Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 13 Μαΐου 2014

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ, ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ...

ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ,
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΤΑΞΙΔΙΑ...

     Τον τελευταίο καιρό πριν αναχωρήσει για την Άνω Ιερουσαλήμ ο μακαριστός Γέροντας Αμβρόσιος Λάζαρης (1912–2006), ο διορατικός Πνευματικός της Μονής Δαδίου, κάποιοι νόμιζαν ότι κοιμάται ή ότι είναι εκτός εγκεφαλικής λειτουργίας. Ο ίδιος, όμως, ήταν απλώς εκτός σώματος. Η ψυχή του, ταξίδευε. Έβγαινε έξω από το σώμα και έβλεπε και περιέγραφε καταστάσεις που συνέβαιναν αλλού. Τουλάχιστον έβλεπε, γιατί δεν μιλούσε πάντοτε σχετικά με το τί έκανε εκεί, αν δηλαδή συγχρόνως τα ζούσε ή και συμμετείχε με κάποιον τρόπο.

     Μιαν άλλη φορά, έγινε ο διάλογος που ακολουθεί. Τον ρώτησε η Γερόντισσα:
     –Όταν ήμαστε εδώ, μέσα στην προσευχή, μόλις τελείωσε το Απόδειπνο και πήραμε ευχή, από εκείνη την ώρα, ούτε άκουγες ούτε μιλούσες. Λέω: «Γέροντα, γιατί είσαι έτσι; Μήπως σε πονάει το κεφάλι; Μήπως σε πονάει το μάτι, η κοιλιά; Πού ήσουν εκείνη την ώρα;».
     –Είχα φύγει. Δεν ήμουν εδώ κάτω στη γη. Ήρθε ο Άγγελος και με ανέβασε ψηλά. Μέσα στον Ουρανό. Παιδιά, δεν λέγεται, δεν μπορώ να περιγράψω αυτά που είδα. Αλλά είναι όλα άϋλα, εκεί πέρα. Δεν υπάρχει ύλη. Είναι μόνο πνεύματα. Με την ψυχή πήγα, δεν πήγα με το σώμα. Το σώμα, ήταν εδώ.
     –Τα μάτια της ψυχής βλέπουνε, είπε ένα πνευματικό του παιδί.
     –Όχι, όχι! Η ψυχή, όλη. Αυτό που κινεί το σώμα, είναι η ψυχή. Είναι οντότητα, είναι προσωπικότητα η ψυχή. Δεν έχει μάτια μοναχά και φρύδια. «Πάμε», είπε, «έλα κοντά μου!». Και δίνει μια ο Άγγελος, κοντά εγώ. Και ανεβήκαμε που λες. Και χάνεις το μυαλό σου. Τα λουλούδια είναι κατάλευκα. Και κατακόκκινα τα τριαντάφυλλα. Αλλά, όχι σαν αυτά εδώ…
     –Μυρίζουν;
     –Και βγάζουν μία ευωδία στον Παράδεισο!... Δεν λέγεται!... Όλος ο Παράδεισος, όπου να σταθείς, ευωδιάζει. Μύρα! Σαν να μύριζες εκατομμύρια λύτρα μύρα.
     –Ανθρώπους, είδες;
     Ναι. Αλλά εμένα με πήγε για να δω· όχι για να μιλάω με ανθρώπους…

     Κάποτε, πάλι, που ήταν πολύ άρρωστος και δεν επικοινωνούσε με κανέναν για 8 ώρες περίπου και νόμισαν ότι φεύγει, γιατί είχε όψη νεκρού, όταν επανήλθε, αφηγήθηκε σε όσους ήταν δίπλα του, πως τον ανέβασε ο Άγιος Νεκτάριος στον Ουρανό. Εκεί, συνάντησε την Γερόντισσα Παρθενία, μέσα στο φως και, χωρίς βέβαια το πρόβλημα το σωματικό που είχε, όσο ήταν στη γη, η οποία τον αγκάλιασε με χαρά και του είπε:
     –Καλώς τον! Καλώς τον! Αλλά, γιατί ήρθες; Δεν είναι ακόμα η ώρα σου. Κάτω σε χρειάζονται.
     Του έδειξε τον Παράδεισο και τις απίστευτες ομορφιές του, έπειτα ήρθε ένας Άγγελος και του παρουσίασε, σαν από παράθυρο, την κόλαση. Οπότε ο Γέροντας, μετά από αυτήν την εμπειρία, είπε με έμφαση στους γύρω του:
     –Δεν ξέρετε τί συμβαίνει, εκεί! Να αντέχετε εδώ αυτά που περνάτε, να τα αντέχετε!...

     Η Γερόντισσα Γαλήνη περιγράφει με λεπτομέρειες τότε που, μετά από ένα μεγάλο βύθισμα, ο Γέροντας είπε ότι είχε πάει στην Αίγυπτο και είχε νοερώς παραστεί στα εγκαίνια του νέου Πατριαρχείου Αλεξανδρείας το 2006 (έκανε και περιγραφή των όσων είχε δει), κάτι που επιβεβαιώθηκε αμέσως μετά. Διότι η Γερόντισσα πήγε στην Αμφίκλεια για μία εργασία της Μονής. Έπειτα, επισκέφθηκε μία επί σειρά ετών διακόνισσα του Μοναστηριού που ήταν άρρωστη και εκεί είδαν στην τηλεόραση την τελετή των εγκαινίων, για την οποία είχε ήδη μιλήσει ο ασθενής, κατάκοιτος και «κοιμώμενος» Γέροντας Αμβρόσιος…

     Ο οποίος Γέροντας, μεταφερόταν με αυτόν τον τρόπο και στο Άγιον Όρος. Επίσης, πήγαινε στα πολλά Μοναστήρια που είχε ιδρύσει ο Γέρων Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης (όπως στην Μονή του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα, μέσα στην έρημο), για τα οποία μιλούσε με θαυμασμό. Ακόμη, έκανε ταξίδια στα Ιεροσόλυμα: είχε επισκεφθεί Μονές, είχε παραστεί σε σκηνές βίας, είχε γίνει μάρτυρας αυτών που διαδραματίζονταν στον Γολγοθά κατά τη διάρκεια του Πάσχα του 2006. Και είχε μετακινηθεί έτσι, πηγαίνοντας κοντά σε ανθρώπους που είχαν υποστεί δοκιμασίες μεγάλες (φωτιές, πλημμύρες, τροχαία ατυχήματα, κ.λπ.), μάλιστα, πολύ μακρυά από την Ελλάδα, όπως στην Ν. Αμερική όταν την είχε πλήξει ο τυφώνας «Κατρίνα» τον Αύγουστο του 2005…

     Ο Γέροντας, είχε το χάρισμα να παρακολουθεί τα πνευματικά του παιδιά και να τα βλέπει. Κάποιος, για παράδειγμα, όταν ξεκινούσε από την Αθήνα για το Μοναστήρι του, την ώρα που έμπαινε στο αυτοκίνητο, φώναζε:
     –Γέροντα, την ευχή σου! Έρχομαι!
     Είχε απόλυτα την βεβαιότητα ότι εκείνος άκουγε. Αλλά κάποια στιγμή θέλησε να το επιβεβαιώσει. Και ζητούσε την ευκαιρία. Οπότε, όταν μια φορά ο Γέροντας τον ρώτησε πότε είχε φτάσει, δεν έχασε την ευκαιρία:
     –Δεν με είδες που ερχόμουν;
     Εκείνος στην αρχή κατέβασε το κεφάλι και δεν μίλησε. Αλλά ο άνθρωπος αυτός, επέμενε:
     –Γέροντα, με βλέπεις όταν έρχομαι; Γιατί εγώ ζητώ την ευχή σου και μου φαίνεται ότι το ξέρεις. Με βλέπεις;
     Οπότε, αυτός, ταπεινά και με χαμηλωμένο το βλέμμα του, είπε:
     –Ναι, παιδί μου! Σε παρακολουθώ, όταν έρχεσαι…

 [Ιερά Μονή Δαδίου: «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης, ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου», μέρος α΄, κεφ. 3ο, §8 («Πνευματικά Ταξίδια»), σελ. 125–128, εκδ. Π.Κυριακίδη, Νοέμβριος 2008.] 




Η ΓΚΡΙΜΑΤΣΑ

Η ΓΚΡΙΜΑΤΣΑ

     Ένας άνδρας έκανε στην γυναίκα του για κάποια περίοδο μία ιδιαίτερη γκριμάτσα, κοροϊδευτική, που πολλές φορές μετά το ξεχνούσε. Φθάνοντας μια μέρα στο Μοναστήρι, πήγε μπροστά του ο μακαριστός Γέροντας π.Αμβρόσιος Λάζαρης (1912–2006) και άρχισε συνέχεια να του κάνει την ίδια γκριμάτσα, την οποία έκανε αυτός στην γυναίκα του.
     –Σου αρέσει; τον ρώτησε μετά γελώντας.

[Ιερά Μονή Δαδίου: «Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης, ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου», μέρος α΄, κεφ. 3ο, §5 («Το διορατικό χάρισμα»), σελ. 102, εκδ. Π.Κυριακίδη, Νοέμβριος 2008.] 





ΣΩΜΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

ΣΩΜΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

«Μὲ τὴν Σάρκωση,
το θεανθρώπινο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ
ἔχει γίνει κατ’ ἀρχὴν δικό μας,
ἀλλὰ ὑπὲρ – ὑποκειμενικῶς·
ἐνῷ μὲ τὴν Θεία Εὐχαριστία,
γίνεται Αὐτὸ
ἀντικειμενικὰ δικό μας,
πραγματικὰ καὶ προσωπικά.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Θεία Εὐχαριστία,
ἡ ἀνθρώπινη φύση
δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει
ὡς πρὸς τὴν οἰκειότητα
καὶ τὴν ἕνωσή της μὲ τὸν Θεό,
γιατὶ δὲν ἔχει ἄλλο ποῦ νὰ πάει…».

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος», κεφ. β΄, §2, σελ. 69, Στ΄ ἔκδοσις, «Ἀστέρος», Ἀθῆναι 1993.] 

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑ, ΣΙΩΠΗ ΑΠΟ ΠΟΝΟ...

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑ, 
ΣΙΩΠΗ ΑΠΟ ΠΟΝΟ...

Ἡ καρδιά, μιλάει στὴν καρδιά.
Ἡ καρδιά, ἀκούει τὴν καρδιά.
Ἡ καρδιά, βλέπει τὴν καρδιά.
Ἂν δὲν ἔχεις καρδιά,
καλύτερα νὰ ἔχεις σιωπή.
Καὶ ἂν δὲν ἔχεις σιωπή,
τότε ἔχεις χρέος νὰ πονέσεις.
Ὄχι, γιὰ νὰ μάθεις·
ἀφοῦ, δὲν ἔχεις καρδιά!
Ἀλλὰ γιὰ νὰ σιωπήσεις.
Τὸν λόγο, τὸν ἔχει πάντα
ὅποιος ἔχει καρδιά…  



ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ (†1979)

ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ (†1979) 


      Ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος, θυμάται την πρώτη γνωριμία του με τον μακαριστό Γέροντα π.Φιλόθεο Ζερβάκο (1884–1979) όταν, τον Οκτώβριο του 1978, όντας φοιτητής ο ίδιος στην Θεσσαλονίκη, τον επισκέφθηκε στην Μονή της Ζωοδόχου Πηγής της Λογγοβάρδας, στην Πάρο. Στην περίφημη αυτή ιστορική Μονή, ο αλησμόνητος Γέροντας χρημάτισε Ηγούμενος και Πνευματικός Πατέρας (1930–1980), σφραγίζοντας πνευματικά μια χρυσή περίοδο για το Μοναστήρι με το οσιακό του όνομα. Από αυτήν την γνωριμία, ο Μητροπολίτης Λεμεσού, μέσω ραδιοφωνικής συνέντευξης που έδωσε στον κ.Κλείτο Ιωαννίδη, μεταξύ των άλλων, θυμάται, αναπολεί και μας διηγείται τα εξής θαυμαστά και παράδοξα:
     «…Με ρώτησε πού σπούδαζα. Του λέω: “Γέροντα, σπουδάζω στην Θεσσαλονίκη”. Με ρώτησε εάν αγαπώ τον Άγιο Δημήτριο. Του λέω: “Βέβαια, Γέροντα· αγαπώ όλους τους αγίους και τον άγιο Δημήτριο”.
     Μου λέει: “Όχι· να τον αγαπάς πάρα πολύ και να σου πω τί έγινε σ’ εμένα…”.
     Όταν ήταν ο πατήρ Φιλόθεος νεαρό παλληκάρι, προσπάθησε να πάει στο Άγιον Όρος, τον συνέλαβαν οι Τούρκοι, οι οποίοι ήσαν τότε στην Θεσσαλονίκη και τον έκλεισαν μέσα στον Λευκό Πύργο. Εκεί μέσα, είχε πάρα πολλές δυσκολίες, μια και οι Τούρκοι είχαν σκοπό να τον κακοποιήσουν και να τον σκοτώσουν. Εκεί, δια ζωντανού θαύματος, τον γλύτωσε ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος, παρουσιαζόμενος ως αξιωματικός σε αυτούς…». 


[=ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ=
Η ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΣΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΠΥΡΓΟ
ΚΑΙ Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ
ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ π.ΦΙΛΟΘΕΟΥ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ
(Μαρτυρία Στυλιανού Κεμεντζετζίδη)

     Ας σταθούμε στο σημείο εκείνο που ο Θεός οδήγησε τα βήματα του Γέροντος Φιλοθέου στον Άγιο Νεκτάριο, στον οποίον αυτός εξομολογούνταν, άκουγε τις σοφές διδαχές του και φανέρωσε τον ενδόμυχο πόθο της ψυχής του να γίνει μοναχός.
     Του είπε ο Άγιος Νεκτάριος:
     –Την μοναχική πορεία, διάλεξες. Αλλά, πού θα πας;...
     Ο πατήρ Φιλόθεος, είπε:
     –Στο Άγιον Όρος...
     Του λέει ο Άγιος:
     –Όχι, να μη πας εκεί. Θέλοντας και μη, θα καταλήξεις στην Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, στην Λογγοβάρδα. Εκεί, είναι το θέλημα του Θεού να πας. Και, αν δεν πας εκεί, ούτε μοναχός θα γίνεις!...
     Ήτανε το 1906. Τον οδήγησαν για εκτέλεση επειδή διαμαρτυρήθηκε πως ενώ έχει όλα τα νόμιμα χαρτιά, δεν του επέτρεψαν να διαβεί τα σύνορα για να μεταβεί στον Άθωνα μέσω Θεσσαλονίκης. Διψούσε ωστόσο να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Και ενώ τον πήγαιναν περίπου 20 με 30 στρατιωτικοί και αξιωματικοί, παρουσιάζεται κάποιος επάνω στο άλογο, έχοντας μαζί του και άλλους υπασπιστές. Σταματάει, άρχισε να ραβδίζει τους αξιωματικούς, τους επιπλήττει φοβερά και δίνει τον π.Φιλόθεο σε κάποιους στρατιώτες Αλβανούς, λέγοντάς τους: «Αυτόν (τον πατέρα Φιλόθεο) να τον πάτε στο πλοίο «Μυκάλη» για να ταξιδέψει για την Ελλάδα» (τότε η επίσημη Ελλάδα ήταν κάτω από την Λάρισα). Ο Γέροντας, δεν ήξερε καν ποιός ήταν αυτός. Στον δρόμο, ρωτά τους στρατιώτες που τον πήγαιναν: «Ποιός είναι αυτός;». Του απαντούν εκείνοι: «Ο Πασάς!».
     Πράγματι, ήρθε στην Ελλάδα και μετά από δύο χρόνια τον συλλαμβάνουν ξανά για ύποπτο. Αυτή τη φορά, τον οδηγούν στον Λευκό Πύργο που τότε ήταν τόπος φυλακίσεως και θανατώσεως ανθρώπων. Μέσα σ’ εκείνη την φυλακή, βλέπει και έναν άλλον νέο, τελείως άγνωστον σε αυτόν, και τον ρωτά:
     –Γιατί μας έφεραν εδώ; Δεν έκανα τίποτα!
     –Μη ρωτάς! Όποιος έρχεται εδώ, του παίρνουν το κεφάλι.
     –Εγώ θέλω να δουλέψω για τον Θεό.
     –Θέλεις; Μη φοβάσαι, τότε! Ακολούθα με!
     Έβγαλε ένα ψαλίδι, έκοψε όλα τα σύρματα (με τα οποία ήταν δεμένος) και τον έβγαλε. Όταν ήρθαν να τον πιάσουν (προφανώς οι φρουροί) του είπε ο Γέροντας: «Δεν μ’ αφήνουν!». Γυρίζει τότε αυτός ο νέος και τους δίνει ένα δυνατό σκαμπίλι και τους έστρωσε όλους μαζί κάτω! Τον έβαλε σ’ ένα πλοίο και εξαφανίστηκε.
     Ο Γέροντας, ρώτησε τον Καπετάνιο και, όπως βγήκανε στον Βόλο, κοιτάξανε και δεν βρήκανε κανένα. Είπε ο Γέροντας: «Προσευχόμουν να μάθω τον ευεργέτη μου. Κατόπιν, ξανάρχομαι για το Άγιον Όρος, βρίσκω και συναντώ τον υπασπιστή του Πασά. Μου λέει αυτός: «Έλα να σε πάω στον Πασά!». Και (μόλις τον συνάντησε), του διηγείται ο Πασάς ότι είδε δύο φορές τον Άγιο Δημήτριο, ο οποίος, τον ξύπνησε και τον απείλησε λέγοντάς του: «Γρήγορα! Στην τάδε οδό είναι ο τάδε προστατευόμενός μου. Τρέχα να τον σώσεις!».
     Την δεύτερη φορά, ήταν ο ίδιος ο Άγιος Δημήτριος. Γιατί τον πήγαν στον Ναό του Αγίου Δημητρίου που μόλις είχε ανακαλυφθεί, ’κάναν ανασκαφές και είδε εκεί την εικόνα που είδε μέσα στην φυλακή (στο πρόσωπο εκείνου του άγνωστου νέου και ελευθερωτή του). Μέχρι το 1970, ο Γέροντας π.Φιλόθεος Ζερβάκος, ερχόταν στην εορτή του Αγίου και, από ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη του, έπαιρνε μέρος σε αυτήν.] 


       Και, συνεχίζει ο Μητροπολίτης Λεμεσού: «…Αλλά, δεν ήταν μόνον αυτό. Ο πατήρ Φιλόθεος έκαμε τάμα στον Άγιο Δημήτριο, κάθε χρόνο, στις 26 Οκτωβρίου που είναι η μνήμη του, να πηγαίνει στον Άγιο Δημήτριο στην Θεσσαλονίκη για να παρίσταται και να λειτουργεί εκεί στην Πανήγυρη του Αγίου.
     Μια χρονιά, είχε πάρα πολύ μεγάλη κακοκαιρία στην Πάρο και δεν υπήρχαν πλοία. Δεν μπορούσε κανένα πλοίο να αποπλεύσει. Ήταν πραγματικά αδύνατον για τον πατέρα Φιλόθεο να φύγει από το νησί, να πάει στον Πειραιά και, μετά, στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να εκπληρώσει το προσωπικό του τάμα και την σφοδρή επιθυμία που είχε για να παρευρεθεί στον Ναό του εορτάζοντος Αγίου. Έτσι, παρέμεινε στο Μοναστήρι του. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, ήταν πάρα πολύ θλιμμένος. Έκαναν τον Εσπερινό κάτω στο Καθολικό της Μονής και επέστρεψε ο πατήρ Φιλόθεος στο κελλί του λυπημένος και βαρύθυμος, αισθανόμενος, τρόπον τινά, μια αδυναμία γιατί δεν μπορούσε να εκπληρώσει τον λόγο που είχε δώσει στον Άγιο. Μόλις πήγε στο κελλί του, κάθησε στην καρέκλα του και άρχισε να προσεύχεται και να λέει: “Άγιε Δημήτριε! Δυστυχώς, δεν μπόρεσα να εκπληρώσω αυτό το τάμα. Σε παρακαλώ· συγχώρεσέ με, βοήθησέ με!”. Και, ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε εν ριπή οφθαλμού στον Ναό του Αγίου Δημητρίου, στην Θεσσαλονίκη! Από την Πάρο που ήταν, βρέθηκε στον Ναό του Μεγαλομάρτυρος και Μυροβλύτου, στην Συμπρωτεύουσα!
     Χαιρέτησε όλους τους παρόντες εκεί, χωρίς να πει σε κανέναν απολύτως τίποτα. Άλλωστε, ήξεραν όλοι εκεί ότι πήγαινε κάθε χρόνο και δεν απόρησε κανείς τους γι αυτό. Έλαβε μέρος στον Εσπερινό, έμεινε το βράδυ στην Θεσσαλονίκη, την άλλη μέρα έλαβε μέρος στην τελετουργία, τελείωσαν οι εορτασμοί και, τότε, ο πατήρ Φιλόθεος επέστρεψε πίσω στο Μοναστήρι του. Εν τω μεταξύ, στο Μοναστήρι, οι μοναχοί είχαν ανησυχήσει γιατί η πόρτα του κελλιού του ήταν κλειστή από μέσα και νόμιζαν ότι πέθανε.
     Θυμάμαι ότι, νομίζοντας εγώ ότι ήρθε πίσω κατά τον ίδιο παράδοξο και θαυμαστό τρόπο, τον ρώτησα: “Πάτερ Φιλόθεε, πώς επιστρέψατε;”. Μου λέει: “Βρε παιδάκι μου, μετά, πήρα το καράβι και επέστρεψα. Την πρώτη φορά με πήρε ο Άγιος αεροπορικώς και, μετά, ήρθα με τα δικά μου μέσα”. Αυτό (το θαυμαστό και εξαίσιο γεγονός), μου το είπε ο ίδιος. Το είπαν και οι ίδιοι οι πατέρες της Μονής που ήταν παρόντες και που ήταν αυτοί που έσπασαν την κλειδωμένη πόρτα του κελλιού του και δεν βρήκαν μέσα τον πατέρα Φιλόθεο…».


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (1959–) 


 [Κλείτου Ιωαννίδη: «Γεροντικό του 20ου αιώνος», κεφ. 5ο, σελ. 142–143, 151–152, εκδόσεις Νεκτάριος Παναγόπουλος, Α΄ έκδοση, Οκτώβριος 1999.]

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ


       «Ανάλογα με την αγάπη που θα προσφέρεις, θα έχεις να λάβεις. Αν δεν δώσεις αγάπη, δεν θα λάβεις αγάπη. Βλέπεις, η μάνα δίνει συνέχεια στα παιδιά της και συνέχεια αυξάνει η αγάπη της. 
     Για να βάλει κανείς όλο τον κόσμο στην καρδιά του, πρέπει να πλατύνει την καρδιά του. Χρειάζεται γι’ αυτό η μητρική αγάπη. Η μάνα, αγαπάει τα παιδιά της περισσότερο από τον εαυτό της. Αυτήν την αγάπη αν αποκτήσει κανείς, αγαπάει όχι μόνον όσους τον αγαπούν, αλλά και εκείνους που τον βλάπτουν, γιατί όπως η μάνα, όλα τα δικαιολογεί, έτσι και αυτός πάντα βρίσκει ελαφρυντικά για τους άλλους. Η μητρική αγάπη όλα τα καλύπτει, όλα τα σβήνει. Αν ένα παιδί κάνει μια ζημιά ή φερθεί άσχημα, η μάνα του, αμέσως το συγχωρεί γιατί είναι παιδί της. Έτσι και όταν αγαπάς τον πλησίον σου με αγάπη μητρική· δικαιολογείς τις αδυναμίες του και δεν βλέπεις τα σφάλματά του· και, αν τα δεις, τα συγχωρείς. Τότε η καρδιά σου πλημμυρίζει από αγάπη, γιατί γίνεσαι μιμητής του Χριστού που μας ανέχεται όλους. 
     Αλλά, για να φθάσει ο άνθρωπος σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να μην αγαπάει τον εαυτό του και να αγαπάει τον Θεό. Η μητέρα μπαίνει μέσα στην φωτιά για να σώσει το παιδί της. Επειδή η δική της αγάπη, είναι ισχυρότερη από το κάψιμο της φωτιάς· δεν καταλαβαίνει πόνο! 
     Δεν δικαιολογείς τους άλλους και δικαιολογείς μονάχα τον εαυτό σου; Τότε μεθαύριο κι εσένα ο Χριστός δεν θα σε δικαιολογήσει! Να αποκτήσεις μητρική καρδιά. Είδες, η μάνα, όλα τα συγχωρεί και, καμμιά φορά, κάνει πως δεν βλέπει και μερικές αταξίες. Να κάνεις υπομονή και να δικαιολογείς· να ανέχεσαι τους άλλους, για να σε ανέχεται κι εσένα ο Χριστός. 
     Όταν ζητάει κανείς από τον Θεό κάτι για τον εαυτό του, το οποίο δεν έχει αγάπη για τους άλλους, πάλι το βόλεμά του φροντίζει. Ενώ όταν, λ.χ., μια μάνα ζητάει από τον Θεό να γίνει καλά το παιδί της ή να έρθουν βολικά τα πράγματα στην οικογένειά της, αυτό δεν είναι για τον εαυτό της, αλλά για το κοινό καλό του σπιτιού. 



     Η μάνα αγαπάει τα παιδιά της περισσότερο από τον εαυτό της. Μένει νηστικιά η ίδια, για να ταΐσει τα παιδιά της· αλλά νιώθει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από εκείνα. Τα παιδάκια τρέφονται υλικά και η μητέρα πνευματικά. Εκείνα, έχουν την υλική γεύση· ενώ αυτή, έχει την πνευματική αγαλλίαση. 
     Η μητέρα, ό,τι και αν κάνει στα παιδιά της, είτε τα μαλώσει είτε τα δείρει είτε τα χαϊδέψει, όλα από αγάπη τα κάνει· και όλα από την ίδια μητρική καρδιά βγαίνουν. Όταν όμως τα παιδιά δεν το καταλαβαίνουν αυτό και μιλούν με αναίδεια, και αντιδρούν και πεισμώνουν, τότε διώχνουν την θεία Χάρη από μέσα τους. 
     Η μητέρα, μάλιστα, φθάνει να έχει περισσότερη αγάπη και θυσία από τον πατέρα, γιατί στον πατέρα δεν δίδονται πολλές ευκαιρίες για να θυσιάζεται. Βασανίζεται, κοπιάζει περισσότερο με τα παιδιά, αλλά παράλληλα φορτίζεται και από τα παιδιά. Δίνει–δίνει, γι’ αυτό και συνέχεια παίρνει. Ο πατέρας, ούτε βασανίζεται τόσο πολύ με τα παιδιά, αλλά ούτε φορτίζεται· γι’ αυτό και η αγάπη του δεν είναι όση της μητέρας.
     Πόσες μητέρες έρχονται με κλάματα και με παρακαλούν: “Κάνε, Πάτερ, προσευχή για το παιδί μου!”. Τί, αγωνία έχουν! Λίγοι άνδρες, μου λένε: “Κάνε προσευχή, παραστράτησε το παιδί μου!”. Να, μια μητέρα που ήρθε σήμερα· με τί λαχτάρα, η φουκαριάρα, έσπρωχνε τα παιδιά της –οκτώ, είχε!– και τα έβαζε στην σειρά, για να πάρουν όλα “ευλογία” από μένα. Ένας πατέρας, δύσκολα θα το έκανε αυτό. Και η Ρωσία, από τις μητέρες κρατήθηκε. Η πατρική αγκαλιά, όταν δεν έχει Χάρη Θεού, είναι ξερή. Ενώ, η μητρική αγκαλιά, ακόμη και όταν δεν έχει Θεό, έχει γάλα. Το παιδί, αγαπά τον πατέρα του και τον σέβεται· αλλά με την στοργή και την τρυφερότητα της μητέρας αυξάνει πιο πολύ και η αγάπη του και προς τον πατέρα…». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ 
ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


– Ε π ι μ ύ θ ι ο –

ΑΓΑΠΗ ΣΑΝ ...ΤΣΙΜΕΝΤΟ


     «Ο Κύριος μάς αγαπά όχι με υπερήφανη αγάπη, αλλά με τέτοια αγάπη, παράδειγμα της οποίας μπορούμε να βρούμε στις μητέρες. Η μητέρα είναι δούλη του παιδιού της και προσφέρει την κάθε υπηρεσία στο παιδί της χωρίς αίσθημα εξουδενώσεως.
     Και ο καθένας από ’μας πρέπει να έχει την αγάπη που έχει η μητέρα. Ακόμη και αν τα παιδιά της επαναστατήσουν, τα αγαπά όλα. Η μητέρα είναι ο συνδετικός κρίκος στην οικογένεια· είναι το “τσιμέντο” της οικογένειας.
     Όσο ζει η μητέρα, η οικογένεια μένει ενωμένη. Αλλά αν η μητέρα πεθάνει, ο πατέρας δεν μπορεί, κατά κανόνα, να φυλάξει την οικογένεια ενωμένη. Διότι η μητέρα είναι που αναλαμβάνει όλες τις αδυναμίες των παιδιών της, όλες τις μοχθηρίες· γίνεται όπως το τσιμέντο. 
     Καταλαβαίνετε;
     Ο καθένας από ’σας πρέπει να είναι σαν μια μητέρα.
     Η μόνη διέξοδος βρίσκεται στη φράση του Χριστού: 
     “Από αυτό θα καταλάβουν όλοι ότι είστε δικοί Μου μαθητές, 
αν έχετε αγάπη προς τους άλλους (Ἰωάν. 13, 35)».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ 
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)



