Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ

Πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αντιόχειας

     Ο άγιος Λουκιανός έζησε στα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (304-312). Καταγόταν από την Αντιόχεια ή κατ’ άλλους από τα Σαμόσατα. Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς, άφησε τη γενέτειρά του και πήγε στην Έδεσσα της Οσροηνής, για να παρακολουθήσει την πνευματική διδασκαλία του Μακαρίου, ενός φημισμένου διδασκάλου. Εκεί έλαβε το άγιο Βάπτισμα και έζησε πολλά χρόνια με αυστηρή άσκηση. Μοναδική του συντροφιά ήταν η νηστεία, οι αγρυπνίες και τα δάκρυα. Ο διδάσκαλός του, του είχε μεταδώσει τόσο μεγάλο πόθο για τη μελέτη της Αγίας Γραφής, ώστε ο Λουκιανός περνούσε όλες του τις νύχτες σχεδόν χωρίς να κοιμάται· τόσο κοντά στην επουράνια και αιώνια πραγματικότητα τον έφερνε η ανάγνωση των Γραφών και η προσευχή. Η Εκκλησία της Αντιόχειας όμως, έχοντας επίγνωση του θεάρεστου βίου του, τον κάλεσε να επιστρέψει και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο.

     Ο άγιος Λουκιανός ίδρυσε τότε στην Αντιόχεια την περίφημη «Σχολή των Ερμηνευτών», όπου οι μαθητές διδάσκονταν, υπό την φωτισμένη καθοδήγησή του, την ιστορική και φιλολογική ερμηνεία της Αγίας Γραφής [1]. Επειδή ήταν γνώστης και της εβραϊκής γλώσσας, μπορούσε να διορθώνει όσα χειρόγραφα κείμενα είχαν φθαρεί από τον χρόνο ή είχαν αλλοιωθεί από τις επεμβάσεις των αιρετικών [2]. Όταν ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος Δάιας πληροφορήθηκε την επιρροή που ασκούσε ο Λουκιανός, διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φέρουν στη Νικομήδεια.

     Φθάνοντας ο άγιος στην πόλη αυτή, άρχισε με μεγάλο ζήλο να ενθαρρύνει τους χριστιανούς, οι οποίοι λόγω των βασανιστηρίων εγκατέλειπαν την Πίστη και ασπάζονταν την ειδωλολατρία. Τους απέδειξε, με αναφορές στην Αγία Γραφή, ότι η αιώνια τιμωρία που επιφυλάσσεται στους αποστάτες είναι πολύ φρικτότερη από τα σύντομα βασανιστήρια των ειδωλολατρών. Τα λόγια του είχαν τέτοια δύναμη, ώστε όλοι μετανόησαν για τη δειλία τους και περίμεναν με ανυπομονησία να δώσουν τον αγώνα του μαρτυρίου. Αλλά και ο ίδιος ο άγιος ακτινοβολούσε τόσο πολύ, ώστε συχνά αρκούσε στους συνομιλητές του να δουν το πρόσωπό του, που έλαμπε από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και να βεβαιωθούν για την αλήθεια των λόγων του. Από φόβο μήπως πέσει και ο ίδιος ο αυτοκράτορας θύμα αυτής της χάριτος, όταν κάλεσε τον άγιο να παρουσιασθεί ενώπιόν του, έβαλε ανάμεσά τους ένα παραπέτασμα. Μετά τη συζήτηση, επειδή κανένα επιχείρημά του δεν κατόρθωσε να κλονίσει τον άγιο Λουκιανό, ο Μαξιμίνος διέταξε να τον βασανίσουν και έπειτα να τον αφήσουν να πεθάνει στο κελλί του από την πείνα και τη δίψα [3].

     Καθώς πλησίασε η εορτή των Θεοφανείων, μεγάλος αριθμός μαθητών του αγίου Λουκιανού ήλθε από την Αντιόχεια και από άλλες πόλεις, για να τον δουν για τελευταία φορά και να πάρουν την ευλογία του. Όταν ήλθε η ημέρα της εορτής, οι μαθητές του κατάφεραν να φθάσουν στο κελλί του με τον άρτο και τον οίνο, που απαιτούνταν για την τέλεση των θείων και αχράντων Μυστηρίων. Τον παρακάλεσαν τότε να τελέσει γι’ αυτούς για μια ακόμη φορά τη λογική και αναίμακτη Θυσία. Και επειδή δεν υπήρχε θυσιαστήριο καθαγιασμένο σύμφωνα με την τάξη της Εκκλησίας, ο Λουκιανός τέλεσε τη θεία Λειτουργία επάνω στο ιερομαρτυρικό στέρνο του, το πλέον κατάλληλο θυσιαστήριο του Θεού, αφού κατ’ εικόνα Του πλάσθηκε ο άνθρωπος.

     Οι ημέρες περνούσαν και ο άγιος έμενε ακλόνητος μπροστά στην πείνα και τη δίψα. Για να κάνουν οι ειδωλολάτρες το μαρτύριό του ακόμη πιο δυσβάστακτο, έβαλαν μπροστά του ένα τραπέζι γεμάτο ειδωλόθυτα κρέατα και άλλα φαγητά. Ο άγιος τα περιφρόνησε τελείως· και κάθε φορά που τον παρακινούσαν να υποχωρήσει, αυτός απαντούσε: «Είμαι χριστιανός!». Αφού έδωσε τρεις φορές την ίδια απάντηση, παρέδωσε πράος και ήσυχος τη ψυχή του στον Κύριο (7 Ιανουαρίου 312) [4].

     Τότε ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να ρίξουν το σώμα του στη θάλασσα, αλλά ένα δελφίνι το πήρε στη ράχη του και το μετέφερε στην ακρογιαλιά, κοντά στο Δρέπανο της Βιθυνίας, γενέτειρας της αγίας και ισαποστόλου Ελένης [21 Μαΐου]. Μπόρεσαν έτσι οι πιστοί να το ενταφιάσουν και να γίνουν κοινωνοί της άφθονης χάριτός του. Εκεί ο Μέγας Κωνσταντίνος ίδρυσε αργότερα την Ελενούπολη, όπου κτίσθηκε μεγάλος και περικαλλής ναός προς τιμήν του αγίου Λουκιανού.

—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—

  [1]  Γι’ αυτό τον λόγο πολλοί τον θεωρούν ιδρυτή της ερμηνευτικής σχολής της Αντιόχειας, της οποίας σπουδαίοι εκπρόσωποι υπήρξαν ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, που αφιέρωσε θερμό εγκώμιο στον άγιο Λουκιανό (βλ. PG 50, 519-526), και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας. Μαθητής του διετέλεσε και ο Άρειος, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη φήμη του αγίου Λουκιανού για να στηρίξει τις αιρετικές του δοξασίες. Η μελέτη των ολίγων αποσπασμάτων από τα διασωθέντα έργα του αγίου Λουκιανού δεν οδηγεί στον ισχυρισμό ότι ο άγιος αρνούνταν τη θεία φύση του Υιού του Θεού. Μερικοί πατρολόγοι διατυπώνουν την άποψη ότι πρόκειται περί δύο διαφορετικών προσώπων, και η γνώμη αυτή φαίνεται να στηρίζεται στο εγκώμιο του αγίου Χρυσοστόμου, που μιλάει μόνο για το μαρτύριό του και όχι για το ερμηνευτικό του έργο.

  [2]  Τα έργα του αγίου Λουκιανού συνέβαλαν σημαντικά στον καθορισμό του κειμένου της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, που μεταφέρθηκε από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη από τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και από εκεί διαδόθηκε σε όλο τον χριστιανικό κόσμο.

  [3]  Βλ. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλ. Ιστορ. Θ΄, 6, 3.

  [4]  Ο θάνατος του αγίου Λουκιανού θεωρείται ότι οριοθετεί το τέλος του μεγάλου διωγμού. Η μνήμη του, που εορταζόταν αρχικά αυτή την ημέρα, μετατέθηκε στις 15 Οκτωβρίου, λόγω της συμπτώσεως με τη Σύναξη του Τιμίου Προδρόμου, αλλά στη Δυτική Εκκλησία συνεχίζει να μνημονεύεται την 7η Ιανουαρίου.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.

Θείῳ Πνεύματι, λελαμπρυσμένος, γνῶσιν ἔνθεον, ἐταμιεύσω, καὶ τῆς Πίστεως τὸν λόγον ἐτράνωσας· ὅθεν Μαρτύρων ἀλείπτης γενόμενος, Λουκιανὲ ἐν ἀθλήσει ἠρίστευσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ς ἑρμηνεὺς τῶν ζωηφόρων ῥημάτων, καὶ ἱερεὺς τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, Λουκιανὲ θεόληπτε ἐνήθλησας στερρῶς· ὅθεν τὸ ἐσώτερον, καταπέτασμα Μάρτυς, χαίρων διελήλυθας, καὶ Χριστοῦ τῷ προσώπῳ, ἐνεφανίσθης πάντοτε ἡμῖν, τοῖς σὲ τιμῶσιν, αὐτὸν ἱλεούμενος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

ρτῳ διαθρέψας πνευματικῷ, πιστῶν τὰς καρδίας, ὡς τοῦ λόγου διανομεύς, λιμῷ καταισχύνεις, τὸν λιχνοβόρον ὄφιν, Λουκιανὲ ἀθλήσας, καθάπερ ἄσαρκος.



 


[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 173–175.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΙΟΙ ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΛΑΜΠΙΑ

ΑΓΙΟΙ ΕΥΛΑΜΠΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΛΑΜΠΙΑ

     Ο Ευλάμπιος και η αδελφή του Ευλαμπία έζησαν στη Νικομήδεια την εποχή του Διοκλητιανού και του ηγεμόνος Μαξίμου (περί το 303). Για να ξεφύγουν τους διωγμούς, που είχαν ξεσπάσει αλύπητα κατά των χριστιανών, τα δύο αδέλφια κατέφυγαν μαζί με άλλους στα βουνά γύρω από την πόλη. Μια μέρα, οι σύντροφοί τους έστειλαν τον Ευλάμπιο στην πόλη για να αγοράσει ψωμί. Φθάνοντας εκεί ο άγιος, είδε αναρτημένα στους τοίχους τα αυτοκρατορικά διατάγματα, που διέτασσαν τον διωγμό εναντίον των χριστιανών. Καθώς τα διάβαζε, τον συνέλαβαν οι ειδωλολάτρες και τον προσήγαγαν στις αρχές. Τον ανέκρινε ο αυτοκράτορας και ο Ευλάμπιος ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό. Στο τέλος της ανακρίσεως, ο άγιος υποκρίθηκε ότι ήταν καθόλα έτοιμος να προσφέρει θυσία στα είδωλα. Τον οδήγησαν τότε στον ναό, αλλά τη στιγμή που προχωρούσε για να προσφέρει τη θυσία, διέταξε το άγαλμα του Άρη να κατακρημνισθεί και αυτομάτως το άψυχο και ανίσχυρο είδωλο έπεσε και διαλύθηκε σε κομμάτια. Έξαλλοι από θυμό και μανία οι ειδωλολάτρες επιτέθηκαν με μίσος στον γενναίο αθλητή του Χριστού.

     Την ώρα που τον βασάνιζαν, ήλθε και η αδελφή του η Ευλαμπία παρακαλώντας τον να μεσιτεύσει προς τον Χριστό, ώστε να μαρτυρήσει και εκείνη μαζί του. Ο Χριστός εκπλήρωσε την επιθυμία της. Έτσι, τη συνέλαβαν και αυτήν· τη ράπισαν και τέλος την έριξαν μαζί με τον αδελφό της σε έναν μεγάλο λέβητα με βραστό νερό. Αν και η αγία εδειλίασε προς στιγμήν, παρόλα αυτά με την προτροπή του αδελφού της μπήκε άφοβα στο καυτό νερό, το οποίο όμως ψυχράνθηκε τόσο πολύ, ώστε οι δύο άγιοι στέκονταν εκεί απείραχτοι με άφραστη χαρά. Ο ασυνείδητος τύραννος πρόσταξε τότε να τυφλώσουν τον άγιο Ευλάμπιο και να κρεμάσουν την αδελφή του από τις τρίχες της κεφαλής της. Αφού άναψαν κάμινο, ισχυρότερη ακόμη και από εκείνη της Βαβυλώνος, έριξαν μέσα τους αγίους, αλλά –ω, του θαύματος!– η φλόγα σχημάτισε έναν μεγάλο θόλο γύρω και πάνω από τα μαρτυρικά σώματα και οι άγιοι έμειναν τελείως αβλαβείς, υμνολογώντας και δοξάζοντας τον Κύριο, όπως άλλοτε οι Τρεις Παίδες.

     Αναίσθητος παρέμεινε ενώπιον του θαύματος ο τύραννος και έδωσε διαταγή να τους αποκεφαλίσουν· η αγία Ευλαμπία όμως πρόλαβε και παρέδωσε εν ειρήνη τη μακαρία ψυχή της στον Κύριο, πριν πέσει πάνω της η σπάθη του δήμιου. Βλέποντας τα θαυμαστά αυτά γεγονότα, διακόσιοι από τους εκεί παρευρισκομένους ειδωλολάτρες πίστευσαν κι εκείνοι στον Χριστό. Όλοι τους αποκεφαλίσθηκαν λίγο αργότερα, μετά τον άγιο Ευλάμπιο και την αγία Ευλαμπία, και εξεδήμησαν προς Κύριον για να συγκαταλεχθούν στους ένδοξους χορούς των αγίων του Θεού.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Τῆς φύσεως θεσμῷ, συνημμένοι ἐνθέως, ὁμόψυχοι στερρῶς, ὡς ὁμαίμονες θεῖοι, αὐτάδελφοι Μάρτυρες, ἐν ἀθλήσει ὡράθητε, ὦ Εὐλάμπιε, σὺν τῇ σεμνῇ Εὐλαμπίᾳ· ὅθεν στέφανον, νικητικὸν δεδεγμένοι, ἡμᾶς διασῴζετε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τοὺς γενναίους Μάρτυρας, καὶ ἀδελφοὺς κατὰ σάρκα, τὸν σοφὸν Εὐλάμπιον, καὶ Εὐλαμπίαν τιμῶμεν· οὗτοι γάρ, τῶν παρανόμων μηχανουργίας, ᾔσχυναν, ἐν τῇ δυνάμει τοῦ Σταυρωθέντος· ἀνεδείχθησαν διό περ, Μαρτύρων δόξα, ὁμοῦ καὶ καύχημα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

κλαμπρον ἐν ἄθλοις καὶ θεαυγῆ, Εὐλάμπιε Μάρτυς, Εὐλαμπία ἡ εὐκλεής, σὲ τεθεαμένη, ἐκλάμπρως κοινωνεῖ σοι, τῶν ὑπερλάμπρων πόνων· μεθ’ ἧς τιμῶμέν σε



 

 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 98–99.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2020

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, Η ΑΠΟ ΕΤΑΙΡΙΔΩΝ

ΟΣΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ, Η ΑΠΟ ΕΤΑΙΡΙΔΩΝ

     Η οσία Πελαγία έζησε στην Αντιόχεια κατά το δεύτερο ήμισυ του 5ου αιώνος. Έκδοτη κατ’ αρχάς στους χορούς και στις έκλυτες ηδονές και αποκαλούμενη από τους εραστές της «Μαργαρώ», λόγω των πολλών μαργαριταριών με τα οποία στολιζόταν, ήταν η πλέον γνωστή εταίρα της μεγάλης εκείνης πόλεως. Από την ακολασία της είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, την οποία χρησιμοποιούσε αποκλειστικά για να καλλωπίζει το σώμα της με πολύτιμα κοσμήματα και σπάνια αρώματα, ώστε να προσελκύει νέα θύματα στα δίχτυα της και να τα βυθίζει στην απώλεια. Επίσης, είχε πολλούς δούλους που τη συνόδευαν όταν έβγαινε έξω στην πόλη, καθισμένη πάνω στην πολυτελή της άμαξα.

     Μια μέρα ο αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας συγκάλεσε σύνοδο ογδόντα επισκόπων, για να ρυθμίσουν εκκλησιαστικές υποθέσεις της περιοχής. Κάλεσε τότε έναν από αυτούς, τον άγιο Νόννο, επίσκοπο Εδέσσης [10 Νοεμ.], για να κηρύξει τον λόγο του Θεού στον ναό του αγίου Ιουλιανού. Την ώρα που ο άγιος προέτρεπε τους ακροατές του να μετανοήσουν και να ζήσουν ενάρετα και θεάρεστα, έτυχε να περνάει μπροστά από την ομήγυρη η Πελαγία, με τη συνηθισμένη ακολουθία της. Εκείνη τη στιγμή, ενώ οι επίσκοποι και ο ευλαβής κόσμος έστρεψαν αλλού το βλέμμα, ο άγιος Νόννος είπε δυνατά σ’ αυτούς που τον περιστοίχιζαν: «Αλίμονο σ’ εμάς, τους οκνηρούς και αμελείς! Θα ντραπούμε την Ημέρα της Κρίσεως, γιατί ο ζήλος και η φροντίδα μας για το πώς θα γίνουμε αρεστοί στον Θεό είναι πολύ κατώτερος από την επιμέλεια με την οποία καλλωπίζεται αυτή η γυναίκα, απλώς και μόνο να αρέσει σε ανθρώπους, αποβλέποντας σε μια πρόσκαιρη ηδονή». Και όταν επέστρεψε στο κελλί του, πέρασε όλη τη μέρα ο άγιος αναπέμποντας ευχές προς τον Κύριο για τη μεταστροφή της.

     Την επομένη η Πελαγία πήγε στον ναό και άκουσε τον Νόννο να ερμηνεύει το Ευαγγέλιο κατά τη θεία Λειτουργία. Τα λόγια του επισκόπου για την Ημέρα της Κρίσεως και την αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών στην κόλαση εισχώρησαν βαθιά στην καρδιά της, σαν κοφτερό μαχαίρι, και αφύπνισαν μέσα της τον θείο έρωτα για τον ουράνιο Νυμφίο. Έτσι, μόλις η βυθισμένη στην αμαρτία γυναίκα επέστρεψε στην έπαυλή της, έγραψε στον άγιο επίσκοπο παρακαλώντας τον να τη δεχθεί και να μη τη βδελυχθεί για την ασωτία της, αν ήταν πράγματι μαθητής Εκείνου «που δεν ήλθε να καλέσει τους δίκαιους αλλά τους αμαρτωλούς σε μετάνοια» (Ματθ. 9, 13). Τότε ο Νόννος τής απάντησε ότι, αν όντως είχε αποφασίσει να μετανοήσει, θα έπρεπε να παρουσιασθεί στην εκκλησία, ενώπιον όλων των πιστών, κληρικών και λαϊκών, για να ομολογήσει τα αμαρτήματά της.

     Η Πελαγία άδραξε την ευκαιρία και έσπευσε στην εκκλησία, ξεχνώντας τις πομπώδεις συνοδείες και την παλιά αλαζονεία της. Φθάνοντας, έπεσε με συντριβή στα πόδια του επισκόπου και τον ικέτευσε να μην αργήσει να την αναγεννήσει στη θεία ζωή, μήπως ο δαίμονας και η συνήθεια την παγιδεύσουν πάλι και την ξαναρίξουν στην ακόλαστη ζωή. Όταν τα άκουσε αυτά ο Νόννος, δόξασε τον Θεό για τη μετάνοιά της και τη βάπτισε. Τότε χάρηκε όλη η Αντιόχεια, διότι η ψυχή της βρήκε τη σωτηρία. Κατόπιν, την εμπιστεύθηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα στη Ρωμάνα, μια μοναχή που τη μύησε στον πνευματικό αγώνα και τη ζωή της μετανοίας. Με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού, η Πελαγία κατόρθωσε να κατατροπώσει τις επιθέσεις του πονηρού, ο οποίος δεν άργησε να της επιτεθεί, παρακινώντας την με σφοδρότητα να επιστρέψει στην αμαρτωλή ζωή.

     Μετά το θείο Βάπτισμα η Πελαγία μοίρασε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και απελευθέρωσε τους δούλους της. Απαλλαγμένη έτσι από κάθε τι που την έδενε με τα εγκόσμια, άλλαξε την ενδυμασία της, φόρεσε φθαρμένα και κουρελιασμένα ανδρικά ενδύματα και έφυγε κρυφά για να ασκητεύσει στο Όρος των Ελαιών, στην Παλαιστίνη, άγνωστη σε όλους. Εκεί έμεινε χρόνια έγκλειστη σε ένα μικρό κελλί, πολεμώντας καθημερινά τα πάθη που είχαν ριζώσει στο σώμα της και αφιερώνοντας όλο τον ζήλο –που κάποτε αφιέρωνε στον μάταιο καλλωπισμό και στα αρώματα– για τον καλλωπισμό της ψυχής της, χάριν της αιωνίου ζωής.

     Και ενώ έμενε μόνη της, η φήμη για τους άθλους της έγινε γνωστή σε όλους τους ασκητές της Παλαιστίνης, οι οποίοι νόμιζαν ότι ήταν άνδρας. Όταν παρέδωσε τη ψυχή της στον Θεό, συγκεντρώθηκαν όλοι για να τιμήσουν το τίμιο λείψανο. Έμειναν όμως έκπληκτοι και δόξασαν τον Θεό Κύριο, μόλις έμαθαν από έναν μαθητή του Νόννου την αληθινή ιστορία της οσίας, που διδάσκει να μην απελπίζονται όσοι είναι βυθισμένοι στο σκότος της αμαρτίας, αλλά απεναντίας να πορεύονται με θάρρος και ελπίδα τη ψυχοσωτήρια οδό της μετανοίας.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

ξ ἀκανθῶν καθάπερ ῥόδον εὐῶδες, τῇ Ἐκκλησίᾳ Πελαγία ἐδείχθης, ταῖς ἐναρέτοις πράξεσιν εὐφραίνουσα ἡμᾶς· ὅθεν καὶ προσήγαγες, ὡς ὀσμὴν εὐωδίας, τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, τὸν σὸν βίον Ὁσία. Ὃν ἐκδυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, παθῶν παντοίων, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Χορὸς Ἀγγελικός.

Πελάγει ἀρετῶν, ἀληθῶς ἰσαγγέλων, τὸ πέλαγος τῶν σῶν, ἐγκλημάτων Ὁσία, πανσόφως ἐβύθισας, καὶ δακρύων τοῖς ῥεύμασιν, ἐναπέπνιξας, τὸν πολυμήχανον ὄφιν· ὅθεν ἤστραψας, ὥσπερ λαμπὰς μετανοίας, τὴν κτίσιν φαιδρύνουσα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Φερωνύμως πέλαγος γαληνόν, πλεύσασα Ὁσία, μετανοίας τῆς ἱερᾶς, Μῆτερ Πελαγία, τοῖς ἐν πελάγει βίου, λιμὴν σωτηριώδης, ὤφθης καὶ ἄκλυστος.



 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 80–82.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

ΑΓΙΟΙ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ

ΑΓΙΟΙ ΣΕΡΓΙΟΣ ΚΑΙ ΒΑΚΧΟΣ

     Οι άγιοι Σέργιος και Βάκχος ζούσαν στη Ρώμη την εποχή του Μαξιμιανού [1]. Σε νεαρή ηλικία ο αυτοκράτορας τούς ανέθεσε υψηλά αξιώματα στη «Σχολή των Κεντιλίων» [2]· τον μεν Σέργιο τον έκανε «πριμικήριο» [3], τον δε Βάκχο «σεκουνδικήριο» [4]. Μια μέρα, ο Μαξιμιανός διέταξε να τελεστούν δημοσίως θυσίες στους θεούς, ως ένδειξη υποταγής στην εξουσία του· οι δύο νεαροί αξιωματικοί ήταν οι μόνοι που δεν παρουσιάστηκαν και δεν συμμετείχαν. Η πράξη τους αυτή θεωρήθηκε ανταρσία από τον αυτοκράτορα, ο οποίος διέταξε να τους οδηγήσουν ενώπιόν του, και οργισμένος ρώτησε την αιτία της ανυπακοής τους. Τότε ο Σέργιος και ο Βάκχος τού απάντησαν: «Μόνο στον επίγειο αυτό στρατό είμαστε υποχρεωμένοι να σε υπηρετούμε ως δούλοι ευγνώμονες, βασιλιά! Κωφούς όμως και αναίσθητους θεούς δεν θα προσκυνήσουμε· δεν θα απομακρυνθούμε από τον αληθή και παντέλειο Θεό, κι αν ακόμη λειώσεις τις σάρκες μας με σίδερα και φωτιά· διότι δεν βρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο κάτι άλλο πιο μακάριο όσο το να υποφέρει κανείς για την ευσέβεια». Ακούγοντας αυτά ο Μαξιμιανός, διέταξε να τους καθαιρέσουν από τα αξιώματά τους, να τους αφαιρέσουν τις ζώνες και τα υπόλοιπα διάσημα και να τους φορέσουν γυναικεία ενδύματα. Έτσι, ντυμένους με γυναικεία αμφίεση και φορτωμένους με βαρείς σιδερένιους κλοιούς στον τράχηλο, τους περιέφεραν ανά την πόλη για να τους χλευάσουν και να τους εμπαίξει ο όχλος.

     Κατόπιν ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να οδηγήσουν τους αγίους από φρούριο σε φρούριο, έως τις όχθες του Ευφράτη. Φθάνοντας στην πόλη Βαρβαλισσό [5], όπου είχε την έδρα του ο διοικητής της επαρχίας της Ανατολής, ο Αντίοχος, διοικητής σκληρός και ωμότατος, τους έφεραν ενώπιόν του για να τους ανακρίνει. Ούτε όμως οι απειλές του ούτε οι κολακείες του στάθηκαν ικανές να πτοήσουν τους αγίους. Έκλεισαν τότε τον Σέργιο σε ένα κελλί και άρχισαν να βασανίζουν τον σύντροφό και συμπορευτή του· τον μαστίγωσαν ανελέητα με βούνευρα. Παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια, ο Βάκχος παρέδωσε τη ψυχή του χαρούμενος, επειδή θα κατατασσόταν στις στρατιές των αγγέλων και των αγίων.

     Την επαύριο έφεραν πάλι ενώπιον του διοικητού τον Σέργιο, ο οποίος θλιβόταν που βρισκόταν ακόμη στον μάταιο τούτο κόσμο, ενώ ο σύντροφός του απολάμβανε ήδη τη μακαρία ζωή. Αρχικά ο Αντίοχος δοκίμασε να πείσει τον Σέργιο να αρνηθεί την Πίστη του· του θύμισε τα αξιώματα και την εξουσία που είχε προηγουμένως και ύστερα τον απείλησε με τα πιο φρικτά βασανιστήρια. Αλλά, μάταιος κόπος! Γι’ αυτό ο ηγεμόνας διέταξε να του φορέσουν υποδήματα με αιχμηρά καρφιά στο εσωτερικό μέρος, υποχρεώνοντάς τον να τρέξει μπροστά από το άρμα του. Ο άγιος διήνυσε δεκαπέντε χιλιόμετρα τρέχοντας έτσι, μέχρι που έφθασαν στο κάστρο των Τετραπυργίων (σημ.: Κσαϊράς–Σελέ). Η χαρά του επειδή συμμετείχε στο θείο πάθος τον ύψωνε πάνω από τους πόνους του σώματος και τον έκανε να τρέχει γρήγορα, ψάλλοντας με την καρδιά του ευχαριστήριους ύμνους.

     Κατά τη διάρκεια της νύκτας ήλθε άγγελος Κυρίου και θεράπευσε τις πληγές του. Έτσι, την επόμενη μέρα ο νέος παρουσιάσθηκε στον διοικητή ευδιάθετος και έτοιμος για νέους αγώνες. Ο Αντίοχος διέταξε τότε να τον αποκεφαλίσουν στον επόμενο σταθμό, τη Ρωσάφα, που βρίσκεται διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά του σημερινού Χαλεπίου. Φθάνοντας ο άγιος στον τόπο της εκτελέσεως, ζήτησε από τους δημίους του λίγο χρόνο και προσευχήθηκε πολύ θερμά να συγχωρεθούν όλοι οι διώκτες του. Κατόπιν, έκλεινε ο ίδιος την κεφαλή του κάτω από το ξίφος, και η ψυχή του πέταξε για να συναντήσει τον Βάκχο στη Βασιλεία των Ουρανών.

     Δεν πέρασε πολύς καιρός, και οι κάτοικοι της Σούρα θέλησαν να πάρουν κρυφά το σώμα του αγίου Σεργίου. Αυτό όμως αποδείχθηκε αντίθετο προς τη θέλησή του, διότι φλόγα μεγάλη εξήλθε από τον τάφο του και τους εμπόδισε. Έτρεξαν τότε οι χριστιανοί της Ρωσάφα, τους έδιωξαν και κατέθεσαν το τίμιο λείψανο σε ασφαλές μέρος. Αργότερα, πάνω στον τάφο του αγίου Σεργίου έκτισαν ναό, ο οποίος κατέστη ένα από τα πιο σεπτά προσκυνήματα όλης της Ανατολής. Συνέρρεε τόσος κόσμος, ώστε ο τόπος εκείνος ονομάσθηκε «Σεργιούπολις». Τεμάχια από το λείψανο του αγίου διάμοιράσθηκαν σε όλο τον χριστιανικό κόσμο [6].

—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ—

[1]  Δεν πρόκειται μάλλον για τον Μαξιμιανό Ερκούλιο, του οποίου η δικαιοδοσία δεν εκτεινόταν στην Ανατολή, αλλά για τον Γαλέριο Μαξιμιανό, ο οποίος, προτού ξεκινήσει τη μεγάλη εκστρατεία του κατά των Περσών (περί το 297), προέβη σε εκκαθαρίσεις όλων των χριστιανών του στρατεύματος. Δεν αποκλείεται οι δύο άγιοι να ήταν ρωμαϊκής καταγωγής· το σύνολο όμως της ιστορίας τους εκτυλίσσεται στην Ανατολή.

[2]  Οι «Σχολές» λειτουργούσαν ως σώμα εκπαίδευσης αξιωματικών, οι οποίοι αποτελούσαν τα επίλεκτα τμήματα του ρωμαϊκού στρατού· συστάθηκαν επί Διοκλητιανού, τελούσαν υπό τις διαταγές του ίδιου του αυτοκράτορα και εξελίχθηκαν αργότερα σε αυτοκρατορική φρουρά και άγημα τιμών.

[3]  «Πριμικήριος» (λατ. primicerius) κατά λέξη ονομάζεται αυτός που το όνομά του είναι γραμμένο πρώτο στα κηρόχυτα δελτία των αρχών, δηλαδή ο πρόκριτος, ο πρωτέγγραφος.

[4]  «Σεκουνδικήριος» (λατ. secundicerius) είναι ο δεύτερος στην τάξη.

[5]  Σήμερα λέγεται Μπάλις και βρίσκεται 100 χλμ. από το Χαλέπι. Κατ’ άλλους πρόκειται για την Αραβισσό (σημ. Afçim) της Καππαδοκίας.

[6]  Πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως τα ερείπια τριών μεγάλων ναών ρυθμού βασιλικής στον χώρο της Ρωσάφα, η οποία πήρε το όνομα «Σεργιούπολις» τον 4ο αιώνα και συνέχισε να αποτελεί σημαντικό προσκύνημα ακόμη και επί αραβοκρατίας. Η Σεργιούπολις καταστράφηκε κατά την εισβολή των Τατάρων τον 13ο αιώνα. Η τίμια κάρα του μεν αγίου Σεργίου φυλάσσεται στην Ι.Μ.Σίμωνος Πέτρας, του δε αγίου Βάκχου στην Ι.Μ.Βατοπαιδίου. Σώζεται επίσης στην Κωνσταντινούπολη ο επ’ ονόματί τους ιερός ναός, που κτίσθηκε από τον Ιουστινιανό το 530, σε ένδειξη ευχαριστίας για τη θαυματουργική διάσωσή του από βέβαιο θάνατο. Οι Τούρκοι τον ονομάζουν «Κιουτσούκ Αγιασοφιά»=«Μικρή Αγία Σοφία».

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.

Τριάδος τῆς Ἁγίας ὁπλῖται τροπαιοῦχοι, ἡ λαμπρὰ δυὰς τῶν Μαρτύρων, ὡράθητε ἐν ἄθλοις, Σέργιος ὁ θεῖος ἀριστεύς, καὶ Βάκχος ὁ γενναῖος ἀθλητής· διὰ τοῦτο δοξασθέντες περιφανῶς, προΐστασθε τῶν βοώντων· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τοὺς γενναίους Μάρτυρας, καὶ ἀδελφοὺς ἐν τῇ πίστει, συνελθόντες στέψωμεν, ἐν ἱεραῖς εὐφημίαις, Σέργιον, τὸν τῆς Τριάδος στερρὸν ὁπλίτην, Βάκχον τε, τὸν ἐν βασάνοις συγκαρτεροῦντα, τὸν Χριστὸν θεολογοῦντας, τὸν Ἀθλοθέτην καὶ Ποιητὴν τοῦ παντός.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῶν Μαρτύρων ἡ ξυνωρίς, Σέργιος ὁ θεῖος, καὶ ὁ Βάκχος ὁ εὐκλεής, οἱ τὸν Θεὸν Λόγον, δοξάσαντες ἐν ἄθλοις, ᾧ νῦν συνδοξασθέντες, ἡμᾶς φρουρήσατε.




[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος), σελ. 70–72.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ

     Ο άγιος Γρηγόριος καταγόταν από παρθικό βασιλικό αίμα. Ήταν γιος του Αρσακίδου σατράπου Ανάκ, ο οποίος με διαταγή του βασιλιά Αρταξέρξη (Αρτασίρ) σκότωσε τον βασιλιά της Αρμενίας Τιριδάτη Β΄ τον Μέγα (Χοσρόη κατά τις αρμενικές πηγές, 217-238).

     Εκδικούμενοι το έγκλημα οι Αρμένιοι σατράπες κατέσφαξαν όλη την οικογένεια του Ανάκ (238), εκτός από τον διετή τότε Γρηγόριο, τον οποίο η τροφός του φυγάδευσε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Εκεί ο άγιος βαπτίσθηκε και έλαβε ελληνοχριστιανική παιδεία. Όταν μεγάλωσε, νυμφεύθηκε κόρη βασιλικής οικογένειας και απέκτησε δύο γιους, τον Βαρτάνη και τον Αριστάκη, τους οποίους ανέθρεψε με την Πίστη του Χριστού.

     Στην Καισάρεια βρισκόταν εξόριστος από τον Αρταξέρξη ο γιος του φονευθέντος Χοσρόη Τιριδάτης Γ΄. Γνωρίζοντας ο Γρηγόριος τον φόνο που είχε διαπράξει ο πατέρας του, συνδέθηκε μαζί του και του προσέφερε τις υπηρεσίες του, χωρίς να του αποκαλύψει την καταγωγή του. Το 287 ο Τιριδάτης με την υποστήριξη των Ρωμαίων ανέκτησε τον θρόνο της Αρμενίας, οπότε και ο Γρηγόριος επέστρεψε στην πατρίδα του. Επειδή όμως διάπυρη αγάπη προς τον Θεό έφλεγε τη ψυχή του, εγκατέλειψε τον κόσμο και αναχώρησε στην έρημο, για να ζήσει ως ασκητής.

     Ανερχόμενος στον θρόνο ο Τιριδάτης Γ΄, αντί να αναγνωρίσει το φιλάνθρωπο χέρι του Θεού στην ευεργεσία που του έγινε, αφοσιώθηκε με ζήλο στην ειδωλολατρία. Επειδή δε επιθυμούσε να έχει συγκοινωνό στις θυσίες και τον φίλο του Γρηγόριο, τον κάλεσε στα ανάκτορα και προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί την Πίστη του Χριστού και να προσφέρει ως θυσία στον βωμό της θεάς Αναχίτ (Αρτέμιδος) ένα στεφάνι από άνθη.

     Μπροστά στην αμετάπειστη εμμονή του Γρηγορίου, ο βασιλιάς καταλήφθηκε από μανία και τον υπέβαλε σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Κρεμασμένον κατακέφαλα, από το ένα πόδι τον έδερναν με ραβδιά ροδιάς, ενώ από κάτω τον κάπνιζαν με βρωμερότατη κοπριά. Έσφιξαν την κεφαλή του με μηχανικό όργανο και έριξαν με σύριγγα στα ρουθούνια του ποτάσα και ξίδι, ανάμικτα με αλάτι και νίτρο, των οποίων η δριμύτητα εισήλθε ως τον εγκέφαλό του. Κατόπιν, κατέκαυσαν την κεφαλή του με δερμάτινο θύλακα γεμάτο θερμότατη στάχτη, τον κρέμασαν κατακέφαλα και του έριξαν προς καταισχύνη του από τον αφεδρώνα άφθονο νερό στην κοιλιά του.

     Όσο ο Τιριδάτης χλεύαζε τον Θεό του Γρηγορίου, τόσο ο άγιος, ενδεδυμένος την πανοπλία της Πίστεως, εξερχόταν αβλαβής από τα βασανιστήρια και ευχαριστούσε τον Θεό που τον αξίωνε να πάσχει υπέρ του Ονόματός Του.

