Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ


     Σήμερα ουσιαστικά εισερχόμαστε στη Μεγάλη Εβδομάδα και καμιά γιορτή δεν θα μπορούσε να αποτελεί καλύτερο ξεκίνημα για την εβδομάδα αυτή (την εβδομάδα που αποτελεί το κορύφωμα του σχεδίου της θείας Οικονομίας για τον άνθρωπο) από την Κυριακή των Βαΐων, τη γιορτή της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Και αποτελεί η Κυριακή αυτή το καλύτερο ξεκίνημα, όχι γιατί οι ακολουθίες της χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του θριάμβου, αλλά επειδή αν θέλουμε να δούμε κατάματα ό,τι στ’ αλήθεια συμβαίνει τη Μεγάλη Παρασκευή, θα πρέπει να κατανοήσουμε πρώτα ό,τι λαμβάνει χώρα την Κυριακή των Βαΐων. Υπάρχει μια βαθιά εσωτερική σύνδεση μεταξύ της Σταύρωσης και της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα –το ένα γεγονός φωτίζει το άλλο.

     Στην είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα δεν εορτάζουμε τη θριαμβική ανέλιξη ενός «μεσσιανικού ήρωα»· δεν ψέλνουμε «Ὡσσανά, τῷ υἱῷ Δαυΐδ» (Ματθ. 21, 9) σ’ έναν βασιλιά που –υποτίθεται ότι– θα αποσπούσε βίαια την εξουσία από τα χέρια των Ρωμαίων προκειμένου να την αποδώσει και πάλι στα χέρια του λαού του Θεού. Κι όμως αυτό ήταν που έκαναν τα πλήθη τη μέρα εκείνη· ζητωκραύγαζαν και επευφημούσαν την είσοδο στα Ιεροσόλυμα κάποιου που πίστευαν ότι θα έλυνε τα προβλήματά τους, τα πολιτικά, τα κοινωνικά, τα πολιτιστικά –ακόμα και τα προσωπικά– προβλήματά τους. Ζητωκραύγαζαν την είσοδο κάποιου που θα ελευθέρωνε το έθνος τους και θα επανίδρυε ένα θεοκρατικό και θεοκεντρικό κράτος. Και τα Ευαγγέλια αφήνουν να διαφανεί ότι και οι Μαθητές –κάποιοι έστω απ’ αυτούς– συμμερίζονταν αυτή την αντίληψη και ένωναν τη φωνή τους με τη γενικότερη επευφημία.

     Δεν είναι όμως αυτό που εμείς γιορτάζουμε σήμερα. Για την Εκκλησία, αυτός ο «μεσσιανικός ήρωας», όπως τον καταλάβαιναν τα πλήθη, δεν υπήρξε. Πράγματι, ζητωκραυγάζουμε και επευφημούμε «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ματθ. 21, 9), αλλά το περιεχόμενο αυτών μας των λέξεων είναι διαφορετικό από εκείνο των ανθρώπων που υποδέχονταν τον Ιησού Χριστό τότε, την πρώτη εκείνη «Κυριακή των Βαΐων». Εκείνοι περίμεναν νίκη –νίκη ορατή και πασιφανή. Εμείς περιμένουμε θάνατο –θάνατο μαρτυρικό.

     Εν Χριστώ πραγματοποιήθηκε μια αντιστροφή των αξιών· ακόμα και το νόημα των λέξεων άλλαξε. Είσοδος «εν ονόματι Κυρίου» δεν σημαίνει είσοδο θριαμβική, συνοδευμένη από λαϊκή επιδοκιμασία, αλλά πορεία σιωπηλή κι αθόρυβη προς το κεκρυμμένο εκείνο σημείο που σηματοδοτεί τη μεταστροφή του κτιστού κόσμου και την επιστροφή του στο Θεό. Μπορούμε σχεδόν να ακούσουμε τον Χριστό να λέει για τα πλήθη, αυτό που λίγες μέρες αργότερα θα έλεγε για τους σταυρωτές Του: «Συγχώρεσέ τους· δεν γνωρίζουν τι κάνουν» (Λουκ. 23, 34).


     Ο Χριστός δεν δίνει θάρρος στους Μαθητές Του, δεν τους δίνει κουράγιο καθώς προχωρά επικεφαλής τους προς τα Ιεροσόλυμα. Μπορεί τα λόγια του πλήθους να τους χαροποιούν και να τους εμψυχώνουν, όμως τα λόγια του Χριστού, οι κεκαλυμμένοι υπαινιγμοί Του για το Πάθος Του, γεννούν μέσα τους τρόμο και παγωνιά. Εκείνες τις στιγμές, ο Πέτρος δεν θα είχε τη δύναμη να πει όσα είχε ψελλίσει κατά τη Μεταμόρφωση: «Κύριε, είναι ωραία να μείνουμε εδώ» (Ματθ. 17, 4).

     Καθετί που συμβαίνει είναι αμφίσημο: μία γυναίκα αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο για να Τον τιμήσει κι Εκείνος αναγνωρίζει στο μύρο της τιμής, το μύρο του ενταφιασμού Του. Μοιράζεται ως φίλος το πασχαλινό τραπέζι με τους Μαθητές Του και πάνω στη χαρά της γιορτής ευλογεί τον άρτο και τον οίνο συσχετίζοντάς τους με το θάνατό Του. Όλα είναι αμφιλεγόμενα. Το χάσμα μεταξύ των φαινομένων και της εσώτερης αλήθειας, που τα φαινόμενα κρύβουν, οξύνεται· και η ένταση του χάσματος σχεδόν μας συνθλίβει. Μιλά με βεβαιότητα ο Χριστός για τη δεύτερη έλευσή Του κι όμως ο Ίδιος μοιάζει κάθε στιγμή να τραβά ίσια καταπάνω στον όλεθρο και την καταστροφή. Στο τέλος, βγαίνουν στην επιφάνεια η απιστία, η μικροπρέπεια κι η προδοσία –ακόμα και μεταξύ των Μαθητών. Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Και καταμεσής της σύγχυσης ο Χριστός συλλαμβάνεται, καταδικάζεται και θανατώνεται.

     Κι ωστόσο, μέσα απ’ όλα ο Χριστός παραμένει σιωπηλά αυτό που ήταν και είναι: «ο Ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Όμως οι λέξεις τώρα έχουν άλλο περιεχόμενο. Δεν αναφέρονται πια στον κοσμικό θρίαμβο, στη νίκη του ενός πάνω στον άλλο (οσοδήποτε δίκαιη κι αν είναι η αιτία της νίκης αυτής). Αναφέρονται πλέον μόνο σ’ Εκείνον που ζει εν πραότητι και ησυχία· διότι μέσα σ’ Εκείνον, μέσα στο δικό Του τρόπο, ο κόσμος της καταστροφικής μανίας τερματίζεται και στρέφεται προς το Θεό.

     Με αυτή τη γνώση, με αυτό το φρόνημα, με αυτά τα μάτια είναι που αντικρίζουμε σήμερα το Χριστό να εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα. Και μακάρι να συνεχίσουμε να Τον αντικρίζουμε με τα μάτια αυτά καθόλη την εβδομάδα που έρχεται, ώστε να δούμε στο τέλος του δικού Του δρόμου, το τέρμα που δεν είναι μόνο δικό Του, μα και δικό μας: την εν Θεώ Ανάσταση.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΟΣΜΠΟΡΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΕΡΓΚΙΕΒΟ



※
[Βασιλείου Όσμπορν
Επίσκοπος Σεργκίεβο:
«Φως Χριστού»
–Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής–,
κεφ. 11ο, σελ. 151–156,
εκδόσεις «Εν Πλώ»,
μετάφραση–επιμέλεια:
Βασίλης Αργυριάδης,
Αθήνα, Φεβρουάριος 20052.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός,]
※







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

ΥΠΝΟΣ ΣΤΟ ΠΛΟΙΑΡΙΟ

ΥΠΝΟΣ ΣΤΟ ΠΛΟΙΑΡΙΟ


     Κύριε Ιησού Χριστέ, η μέρα τούτη που θέλησα να περάσω μαζί Σου, πλησιάζει στο τέρμα της. Η νύχτα πέφτει σιγά–σιγά. Φάνηκαν ήδη τα πρώτα άστρα. Μου αποκαλύπτουν την απεραντοσύνη των κόσμων. Μερικές φορές προκαλούν στη ψυχή μου τη γέννηση ενός ερωτήματος: Είναι δυνατόν μέσα σ’ ένα τέτοιο και τόσο απέραντο σύμπαν, του οποίου η επιστήμη θαυμάζει την τάξη και την έκταση, η φτωχή ανθρώπινη ύπαρξη ν’ απολαμβάνει την αδιάκοπη βοήθεια της θείας δύναμης και την προσοχή της; Δεν πρόκειται εδώ για έναν ανθρωπομορφισμό, για μια φαντασία καθαρά πρωτόγονη και απλοϊκή;


     Η νύχτα πέφτει. Ο ερχομός της κάθε νύχτας υπενθυμίζει, στο πνευματικό πεδίο, τη νίκη του σκότους. Ο Ευαγγελιστής Σου, εκφράζει μ’ έναν τρόπο γεμάτο ακρίβεια και πάθος τη συνάφεια της νύχτας και του κακού: τη βραδιά του Μυστικού Δείπνου, όταν αναφέρει την αναχώρηση του Ιούδα, παρατηρεί: «ήτανε νύχτα» (Ιωάν. 13, 30). Η νύχτα αποτελεί για πολλούς ανθρώπους την ώρα του πειρασμού και της αμαρτίας. Τότε το σκοτάδι στη ψυχή τους είναι πιο πυκνό και πιο βαθύ απ’ ό,τι είναι έξω. Κύριε, εμπιστεύομαι στην ευσπλαχνία Σου όλους εκείνους κι όλες εκείνες, που αυτή τη νύχτα, θα ζητήσουν και θα κάνουν κάτι που είναι κακό κι αμαρτωλό ενώπιόν Σου.


     Ο ερχομός όμως της νύχτας συμπίπτει και με το άναμμα των φώτων. Είναι η ώρα που ανάβουν οι λάμπες. Κι αυτά τα φώτα, που λάμπουν μέσα στην καρδιά του σκοταδιού, μου λένε πως η νύχτα δεν μπορεί να σκιάσει τη λάμψη Σου. Μέσα στη νύχτα που έρχεται, Σε λατρεύω Φως ιλαρό, Φως ειρηνικό, Εσένα που είπες «Εγώ είμαι το φως του κόσμου» (Ιωάν. 8, 12). Το φυσικό σκοτάδι μπορεί να αυξάνει. Τα ηθικά σκότη ενδέχεται να με πιέζουν. Το βάρος τους μπορεί να μου φαίνεται καταθλιπτικό. Μα τι έχω να φοβηθώ όταν κρατώ Εσένα, όταν Σε κατέχω σαν φως μου, ένα φως εσωτερικό, που καμιά εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να επηρεάσει; Επαναλαμβάνω τα λόγια του Ψαλμωδού: «Μέσα στο δικό Σου το Φως εμείς θα δούμε το πραγματικό φως» (Ψαλμ. 35, 10).


     Είναι η ώρα που οι Μαθητές Σου στους Εμμαούς επέμεναν παρακαλώντας Σε να μείνεις μαζί τους: «Μείνε μαζί μας, γιατί πήρε να βραδιάζει κι έκλεισε η μέρα» (Λουκ. 24, 29). Κι όχι μόνο έμεινες μαζί τους, αλλά μπήκες στο σπίτι για να μετάσχεις στο δείπνο τους και για ν’ ανοίξεις τα μάτια τους ώστε ν’ αντιληφθούν την Παρουσία Σου. Στο κλείσιμο τούτης της μέρας σού απευθύνω κι εγώ μια παρόμοια ικεσία: μείνε μαζί μου αυτό το βράδυ, τούτη τη νύχτα. Κάνε κάτι περισσότερο από το να μείνεις απλώς μαζί μου. Ας είναι προνομιακές οι τελευταίες αυτές ώρες της μέρας· ας Σε νιώθω μέσα μου! Ας με διευκολύνουν οι ώρες τούτες σε μια προσωπική, άμεση επαφή μαζί Σου, που χρειάζομαι τόσο πολύ! Ας μου φέρουν ένα από ’κείνα τα βαθιά και μυστικά λόγια Σου, που πέφτουν από τα χείλη Σου μέσα στην καρδιά μου και με κάνουν να ζω!


     Η νύχτα είναι η ώρα του ύπνου. Όπως ο Ψαλμωδός θα υποταχθώ σ’ αυτή την ανάγκη της ανθρώπινης φύσης: «Θα πλαγιάσω με ειρήνη και θ’ αποκοιμηθώ» (Ψαλμ. 4, 9). Όμως Σ’ ακούω να ζητάς από τους Μαθητές Σου να αγρυπνούν. Είπες στον Πέτρο: «Σίμων, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες ούτε μια ώρα ν’ αγρυπνήσεις;» (Μάρκ. 14, 37). Είπες ακόμη στους δικούς Σου: «Ν’ αγρυπνείτε και να προσεύχεσθε, για να μη μπείτε σε πειρασμό. Γιατί το πνεύμα του ανθρώπου είναι πρόθυμο, μα η σάρκα του ασθενής» (Μάρκ. 11, 38).


     Είναι αλήθεια ότι όλες μας οι νύχτες δεν είναι νύχτα της Γεθσημανή. Τουλάχιστον όμως δεν θα έπρεπε να Σου δώσω μια ώρα για μια νυχτερινή προσωπική επαφή; Η βραδινή προσευχή φαίνεται να έχει μια ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Δεν λησμονώ το συμπέρασμα–επιταγή που μας είπες στο τέλος μιας παραβολικής διήγησης για την προσευχή–παράκληση που γίνεται τα μεσάνυχτα: «Ζητάτε και θα σας δοθεί, ψάχνετε και θα βρείτε, χτυπάτε την πόρτα και θα σας ανοιχτεί» (Λουκ. 11, 9). Κύριε, δος μου την επιθυμία και τη δύναμη να Σε ζητώ –τουλάχιστον μερικές φορές αν όχι πάντα– στις ώρες της νύχτας, αφαιρώντας λίγο χρόνο από τον ύπνο μου, όσο εσύ νομίζεις.


     Γέμισες τις νύχτες με τις προσευχές Σου! Ας είναι η νυχτερινή μου προσευχή μια συμμετοχή στις μυστικές νυχτερινές Σου προσευχές και προ παντός σ’ εκείνες που έκανες στον κήπο της Γεθσημανή, την παραμονή του θανάτου Σου! Ασφαλώς, θα συμμετέχω από πολύ μακριά –δεν θα τολμώ, δεν θα μπορώ να πλησιάσω τον Σωτήρα μου την ώρα που ικέτευε τον Πατέρα λίγο πριν από το Πάθος! Αλλά κάμε, ώστε η λυτρωτική συγκίνηση που δοκίμασες τότε, να απλωθεί ως την καρδιά μου συγκλονιστική και φλογερή! Ας γίνει αυτό, έστω κι αν πρόκειται να είναι τόσο σύντομο όσο κι η λάμψη μιας αστραπής.


     Ακόμη και στον ύπνο μου δεν θά ’θελα να χωρισθώ από Σένα. Προτού με πάρει ο ύπνος ψιθυρίζω μυστικά τη μεγάλη φωνή που άφησες τη στιγμή του θανάτου Σου πάνω στο Σταυρό: «Πατέρα, στα χέρια Σου αφήνω τη ζωή μου» (Λουκ. 23, 46). Εδώ η προσευχή μου γίνεται ένα με τη δική Σου. Εναποθέτεις –τολμώ να εναποθέσω κι εγώ– στα χέρια του Πατέρα μαζί με τη δική Σου και τη δική μου ψυχή. Τη ψυχή Σου και τη ψυχή μου τις παραδίδουμε μαζί στην άκτιστη Αγάπη. Παραθέτουμε τη ψυχή μας σαν μια παρακαταθήκη που μας έχει εμπιστευθεί. Την παραθέτω σαν παρακαταθήκη σε Κάποιον, από τον Οποίο θα μπορούσα ίσως να την πάρω κι αύριο ακόμη. Παραδίδω τη ψυχή μου, ενώνοντάς την με τη δική Σου, κι έτσι διώχνω κάθε φόβο από την καρδιά μου.


     Κοιμάμαι. Και δεν παύω να είμαι μαζί σου. Πώς συμβαίνει αυτό; Όλες οι ανθρώπινές μας καταστάσεις είναι ριζωμένες, ενσωματωμένες στις δικές Σου ανθρώπινες καταστάσεις. Ο ύπνος μου κάθε νύχτας αποτελεί μέρος του επίγειου ύπνου Σου. Κοιμήθηκες για να εξαγιάσεις τον ύπνο μας, για να τον διαποτίσεις με την ύπαρξή Σου. Το Ευαγγέλιο σ’ ένα του σημείο Σε παρουσιάζει να κοιμάσαι. Πρόκειται για μια μόνο φορά. Και μόνο όμως αυτό φθάνει για να ευλογηθεί και να μεταμορφωθεί ο ύπνος μας. Χωρίς Εσένα, χωρίς αυτή την ειδική ευλογία Σου, ο ύπνος μας θα παρέμενε μια πράξη καθαρά φυσική, ζωική.


     Μια μέρα μπήκες σ’ ένα πλοιάριο μαζί με μερικούς Μαθητές Σου. Ξεκινήσατε. Στο δρόμο ξέσπασε η θύελλα. Τα κύματα υψώθηκαν άγρια. Το πλοιάριο άρχισε να κάνει νερά. Οι Μαθητές φοβήθηκαν, αλλά Εσύ κοιμόσουν στην πρύμνη με το κεφάλι ακουμπισμένο σ’ ένα προσκεφάλι. Οι Μαθητές τρομαγμένοι Σε ξύπνησαν: «Κύριε, σώσε μας, χανόμαστε!». Κι Εσύ, «αφού σηκώθηκες, επιτίμησες τους ανέμους και τη θάλασσα κι έγινε τότε γαλήνη μεγάλη» (Ματθ. 8, 25–26).


     Η εικόνα αυτή του Ιησού, που κοιμάται στην πρύμνη του πλοιαρίου, την ώρα που μαίνεται η καταιγίδα, είναι –θα τολμούσα να πω– η εικόνα του ύπνου μου. Μοιράζομαι τον ύπνο του Χριστού. Ίσως προτού αποκοιμηθώ να ήμουν περικυκλωμένος, βυθισμένος μέσα σε μεγάλες δυσκολίες. Ευθύς ως αποκοιμήθηκα, χάθηκαν από το πεδίο της συνείδησής μου. Πάντως δεν παύουν να υπάρχουν. Θα τις ξαναβρώ αύριο. Όμως δεν ταράζουν τον ύπνο μου. Ενδέχεται οι άνεμοι να σφυρίζουν, τα κύματα να υψώνονται άγρια. Ο Χριστός δεν θα τους επιτρέψει να ταράξουν την ανάπαυση που νιώθω κοντά Του. Για μένα γίνεται «γαλήνη μεγάλη». Είναι η ίδια η γαλήνη του Ιησού Χριστού. Ίσως, Κύριε, αυτή τη νύχτα να μου δώσεις κάτι περισσότερο από την ηρεμία Σου, κάτι περισσότερο από τον ήσυχο ύπνο και την ειρήνη που ένιωθες και που χάρη σε Σένα γίνεται και δικό μου κτήμα. Ίσως στη διάρκεια του ύπνου μου να με προσεγγίσεις μ’ ένα μυστηριώδη τρόπο. Ο ύπνος μέσα στην Αγία Γραφή είναι μερικές φορές ο χρόνος των ονείρων και των σημείων. Πέρα από τα φτωχά σύμβολα για τα οποία μιλούν οι ψυχολόγοι, η νύχτα είναι μερικές φορές γόνιμη σε θεία σημεία.


     Σε όνειρο είδε ο Ιακώβ μια σκάλα που το ένα της άκρο ακουμπούσε στη γη και η κορυφή της άγγιζε τους ουρανούς· οι άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν τα σκαλοπάτια αυτής της κλίμακας. Κάνοντας έναν σαφή υπαινιγμό σ’ αυτό το γεγονός, μας είπες: «Από τώρα θα δείτε ανοιχτό τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού ν’ ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν προς τον Υιό του ανθρώπου» (Ιωάν. 1, 52). Κύριε, αν μερικές τουλάχιστον νύχτες μου μπορούσαν να είναι νύχτα του θαυμαστού ονείρου του Ιακώβ!


     Ενώ ανακρινόσουν ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου, η γυναίκα του τον ειδοποίησε με ειδικό άνθρωπο: «Μη κάνεις τίποτα σ’ αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο! Πολλά έπαθα στ’ όνειρό μου γι’ αυτόν» (Ματθ. 27, 19). Κύριε, δέχομαι με όλη μου την καρδιά να υποφέρω για Σένα «μέσα στο όνειρο», εάν έτσι μπορούσα ν’ αντικρίσω, αν όχι τη μορφή Σου, τουλάχιστον τη σκιά Σου και τα ίχνη των βημάτων Σου. Ονειρεύεται κανείς εκείνο που επιθυμεί, εκείνο που αγαπά. Έλα και γέμισε τα όνειρά μου. Συχνά παρουσιάσθηκες στους Μάρτυρές Σου στις νύχτες που προηγούνταν του μαρτυρικού τέλους τους. Δεν τολμώ να ζητήσω τη χάρη που τους δόθηκε. Άλλωστε, είμαι τόσο ανάξιος. Ας μπορούσα κάποτε, αν όχι να Σε δω, τουλάχιστον, έστω και αόριστα –πάντως όχι αβέβαια και φανταστικά– να Σε προαισθανθώ.


     Ίσως αυτή τη νύχτα να ζητηθεί η ψυχή μου. Μα, Σου την παρέδωσα προτού κοιμηθώ. Το σώμα μου κοιμάται, αλλά η ψυχή μου αγρυπνάει με Σένα. Όπως λέει η Σουλαμίτιδα: «Εγώ κοιμάμαι και η καρδιά μου αγρυπνάει» (Άσμα 5, 2). Εάν αποκοιμηθώ, έχοντας ενώσει τη ψυχή μου με τη δική Σου, έχοντας εναποθέσει τα πάντα σε Σένα, δεν θα φοβηθώ όταν ακουσθεί η κραυγή «εν τω μέσω της νυκτός»: «Να, ο Νυμφίος έρχεται! Βγείτε όλοι έξω για να Τον συναντήσετε!» (Ματθ. 25, 6). Θα σηκωθώ όλο χαρά και θα Σου πω: «Πώς Σε περίμενα, αγαπημένε μου Κύριε!».


     Πάντως φαίνεται ότι αυτή η νύχτα δεν θα είναι η τελευταία. Μια νέα μέρα θα μου δοθεί για να μπορέσω να ενωθώ μαζί Σου πιο στενά. Ήδη η νύχτα χάνει το σκοτεινό της χρώμα, γυρίζει προς το γκρίζο. Σε λίγο θα έρθει η μέρα. Αυτό που ακούω δεν είναι ο ερχομός Σου; Δεν είναι η φωνή Σου, αυτή που αντηχεί από μακριά; «Ακούω τον Αγαπημένο μου! Νάτος που έρχεται πηδώντας πάνω απ’ τα βουνά, τρέχοντας πάνω στους λόφους» (Άσμα 2, 8). Έλα σε μένα, Ιησού Χριστέ. Έλα μαζί με την καινούργια μέρα…

ΑΡΧΙΜ. LEV GILLET
(1892–1980)



※
[Αρχιμ. Lev (Louis) Gillet
(1892–1980):
«Παρουσία Χριστού»
–Γραμμένο από ένα μοναχό
της Εκκλησίας της Ανατολής,
Μεταφρασμένο από τα Γαλλικά
από τον Επίσκοπο Βρεσθένης
Δημήτριο Τρακατέλλη
(τώρα· Αρχιεπίσκοπο Αμερικής)–,
κεφ. 13ο, σελ. 89–96,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα, Ιανουάριος 19822.
Επιμέλεια ανάρτησης,
πληκτρολόγηση και διόρθωση κειμένου,
επιλογή φωτογραφιών:
π. Δαμιανός.]
※







⁜
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης.
⁜


Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ: Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ:
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ


     Αν η Μητέρα του Θεού κατά τη στιγμή του Ευαγγελισμού είναι μια αληθινή εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας, του αυθεντικού αυτεξούσιου, τότε οι πράξεις και οι αντιδράσεις της στα γεγονότα που ακολουθούν αμέσως μετά, απεικονίζουν τέσσερις βασικές συνέπειες της έννοιας της ελευθερίας. Η ελευθερία περιλαμβάνει μετοχή, σιωπή, προσφορά και οδύνη.

     Η ελευθερία περιλαμβάνει μετοχή. Η πρώτη πράξη της Θεοτόκου μετά τον Ευαγγελισμό είναι να μοιραστεί την καλή είδηση με κάποιον άλλον: πηγαίνει βιαστικά στην ορεινή περιοχή, στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρετά την εξαδέλφη της Ελισάβετ (Λουκ. 1, 39–40). Έχουμε εδώ ένα ουσιώδες στοιχείο της ελευθερίας: μόνος δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος. Η ελευθερία δεν είναι μοναχική, αλλά βιώνεται εν κοινωνία. Υπονοεί μια σχέση, ένα «εσύ» όπως κι ένα «εγώ». Ο εγωκεντρικός άνθρωπος, εκείνος που αποδιώχνει κάθε ευθύνη έναντι των άλλων, κατέχει μια φαινομενική μόνο και ψευδή ελευθερία, στην πραγματικότητα όμως είναι θλιβερά ανελεύθερος. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος παρά μόνον αν έχω μια αίσθηση της δικής μου διακριτής ατομικότητας· εξίσου όμως δεν μπορώ να είμαι ελεύθερος παρά μόνον αν έχω μάθει να μένω μόνος με τον εαυτό μου· η ελευθερία περιλαμβάνει και μοναξιά. Αλλά δεν μπορώ να είμαι αυθεντικά ελεύθερος αν είμαι πάντα και αποκλειστικά μόνος. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι για τον ελεύθερο άνθρωπο ισχύει το παράδοξο που ο Ευάγριος Πόντου (345–399) επιβεβαιώνει για τον μοναχό: ο μοναχός είναι «αυτός που έχει απ’ όλους χωριστεί κι αυτός που είναι μ’ όλους ενωμένος». Η σωστά νοούμενη ελευθερία δεν ισοδυναμεί με εριστική απομόνωση ή επιθετική αυτό–επιβεβαίωση, αλλά με συντροφικότητα και αλληλεγγύη. Είμαι ελεύθερος σημαίνει μοιράζομαι την ιδιότητα του προσώπου με άλλους, βλέπω με τα μάτια τους, αισθάνομαι με τα αισθήματά τους: «όταν υποφέρει ένα μέλος, συμπάσχουν όλα τα μέλη· κι όταν τιμάται ένα μέλος, χαίρονται μαζί του όλα τα μέλη» (Α΄ Κορ. 12, 26). Τότε μόνον είμαι ελεύθερος, αν γίνω πρόσωπο – αν στρέφομαι προς τους άλλους, τους βλέπω στα μάτια και τους επιτρέπω να με κοιτάζουν στα μάτια. Αποστρέφοντας το πρόσωπό μου, αρνούμενος να μοιραστώ, εκπίπτω της ελευθερίας.


     Εδώ, η Χριστιανική διδασκαλία περί Θεού έχει άμεση σχέση με το πώς κατανοούμε την ελευθερία. Ως Χριστιανοί πιστεύουμε σε έναν Θεό που είναι Ένας, αλλά Τρισυπόστατος. Η θεία εικόνα μέσα μας είναι ακριβώς η εικόνα του Τριαδικού Θεού. Ο Θεός δημιουργός και αρχέτυπό μας δεν είναι ένα πρόσωπο, αύταρκες, αγαπών τον εαυτό Του μόνο, αλλά είναι τρία πρόσωπα εν κοινωνία μεταξύ τους, ενοικούντα καθένα εις τα άλλα δύο πρόσωπα μέσα από ατελεύτητη κίνηση αμοιβαίας αγάπης. Από αυτό προκύπτει ότι η θεία εικόνα μέσα μας, η οποία αποτελεί την άκτιστη πηγή της ελευθερίας μας, είναι εικόνα σχεσιακή, που πραγματώνεται δια της συντροφικότητας και της περιχωρήσεως. Λέγοντας, «είμαι ελεύθερος, επειδή είμαι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού» ουσιαστικά εννοούμε: «Σε χρειάζομαι, για να είμαι ο εαυτός μου». Αληθινό πρόσωπο δεν υπάρχει παρά μόνον εκεί όπου υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα σε αμοιβαία σχέση· και δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία παρά μόνον εκεί όπου δύο τουλάχιστον πρόσωπα μετέχουν από κοινού της ελευθερίας.

     Να, λοιπόν, ένα πρώτο πράγμα που μας διδάσκει η Θεοτόκος Μαρία περί ελευθερίας. Ελευθερία σημαίνει σχέση, ανοικτότητα προς τους άλλους, ευαλωτότητα. Χωρίς την διακινδύνευση και την περιπέτεια της μετοχής στην αγάπη, κανείς μας δεν μπορεί να είναι ελεύθερος.


