Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΟ

ΟΙ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΦΕΣΟ


     Οι επτά αυτοί άγιοι, κατά τις αρχαιότερες εκδοχές του συναξαρίου τους, εμφανίζονται ως νεαροί στρατιώτες, αλλά μεταγενέστερα παρουσιάσθηκαν ως παιδιά, ιδιαίτερα στην εικονογραφική παράδοση. Τα ονόματά τους είναι: Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Αντωνίνος και Κωνσταντίνος (ή Ιωάννης) και η θαυμαστή ιστορία τους έχει ως εξής· Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος (250), ερχόμενος από την Δύση, έφθασε στην Έφεσο έδωσε διαταγή να συγκεντρωθεί όλος ο πληθυσμός στους ναούς για να θυσιάσει στους θεούς. Την τρίτη ημέρα των εορτών που διοργανώθηκαν με την ευκαιρία αυτή, ο αυτοκράτορας πρόσταξε να συλληφθούν όλοι οι χριστιανοί. Οι Εβραίοι και οι ειδωλολάτρες της πόλεως βοήθησαν τους στρατιώτες να σύρουν όλους τους πιστούς που έβρισκαν στην αγορά για να τους εξαναγκάσουν να θυσιάσουν. Πολλοί υπέκυψαν μπροστά στην προοπτική των βασανιστηρίων, ενώ όσοι αρνήθηκαν να ενδώσουν θανατώθηκαν δίχως έλεος. Μπροστά σε τόση σκληρότητα ο Μαξιμιλιανός, ο γιος του επάρχου της πόλης, καθώς και άλλοι έξι νέοι επιφανών οικογενειών που υπηρετούσαν ως ευέλπιδες στον στρατό, θλίβονταν και έχυναν δάκρυα, περισσότερο δε για την απώλεια των ψυχών των αποστατών, παρά για τα πάθη των μαρτύρων. Κάθε φορά που αναγγελλόταν η τέλεση μιας θυσίας, αποσύρονταν στην εκκλησία για να προσευχηθούν· η στάση τους όμως αυτή δεν διέφυγε από την προσοχή των εθνικών, οι οποίοι τους κατέδωσαν στον αυτοκράτορα. Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα ακόμη και σιδηροδέσμιους τούς έσυραν στο παλάτι. Ο Μαξιμιλιανός πήρε τον λόγο εξ ονόματος όλων για να απαντήσει στον αυτοκράτορα που τους ανέκρινε για τον λόγο της απειθαρχίας τους: «Έχουμε έναν Θεό, η δόξα του Οποίου πληροί τον ουρανό και την γη και προσφέρουμε σε Αυτόν την μυστική θυσία της ομολογίας της Πίστεως και των αδιάλειπτων προσευχών μας». Ο Δέκιος εξοργισμένος πρόσταξε να τους αφαιρέσουν τις ζώνες τους, ένδειξη του αξιώματός τους, και υποκρινόμενος ότι τους λυπήθηκε, διέταξε να λύσουν τα δεσμά τους και να τους δώσουν μερικές ημέρες προθεσμία για να το ξανασκεφθούν, ενώ εκείνος θα απουσίαζε από την πόλη.

     Αφού συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, οι επτά νέοι αποφάσισαν να κρυφτούν σε μια μεγάλη σπηλιά ανατολικά της πόλεως, με σκοπό να προετοιμασθούν εκεί στην ησυχία και την προσευχή, για να εμφανισθούν πάλι ενώπιον του τυράννου. Κατά τις ημέρες της διαμονής τους στο ασκητήριο εκείνο ανατέθηκε στον νεώτερο μεταξύ τους, τον Ιάμβλιχο, η φροντίδα του φαγητού και για τον λόγο αυτό κατέβαινε πότε-πότε στην πόλη.


     Επιστρέφοντας στην Έφεσο ο Δέκιος έδωσε διαταγή να φέρουν ενώπιόν του τους επτά νέους κρατούμενους για να τους προτείνει να θυσιάσουν. Μαθαίνοντας το νέο οι επτά νέοι ενέτειναν τις προσευχές τους. Ανάλωσαν τόσες δυνάμεις, ώστε όταν βράδιασε κάθισαν για να φάνε το ψωμί που είχε φέρει ο Ιάμβλιχος και από την κούραση και την αγρυπνία κοιμήθηκαν. Έτσι, από θεία Πρόνοια παρέδωσαν την ψυχή τους με την προσευχή στα χείλη.

     Καθώς οι νέοι χριστιανοί δεν μπορούσαν να βρεθούν πουθενά, ο Δέκιος έξαλλος πρόσταξε να ανακριθούν οι γονείς τους, οι οποίοι αποκάλυψαν την τοποθεσία του κρησφύγετου και έστειλε άνδρες για να φράξουν την είσοδο της σπηλιάς έτσι ώστε οι άγιοι να πεθάνουν από ασφυξία. Οι λειτουργοί που επιφορτίσθηκαν με το καθήκον αυτό, Θεόδωρος και Βάρβος, που ήσαν εν κρυπτώ χριστιανοί, εκτέλεσαν την διαταγή παρά την θέλησή τους και κατόπιν έλαβαν πρόνοια να χαραχθεί η διήγηση του μαρτυρίου των επτά νέων πάνω σε μολυβένιες πλάκες που τοποθετήθηκαν σε ένα σεντούκι, το οποίο και έκρυψαν εκεί κοντά.


     Διακόσια περίπου χρόνια αργότερα, κατά την βασιλεία του Θεοδοσίου του Νέου (περί το 446), μία αίρεση που αρνιόταν την ανάσταση των νεκρών ήλθε να σπείρει τον διχασμό στην Εκκλησία. Με την υπόθαλψη του επισκόπου Αιγαίου, Θεοδώρου, η γνώμη αυτή έσυρε πλήθος ψυχών στην απώλεια, έτσι που ο ευσεβής αυτοκράτορας Θεοδόσιος παρακάλεσε τον Θεό με δάκρυα να φανερώσει την αλήθεια. Τότε λοιπόν ο ιδιοκτήτης του κτήματος όπου βρισκόταν η σπηλιά των επτά μαρτύρων, κάποιος Αδάτιος ή Αδόλιος, αποφάσισε να φτιάξει μάνδρα για τα ποίμνιά του. Καθώς έβγαζε τις πέτρες, άνοιξε την είσοδο της σπηλιάς και αμέσως οι επτά νέοι επανήλθαν στην ζωή σαν να είχαν κοιμηθεί την προηγούμενη μέρα, χωρίς να έχουν αλλάξει στο παραμικρό, ούτε να έχουν υποστεί κάτι κατά τον μακροχρόνιο αυτόν ύπνο. Η συζήτησή τους ξανάπιασε αμέσως το θέμα του διωγμού και της προοπτικής της δημόσιας θυσίας που διέταξε ο Δέκιος. Ο Μαξιμιανός πήρε τον λόγο λέγοντας: «Αδελφοί μου, αν μας πιάσει ο Δέκιος, να σταθούμε γενναία μπροστά στους διώκτες και μην προδώσουμε από δειλία την Πίστη μας. Εσύ, Ιάμβλιχε, πάρε αυτά τα νομίσματα και πήγαινε στην πόλη να αγοράσεις ψωμί. Να πάρεις λίγο περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως γιατί πεινάμε, και με την ευκαιρία να μάθεις τι γίνεται με τις έρευνες που κάνει ο αυτοκράτορας για μας».


     Φθάνοντας στην είσοδο της πόλης ο Ιάμβλιχος έμεινε άναυδος βλέποντας το σημείο του Σταυρού σε όλες τις πόρτες. Μην αναγνωρίζοντας ούτε ανθρώπους ούτε οικοδομήματα, αναρωτήθηκε αν ονειρευόταν ή αν είχε μπει σε άλλη πόλη. Στην αγορά αγόρασε ψωμί, αλλά όταν έδωσε τα χρήματα στον φούρναρη, αυτός τον κοίταξε προσεκτικά και τον ρώτησε μήπως είχε βρει κανέναν παλαιό θησαυρό, διότι τα νομίσματα έφεραν το ομοίωμα ενός αλλοτινού αυτοκράτορα. Στα λόγια αυτά ο Ιάμβλιχος άρχισε να τρέμει από τον φόβο του και, νομίζοντας ότι θα τον παρέδιδαν στον αυτοκράτορα, ήθελε να το βάλει στα πόδια. Οι πωλητές όμως τον κράτησαν και απείλησαν να τον σκοτώσουν αν δεν μοιραζόταν μαζί τους τον θησαυρό και, βάζοντάς του μια θηλιά στον λαιμό, τον έσυραν στην αγορά.


     Την στιγμή εκείνη η ομάδα συνάντησε τον ανθύπατο που πήγαινε να επισκεφθεί τον επίσκοπο Στέφανο. Μαθαίνοντας τον λόγο της αναταραχής, ο άρχοντας ρώτησε τον Ιάμβλιχο πώς είχε βρει τον θησαυρό αυτό και πού τον έκρυβε. Ο νέος αποκρίθηκε ότι δεν είχε βρει τίποτα και ότι είχε τα νομίσματα τούτα από τους γονείς του. Κι όταν τον ρώτησαν ποια ήταν η πατρίδα του και ποιοι οι γονείς του, απάντησε: «Είμαι από ’δω, αν αυτή η πόλη είναι η Έφεσος, και οι γονείς μου είναι οι τάδε». Τα ονόματα αυτά ήσαν άγνωστα στον ανθύπατο και όλως ασυνήθιστα, οπότε εξοργισμένος κατηγόρησε τον Ιάμβλιχο ότι ήθελε να τον εξαπατήσει, αφού αυτά τα διακοσίων χρόνων νομίσματα μαρτυρούσαν ότι όντως είχε βρει θησαυρό. Ο Ιάμβλιχος έπεσε τότε στα πόδια του και τον ικέτευσε να του φανερώσει πού ήταν ο αυτοκράτορας Δέκιος. Όταν του απάντησαν ότι εκείνος είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, πρότεινε στον ανθύπατο να τον ακολουθήσει στην σπηλιά για να του δείξει ότι είχαν καταφύγει εκεί με τους συντρόφους του για να ξεφύγουν από τον διωγμό του Δεκίου.


     Ο ανθύπατος, συνοδευόμενος από τον επίσκοπο και μεγάλο πλήθος, μετέβη τότε στην σπηλιά, όπου βρήκαν τις μολυβένιες πλάκες που έφεραν τα ονόματα των νέων. Όλοι αναγνώρισαν τότε το θαύμα και ανέπεμψαν κραυγές ευχαριστίας. Ο ανθύπατος και ο επίσκοπος έγραψαν τότε στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο ότι η θαυμαστή εμφάνιση των επτά αυτών νέων, που είχαν πεθάνει πριν από τόσα χρόνια, ήταν μία ολοφάνερη απόδειξη της ανάστασης των σωμάτων. Ο αυτοκράτορας έσπευσε στην Έφεσο, επισκέφθηκε τους νέους και έλουσε με τα δάκρυά του τα πόδια τους. Αφού διηγήθηκαν επί μακρόν την ιστορία τους στον ηγεμόνα και στους παρόντες επισκόπους, ο Μαξιμιλιανός και οι συν αυτώ έγειραν γλυκά σαν νυσταγμένοι στην γη και εκοιμήθησαν οριστικά τον ύπνο του θανάτου.


     Ο Θεοδόσιος πρόσταξε να κατασκευαστούν επτά χρυσοί σαρκοφάγοι και να τιμηθούν οι άγιοι νέοι με μεγάλες γιορτές στις οποίες προσκλήθηκαν όλοι οι κάτοικοι της Εφέσου, πλούσιοι και φτωχοί. Την επόμενη νύχτα ωστόσο οι άγιοι εμφανίσθηκαν σε αυτόν για να του ζητήσουν να αφήσει τα σώματά τους καταγής μέσα στην σπηλιά εν αναμονή της κοινής αναστάσεως. Το σπήλαιο των Επτά Παίδων, που κατά την παράδοση ταυτίσθηκε με εκείνο στο οποίο η Μαρία η Μαγδαληνή παρέδωσε το πνεύμα, έγινε περίφημος τόπος προσκυνήματος. Η τιμή τους διαδόθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο και βρίσκεται ακόμη και στην ισλαμική παράδοση. Μάλιστα, τους αποδίδεται η εξαίρετη χάρη να θεραπεύουν την δεινή νόσο της αϋπνίας και να φέρνουν τάχιστα τον νυσταγμό στα βλέφαρα των πασχόντων που προσέρχονται προς αυτούς με πίστη.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείῳ Πνεύματι, ἀφθαρτισθέντες,
πολυχρόνιον, ἤνυσαν ὔπνον,
οἱ ἐν Ἐφέσῳ ἑπτάριθμοι Μάρτυρες·
καὶ ἀναστάντες πιστοὺς ἐβεβαίωσαν,
τὴν τῶν ἀνθρώπων κοινὴν ἐξανάστασιν·
ὅθεν ἅπαντες,
συμφώνως τούτους τιμήσωμεν,
δοξάζοντες Χριστὸν τὸν πολυέλεον.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Οἱ τὰ τοῦ κόσμου ὡς φθαρτὰ παριδόντες,
καὶ τὰς ἀφθάρτους δωρεὰς εἰληφότες,
διαφθορᾶς διέμειναν
θανόντες παρεκτός·
ὅθεν ἐξανίστανται,
μετὰ πλείονας χρόνους,
ἅπασαν ἐνθάψαντες,
δυσμενῶν ἀπιστίαν·
οὓς ἐν αἰνέσει σήμερον πιστοί,
ἀνευφημοῦντες,
Χριστὸν ἀνυμνήσωμεν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
 Δόγμα ἀκυροῦται νεκροποιόν·
οἱ γὰρ θεῖοι Παῖδες,
ἀναστάντες ἐκ τῶν νεκρῶν,
ἐδήλωσαν πᾶσι,
τὴν μέλλουσαν γενέσθαι,
ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ,
βροτῶν ἀνάστασιν.


—ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ—
εἰς ἀσθενῆ καὶ μὴ ὑπνοῦντα.

Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
     Θεὸς ὁ μέγας καὶ αἰνετὸς καὶ ἀκατάληπτος καὶ ἀνεκδιήγητος, ὁ πλάσας τὸν ἄνθρωπον τῇ χειρί σου, χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς· καὶ τῇ εἰκόνι τῇ σῇ τιμήσας αὐτόν, Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ ἐπιπόθητον ὄνομα, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, ἐπιφάνηθι ἐπὶ τὸν δοῦλον σου (τόνδε) καὶ ἐπίσκεψαι αὐτὸν ψυχῇ καὶ σώματι, δυσωπούμενος ὑπὸ τῆς πανενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας· τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων ἀσωμάτων· τοῦ τιμίου, ἐνδόξου, προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου· τῶν ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Ἀποστόλων· τῶν ἐν Ἀγίοις Πατέρων ἡμῶν μεγάλων Ἱεραρχῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καὶ Κυρίλλου, Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος τοῦ θαυματουργοῦ, καὶ πάντων τῶν ἁγίων Ἱεραρχῶν· τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου πρωτομάρτυρος καὶ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος καὶ πάντων τῶν ἁγίων Μαρτύρων· τῶν Ὁσίων καὶ θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, Ἀντωνίου, Εὐθυμίου, Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, Ὀνουφρίου, Ἀρσενίου, Ἀθανασίου τοῦ ἐν Ἄθῳ, καὶ πάντων τῶν Ὁσίων· τῶν ἁγίων καὶ ἰαματικῶν Ἀναργύρων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, Κύρου καὶ Ἰωάννου, Παντελεήμονος καὶ Ἑρμολάου, Σαμψὼν καὶ Διομήδους, Θαλελαίου καὶ Τρύφωνος, καὶ τῶν λοιπῶν· τοῦ Ἁγίου (τοῦδε), καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων· καὶ δὸς αὐτῷ ὕπνον ἀνέσεως, ὕπνον σωματικὸν ὑγείας, καὶ σωτηρίας, καὶ ζωῆς, καὶ ῥῶσιν ψυχῆς καὶ σώματος· καὶ ὡς ἐπεσκέψω ποτὲ Ἀβιμέλεχ τὸν θεράποντά σου ἐν τῷ ἀγρῷ τοῦ Ἀγρίππα, καὶ ἔδωκας αὐτῷ ὕπνον παραμυθίας, τοῦ μὴ ἰδεῖν τὴν πτῶσιν Ἰερουσαλήμ, καὶ τοῦτον κοιμήσας ὕπνῳ θρεπτικῷ, καὶ πάλιν τοῦτον ἀναστήσας ἐν μιᾷ καιροῦ ῥοπῇ, εἰς δόξαν τῆς σῆς ἀγαθότητος· ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁγίους σου καὶ ἐνδόξους ἑπτὰ Παῖδας, ὁμολογητὰς καὶ μάρτυρας τῆς σῆς ἐπιφανείας ἀναδείξας, ἐν ταῖς ἡμέραις Δεκίου τοῦ βασιλέως καὶ ἀποστάτου, καὶ τούτους κοιμίσας ἐν σπηλαίῳ ἔτη τριακόσια ἑβδομήκοντα δύο, ὡσεὶ βρέφη θάλποντα ἐν τῇ νηδύϊ τῆς αὐτῶν μητρός, καὶ μηδόλως ὑπομείναντας φθοράν, εἰς ἔπαινον καὶ δόξαν τῆς φιλανθρωπίας σου, εἰς ἔνδειξιν καὶ βεβαίωσιν ἡμῶν τῆς παλιγγενεσίας καὶ ἀναστάσεως πάντων. Αὐτὸς οὖν, φιλάνθρωπε Βασιλεῦ, πάρεσο καὶ νῦν διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, καὶ ἐπίσκεψαι τὸν δοῦλόν σου (τόνδε), καὶ δώρησαι αὐτῷ ὑγείαν, ῥῶσιν καὶ εὐρωστίαν διὰ τῆς σῆς ἀγαθότητος, ὅτι παρὰ σοῦ ἐστι πᾶσα δόσις ἀγαθή, καὶ πᾶν δώρημα τέλειον. Σὺ γὰρ εἶ, ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σοὶ τὴν δόξαν καὶ εὐχαριστίαν καὶ προσκύνησιν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ σου Πατρὶ καὶ τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


—ΕΤΕΡΑ ΕΥΧΗ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ—
εἰς ἀσθενῆ καὶ μὴ ὑπνοῦντα.

Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
     Εὐλογητὸς εἶ, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ποιῶν μεγάλα καὶ θαυμάσια, ὁ ποιήσας ἔνδοξα ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, ὁ τοῖς ἁγίοις σου ἑπτὰ Παισὶ τὸν ὕπνον, πρόξενον σωτηρίας, χαρισάμενος εἰς τὸ ἐκφυγεῖν τοῦ παρανόμου βασιλέως τὴν ἀπειλήν, αὐτὸς καὶ τῷ δούλῳ σου (δεῖνι) δὸς ὕπνον γλυκὺν καὶ ῥῶσιν σώματος· εἰ καὶ ὡς ἄνθρωπός τι τῶν ἐντολῶν σου παρέβη, συγχώρησον, Κύριε, καὶ ἀνάστησον καὶ φώτισον αὐτοῦ τὴν ψυχὴν καὶ καθάρισον αὐτὸν ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος καὶ διαφύλαξον αὐτὸν τῇ σῇ χάριτι, σῶον, ὑγιᾶ, μακροημερεύοντα, ῥυόμενος ἀπὸ παντὸς κακοῦ καὶ πάσης ἐνεργείας σατανικῆς τὸ πλᾶσμά σου, πρεσβείαις τῆς ἀχράντου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν ἁγίων σου. Ὅτι σὺ εἶ ὁ ἰατρὸς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
  

[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 12ος, Αύγουστος, σελ. 33–36.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Μάρτιος 2009.
(2) «Μικρόν Ευχολόγιον»,
Μέρος 7ο («Ακολουθίαι και Ευχαί»),
σελ. 347–349,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήνα, 200717.
(3) «Ευχολόγιον Α΄»,
Μέρος Β΄, Κεφ. Β΄, §11, σελ. 165,
Έκδοσις
Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας,
Άγιον Όρος, Δεκέμβριος 20011.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου