Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ


ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΜΑΣ


     Η ζωή του καθενός είναι μυστήριο. Δεν είναι χάρτα σαγηνευτικών ιδεών, δεν είναι φιάσκο ανυπόστατων θεωριών, δεν είναι κατασκευαστικό έργο προορισμένο για τη βιτρίνα κάποιων θεαματικών εγκαινίων.
     Σχεδόν όλες οι περιπέτειες της καρδιάς μας ξεκινούν βασικά από μέσα μας και μετά απλώνονται αιτιολογικά προς τις εξωτερικές συνθήκες του βίου μας.
     Ας μη μπερδεύουμε και ας μην ταυτίζουμε ενοχικά τη ζωή μας με τους ζυγούς των ρόλων που μας επιβάλλουν οι όποιοι συστημικοί άπτεροι άνθρωποι.
     Ας παραιτηθούμε επιτέλους από κάθε πιεστικό πειρασμό της λογικής μας. Ό,τι και να πούμε, ό,τι και να κάνουμε, δε θα βρούμε ποτέ το «δίκιο» μας. Όχι βέβαια γιατί δεν το έχουμε, όχι γιατί μας λείπει ή γιατί πρέπει οπωσδήποτε να το βρούμε για να αισθανόμαστε καλύτερα.
     Φύγαμε και φεύγουμε. Κι αυτό φαίνεται να είναι το «λάθος» μας. Λάθος που δε μπορεί και δε γίνεται να μας το συγχωρέσει ποτέ η αναφαίρετη κενότητα και υποκρισία των ανθρώπων του κόσμου.
     Ο καθένας πορεύεται ανάλογα με αυτό ή με εκείνο που βιώνει ή που δεν βιώνει καθόλου μέσα του. Όσο όμως αυτός βιώνει, τόσο του επιτρέπεται βαθμιαία να γνωρίζει. Και αν ή όσο γνωρίζει, τότε μπορεί να αγαπά.
     Η γνώση, η αντίληψη, η κατανόηση και η συμπάθεια είναι εντελώς αδύνατον να βρεθούν σε άνθρωπο δίχως εσωτερικά βιώματα, δίχως δίψα Θεού και δίχως θυσιαστική δοτικότητα στις σχέσεις του. Με τα βιώματα είναι που συλλαβίζουμε αληθινά το μυστήριο της ζωής μας.
     Φτάνουμε στο απευκταίο αλλά τόσο αναγκαίο σημείο, στο να μένουμε τελείως μόνοι, ακατανόητοι και ανυποστήρικτοι. Βουβοί και ανέκφραστοι μέσα στον ψηλαφητό γνόφο των παθών και των αλγημάτων μας, ακροβατώντας με άκρατο φόβο στο φθοροποιό ύψος του κενού που δε βλέπαμε στην αρχή.
     Και, παρά το μέγεθος της μυστικής αγωνίας μας, γίνεται και τούτο συνακόλουθα· φορτωνόμαστε συνεχώς με τοξικά και ψυχοφθόρα βάρη που μας κάμπτουν και μας λυγίζουν και μοιραία στο τέλος, θέλοντας και μη, εμείς «σπάμε» απροσδόκητα εξαιτίας τους, γιατί πολύ απλά δεν έχουμε μέσα μας εκείνη την εξαίσια αγγελική δύναμη για μια αέναη υπομονή που σφαλερότατα είχαμε σκοπό να ακολουθήσουμε.
     Βλέπουμε έκπληκτοι να αποκαλύπτεται το είδος μιας μεγάλης, κραυγαλέας και απαίσιας προδοσίας. Προδοσία από τη συνεχή αγνόηση και αδιάκοπη αδιαφορία που εισπράττουμε από ανθρώπους του περιβάλλοντός μας έναντι στον βαθύ πόνο που βιώνουμε κατά την προσπάθειά μας να αγαπήσουμε ειλικρινά.
     Αλλά «αγάπη» για τους περισσότερους σήμερα πια, σημαίνει λίγο-πολύ την καθίζηση της καρδιάς μας, την υποταγή της σε κάποιους άθλιους νόμους της δυναστείας των «πρέπει», τη ψυχαναγκαστική προσχώρηση του είναι μας σε κατοχυρώσεις άνευ λόγου, ουσίας και σημασίας και τη συμφωνία μας σε αρρωστημένα θελήματα μιας πρόσκαιρης ψευδοισχύος ή ψευδοεξουσίας από πρόσωπα και σχέσεις που δεν είχαν και δεν έχουν καμία απολύτως αξία και ωφέλεια για μας, για την καρδιά και την πορεία μας.
    Το θαύμα του Θεού δεν μας θέλει ποτέ ουραγούς: «Μη γίνεσθε δούλοι ανθρώπων» (Α΄ Κορ. 7, 23).
     Λυτρωνόμαστε κάποτε και σπάμε με γόνιμο θυμό τη βιτρίνα, πετάμε αγανακτισμένοι την κορδέλα και ματαιώνουμε με σθένος ψυχής τα πενθογενή εγκαίνια της σκλαβιάς μας. Πραγματοποιούμε θαρρετά το βήμα προς το κενό, στο τίποτα, στο καθόλου και στον κανένα και διαπιστώνουμε ότι από αυτό και μόνο λαμβάνουμε ανέλπιστα τεράστια δύναμη και κραταίωση. Ο Θεός είναι δίπλα μας, όταν κανείς άλλος δεν είναι δίπλα μας.
     Συνειδητοποιούμε και περιγελούμε όλη τη στημένη απάτη. Νηφάλια μεθυσμένοι από την ψυχότροφη και χαροποιητική αλήθεια που μας δόθηκε από Θεού, επιθυμούμε πλέον να έχουμε ελευθερία στη ζωή μας και όχι μίσος.
     Μα όλοι αυτοί, οι συνεχώς απέναντι στην καρδιά μας, ως συνήθως έχουν μια κίβδηλη και μεταλλαγμένη αγάπη που υπάρχει και δρα ενδοκοσμικά πάντα ιδιοτελώς, ίσα για να ναρκώνει τη συνείδηση και να εξυπηρετεί το καλυμμένο μίσος της αυτοδικαιωμένης ή δικαιολογημένης ανελευθερίας τους με την οποία πορεύονται αθεράπευτα.
     Ο κόσμος θέλει πεισματικά να βρει και να κατέχει την αγάπη δίχως την ελευθερία της. Και θέλει θεωρητικά την ελευθερία δίχως καθόλου να αγαπά έμπρακτα. Δίχως να αγαπά εσένα, εμένα και όλους μας. Ο κόσμος θέλει πρόσωπα δίχως παλμό, δίχως αίσθηση και γνώση, βάθος, ταπείνωση και υπέρβαση.
     Αν όμως απευθυνθούμε ολόψυχα, ταπεινά και προσευχητικά στον Θεό, που είναι ο Δοτήρας, η Πηγή, η Αρχή, η Υπόσταση και το Πρόσωπο της αγάπης και της ελευθερίας μας, τότε είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα καταλάβουμε αρκετά καλά τον λόγο και το νόημα όλων των σταυραναστάσιμων περιπετειών μας.
     Εκείνος μονάχα ξέρει, γιατί μονάχα Εκείνος μας είχε προειδοποιήσει πλήρως εν αγάπη και αληθεία στο Ευαγγέλιο και στη θεία ζωή Του για όλα τα ανωτέρω…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου