Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

«ΝΙΟΤΗ, ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΗ ΣΑΝ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ»

«ΝΙΟΤΗ
ΑΝΑΝΕΩΜΕΝΗ ΣΑΝ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ»


     «Μια άλλη φορά, κατέλαβαν το χωριό μας οι αντάρτες. Μας μάζεψαν σ’ ένα σπίτι, στριμωχτά, σαν σαρδέλες. Ξαπλώναμε πάνω στις πέτρες και τα πόδια του ενός στο κεφάλι του άλλου για νά ’χουμε χώρο. Την άλλη μέρα, μας περνάνε από “δικαστήριο”. Εμένα, ήθελαν να μου κάνουν κακό αλλά δεν εύρισκαν αιτία. Φωνές, φοβέρες!... 
     Στο τέλος, ένας συγχωριανός που έκανε τον “δικαστή”, μου λέει άγρια:
    –Γιατί ο αδελφός σου είναι με τον Ζέρβα;
    –Δεν μου λες, του λέω, είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αδελφός μου;
    –Μεγαλύτερος, απαντάει.
    –Ε, αφού είναι μεγαλύτερος, θα δίνει λογαριασμό σε μένα τι κάνει;
    Δεν έβρισκε τι να πει, κι έδωσε διαταγή να με κλείσουν σ’ ένα δωμάτιο μόνο μου. Τι, τους έβαλε ο διάβολος να κάνουν! Επειδή αυτός ο συγχωριανός μου γνώριζε ότι εγώ είμαι “της εκκλησίας”, στέλνουν το βράδυ μέσα στο δωμάτιο που βρισκόμουν δύο γυναίκες αντάρτισσες, σχεδόν γυμνές! Τά ’χασα!...
     “Παναγιά μου, βοήθα με!”, φώναξα.
     Κι αμέσως, ένοιωσα την βοήθεια του Θεού. Τις έβλεπα πια απαθώς. Σαν να μην ήταν γυμνές, με αγνότητα. Όπως, ας πούμε, έβλεπε ο Αδάμ την Εύα στον Παράδεισο, πριν από την πτώση. Αθώα, φυσικά, χωρίς πονηρία σαρκική. Ε, μετά, τις πήρα με το καλό.
     “Κοπέλες, εσείς, να κάνετε τέτοια πράγματα; Δεν ντρέπεστε;”…
     Στο τέλος, ντράπηκαν. Ντύθηκαν και βγήκαν έξω κλαίγοντας!
     Βοήθησε η Xάρις του Θεού!...


     Στο χωριό μας αυτοί είχαν πειράξει μερικές οικογένειες. Μετά, όταν ήρθε ο στρατός, τότε, μερικοί γύρεψαν εκδίκηση. Πήγαν και πιάσανε τα σπίτια των αριστερών, με κακό σκοπό. Μπήκα στην μέση. 
     –Τι; Τον Μωσαϊκό Νόμο, θα εφαρμόσουμε; “Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ”; Χριστιανοί, δεν είμαστε;…
     Κόντεψα να πάθω κι εγώ ζημιά! Βλέπεις, οι άνθρωποι, είχαν μεγάλο πόνο! Άλλος είχε χάσει γυναίκα, παιδί, αδελφό, είχαν μεγάλο πόνο!
     Και μια άλλη φορά που είχαν έρθει έξω από το χωριό μας πάλι οι αντάρτες, ήταν έξω κρύο. Όλοι τους, πεινασμένοι. Τους λυπήθηκα! Πήρα ένα ψωμί και πήγα να τους το δώσω. Άσχετο αν κυνηγούσαν στα βουνά τον αδελφό μου. Εγώ, το καθήκον μου έκανα. Παραλίγο και ’κει νά ’βρισκα τον μπελά μου! Δεν πίστευαν ότι βγήκα να τους δώσω να φάνε!
     Για μένα, χέρι που δεν κάνει τον σταυρό, είτε “δεξιό” είναι αυτό, είτε “αριστερό”, το ίδιο είναι! Δεν έχουν καμμιά διαφορά!...».



ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[(1) Αθανάσιου Ρακοβαλή:
«Ο πατήρ Παΐσιος, μού είπε…»,
σελ. 71, 74–76, Θεσ/νίκη, Μάϊος 19984.
(2) Στην πρώτη και μεσαία φωτογραφία:
ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος, στρατιώτης,
κατά τα έτη 1945–1949,
όταν ήταν 21 με 24 χρονών παλληκάρι·
έχοντας εμφανέστατα «την νιότη του
ανανεωμένη σαν του αετού» (πρβλ. Ψαλμ. Ργ΄-103, 5).]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου