκκλησία, είναι Σύναξη, όχι τόσο «σκεπτόμενων» ανθρώπων, αλλά κυρίως βαθιά προσευχόμενων. Όλη η Εκκλησία μας, προσεύχεται διαρκώς για όλους και για όλα. Αυτό που περιμένουν διακαώς από μας, οι κεκοιμημένοι άνθρωποί μας, είναι η προσευχή μας· όχι η σκέψη και η αναπόλησή μας. Γιατί η Προσευχή είναι μέγα μυστήριο και είναι αυτή που σώζει και όχι η σκέψη του εγκεφάλου μας».

     Το θέμα έκλεισε εκεί. Μια άπλετη σιωπή σκέπασε την εξ αμφοτέρων διάσταση, όχι βέβαια «απόψεων», αλλά οπωσδήποτε «εμπειριών» και «καταστάσεων». Μια σιωπή ολοφάνερης αδιαφορίας από τη μεριά αυτής της νέας κοπέλας, σε ό,τι θέλησα με ποιμαντική αγάπη να της πω. Μια σιωπή αφανούς και αμάρτυρου ποιμαντικού πόνου, για τα όσα ανεδαφικά λόγια ισχυρογνωμοσύνης μπόρεσα ν’ ακούσω. Η κρίση, τελικά, είναι καθόλα πνευματική και αναφύεται όχι τόσο από τα τραπεζικά lobby αλλά από μέσα μας. Είναι απορίας άξιον πώς ενώ φαλιρίσαμε πνευματικά, μπορούμε παράλληλα να έχουμε τον επιζήμιο οίστρο να μιλάμε ανακριβώς και ανεμπειρικώς!... 

     Η πάλαι ποτέ ευσέβεια, έγινε πια ολιγοστή και τυπική ευσέβεια· η ολιγοστή ευσέβεια, έγινε θλιβερή απουσία μέθεξης και εμπειρίας· η απουσία μέθεξης και εμπειρίας, έγινε ατσάλινη αμφιβολία και άρνηση· η αμφιβολία και άρνηση, έγινε σθεναρή και αμετάπειστη απιστία· η απιστία, σκληροπυρηνικός κυνισμός και αλαζονεία σε όλα τα επίπεδα· ο κυνισμός και η αλαζονεία, αποστασία, αθεΐα, αγνωστικισμός, ειδωλολατρία, τρέλα και απώλεια.

     Άλλη μια στυφή περίσταση, που μου κομίζει επαναληπτικά το πικρό αλλά ρεαλιστικό συμπέρασμα: στο σύγχρονο σώμα της νεοελληνικής επικράτειας, η απιστία και η άγνοια, μοιάζουν σαν πυκνά και σουβλερά αγκάθια που έχουν απλωθεί παντού· μη πλανάσθε: είναι χερσωμένα
τα πάντα!

     «Ο άδικος ας συνεχίσει να αδικεί· ο ακάθαρτος ας συνεχίσει τα βδελυρά έργα του· ας συνεχίσει κι ο δίκαιος να κάνει το δίκαιο κι άγιος την αγιοσύνη του. Να, έρχομαι γρήγορα!...» (Αποκ. 22:11–12).


π. Δαμιανός








ΣΩΡΙΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΛΗΘΕΙΑ

ΣΩΡΙΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΛΗΘΕΙΑ


Έχω συναντήσει ανθρώπους, που το καθημερινό ψέμα τους είναι μεγαλύτερο από το μπόι τους. Όλο το σύνδρομο της ενδοδιαστροφής τους, υφαίνεται θαυμάσια: η υπεκφυγή, η ανακρίβεια, η ασάφεια και η αοριστολογία, η απόκρυψη ή η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, η κατηγορία και η συκοφάντηση, το κίβδηλο φρόνημα, όλ’ αυτά και μαζί μ’ αυτά άλλα πολλά, είναι κάτι παραπάνω από πάθη και έξεις: είναι πραγματική ρότα ζωής. Αλλά, τι ζωής! Το ψέμα, αργά ή γρήγορα όμως μετατρέπεται εσωτερικά σε αβάσταχτο κενό και σε ανυπόφορη θλίψη που κατατρύχει ψυχές, σκουριάζει το βίο και τοξικοποιεί τη συνείδηση. Και οι ψυχές, λυγισμένες απ’ όλη αυτή τη θλίψη, μένουν ν’ απορούν και μόνο ν’ απορούν. Σχεδόν καμιά τους όμως δεν έψαξε και δε βρήκε τη μελανή αιτία που κουρνιάζει μέσα τους. Ξέρετε, οι εχθροί είναι πάντα απ’ έξω και πέρα από μας· έξω από τα τείχη της ύπαρξης, εκτός των συνόρων του εαυτού μας. Και ο Θεός, επίσης, είναι πάντα «άδικος», που μας ξέχασε σε αυτό το καμίνι της ατέρμονης και ανεξήγητης θλίψης. Τα ασίγαστα «Γιατί;» δεν είναι απλά κάποιες φυσικές απορίες της αγωνίας μας, αλλά φορτσάτα αλλεπάλληλα κύματα αμείλικτων απωθήσεων που σωριάζουν με πάταγο την ισόβια και αθεράπευτη αναλήθεια μας· εμάς!...


π. Δαμιανός






ΠΡΟΣΕΥΧΗ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ


Χριστέ μου!
Δώσ’ μου το σθένος και τη δύναμη
να κρύβομαι από την αμαρτία,
που αμέτρητες φορές 
γυρεύει με πανουργία
να με βρει στη ζωή μου·
και την αέναη λαχτάρα
να ξετρυπώνομαι
όποτε ακούω και νιώθω
την αιώνια αγάπη Σου
να με ψάχνει πατρικά…

π. Δαμιανός







Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΓΓΥΤΗΤΑ Ή ΑΠΟΣΤΑΣΗ

ΕΓΓΥΤΗΤΑ Ή ΑΠΟΣΤΑΣΗ


     Κάποιες φορές είναι πραγματικά αναγκαίο για τον εαυτό μας, η αγάπη και η ανεμπάθεια που επιφυλάσσουμε ειλικρινά για κάποιους ανθρώπους, να εκφραστεί απαραίτητα με την απόσταση.
     Και αν διστάζουμε να κρατήσουμε εμπράκτως αυτή την απόσταση, είναι γιατί ακόμη εμείς δεν έχουμε καταλάβει πόσο αδιάκριτη, μάταια, ανωφελής και επιζήμια μπορεί να είναι, πρωτίστως για μας τους ίδιους, αυτή η δική μας εγγύτητα.
     Είναι αλήθεια πως τρέφουμε μέσα μας πολλές ανεδαφικές και εμμονικές ιδέες για την αγάπη· η οποία, δεν έχει ανάγκη μόνο από την έμπνευση και τη δοτικότητα, αλλά επίσης και από τη διάκριση, τη σοφία, την απόσταση και την αυτοπροστασία της καρδιάς μας. Ει δ’ άλλως τα κύματα των ενοχών θα σπαράζουν συνεχώς τη βούληση και τις αποφάσεις που πρέπει οπωσδήποτε να πάρουμε.
     Πείτε μου ότι δεν το έχετε ζήσει όλο αυτό!
     Πείτε μου ότι δεν έχετε ανάγκη να σας το υπενθυμίσει κάποιος!
     Να σας πω κι εγώ πόσο ανάγκη έχω να το ακού(σ)ω, πρώτος και καλύτερος απ’ όλους σας!

π. Δαμιανός








Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ


     «Ο χριστιανός δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αφού διαμορφώνεται τόσο από τη φύση όσο και από τη χάρη. Πρέπει να διευκρινίσω όμως, ότι από τους χριστιανούς δεν σώζονται όλοι. Σώζονται, μπαίνουν δηλαδή στην αιώνια βασιλεία του Θεού, μόνο εκείνοι στους οποίους ενοικεί η χάρη, διαποτίζοντάς τους ολοκληρωτικά, μεταμορφώνοντας, θα έλεγα, σύνολη τη φύση τους.
     Πρόσεξε τι λέει ο Κύριος! Λέει πως “η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με προζύμι, που το πήρε μια γυναίκα και το ανακάτεψε μ’ ένα σακί αλεύρι, ώσπου ζυμώθηκε όλο” (βλ. Ματθ. 13:33). Το ζυμάρι δεν φουσκώνει αμέσως μόλις ανακατωθεί με το προζύμι. Φουσκώνει στην ώρα του, αφού πρώτα το προζύμι διεισδύσει και απλωθεί σιγά–σιγά μέσα του. Το ψωμί που γίνεται έτσι, είναι ανάλαφρο, ευωδιαστό, νόστιμο. Το ίδιο συμβαίνει και με τη χάρη. Όταν ενώνεται με τη φύση μας, στο άγιο Βάπτισμα, δεν τη διαποτίζει αμέσως. Απλώνεται σιγά–σιγά. Και όταν η χάρη απλωθεί παντού, όταν σύνολη η φύση μας χαριτωθεί, τότε, όλα όσα κάνουμε, παίρνουν έναν άλλο χαρακτήρα. Τότε οι ενέργειές μας, μολονότι φαινομενικά είναι οι ίδιες με άλλες όμοιες οποιουδήποτε ανθρώπου, αποκτούν ένα ιδιαίτερο άρωμα, μιαν ιδιαίτερη γεύση, έναν ιδιαίτερο ήχο. Ο Θεός δέχεται μόνο αυτές τις ενέργειες, που Του είναι εξαιρετικά ευάρεστες.


     Θα κάνω άλλη μια παρομοίωση, για να εξηγήσω το πώς η χάρη, όταν της δίνονται περιθώρια να ενεργήσει, αφού διαποτίσει σύνολη τη φύση μας, γίνεται και εξωτερικά ορατή σε όλους όσοι είναι ικανοί να τη δουν. Η χάρη, λοιπόν, μοιάζει με τη φωτιά, που διεισδύει στο σίδερο. Δεν είναι μόνο μέσα στο σίδερο, μα και στο εξωτερικό του. Την πύρινη δύναμή της τη βλέπει ο καθένας. Έτσι συμβαίνει και με τη χάρη, όταν εισχωρήσει στη φύση μας: Γίνεται αντιληπτή απ’ όλους.
     Όλοι όσοι έρχονται σε επαφή μ’ έναν θεοχαρίτωτο άνθρωπο, αισθάνονται ότι αυτός έχει μιαν ασυνήθιστη δύναμη, που εκδηλώνεται ποικιλότροπα. Όταν αρχίζει να μιλάει για οτιδήποτε πνευματικό, λάμπει σαν τον μεσημεριάτικο ήλιο, και τα λόγια του πηγαίνουν κατευθείαν στην ψυχή του ακροατή, διαμορφώνοντας μέσα του με αυθεντία ανάγλυφα αισθήματα και διαθέσεις. Μα κι όταν ακόμα δεν μιλάει, εκπέμπει μια θερμότητα, που επηρεάζει τα πάντα γύρω του, και μια παράξενη δύναμη, που επενεργεί στις ψυχές και τους εμπνέει προθυμία για πνευματικό αγώνα.
     Παίρνουμε τη χάρη του Θεού στη νηπιακή μας ηλικία με το άγιο Βάπτισμα. Από την ώρα εκείνη η χάρη αρχίζει να ενεργεί μέσα μας, με την προοπτική και την ελπίδα ότι, μετά την ενηλικίωση και ωρίμανσή μας, θα αναλάβουμε αυτόβουλα και πρόθυμα τον αγώνα για τη σωτηρία μας».

ΟΣΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ
(1815–1894)


※
[Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο δρόμος της ζωής
(γράμματα σε μια ψυχή)»
επιστ. 26η, σελ. 114–115,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, Ιανουάριος 20083.]
※






ΣΚΙΕΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ...

ΣΚΙΕΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ...


Όλες
οι βασανιστικές μας σκιές
δραπετεύουν,
όταν η Προσευχή
γίνει ο ειρηνικός ένοικος
της ανήσυχης καρδιάς μας…

π. Δαμιανός






ΤΑΠΕΙΝΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΗ ΖΩΗ, ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ!

ΤΑΠΕΙΝΗ ΚΑΙ ΗΣΥΧΗ ΖΩΗ,
ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ!


«Ταπεινή και ήσυχη ζωή, θα πει αληθινή ζωή. Όποιος ζει μακριά από την ταραχή του κόσμου κι από τις διάφορες έγνοιες που φορτώνουνται οι άνθρωποι για να ζαλίζουνται, με την ιδέα πως χαίρουνται τη ζωή, αυτός λοιπόν που ζει αποτραβηγμένος με μια μικρή κι αγαπημένη συντροφιά, αυτός κατά την ιδέα μου, ζει αληθινά. Είναι σαν τον άνθρωπο που περπατά σιγά-σιγά και περιεργάζεται και φχαριστιέται από όσα βλέπει στον δρόμο του, σταματά όποτε θέλει, συλλογίζεται, δεν βιάζεται, ενώ οι άνθρωποι που ζούνε με πολλές σκοτούρες και φασαρίες, έχοντας την ιδέα πως αυτή είναι η πνευματική ζωή, που τη λένε και “έντονη, γεμάτη, δημιουργική” και μ’ άλλα τέτοια τρανταχτερά ονόματα, αυτοί λοιπόν μοιάζουνε με κείνον που τρέχει γρήγορα μ’ ένα αυτοκίνητο, και δεν προφταίνει να δει τίποτα, κι έτσι δεν νοιώθει τίποτα, δεν αισθάνεται τίποτα, δεν φέρνει στο νου του τίποτα».

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)


※
[Φώτη Κόντογλου:
Έργα Στ΄ – «Μυστικά Άνθη»,
σελ. 206,
εκδοτικός οίκος «Αστήρ»,
Αθήνα, Σεπτέμβριος 19924.]
※






ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ


Ο άνθρωπος
που «έκλεισε»
μέσα στην επώδυνη
και πικρή μοναξιά του
το Θεό,
έχει πάψει αυτόχρημα
να είναι μόνος και ευάλωτος.
Και ποιον δεν ανόρθωσε
και δεν στερέωσε
η καρδιακή κοινωνία
με τον Φίλο;…

π. Δαμιανός








Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΝΑΣ ΣΕΒΑΣΜΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…

ΕΝΑΣ ΣΕΒΑΣΜΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΘΥΜΑΤΑΙ…


1. Η παρηγοριά της θείας αγάπης·
η παναρμόνια χορωδία, η υπερκόσμια μελωδία
     
     –Σεπτέμβριος 1938.
     Η ζωή μου, πια, μέσα στην καλύβη μας (στην Καλύβη του Γενεσίου της Θεοτόκου, από τη Σκήτη της Αγίας Άννης – Αγίου Όρους), κυλούσε ήσυχα, κάτω από την ευλογία του Θεού και την ευχή του σεβαστού μου Γέροντα Γρηγορίου. Όλα εκεί, ένοιωθα πως είχαν μεγάλη συγγένεια με τη ψυχή μου, η οποία τ’ αγκάλιαζε με πολλή λαχτάρα. Η προσωπικότητα του κάθε αδελφού ασκούσε επάνω μου την ευεργετική της επίδραση. Κάθε κίνηση, κάθε λόγος, κάθε εκδήλωσή τους, σημάδευε την πορεία της καινούργιας μου ζωής. Αγωνιζόμουν κι εγώ, όσο μπορούσα, να τους παρακολουθώ στους σκληρούς τους αγώνες.


     Ήμουν αρχάριος ακόμη. Ο Γέροντας κάθε βράδυ δεχόταν τους λογισμούς μου και παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον τις ψυχικές μου καταστάσεις. Έκανα τα πρώτα μου βήματα στη μοναχική ζωή. Χρειαζόμουν καθημερινό στήριγμα. Το κελί μου ήταν δίπλα στου Γέροντα. Εκείνος συνήθιζε μετά το απόδειπνο να μελετά. Πολλές φορές, όταν συναντούσε κάποια περικοπή που θα με οικοδομούσε, με φώναζε.
     Θυμάμαι μια τέτοια περίπτωση. Όταν με κάλεσε, τον βρήκα απορροφημένο στη μελέτη. Περίμενα λίγο όρθιος, έως ότου μου ένευσε να καθίσω.
     –Άκουσε κι εσύ, παιδί μου, τι διαβάζω. Ίσως να μην το έχεις συναντήσει ή, αν το συνάντησες, να μην του έδωσες την πρέπουσα προσοχή.
     Μου ανέγνωσε, λοιπόν, ένα ωραιότατο απόσπασμα από το βίο του Αγίου Ανδρέου του διά Χριστόν Σαλού (=Τρελού). Εκεί, ο Άγιος περιγράφει πώς είδε τον Παράδεισο, όταν μια χειμωνιάτικη νύχτα, που τον είχε σκεπάσει το χιόνι, ηρπάγη πνευματικώς από τον παρόντα κόσμο στη χώρα του Φωτός. Στην περικοπή αυτή, ο Άγιος, προσπαθεί με ανθρώπινες λέξεις να περιγράψει τα απερίγραπτα και με παραστάσεις της παρούσης ζωής να δώσει μια εικόνα της μέλλουσας (σχετικά βλ. «Όσιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν σαλός», μτφρ. μοναχού Ισαάκ, κεφ. 9ο–10ο, σελ. 46–57, έκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, 19895).


     Τον Γέροντα, τόσο τον είχε συγκινήσει, τόσο τον είχε συνεπάρει εκείνη η περιγραφή, ώστε κάποια στιγμή διέκοψε την ανάγνωση, έκλεισε το βιβλίο, έμεινε για λίγο άφωνος και, σκουπίζοντας συνεχώς τα δάκρυά του, μου είπε:
     –Σκέψου, παιδί μου, τι πράγματα μάς περιμένουν! «Όσα δεν είδε το ανθρώπινο μάτι κι όσα το αυτί του ανθρώπου δεν άκουσε κι όλα όσα δεν ανέβηκαν μες στην καρδιά του ανθρώπου» (βλ. Α΄ Κορ. 2:9). Τι ζωή θα ζήσουμε στον Ουρανό! Τι θα δούμε! Τι θ’ ακούσουμε! Τι θα γευθούμε! Κι όμως, πόσο μικρή κι ασήμαντη είναι η προσπάθειά μας για την κατάκτησή του!
     Μη χάσεις ποτέ στη ζωή σου τον προσανατολισμό αυτό: Ό,τι λες, ό,τι πράττεις, ό,τι σκέφτεσαι, να το μετράς με το μέτρο της αιωνιότητας. Μη λιποψυχήσεις ποτέ, μη δειλιάσεις εμπρός στον ανήφορο, στους κόπους και τους ιδρώτες της αφιέρωσής σου. Πρέπει να δώσεις πολλά, να τα δώσεις όλα, ό,τι έχεις και δεν έχεις, για να εξαγοράσεις, σαν καλός έμπορος, τον «Πολύτιμο Μαργαρίτη» (βλ. Ματθ. 13:45–46), τη Βασιλεία των Ουρανών.
     Με τα λόγια αυτά ο Γέροντας δυνάμωσε τη θέλησή μου, ανύψωσε το φρόνημά μου και, αφού βεβαιώθηκε γι’ αυτό, μ’ έστειλε ν’ αναπαυθώ στο κελί μου…


     Ήταν μια νύχτα χειμωνιάτικη (του 1938), με βροχή και αέρα. Όλοι οι Πατέρες ησύχαζαν· αλλά εγώ, πού να κλείσω μάτι! Ο Άγιος Ανδρέας, ο διά Χριστόν Σαλός, μου είχε διεγείρει το νου. Στο μυαλό μου, στριφογύριζαν οι σκέψεις του Γέροντα, τα δάκρυά του, ο πόθος τ’ Ουρανού, τα εμπόδια, ο αδυσώπητος αγώνας με τα πάθη και το διάβολο, η ακάνθινη πορεία προς την επουράνια Ιερουσαλήμ, οι αδελφοί μου, η Σκήτη μας, το Άγιον Όρος, η στρατευομένη και η θριαμβεύουσα Εκκλησία μας, η αιωνιότητα…
     Περνούσαν οι ώρες και δεν κατόρθωνα να κοιμηθώ. Κοίταζα από το παράθυρό μου ολόκληρη τη Σκήτη μας, που ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι. «Εδώ», σκεφτόμουν, «είναι η πρώτη γραμμή της μάχης με τους νοερούς εχθρούς». Εγώ ήμουν νεοσύλλεκτος. Μόλις ξεκινούσα. Θα έφθανα, άραγε, στο τέρμα; Θα έφθανα στη νίκη, την οποία ονειρεύτηκα από μικρό παιδί; Μερικοί δισταγμοί ξεπρόβαλαν μέσα μου. Οι γνήσιοι μοναχοί έδωσαν αίμα και έλαβαν Πνεύμα. Θα κατορθώσω να κάνω κι εγώ το ίδιο;
     Δεν ξέρω, πόσο διήρκεσε η πάλη εκείνη των λογισμών. Πάλη συνηθισμένη, μέσα στο πρόγραμμα του ασκητικού αγώνα. Πάλη που σταμάτησε όμως, όταν η καρδιά μου αφέθηκε με εμπιστοσύνη στο έλεος του Κυρίου, με την αδιάλειπτη επίκληση του ονόματός Του:
     –Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!...


     Ένοιωσα πως με πήρε ένας ελαφρός ύπνος, χωρίς να είμαι βέβαιος γι’ αυτό, όταν μέσα στην απέραντη σιγή της νύχτας, άκουσα μια παναρμόνια χορωδία να ψάλλει πολύ γλυκά και πολύ πανηγυρικά τον Ειρμό (της 8ης Ωδής του Παρακλητικού Κανόνα προς την Κυρία Θεοτόκο): «Τὸν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν, ὃν ὑμνοῦσι στρατιαὶ τῶν ἀγγέλων, ὑμνεῖτε…» (=«Τον Βασιλιά των ουρανών, που υμνούνε οι στρατιές των αγγέλων, να Τον υμνείτε κι εσείς…»). Πετάχτηκα όρθιος από το κρεβάτι μου, γεμάτος έκσταση και άρρητη αγαλλίαση. Τι μεγαλείο, Θεέ μου, ήταν εκείνος ο ύμνος, εκείνες οι ουράνιες φωνές! Δυσκολεύτηκα στην αρχή να προσανατολισθώ, να πιστεύσω ότι βρισκόμουν στο κελί μου. Χωρίς να το καταλάβω, ξαφνικά, αναλύθηκα σε δάκρυα κατανύξεως και χαράς. Το πρωί, μετά την ακολουθία, έτρεξα αμέσως στον Γέροντα και του ανέφερα το γεγονός.
     –Η μόνη εξήγηση, την οποία μπορώ να δώσω, μου απάντησε ο Γέροντας, είναι η επίδραση από τα όσα διαβάσαμε χθες για τον Άγιο Ανδρέα.
     Τον ευχαρίστησα κι ασχολήθηκα με τα συνήθη μου διακονήματα. Όμως, για πολύ καιρό, αντηχούσε στ’ αυτιά μου και γλύκαινε την καρδιά μου εκείνη η υπερκόσμια μελωδία, έστω κι αν αυτή είχε υπόβαθρο υποκειμενικό…


2. Η γοερή κραυγή ενός πειρασμού:
«Γιώργο!... Γιώργο!...»


     …Παρακολουθούσα και μάθαινα το δόλο και τα τεχνάσματα στο νοερό και αόρατο πόλεμο, που χρησιμοποιούσε ο νοητός «Αμαλήκ» (πρβλ. Έξοδ. 17:10–13) –ο παγκάκιστος σατανάς ο εχθρός μας– και θυμόμουν τον Άγιο Αντώνιο. «Είδε», λέει, «τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη και θαύμασε»… (σχετικά βλ. «Ο Μέγας Αντώνιος», μέρος β΄, απόφθ. ζ΄, σελ. 159, εκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσ/νίκη 19986).


     Κανένας μοναχός δεν μένει έξω από τον πόλεμο αυτό. Επομένως, δεν έμεινα ούτε κι εγώ. Πολλές φορές, ο πόλεμος για τον αποχωρισμό της μητέρας μου ήταν αδυσώπητος, διότι δεν είχα ούτε αδελφό ούτε αδελφή· και τον πατέρα μου δεν πρόφθασα να τον γνωρίσω. Ήμουν σχεδόν «κοιλάρφανος», όπως συνηθίζουν να λένε στα μέρη μας. Εν τούτοις, με τη Χάρη του Θεού και την ευχή του Γέροντά μου, κανένας πειρασμός δεν πέτυχε να με μετακινήσει, κανένας λογισμός δεν κατόρθωσε να με κάμψει, ούτε καν να παραμείνει μέσα μου και να ανακόψει την πορεία μου. Ο εχθρός, όμως, δεν κατέθετε τα όπλα…


     Ήταν, θυμάμαι, άνοιξη (του 1939). Ένα απόγευμα καθόμουν στο κελί μου και μελετούσα, όταν άκουσα κάτω από το παράθυρό μου, ίδια και απαράλλακτη, τη φωνή της μητέρας μου: «Γιώργο!... Γιώργο!...». Εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα ένα δυνατό ρίγος να διαπερνά το σώμα μου ολόκληρο. Αυτόματα, άνοιξα το παράθυρο και κοίταξα έξω, χωρίς να σκεφτώ ότι η παρουσία της μητέρας μου στο Όρος ήταν φυσιολογικά αδύνατη. Αναστατωμένος, έτρεξα στον Γέροντα και του διηγήθηκα την περίπτωση. Κατάπληκτος κι εκείνος, άφησε να του ξεφύγουν από το στόμα τα, αξέχαστα για μένα, λόγια:
     –Κακούργε διάβολε! Κι αυτό ακόμη το μέσο χρησιμοποίησες για να πολεμήσεις τον αρχάριο μοναχό; Πήγαινε, παιδί μου, στο δωμάτιό σου αμέσως και πες τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας…


     Καθ’ όλο το διάστημα της παραμονής μου στο Άγιον Όρος, εκείνες οι στιγμές, μετά τη δαιμονική αυτή επίθεση, ήταν ίσως για μένα οι δυσκολότερες. Ενώ έλεγα τους Χαιρετισμούς και προσπαθούσα να παρακολουθώ τα βαθιά και ουράνια νοήματά τους γύρω από τη Θεία Ενανθρώπιση, στ’ αυτιά μου συνεχώς αντηχούσε η φωνή της μητέρας μου: «Γιώργο!... Γιώργο!...». Τελείωσε αυτή η αιματηρή προσευχή και ξαναπήγα στον Γέροντα να τον ενημερώσω.
     –Καλά, μη δειλιάζεις! Το βράδυ, όλοι οι αδελφοί, θα «τραβήξουν» ένα κομποσχοίνι, να σε βοηθήσει ο Θεός. Αναγνωρίζω κι εγώ, πως ήταν μια από τις πιο ύπουλες επιθέσεις εναντίον σου…
     Συνήθιζε πάντοτε ο Γέροντας, στη συνεργασία με τους υποτακτικούς του, να σταθμίζει τα πράγματα με απόλυτη ακρίβεια και να μην παρατρέχει την πραγματικότητα του ειδικού αγώνα κάθε υποτακτικού του, για λόγους τάχα παιδαγωγικούς. Ήταν διακριτικός και αντικειμενικός. Κι αυτό μας έδινε πολύ θάρρος.


     Είχε περάσει αρκετός καιρός, όταν έλαβε μια επιστολή από τη μητέρα μου, η οποία ανέφερε πως το ίδιο εκείνο απόγευμα –κατά τους υπολογισμούς που κάναμε– άκουσε τη φωνή μου στην εξώθυρα του πατρικού μου σπιτιού: «Μητέρα!... Μητέρα!...». Έντρομη και ξαφνιασμένη, βγήκε κάτω στην αυλή, νομίζοντας ότι επέστρεψα απ’ τ’ Άγιον Όρος. Όταν όμως δεν είδε κανέναν, δεν μπορούσε να εξηγήσει το γεγονός και, κλαίγοντας, μπήκε πάλι μέσα στο σπίτι. Ζητούσε, λοιπόν, να της δοθεί μια εξήγηση στο πρόβλημά της. Την επιστολή της, ο Γέροντας, την διάβασε ενώπιον της αδελφότητας και μείναμε όλοι κατάπληκτοι με τα τεχνάσματα του διαβόλου. Πώς δηλαδή κάνει το παν, για να εμποδίσει μια ψυχή να αφιερωθεί στον Θεό.
     «Είναι διηνεκής, ετούτος ο πόλεμος·
     γι’ αυτό κι είναι συνεχής η ανάγκη
     οι στρατιώτες του Χριστού
     να φέρουν πάνω τους τα όπλα τους,
     μια κι έχουμε να κάνουμε
     μ’ εχθρούς πού ’ναι άσαρκοι»
     (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος).


ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ
(1920–1979)




※
[Αρχιμ. Χερουβείμ:
«Από το Περιβόλι της Παναγίας
Νοσταλγικές αναμνήσεις»
κεφ. 6ο και 7ο, σελ. 89–92 και 108–111,
έκδοσις Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής 20007.]
※