     Όταν ο βασιλιάς έμαθε ότι ο Γρηγόριος ήταν γιος του φονιά του πατέρα του, τον έριξε δεμένο σε βαθύ και αφεγγές ξεροπήγαδο γεμάτο δηλητηριώδη ερπετά, για να βρει από τα δήγματά τους φρικτό θάνατο. Ανάμεσά τους ο Γρηγόριος έζησε κατά τη θεία Πρόνοια δώδεκα χρόνια, τρεφόμενος κρυφά από μια χήρα γυναίκα.

     Μετά τον μαρτυρικό θάνατο που υπέστη η αγία Ριψιμία και η συνοδία της από τον Τιριδάτη, ο άνομος βασιλιάς έχασε τα λογικά του και συνέβοσκε με τους χοίρους. Από την εκ Θεού αυτή τιμωρία τον έσωσε η αδελφή του η Χοσροβιδούκτα. Όταν πληροφορήθηκε στον ύπνο της ότι ο βασιλιάς θα λυτρωθεί από τα δεινά του μόνον με τη μεσιτεία του Γρηγορίου, έδωσε εντολή και οι άρχοντες τον έβγαλαν από το ξεροπήγαδο ύστερα από τόσα χρόνια ζωντανό και τελείως αβλαβή. Με την προσευχή του Γρηγορίου ο βασιλιάς θεραπεύθηκε και πίστευσε στον Χριστό. Το παράδειγμά του ακολούθησαν όλοι οι συγγενείς του, οι μεγιστάνες και πλήθος λαού. Ο άγιος τούς κατήχησε και ανήγειρε ναό προς τιμήν της παρθενομάρτυρος Ριψιμίας και της συνοδίας της, για να καταθέσει εκεί τα λείψανά τους. Στο κτίσιμο βοηθούσε με πολλή ταπείνωση και ο Τιριδάτης, σκάβοντας μόνος του τον τόπο και μεταφέροντας στους ώμους του μεγάλες και βαριές πέτρες.

     Αμέσως μετά έστειλε τον Γρηγόριο με τιμητική συνοδία στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο τότε επίσκοπός της Λεόντιος τον χειροτόνησε επίσκοπο Αρμενίας με τον τίτλου του «καθολικού», δηλαδή του πατριάρχη (περί το 300).

     Επιστρέφοντας στην πατρίδα του ο Γρηγόριος, βάπτισε τον βασιλιά και πλήθος λαού στον ποταμό Ευφράτη. Κατόπιν εγκατέστησε την έδρα του στην πόλη Αστισάτ και ανέλαβε περιοδείες σε όλη τη χώρα για τον εκχριστιανισμό της και την οργάνωση της Εκκλησίας. Χειροτόνησε ιερείς, εγκατέστησε επισκόπους, ανήγειρε ναούς, κανόνισε τα της λατρείας, κατηχούσε, βάπτιζε και θεράπευε κάθε ασθένεια.

     Σε όλα είχε βοηθό του τον βασιλιά, ο οποίος προικοδοτούσε πλούσια τις εκκλησίες και του παρείχε κάθε συμπαράσταση στο αποστολικό έργο. Έτσι, η Αρμενία κατέστη χριστιανικό κράτος, το οποίο μετέδωσε το φως του Χριστού και στους γειτονικούς της λαούς: Πέρσες, Μήδους και Ασύριους.

     Το 320 ο Γρηγόριος, έχοντας στερεώσει την ειρήνη του Χριστού σε όλη την Αρμενία, κατέστησε τον γιο του Αριστάκη αρχηγό της Εκκλησίας, ενώ αυτός αποσύρθηκε στο όρος Manyea, για να ζήσει με άσκηση τις υπόλοιπες μέρες της ζωής του. Εκεί, μετά από λίγα χρόνια (328) βρέθηκε νεκρός από κάποιον ποιμένα και ενταφιάσθηκε στην Thortan του Ευφράτη, κοντά στην Αστισάτ.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

χος γ΄. Θείας Πίστεως.

Θείας πίστεως, τῇ γεωργίᾳ, ἐνεούργησας, βροτῶν καρδίας, κατασπείρας τὴν τοῦ Λόγου ἐπίγνωσιν, καὶ λαμπρυνθεὶς μαρτυρίου τοῖς στίγμασιν, ἱεραρχίᾳ Γρηγόριε ἔφανας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

χος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐκλεῆ, καὶ Ἱεράρχην ἅπαντες, ὡς Ἀθλητὴν τῆς ἀληθείας σήμερον, οἱ πιστοὶ θείοις ἐν ᾄσμασι, καὶ ὑμνῳδίαις εὐφημήσωμεν, Γρηγόριον ποιμένα, καὶ διδάσκαλον, τὸν ἔκλαμπρον φωστῆρα καὶ παγκόσμιον· Χριστῷ γὰρ πρεσβεύει, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Γρήγορος τοῖς τρόποις ἀναδειχθείς, πρὸς θεογνωσίας, διεγείρεις τὸν φωτισμόν, τοὺς τῇ δυσσεβείᾳ, ὑπνώττοντας ἀθλίως, Γρηγόριε τρισμάκαρ ἀξιοθαύμαστε.



 

[ Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμος 1ος, σελ. 355–357·

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ιερόν Κοινόβιον

Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

Ορμύλια Χαλκιδικής.

Εκδόσεις «Ίνδικτος»·

Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.