[(ΑΑγίου Γέροντος
Παϊσίου Αγιορείτου· «Λόγοι»:
(1) Τόμ. Α΄.: «Με πόνο και αγάπη
για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
σελ. 274, Μάρτιος 19992·
(2) Τόμ. Β΄.: «Πνευματική Αφύπνιση»,
σελ. 129, 237–238, Νοέμβριος 19991·
(3) Τόμ. Δ΄.: «Οικογενειακή ζωή»,
σελ. 79–80, Δεκέμβριος 20021·
(4) Τόμ. Ε΄.: «Πάθη και Αρετές»,
σελ. 211, 215, 247, Δεκέμβριος 20061· 
Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης.
(Β) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Οικοδομώντας τον ναό του Θεού 
μέσα μας και στους αδελφούς μας»,
Τόμ. Α΄, κεφ. 14ο και 12ο, σελ. 165, 173–174,
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, 
Έσσεξ Αγγλίας, 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης,
εύρεση, επιλογή φωτογραφιών,
έρευνα, μελέτη, σταχυολόγηση,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]





Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

ΟΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΙ

ΟΙ ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΙ


     «Οι Άγιοι, έκαναν μεγαλύτερο αγώνα για να κρύψουν την αρετή τους, παρά για να την αποκτήσουν. Ξέρετε τι έκαναν οι διά Χριστόν Σαλοί; Ξέφευγαν πρώτα από την υποκρισία του κόσμου και έμπαιναν μετά στον χώρο της ευαγγελικής αλήθειας. Αλλά, και αυτό δεν τους έφτανε· γι’ αυτό προχωρούσαν στην αγία υποκρισία για την αγάπη του Χριστού. Ύστερα, δεν τους απασχολούσε ό,τι κι αν τους έκαναν, ό,τι κι αν τους έλεγαν οι άλλοι. Χρειάζεται όμως πολύ μεγάλη ταπείνωση για να το κάνεις αυτό. Ενώ ένας κοσμικός άνθρωπος, αν του πει καμμιά κουβέντα ο άλλος, θίγεται. Ή, αν δεν τον επαινέσει για κάτι που κάνει, στενοχωριέται. Ενώ, αυτοί οι Σαλοί, χαίρονταν όταν οι άνθρωποι είχαν “χαλασμένο” λογισμό γι’ αυτούς.
     Παλιά, υπήρχαν Πατέρες που έκαναν ακόμη και τον δαιμονισμένο, για να κρύψουν την αρετή τους και για να “χαλάσουν” οι άλλοι τον καλό λογισμό που είχαν γι’ αυτούς.
     Όταν ήμουν στην Μονή Φιλοθέου (1956–1958), που ήταν τότε Μοναστήρι ιδιόρρυθμο (σημ.: Ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, λέγεται εκείνο το Μοναστήρι στο οποίο οι μοναχοί του, δεν έχουν κοινή Τράπεζα και κοινές Ακολουθίες και ιδιορρυθμούν· ζουν και πορεύονται την μοναχική τους οδό κατά μόνας), ήταν ένας Πατέρας που ασκήτευε προηγουμένως στην Βίγλα (σημ.: η έρημος της Βίγλας, βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου του Άθωνα). Αυτός, μόλις κατάλαβε ότι οι Πατέρες, εκεί, είχαν πάρει μυρωδιά την άσκησή του και την πνευματική του προκοπή, έφυγε με την ευλογία του Πνευματικού του. “Άντε”, τους είπε, “βαρέθηκα να τρώω εδώ πέρα μουχλιασμένο παξιμάδι. Θα πάω σε κανένα ιδιόρρυθμο, να τρώω και κρέας, να ζήσω σαν άνθρωπος! Χαμένο τό ’χω, να μείνω εγώ εδώ;!”. Και έτσι, ήρθε στην Μονή Φιλοθέου και έκανε τον δαιμονισμένο.
     Άκουσαν οι παραδελφοί του (σημ.: Παραδελφοί, λέγονται οι μοναχοί μιας Μοναστηριακής, Σκητιώτικης ή Καλυβιώτικης Συνοδ(ε)ίας, οι οποίοι έχουν λάβει την Μοναχική Κουρά από τον ίδιο Γέροντα) ότι δαιμονίσθηκε και έλεγε ο ένας τον άλλον: “Κρίμα, ο καημένος! Δαιμονίσθηκε! Εμ, επόμενο ήταν να δαιμονισθεί. Έφυγε από ’δω, γιατί βαρέθηκε το μουχλιασμένο παξιμάδι. Και πήγε σε ιδιόρρυθμο, για να τρώει κρέας!”.
     Αυτός ο υποκριτικά δαιμονισμένος, τι έκανε; Παραπάνω από είκοσι πέντε χρόνια, ούτε μαγείρευε, ούτε κοιμόταν. Όλη την νύχτα γύριζε στους διαδρόμους μ’ ένα φανάρι, για να μην κοιμάται. Όταν κουραζόταν, ακουμπούσε λίγο στον τοίχο και, μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος, πετιόταν, έλεγε για λίγο ψιθυριστά την Ευχή (το: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με”) και, μετά, την συνέχιζε νοερά. Καμμιά φορά, του ξέφευγε και ακουγόταν η ευχή. Όταν συναντούσε κανέναν αδελφό, του έλεγε: “Εύχου!... Εύχου, να φύγει το δαιμόνιο!...”. Έτσι, όλοι τον είχαν για δαιμονισμένο. Ένα μικρό καλογέρι, ήρθε και μου είπε μια μέρα: “Άντε, τον δαιμονισμένο!”. Του είπα: “Μη το λες, αυτό! Αυτός έχει πολλή αρετή, αλλά κάνει τον δαιμονισμένο”. Μετά, τον είχε σε ευλάβεια.
     Όταν πέθανε, τον βρήκαν οι Πατέρες να κρατάει στα χέρια του ένα χαρτί, στο οποίο είχε γράψει το όνομα κάθε αδελφού και, δίπλα, ένα παρατσούκλι για να διώξει –και πεθαμένος ακόμη!– και τον παραμικρό καλό λογισμό που μπορεί να είχε κάποιος γι’ αυτόν. Τελικά, ευωδίασε! Βλέπεις, αυτός πήγε να κρυφθεί· αλλά η Χάρις του Θεού τον πρόδωσε! Γι’ αυτό, δεν πρέπει να βγάζει κανείς συμπεράσματα για έναν άνθρωπο από αυτό που φαίνεται, εάν δεν μπορεί να διακρίνει αυτό που κρύβεται.
     Ο διά Χριστόν Σαλός, αυτός που κάνει τον βλαμμένο, έχει το περισσότερο μυαλό απ’ όλους τους φιλοσόφους του κόσμου· διότι, οι μεν φιλόσοφοι ξεγελιούνται από τον μάταιο κόσμο και τις δόξες του, ο δε Σαλός κατόρθωσε να κοροϊδέψει όλη την ματαιότητα του κόσμου και να ζει στην πραγματικότητα, κρυμμένος μέσα στην αγία υποκρισία· δηλαδή ξέφυγε από την υποκρισία του κόσμου και μπήκε στον χώρο της αληθείας. Όταν είδε ότι για τον εαυτό του η ειλικρίνεια δεν τον συνέφερε, προχώρησε στην αγία υποκρισία, για να διατηρήσει τον πνευματικό του θησαυρό.
     Οι διά Χριστόν Σαλοί δεν έχουν μέσα τους κενό, αλλά ξεχείλισμα από το πολύ γέμισμα της αγάπης του Θεού. Είναι μεγάλοι Άγιοι. Λένε μεν “μπανταλομάρες” (=κουταμάρες, βλακείες), αλλά στην πραγματικότητα λένε σωστές συμβουλές με πολύ βάθος. Έχουν πολύ μεγάλη ταπείνωση· δεν λογαριάζουν καθόλου τον εαυτό τους. Γι’ αυτό και ο Θεός τούς αξιώνει να γνωρίσουν τα θεία μυστήρια και να αποκτήσουν πολλά χαρίσματα. Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού, είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου· διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού. 
     Πριν από λίγα χρόνια έβλεπες στα Κοινόβια μια κατάσταση Λαυσαϊκού. Έβρισκες και πλανεμένους και διά Χριστόν Σαλούς και μοναχούς με διορατικό χάρισμα και με ιαματικά χαρίσματα. Σήμερα, ούτε με διορατικό χάρισμα βρίσκεις, ούτε με ιαματικά χαρίσματα, ούτε διά Χριστόν Σαλούς! Εμείς έχουμε την άλλη σαλάδα· την σαλάδα του κόσμου. Γίναμε όλοι μας “εγκέφαλοι”· γι’ αυτό και παλαβώσαμε. Μπήκε πολλή κοσμική λογική και αυτή η πολλή λογική κατέστρεψε τα πάντα. Και το κακό είναι που δεν το καταλαβαίνουμε.
     Μακάριοι, όσοι κατόρθωσαν να ζουν στην αφάνεια και απέκτησαν μεγάλες αρετές και δεν απέκτησαν ούτε και μικρό όνομα.
     Μακάριοι, όσοι κατόρθωσαν να κάνουν τον παλαβό και, με αυτόν τον τρόπο, προφύλαξαν τον πνευματικό τους πλούτο.
     Μακάριοι, όσοι έχουν γεννηθεί τρελλοί και θα κριθούν και ως τρελλοί· και, έτσι, θα εισαχθούν στον Παράδεισο χωρίς διαβατήριο.
     Μακάριοι και τρις μακάριοι, είναι εκείνοι οι πολύ γνωστικοί που κάνουν τον τρελλό για την αγάπη του Χριστού και κοροϊδεύουν όλη την ματαιότητα του κόσμου, που η διά Χριστόν αυτή τους τρέλλα και σαλότητα αξίζει περισσότερο απ’ όλη την γνώση και την σοφία των σοφών όλου του κόσμου τούτου.
     Παρακαλώ, να μου δώσει ο Θεός –ή μάλλον, να μου πάρει– το λίγο μυαλό μου, για να μου εξασφαλίσει έστω με τον τρόπο αυτόν τον Παράδεισο, με το να με κρίνει ως τρελλό. Ή, να με τρελλάνει με την αγάπη Του, για να βγω έξω από τον εαυτό μου, έξω από την γη και από την έλξη της γης, διότι αλλιώς δεν έχει νόημα η ζωή μου.
     Παλιά που υπήρχαν οι διά Χριστόν Σαλοί, υπήρχαν ελάχιστοι τρελλοί στον κόσμο. 
     Μήπως θα πρέπει να παρακαλέσουμε τους διά Χριστόν Σαλούς να κάνουν καλά τους φύσει σαλούς και να αναδειχθούν πάλι δια Χριστόν Σαλοί;…».  



ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[Α΄. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου: «Λόγοι»·
(1) Τόμ. Α΄: «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο»,
σελ. 279, Δεκέμβριος 19982·
(2) Τόμ. Β΄: «Πνευματική αφύπνιση»
σελ. 337–338, Νοέμβριος 19991·
(3) Τόμ. Γ΄: «Πνευματικός αγώνας», σελ. 82–84, Μάϊος 20011·
(4) Τόμ. Ε΄: «Πάθη και αρετές»
σελ. 193–194, Δεκέμβριος 20061·
(5) «Επιστολές», βλ. Επιστολή Ε΄ και Στ΄,
σελ. 215, 230, 235, Αύγουστος 19941·
εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσ/νίκης.
Β΄. Η φωτογραφία, από την «Αγιορειτική Φωτοθήκη»:
ο Μοναχός Τρύφων· Εκκλησιαστικός
στο Ναό του Πρωτάτου στις Καρυές (1967).]






ΛΟΓΟΣ, ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ...

ΛΟΓΟΣ,
ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ...


      «Όταν μιλούν όλοι, η εκκλησία δεν μπορεί να έχει τον λόγο. Όταν όμως οι δοκιμασίες της ζωής δέσουν όλες τις γλώσσες, τότε η εκκλησία έχει τον λόγο· και μόνο τότε εκκλησία επιτρέπεται και μπορεί να μιλά». 


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ (1880–1956)



Στοχασμοί περί του καλού και του κακού», §141, σελ. 142, εκδ. «Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος», Μήλεσι, Ιανουάριος 2008.]

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ: «Η ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ»

Η ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ:
«Η ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ»

  
        Κ Υ Ρ Ι Ε
     Η επίκληση «Κύριε» εκφράζει την ευγνωμονική στάση της ψυχής και πεποίθηση στις δωρεές που απορρέουν από τη λυτρωτική θυσία του Υιού του Θεού. Εδράζεται σε σχέση εκκλησιαστική, όμοια του μαθητή προς το δάσκαλο, του δούλου προς το κύριο, του ναυτιλλόμενου προς τον κυβερνήτη. Θεωρούμε βιβλικό χωρίο που προσιδιάζει στην επίκληση το Ρωμ. ιβ΄ 2: «… τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες…».

       Ι Η Σ Ο Υ
     Η επίκληση «Ἰησοῦ» εκφράζει την ερωτική ορμή, το πάθος και το πυρ της ψυχής προς τον Ἐρώμενο και την προτίμηση του προσώπου Του πάνω απ’ όλα. Εδράζεται σε σχέση τρυφερή και αγαπητική, όμοια «τοῦ μανικοῦ ἐραστοῦ πρὸς τὴν ἑαυτοῦ ἐρωμένην» («Κλῖμαξ», Λ΄ 5), του νήπιου προς τη μητέρα του, του μάρτυρα προς τον Αθλοθέτη. Στην επίκληση αυτή προσιδιάζει το: «Ἐθαυμαστώθη ἡ ἀγάπησίς Σου ἐμοὶ ὑπὲρ ἀγάπησιν γυναικῶν» (Β΄ Βασ. α΄ 26).

        Χ Ρ Ι Σ Τ Ε
     Η επίκληση «Χριστὲ» εκφράζει μια τοποθέτηση κανονική. Είναι λέξη οικεία σ’ εκείνους που έρχονται προς Αυτόν, βρίσκονται όμως μακρυά Του ακόμα. Εδράζεται σε μια σχέση μετανοίας και συγγνώμης, όμοια του τραυματία προς τον θεράποντα, του προσκεκλημένου σε μια ομήγυρη αγνώστων του, του εξεταζόμενου σε εξετάσεις. Εδώ προσιδιάζει το: «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ» (Αποκ. γ΄ 20).

        Ε Λ Ε Η Σ Ο Ν  Μ Ε
     Τέλος η επίκληση «ἐλέησόν με» υποβάλλει τη δραματικότητα του πάσχοντος· εδώ υπάρχει η συναίσθηση του βάρους μεγάλων αμαρτημάτων, αλλά και η γεύση της χρηστότητας του Θεού και της συγγνώμης Του, αφού η επίκληση αυτή μετέχει περισσότερο της παρρησίας απ’ όσο η επίκληση «συγχώρησον». Προσιδιάζει το χωρίο: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. ια΄ 28).


[Δωρόθεου Μοναχού: «Το Άγιον Όρος – Μύηση στην ιστορία και τη ζωή του», τόμ. β΄, σελ. 222–223, «Τέρτιος», Κατερίνη 1987.]


ΜΕΓΑΛΗ ΛΑΧΤΑΡΑ

ΜΕΓΑΛΗ ΛΑΧΤΑΡΑ


     Πνευματική θυγατέρα του Αγίου Πορφυρίου (1906–1991), καταθέτει την δική της προσωπική μαρτυρία και διηγείται:
     «Εργαζόμουν ως νοσοκόμα σε ένα ψυχιατρείο. Εκεί, αντιμετώπιζα πολλές δυσκολίες που τις ξεπερνούσα με την προσευχή. Μια μέρα, πέρασα μια μεγάλη δοκιμασία. Ένας ψυχασθενής έπαθε νευρική κρίση, πήρε ένα κομμάτι σπασμένο γυαλί, και θέλησε μ’ αυτό να με χτυπήσει. Εγώ τρόμαξα πολύ κι αμέσως άρχισα μέσα μου την προσευχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δι’ εὐχῶν τοῦ Γέροντος Πορφυρίου, ἐλέησόν με!”. Με μια απότομη κίνηση, μπόρεσα και απέφυγα το χτύπημά του και του μίλησα φιλικά. Εκείνος, σιγά–σιγά, κάλμαρε μέχρι που του πήρα το γυαλί από το χέρι του. Όταν επισκέφθηκα τον Γέροντα Πορφύριο, με πρόλαβε αυτός λέγοντας: “Σε είδα που πέρασες μεγάλη λαχτάρα μ’ εκείνον τον ψυχοπαθή! Αλλά ο Χριστός σε γλύτωσε από το χτύπημά του!”».


[Κωνσταντίνου Γιαννιτσιώτη: «Κοντά στον Γέροντα Πορφύριο», σελ. 119, Αθήνα 1995.]