ΕΥΤΥΧΙΑ & ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ

ΕΥΤΥΧΙΑ & ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ


     Όλες οι θεοδώρητες ισορροπίες και οι συνιστώσες των εμπειριών για μια απτή ψυχοσωματική ισορρόπηση βρίσκονται πραγματικά και αυθεντικά στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα, καθώς και στα τόσα ανεκδιήγητα μυστήριά της που κατακλύζουν ευγενικά τη στράτα του ανθρώπου.
     Υπέρτατη αρετή σε αυτήν την Πνευματικότητα είναι η διάκριση, παρά η άχαρη, ασπόνδυλη και τρυφηλή αγάπη που προτιμούν τυφλά οι μάζες. Πάντοτε προτιμητέα η πολύσοφη εγκράτεια, από τη δαιμονική και σκληρή αποχή. Η απλότητα και η ειρήνη των λογισμών, από την ταραχοποιό κατάκριση και επίκριση. Το εγκάρδιο έλεος, παρά η αυτοδικαιωτική θυσία. Τα σπλάχνα και οι οικτιρμοί, από την άσπονδη συζήτηση, την ακαδημαϊκή στείρα θεολογία ή τη στυφάδα της θρησκοληψίας. Η προσέγγιση και το πλησίασμα του αδελφού, από το μωροζηλωτικό αφορισμό και το θυμώδες ακράτητο φευγιό. Η ολόθυμη συγκατάβαση και συγχώρεση, από τον πιο θαυμαστό ασκητικό κόπο. Το πρόσωπο και η ανεκτίμητη αξία του, παρά το εντυπωσιακό πλην όμως μισάνθρωπο σύστημα που το λικνίζει θανάσιμα. Η καρδιά, ο πόνος και ο αγώνας του ανθρώπου, από τους όποιους θρησκευτικούς θεσμούς που υπόσχονται ή επιβάλλουν μια αβιώσιμη σωτηρία δίκην συνταγής ή φαρμάκου.
     Κάθε έλλειψη ή υπερβολή, βρίσκουν το αμετάθετο όριο ή το βέβαιο αφανισμό τους στην Ορθόδοξη Πνευματικότητα· σ’ αυτή που, εκ των πραγμάτων και των βιωμάτων, είναι η μέση και βασιλική οδός: εκεί όπου βαδίζει ο φιλάνθρωπος Θεός αντάμα με το φιλόθεο άνθρωπο· εκεί όπου δε λειώνει κανένα φιλότιμο και δε σπαράζει καμιά ελευθερία· εκεί όπου βιώνεται η Χάρη μακριά από χειροκροτήματα, αναγνωρισιμότητες, θωπείες, κολακείες, κηρύγματα, κραυγές, ελέγχους και εξουθενώσεις.
     Εκτός από κάτι χαζοπούλια της κενοδοξίας, της ελαφρότητας και της απροσεξίας (είτε κληρικοί είναι αυτοί είτε λαϊκοί, δεν έχει καν σημασία!), κανένας ορθόδοξος πατέρας ή ορθόδοξη μητέρα δεν αναφέρθηκε ποτέ σοβαρά και υπεύθυνα σε «ευτυχία»· η 
«ευτυχία» που είναι σταθερά το όπιο των αθεολόγητων και η ουτοπία αυτοβασανισμένων ανθρώπων, αλλά οπωσδήποτε αναφέρθηκε στην κατά Θεό και κατά Χάρη  π λ η ρ ό τ η τ α,  που πρώτος ή πρώτη εβίωσε, και η οποία πληρότητα είναι ασφαλώς το μοναδικό και ανεξίτηλο, το πιο ρεαλιστικό στοίχημα της καρδιάς που δεν έπαψε, όσο αυτή πάλλεται πάνω σε τούτη τη γη, να διψά και να λαχταρά ειλικρινά για το Θεό. Η «ευτυχία» θα έλεγα πως είναι ο πιο αδόκιμος θεολογικά όρος και συνάμα ο πιο ανεδαφικός χαρακτηρισμός που θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιήσει ένας πιστός, υποτίθεται, ορθόδοξος χριστιανός (κληρικός ή λαϊκός, δεν έχει σημασία!)· γιατί απλά «ευτυχία» είναι ουσιαστικά καθόλα ανύπαρκτη επί των εγκοσμίων πραγμάτων. Και, αν αυτή «υπάρχει», υπάρχει μονάχα ως πειρασμός φιλοκοσμίας για το ευδαιμονικό πνεύμα μας.
     Ας δούμε λίγο –επιτέλους!– αυτή την τόσο σημαντική και εκπληκτική διαφορά ανάμεσα στην «ευτυχία» και την «πληρότητα»· η οποία, από πολλές πλευρές και μεριές, είναι (και θα είναι!) χαοτική και αγεφύρωτη, επειδή ακριβώς είναι διαφορά ειδοποιός!... 


π. Δαμιανός






ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ!

ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ!


Αδελφέ μου πικραμένε, πώς με τα γραμμένα
λόγια την πληγή σου να σκεπάσω;
Μόνος σου αν θες σ’ Εκείνον σήκωσε τα μάτια,
κ’ ύστερα σκύψε –όχι μόνος– στο σταυρό σου…

Π. Β. ΠΑΣΧΟΣ



※
[Π. Β. Πάσχου:
«Πικρό Ψαλτήρι»
μέρος γ΄, σελ. 73,
εκδόσεις «Ακρίτας»,
Αθήνα, Οκτώβριος 1983.]
※







Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ


Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.

Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.

Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.

Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.

Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.

Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».

Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.