Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018

ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ


ΤΑ ΒΙΩΜΑΤΑ


     Η ψυχή μας βαθειά. Ο κόσμος ρηχός. Η σιωπή μας βαριά. Οι λίγες λέξεις άκεφες. Η τόση γοητεία στις ράγες του κόσμου μάς ράγισε. Μα χαιρόμαστε στον πιο ακατανόητο βαθμό: που τα βιώματα που μας θέλγουν μυστικά δεν είναι ποτέ στερεότυπα και στεγανά· δεν είναι ποτέ θωπείες στο τίποτα και στο κενό· δεν είναι σκληροί νάρθηκες στη ζήση μας και στρατωνικό σιωπητήριο για τις λαχτάρες μας. Έτσι, εκεί που απλά και γενικά ελπίζαμε, τώρα πια σθεναρά γνωρίζουμε, γνωρίζουμε ότι θα ζήσουμε. Μάρτυς μας η καρδιά και ο μόνος Θεός της!...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ


     Ο άγιος Μόδεστος ήταν μοναχός ονομαστός για την αρετή του και την υψηλή γνώση της ιερής και αληθινής φιλοσοφίας που οδηγεί στον φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα [1]. Για τους λόγους αυτούς εξελέγη ηγούμενος της μονής που ίδρυσε ο άγιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης τον 6ο αιώνα και ποίμαινε με σύνεση την αδελφότητα. Το 614 ο βασιλέας των Περσών Χορσόης Β΄, επικεφαλής μεγάλου στρατού, προχωρούσε κατά των Ιεροσολύμων. Ο πατριάρχης Ζαχαρίας [21 Φεβρ.] έστειλε τον Μόδεστο να διασχίσει τις γραμμές του εχθρού και να ζητήσει βοήθεια από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα που στρατοπέδευαν στην Αντιόχεια. Μετά από πολιορκία που διήρκησε τρεις εβδομάδες, η αγία Πόλη έπεσε στα χέρια των Περσών, οι οποίοι επί τρεις ημέρες τη λεηλάτησαν συστηματικά και προέβησαν σε ανείπωτες θηριωδίες. Καθώς ο πατριάρχης Ζαχαρίας εστάλη σε εξορία στην Περσία, μαζί με τον Τίμιο Σταυρό και χιλιάδες άλλους χριστιανούς, ο Μόδεστος εξελέγη να τον αντικαταστήσει στον πατριαρχικό θρόνο, ενώ η Πόλη γύρω τους ήταν σωρός από καπνίζοντα ερείπια. Με μεγάλες θυσίες ο άγιος Μόδεστος, ως νέος Ζωροβάβελ, μερίμνησε ώστε να ταφούν τα δεκάδες χιλιάδες θύματα και να αναστηλωθούν, όσο ήταν δυνατό, οι ναοί και τα σκηνώματα που είχαν αφανίσει και βεβηλώσει οι βάρβαροι. Συγκέντρωσε τους επιζώντες, τους παρηγόρησε, τους αναπτέρωσε την ελπίδα και, χάρη στη γενναιόδωρη βοήθεια του πατριάρχη Αλεξανδρείας αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος [12 Νοεμ.], κατόρθωσε να ξαναδώσει ζωή στη δεινοπαθούσα και στερημένη πόρους Εκκλησία της αγίας Σιών.

     Κατά την περίοδο αυτή κατήχησε και βάπτισε έναν Πέρση που ασπάσθηκε την Πίστη του Χριστού, τον άγιο Αναστάσιο, που μαρτύρησε στην Καισάρεια το 628 [22 Ιαν.].

     Όταν επέστρεψε από την εξορία το 629 ο πατριάρχης Ζαχαρίας, ανέλαβε ξανά τη διακυβέρνηση της Εκκλησίας μέχρι την κοίμησή του το 632. Ο άγιος Μόδεστος τον διαδέχθηκε τότε ως πατριάρχης και διάδοχος του αγίου Ιακώβου [2]. Σκεύος εκλογής της Χάριτος και ακαταπόνητος κήρυκας του Ευαγγελίου ο άγιος Μόδεστος, κόσμησε τον θρόνο της Μητρός Εκκλησίας με την ακτινοβολία της αρετής του και των θαυμάτων που επιτέλεσε. Εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω στις 17 Δεκεμβρίου 634 [3].


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
   [1] Οι αντιφατικές πληροφορίες που παρέχονται από την εκκλησιαστική ιστορία και παράδοση των Συναξαριστών, οδήγησαν τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη να διακρίνει δύο αγίους Μοδέστους Ιεροσολύμων. Ο πρώτος, ιερομάρτυς του 4ου αιώνος, μνημονεύεται στα χειρόγραφα 16 ή 18 Δεκεμβρίου και σήμερα τιμάται στις 18· ο δεύτερος, είναι γνωστός στους ιστορικούς ως αναπληρωτής του πατριάρχη Ζαχαρία κατά τη διάρκεια της περσικής κατοχής των Ιεροσολύμων τον 7ο αιώνα και τιμάται στις 16 Δεκεμβρίου. Σε ορισμένα γεωργιανά αγιολογικά κείμενα μνημονεύεται στις 17 του αυτού μηνός, ημέρα της κοιμήσεώς του, μαζί με τον άγιο Ζαχαρία (Gatitte, Calendrier, σελ. 411). Το όνομα του Μοδέστου Α΄ δεν αναφέρεται στους επισκοπικούς καταλόγους των Ιεροσολύμων μέχρι τον 5ο αιώνα, γεγονός που έκανε ορισμένους μελετητές να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του· η δε λαϊκή παράδοση πάντως, τον τιμά ως προστάτη των οικόσιτων ζώων.
   [2] Αυτή την εκδοχή αναφέρει ο άγιος Θεοφάνης ο Χρονογράφος· σύμφωνα με παλαιότερες πηγές, που επιβεβαιώνονται από γεωργιανά αγιολογικά κείμενα των Ιεροσολύμων, ο άγιος Ζαχαρίας εκοιμήθη στην εξορία και μόνο τότε ο άγιος Μόδεστος έλαβε κανονικά τον τίτλο του πατριάρχη.
   [3] Σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, εκοιμήθη το 630.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.
Θείων ἔργων σου, τῇ ἐπιδείξει, πᾶσαν εὔφρανας Σιὼν τὴν θείαν, τῶν Ἀποστόλων πλουτήσας τὴν ἔλαμψιν, καὶ τῷ Σωτῆρι ὁσίως ἱέρευσας, ἱεραρχίᾳ καὶ βίου λαμπρότητι. Πάτερ Μόδεστε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἱεράρχης ὅσιος, Πάτερ ἐδείχθης, ἐν Σιὼν ὡς ἄγγελος, ἱερατεύσας τῷ Χριστῷ· διὸ ἀξίως δεδόξασαι, Πατριαρχῶν ἐγκαλλώπισμα Μόδεστε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις Ἐκκλησίας ἄστρον λαμπρόν, καὶ Σιὼν τῆς θείας, ὁ κοσμήτωρ ὁ ἱερός· χαίροις Ἱεράρχα, Μόδεστε θεοφόρε, ἡμῶν πρὸς τὸν Δέσποτην, πρέσβυς θερμότατος.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 172–174.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΩ


Η ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΩ


     Η αγία Θεοφανώ ήταν κόρη του Κωνσταντίνου Μαρτινακίου και της Άννας, αρχόντων που ανήκαν στην υψηλή αριστοκρατία της Βασιλεύουσας. Οι γονείς της την απέκτησαν μετά από πολλά χρόνια προσευχών. Όσο μεγάλωνε η Θεοφανώ, τόσο έλαμπε η φυσική της καλλονή, η ευλάβεια και η αρετή της. Το 882, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών (867-886), την επέλεξε για να γίνει σύζυγος του γιου του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού. Όταν μερικά χρόνια αργότερα ανήλθε στον θρόνο ο Λέων (886-912), η νεαρή αυγούστα καταφρόνησε τις τιμές και τις μάταιες ηδονές στις οποίες πολύ συχνά επιδίδονται οι πρίγκιπες και αφιερώθηκε με ζήλο στην υπηρεσία του Θεού, αδιαλείπτως προσευχόμενη, ψάλλοντας, βοηθώντας πτωχούς και πάσχοντες. Και, ενώ εμφανιζόταν ντυμένη με πλούσια κεντητά ενδύματα, κάτω από αυτά φορούσε τρίχινο τραχύ χιτώνα και σκληραγωγούσε τη σάρκα της με νηστείες, αγρυπνίες και κάθε λογής δοκιμασίες, κατά πάντα μεν συνήθεις στα μοναστήρια αλλά παράδοξες και σπάνιες μέσα στα φαντασμαγορικά ανάκτορα των δυνατών αυτών του κόσμου. Πωλούσε τα στολίδια της στους πτωχούς και, τον χρόνο που οι γυναίκες της σειράς της αφιερώνουν με πάθος σε αμέτρητες ελαφρότητες, εκείνη τον αφιέρωνε σε ιερές συνομιλίες με μοναχούς σχετικά με τη θεοφιλή κάθαρση της ψυχής και την ανεκδιήγητη λαμπρότητα της μυστικής θεωρίας. Παρά την εξαιρετικά υψηλή θέση της, ήταν ταπεινή και γεμάτη σεβασμό για όλους τους ανθρώπους· κι όταν απευθυνόταν προς τους υπηρέτες της, τους έδινε ανυπόκριτα τον τίτλο του «κυρίου» και της «κυρίας». Ψέμα, όρκος ή κατάκριση του πλησίον, ποτέ δεν βγήκε από τα χείλη της που τα καθαγίαζαν η προσευχή, η ψαλμωδία και η συχνή κοινωνία των αχράντων Μυστηρίων. Τις νύκτες, όταν αποχωρούσαν οι υπηρέτες της, εγκατέλειπε την πολυτελή κλίνη της και ξάπλωνε πάνω σε μια ευτελή ψάθα που την έβρεχε με τα δάκρυά της. Κάθε ώρα και στιγμή σηκωνόταν πρόθυμα και προσευχόταν με θέρμη προς τον Κύριο, τον Βασιλέα και Νυμφίο της οσιακής της ψυχής. Όταν πέθανε η κόρη της Ευδοκία (892), η αυτοκράτειρα αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τον κόσμο και να αποσυρθεί σε κάποια μονή, αλλά ο πνευματικός της, ο άγιος Ευθύμιος [5 Αυγ.], δεν της έδωσε ευλογία. Εξάλλου ο Θεός δεν την άφησε για πολύ καιρό στην επίγεια ξενιτεία της και πολύ σύντομα την κάλεσε κοντά Του (10 Νοεμβρίου του 895 ή 896). Δεν ήταν καν τριάντα ετών. Αμέσως μετά την εκδημία και την κηδεία της στον ναό των αγίων Αποστόλων, το τίμιο λείψανό της άρχισε να επιτελεί θαύματα και ιάσεις. Αυτό το ιερό και σεβάσμιο λείψανο φυλάσσεται σήμερα στον πάνσεπτο ναό του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κοσμεί με τη θεσπέσια χάρη του το πολύπαθο Φανάρι…


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Προελομένη τὰ οὐράνια πόθῳ, Θεοφανὼ τὴν βιοτὴν διεξῆλθες, ἀγγελικῶς ἐν γῇ περιπολεύουσα· ὅθεν κατηξίωσαι, οὐρανίων χαρίτων, σὺν Ἀγγέλων τάξεσι, καὶ Ἁγίων χορείαις, παρισταμένη τῷ Παμβασιλεῖ· ὃν ἐκδυσώπει, εὑρεῖν ἡμᾶς ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὴν ἐν τῷ μέσῳ ἀνακτόρων ἀναλάμψασαν
Ὡς ἐν ἐρήμῳ ἁγιότητος ταῖς λάμψεσιν
Ὡς θεόφρονα τιμήσωμεν βασιλίδα·
Βασιλείαν γὰρ λιποῦσα τὴν ἐπίγειον
Τὴν οὐράνιον ἐνθέως ἐκληρώσατο
Χαίροις λέγοντες· Θεοφανὼ παμμακάριστε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Τῆς θεοφανείας τῆς μυστικῆς, τὴν βουλὴν πληροῦσα, ὡς βασίλισσα νουνεχής, τῆς ὑπερκοσμίου, ἐπέβης βασιλείας, Θεοφανὼ Ὁσία, ἀξιοθαύμαστε.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 174–175.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ


     Ο ένδοξος μάρτυς του Χριστού Ελευθέριος γεννήθηκε στη Ρώμη κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα. Σε πολύ νεαρά ηλικία έμεινε ορφανός από πατέρα και ανατράφηκε με φόβο Θεού και την αγάπη της ενάρετης μητέρας του Ανθίας (ή κατ’ άλλους Ευανθία), που είχε κατηχηθεί στην Πίστη του Χριστού από τους μαθητές του Αποστόλου Παύλου. Τον εμπιστεύθηκαν στον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο (155-166) για να ολοκληρώσει τη μόρφωσή του και ο νεαρός Ελευθέριος επέδειξε τέτοια ικανότητα, ώστε πολύ γοργά ανήλθε σε όλους τους βαθμούς της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Αυτό συνέβη, γιατί οι κανόνες που επέβαλλαν τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας για τη χειροτονία σε διάκονο, του 30ού για τη χειροτονία σε πρεσβύτερο και ηλικία μεγαλύτερη για τους επισκόπους, δεν είχαν ακόμη καθορισθεί την εποχή εκείνη. Καθιερώθηκαν στη Σύνοδο της Νεοκαισαρείας (324) και στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο (681). Έτσι λοιπόν σε ηλικία δεκαπέντε ετών χειροτονήθηκε διάκονος, στα δεκαεπτά του πρεσβύτερος και ήταν μόλις μόνο είκοσι ετών όταν ο πάπας Ρώμης τον διόρισε επίσκοπο Ιλλυρικού, περιοχής που αντιστοιχούσε στη σημερινή Δαλματία και ηπειρωτική Ελλάδα. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, χάρη στον ζήλο της Πίστεως, είχε καταστεί ώριμος στην επίγνωση του Θεού «κατά το μέτρο της πνευματικής ηλικίας της πληρότητας του Χριστού» (Εφ. 4, 13), και κατόρθωσε να φέρει στην Πίστη μεγάλο αριθμό εθνικών με τους λόγους του που επιβεβαιώνονταν με πολυάριθμα θαύματα.

     Η φήμη του που όλο μεγάλωνε και τα θαύματα που ακολουθούσαν τη διδασκαλία του έφθασαν στ’ αυτιά του αυτοκράτορα, ο οποίος, ανήσυχος εξαιτίας της αυξανόμενης δύναμης της Εκκλησίας, έστειλε έναν από τους στρατηγούς του, τον Φήλικα, στην Αυλώνα (σημ. στην Αλβανία) να συλλάβει τον άγιο. Βλέποντας όμως το απαστράπτον πρόσωπο του νεαρού ιεράρχη εν μέσω του λογικού ποιμνίου του και γοητευμένος από τη γλυκύτητα της διδαχής του, ο τραχύς στρατιωτικός εγκατέλειψε με τη σειρά του τη ματαιότητα των εγκοσμίων, πίστευσε στον Χριστό και στην επαγγελία της αιωνίου ζωής, βαπτίσθηκε και παρουσιάσθηκε μαζί με τον άγιο ενώπιον του τυράννου αποζητώντας με ανυπομονησία την τελείωση διά του μαρτυρίου του αίματος.


     Ο ηγεμόνας τον ανέκρινε και ο γενναίος Ελευθέριος παρέμεινε απαθής τόσο στις κολακείες όσο και στις απειλές του· ομολόγησε τον Χριστό Θεό αληθινό και διαβεβαίωσε τον τύραννο ότι τα βασανιστήρια δεν είναι παρά παιγνίδι για όσους έχουν ενδυθεί τον Σταυρό, το πολίτευμα του Σταυρού, και ότι το να πεθάνουν για τον Χριστό είναι γι’ αυτούς τέρψη, αγαλλίαση και επαγγελία δόξης αιωνίου. Τον έβαλαν σε πυρακτωμένη κλίνη και κατόπιν τον τέντωσαν σε μιαν εσχάρα και έχυσαν πάνω του καυτό λάδι και άλλα ζέοντα υγρά· ο Ελευθέριος έμεινε ανέπαφος ωσάν να τον δρόσιζε η θεία Χάρη. Δίχως διόλου να χάσει την παρρησία του, έλεγξε τον τύραννο που καταδίωκε τα ήμερα και άκακα πρόβατα του Χριστού ως λύκος της Αραβίας (Αββακ. 1, 8). Ο ύπατος της πόλεως Κορέμων (ή Κορέμβων), άνθρωπος σκληρόκαρδος και ευφάνταστος σε θέματα βασανισμών, υπέδειξε να κατασκευάσουν μια κάμινο με αιχμηρά σουβλιά για να ρίξουν μέσα τον γενναίο αθλητή της Πίστεως. Την ώρα όμως που ο Ελευθέριος προσευχόταν με διάπυρο ζήλο για τη μεταστροφή των διωκτών του, ο θηριώδης Κορέμων φωτίσθηκε ξαφνικά από το Άγιο Πνεύμα, έτρεξε να υπερασπισθεί τον άγιο, ομολόγησε τον Σωτήρα Χριστό και εισήλθε άφοβα στην κάμινο που είχε διατάξει να ανάψουν για τον σεπτό ιεράρχη. Η Χάρη του Θεού τον κράτησε ανέπαφο· κατόπιν ετελειώθη με αποκεφαλισμό.

     Καθώς ο άγιος Ελευθέριος παρέμεινε απαθής στο πυρ του μαρτυρίου, τον έκλεισαν σε σκοτεινή φυλακή, όπου ερχόταν τακτικά ένα περιστέρι και του έφερνε τροφή. Έδεσαν κατόπιν τον άγιο πίσω από άγρια άλογα που κάλπαζαν. Διεσώθη από άγγελο Κυρίου και κατέφυγε στις ψηλές κορφές ενός γειτονικού βουνού. Εγκαταβίωσε εκεί για κάποιο διάστημα, «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», με συντροφιά τα αγρίμια, τα οποία, την ώρα που αυτός έψαλλε την ακολουθία του, έμεναν ασάλευτα, γεμάτα σεβασμό γι’ αυτόν, και ανέπεμπαν κι εκείνα μαζί του τον σιωπηλό τους αίνο προς τον Δημιουργό του Σύμπαντος.


     Τον ανακάλυψαν κυνηγοί και ο άγιος συνελήφθη πάλι και εστάλη στη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια της πορείας, μετέστρεψε στην Πίστη του Χριστού τους φύλακές του και πολλούς άλλους εθνικούς που έλαβαν την παλιγγενεσία του Βαπτίσματος. Τον έφεραν ενώπιον του τυράννου, ο οποίος διέταξε να τον ρίξουν στα θηρία στην αρένα, επειδή γινόταν τότε κάποιος ειδωλολατρικός εορτασμός. Και τα πιο άγρια θηρία, όμως, έπαιζαν στα πόδια του σαν άκακα γατάκια. Τέλος, ο άγιος Ελευθέριος λυτρώθηκε από τον εφήμερο αυτόν βίο και έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου με αποκεφαλισμό. Μόλις κατέπεσε η μάχαιρα του δημίου στον αυχένα του αγίου, η μητέρα του Ανθία πλησίασε τρέχοντας το ιερομαρτυρικό σκήνωμα, το αγκάλιασε και δόξασε τον μονάκριβο γιο της που με τόση ανδρεία αθλήθηκε για τον Χριστό. Οι σκληροί και απάνθρωποι δήμιοι τότε ρίχθηκαν κατά πάνω της και το αίμα της έσμιξε με εκείνο του αγίου Ελευθερίου.

     Σύμφωνα με τη διαχρονικά ισχυρή λαϊκή παράδοση της Ορθόδοξης ευσέβειας, τον άγιο ιεραμάρτυρα του Χριστού Ελευθέριο επικαλούνται με πίστη οι κυοφορούσες γυναίκες για να έχουν, με τη Χάρη του, εύκολο και γρήγορο τοκετό. Αλλά και κάθε πιστός στο χριστόλαμπρο πρόσωπο και στη μεγάλη πρεσβεία του αγίου Ελευθερίου ποθεί να βρει την ελευθερία του από τους πειρασμούς, την απολύτρωση από τα δεινά και τις όποιες δυσχέρειες συναντά στην παρούσα ζωή και στον καθημερινό του αγώνα.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἱερέων ποδήρει κατακοσμούμενος, καὶ αἱμάτων τοῖς ῥείθροις ἐπισταζόμενος, τῷ Δεσπότῃ σου Χριστῷ μάκαρ ἀνέδραμες, Ἐλευθέριε σοφέ, καθαιρέτα τοῦ Σατάν· διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων, ὑπὲρ τῶν πίστει τιμώντων, τὴν μακαρίαν σου ἄθλησιν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φερωνύμῳ σου κλήσει καλλωπιζόμενος, ἐλευθερίαν παρέχεις καὶ ἀπολύτρωσιν, τοῖς προσκάμνουσι δεινῶς, ποικίλαις θλίψεσιν, Ἐλευθέριε σοφέ, ἱερέων καλλονή, Μαρτύρων ἡ ὡραιότης· διὸ μὴ παύσῃ πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Ὡς καλλονὴν τῶν ἱερέων Ὅσιε, καὶ προτροπὴν τῶν Ἀθλοφόρων ἅπαντες, εὐφημοῦμεν καὶ αἰτοῦμέν σε, Ἱερομάρτυς Ἐλευθέριε· τοὺς πόθῳ σου τὴν μνήμην ἑορτάζοντας, κινδύνων πολυτρόπων ἐλευθέρωσον, πρεσβεύων ἀπαύστως, ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἱεραρχίας τὴν στολήν σου τὴν ὑπέρτιμον
Ἱερωτέραν τῷ σῷ αἵματι ἀνέδειξας
Ὡς ἀθλήσας θεοφρόνως Ἱερομάρτυς
Ἀλλ’ ὡς ἔχων παρρησίαν πρὸς τὸν Κύριον
Ἐλευθέρωσον ἡμᾶς ἐκ πάσης θλίψεως
Τοὺς βοῶντάς σοι· χαίροις Μάρτυς Ἐλευθέριε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—
Τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐν Χριστῷ, τοῖς δεδουλωμένοις, χρηματίσας μυσταγωγός, κληρονόμος ὤφθης, Σιὼν τῆς ἐλευθέρας, ἀθλήσας Ἐλευθέριε, ὡς ἀσώματος.

Χαίροις Ἐλευθέριε ἱερέ, Ἱερέων δόξα, καὶ Μαρτύρων ἡ καλλονή· χαίροις ὁ παρέχων, δεινῶν ἐλευθερίαν, τοῖς πίστει προσιοῦσι, τῇ ἀντιλήψει σου.



※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 157–160.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2018

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος
Μαρδάριος και Ορέστης


     Την εποχή του τελευταίου και πλέον αδυσώπητου διωγμού κατά των χριστιανών, που έγινε επί Διοκλητιανού (περί το 305), το αίμα κυλούσε ποτάμι και βασίλευε ο τρόμος μέχρι στις εσχατιές της αυτοκρατορίας. Όπου κι αν βρίσκονταν, όποια κι αν ήταν η κατάστασή τους, οι χριστιανοί έπρεπε να επιλέξουν μεταξύ της άρνησης της πίστεώς τους και του μαρτυρίου.

     Στην πόλη Σάταλα της Αρμενίας ζούσε ένας λαμπρός αριστοκράτης, ο Ευστράτιος, σκρινιάριος (σύμβουλος) δουκικής τάξεως και επικεφαλής των αυτοκρατορικών νοταρίων (συμβολαιογράφων, γραμματέων) της πόλεως, ο οποίος μέχρι τότε είχε κατορθώσει να κρατήσει κρυφή την πίστη του στον Χριστό. Η ένδοξη άθληση των ομολογητών της πίστεως τού είχε κινήσει τον πόθο να αξιωθεί και εκείνος τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου· η προοπτική των βασανιστηρίων τον φόβιζε· θα είχε άραγε το θάρρος ν’ αντέξει ή θα υπαναχωρούσε; Για να μάθει αν η βούληση του Θεού ήταν να προχωρήσει στον δρόμο του μαρτυρίου, εμπιστεύθηκε τη ζώνη του, διακριτικό του αξιώματός του, σ’ έναν υπηρέτη προστάζοντάς τον να την αποθέσει στην αγία Τράπεζα του ναού και να δει αν ο πρώτος που θα έμπαινε στο ιερό Βήμα για να την πάρει θα ήταν ο σεβάσμιος ιερέας Αυξέντιος. Έτσι κι έγινε. Πήρε θάρρος ο Ευστράτιος από αυτό το σημείο και έπαψαν να τον φοβίζουν εκείνοι που μόνο το σώμα μπορούν να σκοτώσουν (Ματθ. 10, 28). Κάλεσε φίλους και συγγενείς να μοιρασθούν μαζί του τη χαρά του σ’ ένα μεγάλο δείπνο, κατά τη διάρκεια του οποίου τους ανακοίνωσε ότι σύντομα θα λάβαινε έναν θησαυρό άφθαρτο.

     Την επαύριο, την ώρα που ο ηγεμόνας Λυσίας επιθεωρούσε τους φυλακισμένους χριστιανούς στο κέντρο της πόλης, παρουσιάσθηκε ξαφνικά ο Ευστράτιος, δήλωσε με παρρησία πως είναι χριστιανός και ζήτησε να τύχει της ίδιας μοίρας όπως οι φυλακισμένοι ομόπιστοί του. Εξεπλάγη ο ηγεμόνας και διέταξε να του αφαιρέσουν τα διακριτικά του αξιώματος και γυμνό να τον μαστιγώσουν, πριν τον ανακρίνει. Κατόπιν, κρέμασαν τον Ευστράτιο με σχοινιά, άναψαν από κάτω φωτιά και τον ξυλοκόπησαν άγρια εκ νέου. Μένοντας απαθής στον πόνο σαν να βασάνιζαν το σώμα κάποιου άλλου, ο Ευστράτιος στράφηκε προς τον Λυσία και τον ευχαρίστησε για τη χαρά που του έδινε, λέγοντας: «Τώρα γνώρισα πως είμαι ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα το Άγιο κατοικεί μέσα μου!». Παρά το αλάτι και το όξος που έριξαν στις πληγές του, το ίδιο εκείνο βράδυ θεραπεύθηκε θαυματουργικώς. Μπροστά στο ακλόνητο φρόνημα του μάρτυρος και στη βοήθεια που του παρείχε η θεία Χάρη, ένας από τους συμπολίτες και τους υφισταμένους του Ευστράτιου, ο αξιωματούχος Ευγένιος, παρουσιάσθηκε κι αυτός με τη σειρά του στον ηγεμόνα, διακήρυξε την πίστη του και ζήτησε να αγωνιστεί με τον Ευστράτιο και τους άλλους ομολογητές.


     Χαράματα της επομένης, έβγαλαν τους χριστιανούς από τη φυλακή για να μεταφερθούν πεζοπορώντας προς τη Νικόπολη. Από σκληρόκαρδη ειρωνεία κινούμενος ο Λυσίας, θέλοντας να τιμήσει το αξίωμα του Ευστρατίου, έδωσε διαταγή να του φορέσουν υποδήματα, τα οποία στο εσωτερικό τους είχαν αιχμηρά καρφιά. Μετά από δύο ημέρες εξαντλητικής πορείας, η φάλαγγα των χριστιανών αιχμαλώτων πέρασε από τα Αράβρακα, τη γενέτειρα του αγίου Ευστρατίου. Ήταν εκεί ένας άνθρωπος ολιγογράμματος αλλά ευκατάστατος, Μαρδάριος ονόματι, που την ημέρα εκείνη έφτιαχνε τη σκεπή στο καινούργιο του σπίτι. Είδε τον Ευστράτιο να βαδίζει ακτινοβολώντας ως αγλαόμορφος αστέρας και θαύμασε πώς μπόρεσε και καταφρόνησε τη δόξα και τα εγκόσμια για χάρη του μαρτυρίου. Η σύζυγός του τον ενθάρρυνε να αγωνιστεί κι εκείνος ώστε να γίνει προστάτης προς Κύριον των μικρών παιδιών του καθώς και όλου του γένους του. Φόρεσε χιτώνα και υποδήματα, ασπάσθηκε τα δυο παιδιά του, εμπιστεύθηκε την οικογένειά του στη φροντίδα ενός γενναιόψυχου φίλου κι έτρεξε να προφτάσει τους ένδοξους μαθητές του Χριστού και να παραδοθεί στους στρατιώτες.

     Πρώτος παρουσιάσθηκε ενώπιον του Λυσία ο πρεσβύτερος Αυξέντιος. Μετά από συνοπτική ακρόαση, τον πήγαν σ’ ένα απομακρυσμένο και πυκνό δάσος και τον αποκεφάλισαν, αφήνοντας το σώμα του βορά στ’ αγρίμια. Με τη βοήθεια του Θεού όμως, ευλαβείς χριστιανοί ήλθαν λίγο αργότερα και πήραν τα τίμια λείψανα και χάρη σε μια κουρούνα ανακάλυψαν την κάρα κρυμμένη στο φύλλωμα ενός δέντρου.

     Μετά τον Αυξέντιο, ο ηγεμόνας κάλεσε να παρουσιασθεί ο Μαρδάριος, ο οποίος σε όλες του τις ερωτήσεις απαντούσε λακωνικά: «Είμαι Χριστιανός!». Διέταξε τότε να του τρυπήσουν τους αστραγάλους, να τον κρεμάσουν ανάποδα και να τον χτυπούν μέχρι θανάτου με πυρωμένες σούβλες. Λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα του ο Μαρδάριος, προσευχήθηκε και είπε:


 —ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΔΑΡΙΟΥ—
«Δέσποτα Θεέ, 
Πάτερ Παντοκράτωρ, 
Κύριε Υἱὲ μονογενές, 
Ἰησοῦ Χριστὲ καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, 
μία Θεότης, μία Δύναμις, 
ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν· 
καὶ οἷς ἐπίστασαι κρίμασι, 
σῶσόν με, 
τὸν ἀνάξιον δοῦλόν Σου· 
ὅτι εὐλογητὸς εἶ 
εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 
Ἀμήν».

     Αυτή η σύντομη αλλά θεολογικά υπέροχη «Ευχή του αγίου Μαρδαρίου» λέγεται στην Ακολουθία του Μεσονυκτικού, της Τρίτης Ώρας και στο Μεγάλο Απόδειπνο κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.

     Έφεραν ενώπιον του τυράννου Λυσία, που ήταν όλος μίσος και μανία, τον Ευγένιο. Εξαιτίας της παρρησίας του και της αποφασιστικότητάς του, του έκοψαν τη γλώσσα και τα χέρια, συνέτριψαν τα άλλα μέλη του με ρόπαλα και, εν μέσω των φρικτών βασάνων, παρέδωσε ο Ευγένιος τη ψυχή του στον Κύριο.

     Μετά τις θανατώσεις αυτές, ο Λυσίας πήγε στο στρατόπεδο για να επιθεωρήσει τα γυμνάσια των στρατιωτών. Ήταν εκεί ένας νεαρός οπλίτης, όμορφος και με ωραίο παράστημα, ο Ορέστης, τον οποίον ο Λυσίας είχε επαινέσει στο παρελθόν· την ώρα που έριχνε το ακόντιο, φάνηκε ο μικρός χρυσός σταυρός που φορούσε στον λαιμό. Τον ανέκρινε ο ηγεμόνας και ο Ορέστης δίχως δισταγμό ομολόγησε ότι είναι μαθητής του Χριστού. Συνελήφθη επί τόπου και εστάλη με τον Ευστράτιο στον διοικητή της Σεβάστειας, Αγρικόλαο, επειδή ο Λυσίας φοβόταν την πιθανή αντίδραση των πολυάριθμων χριστιανών της Νικοπόλεως.


     Η πορεία κράτησε πέντε ημέρες και ο Ευστράτιος πληροφορήθηκε τα της θανάτωσης του Αυξεντίου από τον Ορέστη, που ήταν ένας από τους φρουρούς. Όταν έφθασαν στη Σεβάστεια, ο Ευστράτιος προσήχθη ενώπιον του διοικητή, ο οποίος επιθυμούσε να συζητήσει μαζί του. Χάρη στη μεγάλη του μόρφωση, ο Ευστράτιος δεν δυσκολεύθηκε να του καταδείξει τη μωρία της λατρείας των ειδώλων και τη ματαιότητα της φιλοσοφίας. Κατόπιν, σε γλώσσα περιεκτική και γεμάτη αυθεντία, διηγήθηκε όλη τη θεία Οικονομία, από κτίσεως κόσμου μέχρι την πλήρωση της Χάριτος στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Ο Αγρικόλαος κώφευσε σε όλα αυτά τα επιχειρήματα και του υπενθύμισε ότι όφειλε πλήρη υποταγή στα διατάγματα του αυτοκράτορα, και ότι η άρνηση προς τους θεούς του κράτους τιμωρείται με θάνατο. Ωστόσο, δεν εκτέλεσε αμέσως την καταδικαστική απόφαση, αλλά για να του δείξει την κόλαση που τον περίμενε, διέταξε να φέρουν τον Ορέστη και να τον βάλουν πάνω σε πυρακτωμένη κλίνη. Ο νέος στρατιώτης αρχικά δειλίασε μπροστά στη φρίκη του μαρτυρίου, τον ενθάρρυνε όμως στον αγώνα του ο Ευστράτιος, και ο Ορέστης έπεσε πάνω στο πυρακτωμένο κρεβάτι φωνάζοντας: «Κύριε, στα χέρια Σου παραδίδω τη ψυχή μου!».

     Ο Ευστράτιος επέστρεψε πίσω στη φυλακή του για την τελευταία του νύχτα στον κόσμο αυτό, και τον επισκέφθηκε κρυφίως ο επίσκοπος Σεβαστείας άγιος Βλάσιος [11 Φεβρ.], ο οποίος του υποσχέθηκε να εκτελέσει τις τελευταίες του επιθυμίες και να συγκεντρώσει τα λείψανα των πέντε αθλητών του Χριστού στα Αράβρακα. Μετά από μια νύχτα που πέρασε με προσευχή και ουράνιες συνομιλίες, ο επίσκοπος τέλεσε τη θεία Λειτουργία. Τη στιγμή που κοινωνούσε ο Ευστράτιος των αχράντων Μυστηρίων, έλαμψε η φυλακή ωσάν από αστραπή και ακούσθηκε φωνή που έλεγε: «Ευστράτιε, αγωνίσθηκες καλά! Έλα τώρα να λάβεις και το στεφάνι!». Την επομένη, σε μια έσχατη ανάκριση ο Αγρικόλαος προσπάθησε να συγκινήσει τον άγιο, αλλά ο Ευστράτιος τού απάντησε να μην καθυστερήσει πλέον εφόσον θεωρεί βδέλυγμα τους ψευδοθεούς και επικατάρατους όσους τους προσκυνούν. Ο ηγεμόνας διέταξε τότε να θανατωθεί ο άγιος διά πυρός. Ο άγιος έκανε εδαφιαία μετάνοια και ανέπεμψε προς τον Κύριο μια διάπυρη προσευχή για να λάβει το θάρρος που απαιτούσε η ύστατη δοκιμασία. Κατόπιν σηκώθηκε, προχώρησε αποφασιστικά προς την κάμινο που ήδη έκαιγε, έκανε το σημείο του Σταυρού και εισήλθε ψάλλοντας προς τον Κύριο άσμα ευχαριστήριο όπως οι Τρεις Παίδες εν τη καμίνω (βλ. Δαν. 3). Ήταν ακριβώς τότε που, σύμφωνα με την αγιολογική παράδοση, ο άγιος Μάρτυς του Χριστού είπε μια εξαίσια προσευχή. 

    Αυτή η εξαίσια και κατανυκτική προσευχή είναι γνωστή ως η «Ευχή του Αγίου Ευστρατίου» και βρίσκεται στην «Ακολουθία του Μεσονυκτικού» του Σαββάτου ή στη μεταγενέστερη και συνοπτική «Εωθινή» ή «Πρωινή Προσευχή» πάλι κατά την ημέρα του Σαββάτου. Εκφράζει με γλαφυρό τρόπο τη φοβερή περίσκεψη της κάθε ψυχής, όταν αυτή αφήνοντας τον κόσμο αυτόν, αναλογίζεται την επικείμενη παρεμπόδισή της από τα εναέρια τελώνια των δαιμονίων, καθώς θα ανεβαίνει με ολοϋπαρτική συστολή προς τον θρόνο του Παντοκράτορος και Παμβασιλέως Κυρίου για να κριθεί ενώπιόν Του. Η παρεμπόδιση που επιχειρείται από τους θρασείς και πονηρούς δαίμονες βασίζεται στη φθονερή κρίση τους που είναι αναληθής, μισάνθρωπη, πονηρή και υπονομευτική για τον άνθρωπο· ενώ η Κρίση του Θεού, είναι η μόνη αληθής, αληθινή, ακέραιη και δίκαιη, και ανήκει εξ ολοκλήρου στον φιλάνθρωπο και φιλόψυχο Κύριο. Μέσα λοιπόν σε αυτό το αγωνιώδες κλίμα, στο οποίο πραγματικά διακυβεύεται η αιώνια σωτηρία του ανθρώπου, προσφεύγει η πιστή ψυχή προς το μέγα και άφραστο έλεος του Κυρίου ικετεύοντας εκ βαθέων, με ακλόνητη ελπίδα και πίστη προς την ανείκαστη και ανεξιχνίαστη θεία αγάπη, να φρουρηθεί και να σκεπαστεί στοργικά από τους αγίους Αγγέλους, ώστε να φτάσει τελικά αλώβητη, σώα και αβλαβής στα κράσπεδα του γλυκού Παραδείσου. Προσευχήθηκε λοιπόν ο άγιος Ευστράτιος, λέγοντας τα εξής ιερά λόγια:


—ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ—
Μεγαλύνων μεγαλύνω σε, Κύριε, ὅτι ἐπεῖδες ἐπὶ τὴν ταπείνωσίν μου καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου. Καὶ νῦν, Δέσποτα, σκεπασάτω με ἡ χείρ σου, καὶ ἔλθοι ἐπ’ ἐμὲ τὸ ἔλεός σου, ὅτι τετάρακται ἡ ψυχή μου, καὶ κατώδυνός ἐστιν ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀθλίου μου καὶ ῥυπαροῦ σώματος τούτου· μήποτε ἡ πονηρὰ τοῦ ἀντικειμένου βουλὴ συναντήσῃ καὶ παρεμποδίσῃ αὐτήν, διὰ τὰς ἐν ἀγνοίᾳ καὶ γνώσει ἐν τῷ βίῳ τούτῳ γενομένας μοι ἁμαρτίας. Ἵλεως γενοῦ μοι, Δέσποτα, καὶ μὴ ἰδέτω ἡ ψυχή μου τὴν ζοφερὰν καὶ σκοτεινὴν ὄψιν τῶν πονηρῶν δαιμόνων· ἀλλὰ παραλαβέτωσαν αὐτὴν Ἄγγελοί σου φαιδροὶ καὶ φωτεινοί. Δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου τῷ ἁγίῳ, καὶ τῇ σῇ δυνάμει ἀνάγαγέ με εἰς τὸ θεῖόν σου βῆμα. Ἐν τῷ κρίνεσθαί με, μὴ καταλάβοι με ἡ χείρ τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὸ κατασπάσαι με τὸν ἁμαρτωλὸν εἰς βυθὸν ᾅδου, ἀλλὰ παράστηθί μοι, καὶ γενοῦ μοι σωτὴρ καὶ ἀντιλήπτωρ. Ἐλέησον, Κύριε, τὴν ῥυπωθεῖσαν τοῖς πάθεσι τοῦ βίου ψυχήν μου, καὶ καθαρὰν αὐτὴν διὰ μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως πρόσδεξαι· ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

          —Με απλά λόγια:
Σε δοξάζω και Σε μεγαλύνω, Κύριε, διότι είδες με ευμένεια την ταπεινότητά μου και δεν συγκατένευσες στο να βρίσκομαι παγιδευμένος στα χέρια των εχθρών μου, αλλά έσωσες από τις δυσκολίες τη ψυχή μου. Και τώρα, Κύριε, ας με προστατέψει το χέρι Σου κι ας έλθει σε μένα το έλεός Σου, διότι είναι ταραγμένη και γεμάτη οδύνη η ψυχή μου, καθώς πρόκειται σε λίγο να φύγει απ’ αυτό το άθλιο και ακάθαρτο σώμα μου· ας έλθει σε μένα το έλεός Σου, μη τυχόν η πονηρή θέληση και επιδίωξη του διαβόλου συναντήσει τη ψυχή μου και την παρεμποδίσει για όλες τις αμαρτίες που τυχόν διέπραξα στη ζωή μου αυτή, είτε με τη γνώση είτε με την άγνοιά μου. Λυπήσου με, Κύριε, και μην επιτρέψεις καθόλου να δει η ψυχή μου τη σκοτεινή και απαίσια μορφή των δαιμόνων. Αντίθετα, ας την παραλάβουν οι λαμπροί και οι φωτεινοί Σου Άγγελοι. Δώσε δόξα στο όνομά Σου το άγιο και, με τη δύναμή Σου, οδήγησέ με προς το θείο Σου Βήμα. Κατά την ώρα της κρίσεώς μου, ας μην προφθάσει να με αρπάξει το χέρι του άρχοντα του κόσμου τούτου για να με γκρεμίσει, εμένα τον αμαρτωλό, στον βυθό του άδη, αλλά στάσου κοντά μου και γίνε σωτήρας μου και βοηθός. Σπλαχνίσου, Κύριε, την ακάθαρτη από τα πάθη αυτού του βίου ψυχή μου και δέξου την καθαρή, με τη μετάνοια και με την προς Σε δοξολογία· καθ’ ότι Εσύ είσαι ευλογημένος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


     Επί σειρά αιώνων και μέχρι τις ημέρες μας οι ένδοξοι Πέντε Μάρτυρες δεν έπαυσαν ποτέ να επιτελούν θαύματα προς παρηγορία και ενίσχυση των χριστιανών, μέσω των λειψάνων, των εικόνων ή και απευθείας με την παρουσία τους. Αναφέρεται, για παράδειγμα, ότι στη νήσο Χίο, κατά τη διάρκεια ενός δριμύτατου χειμώνα, μόνο ένας ευλαβής εφημέριος και κανείς άλλος εκτός από αυτόν δεν μπόρεσε να φθάσει στο απόμερο εξωκκλήσι της Νέας Μονής που ήταν αφιερωμένο στους αγίους Πέντε Μάρτυρες για την ιερά τους πανήγυρη. Ο ευλαβής εφημέριος, απτόητος, αποφάσισε παρ’ όλ’ αυτά να τελέσει την ακολουθία όταν είδε ξαφνικά τότε, σαν σε όραμα, να εμφανίζονται μέσα στον παγωμένο και σιωπηλό ναό πέντε μορφές, όμοιες και απαράλλαχτες με τις εικόνες και τα πρόσωπα των αγίων. Πήραν ήσυχα θέση στο ψαλτήρι και έψαλλαν με καθαρή φωνή τους ύμνους και τα τροπάρια της εορτής. Την ώρα που έπρεπε να γίνει, ως είθισται, ανάγνωση του σεπτού Μαρτυρίου τους, αμέσως μετά την ΣΤ΄ ωδή, ο νεαρός Ορέστης στάθηκε στο αναλόγιο στο κέντρο του ναού και άρχισε να διαβάζει. Όταν όμως έφθασε στην περιγραφή του μαρτυρίου του, αντί να διαβάσει «εδειλίασε μπροστά στην πυρακτωμένη κλίνη», διάβασε «εμειδίασε». Ο άγιος Ευστράτιος, ο πρόκριτος και η κεφαλή της ιερής Πεντάδας των Μαρτύρων, τον διέκοψε τότε και του είπε με αυστηρό τόνο: «Διάβασε αυτό που είναι γραμμένο και έτσι ακριβώς όπως το έζησες εσύ!». Ερυθριώντας από ντροπή ο Ορέστης, υπάκουσε και διάβασε τελικά «εδειλίασεν». Μόλις τελείωσε η παράδοξη όσο και θαυμαστή αυτή αγρυπνία, οι άγιοι Μάρτυρες έκλεισαν τα ιερά βιβλία, έσβησαν τα κεριά και έγιναν άφαντοι, εξίσου ξαφνικά όπως εμφανίσθηκαν…


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἡ πενταυγὴς τῶν Ἀθλοφόρων χορεία, τῇ τῶν ἀγώνων νοητῇ δᾳδουχίᾳ, τὴν οἰκουμένην ἅπασαν αὐγάζει νοητῶς, ὁ σοφὸς Εὐστράτιος, Αὐξεντίῳ τῷ θείῳ, Ὀρέστης καὶ Μαρδάριος, καὶ Εὐγένιος ἅμα· οὓς εὐφημοῦντες εἴπωμεν πιστοί· χαίροις Μαρτύρων, πεντάριθμε σύλλογε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΑ—
Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων.
Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ὡς Ἀθλόφοροι ἐν πᾶσιν ἀήττητοι, οἱ τοῦ Σωτῆρος πεντάριθμοι Μάρτυρες, πρεσβείας ἀπαύστως προσάγετε, ὑπὲρ ἡμῶν πρὸς τὸν μόνον Φιλάνθρωπον, διδόναι ἡμῖν θεῖον ἔλεος.

Τοῦ Ἁγίου Εὐστρατίου.
Ἦχος β΄. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Φωστὴρ ἐφάνης λαμπρότατος Χριστοκῆρυξ, τοῖς ἐν τῷ σκότει τῆς ἀγνωσίας καθημένοις· πίστιν ὡς δόρυ περιθέμενος, τῶν δυσμενῶν τὰ θράση οὐκ ἐπτοήθης Εὐστράτιε, ῥητόρων ὑπάρχων εὐγλωττότερος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Σύμμορφοι ἐν ἄθλοις τοῖς ἱεροῖς, Εὐστράτιε μάκαρ, καὶ Αὐξέντιε ἱερέ, σὺν τῷ Εὐγενίῳ, Μαρδάριε Ὀρέστα, ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ, διατηρήσατε.





※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος),
σελ. 135–140.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.