     Αλλά αν η ελευθερία περιλαμβάνει μετοχή, τότε περιλαμβάνει και σιωπή, προσεκτική ακρόαση. «Ας γίνει σ’ εμένα το θέλημα του Κυρίου, σύμφωνα με το λόγο σου» (Λουκ. 1, 38), απαντά η Θεοτόκος κατά τον Ευαγγελισμό· η στάση της είναι στάση προσεκτικής ακρόασης του λόγου του Θεού. Πράγματι, αν δεν είχε πρώτα ακούσει τον λόγο του Θεού και δεν τον είχε, δια της ακοής, αποδεχθεί μέσα της, ποτέ δεν θα είχε συλλάβει και κυοφορήσει σωματικά, στη μήτρα της, τον Θεό–Λόγο. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς επιμένει στο ειδικό αυτό χαρακτηριστικό της Μητέρας του Θεού, ως ανθρώπου που ακροάται με προσοχή. Μετά την επίσκεψη των ποιμένων στον νεογέννητο Χριστό, δηλώνει: «Και η Μαριάμ διατηρούσε όλα αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά της και τα σκεφτόταν συνεχώς» (Λουκ. 2, 19). Μετά τη διήγηση περί του δωδεκαετούς Ιησού Χριστού, ο Ευαγγελιστής τελειώνει κατά τον ίδιο τρόπο: «Η μητέρα Του όμως διατηρούσε μέσα στην καρδιά της όλα αυτά τα λόγια» (Λουκ. 2, 51). Την ανάγκη της προσεκτικής ακρόασης τονίζει η Θεοτόκος Μαρία και όταν προτρέπει τους υπηρέτες κατά τον εν Κανά γάμο: «Ό,τι κι αν σας πει, κάντε το» (Ιωάν. 2, 5) – η τελευταία της υποθήκη στα Ευαγγέλια, η πνευματική της κληρονομιά στην Εκκλησία: «Ακούσατε, αποδεχθείτε, ποιήσατε». Αργότερα στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο – όταν η γυναίκα μέσα από το πλήθος μεγαλύνει τη Μητέρα που Τον γέννησε, ο Κύριος απαντά, «Μακάριοι αυτοί που ακούνε το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν» (Λουκ. 11, 27)· μακράν του να υπονοήσει ασέβεια προς Εκείνη που Τον κυοφόρησε, ο Χριστός ζητά περισσότερο να δείξει πού ακριβώς έγκειται η αληθινή δόξα της Μητέρας Του. Της αξίζει να τιμάται όχι απλώς για το σωματικό γεγονός της μητρότητας, αλλά κυρίως επειδή εσωτερικά, με όλη της τη βούληση και με ακέραια την εσωτερική της ελευθερία, αφουγκράστηκε το λόγο του Θεού και υπάκουσε σ’ αυτόν.


     Αυτός, λοιπόν, είναι ένας δεύτερος τρόπος δια του οποίου η Κυρία Θεοτόκος ενεργεί ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. Για τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και για την Ορθόδοξη μυστική παράδοση, η Θεοτόκος είναι μια «ησυχάστρια», η οποία προσδοκά το Άγιο Πνεύμα μέσα σε εσωτερική, καρδιακή σιωπή. Η εσωτερική σιωπή αυτού του είδους δεν είναι μια απλή άρνηση – απουσία ήχων ή παύση μεταξύ λέξεων – αλλά κάτι θετικό και ζωντανό, μια από τις βαθύτερες πηγές του είναι μας, μέρος της βασικής δομής του ανθρώπινου προσώπου μας. Χωρίς σιωπή, δεν είμαστε γνήσια ελεύθεροι. Η συνεχής ομιλία υποδουλώνει, ενώ η ικανότητα της ακρόασης είναι ουσιώδες μέρος της ελευθερίας. Η Μητέρα του Θεού είναι ελεύθερη επειδή ακροάται. Αν δεν μπορούμε να ακούμε με προσοχή τους άλλους –αν δηλαδή δεν κατέχουμε, σε κάποιο βαθμό, όπως Εκείνη, τη διάσταση της δημιουργικής εσωτερικής σιωπής– θα έχουμε έλλειψη αληθινής ελευθερίας. Μόνον όποιος γνωρίζει την τέχνη να μένει σιωπηλός, να αφουγκράζεται, μόνον εκείνος μπορεί να παίρνει αποφάσεις με αυθεντική ελευθερία επιλογής.


     Μια τρίτη πτυχή της ελευθερίας της Θεοτόκου φανερώνεται στην πράξη που επιτέλεσε μαζί με τον Ιωσήφ τον Μνήστορα, σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού: έφεραν το Παιδίον στον Ναό της Ιερουσαλήμ και το προσέφεραν στον Θεό (Λουκ. 2, 22). Ακριβώς όπως δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία χωρίς μετοχή και σιωπή, έτσι η ελευθερία προϋποθέτει και μια συνεχή πράξη προσφοράς, θυσίας. Το τονίζει ο λόγος του Σαίρεν Κίρκεγκωρ (1813–1855), ο οποίος αφού δηλώσει ότι, «το πιο μεγαλειώδες πράγμα που παραχωρήθηκε στον άνθρωπο είναι η επιλογή, η ελευθερία», συνεχίζει: «Και αν θέλεις να σώσεις την ελευθερία σου και να την διατηρήσεις, ένας μόνον τρόπος υπάρχει: το ίδιο ακριβώς δευτερόλεπτο, δώσ’ την πίσω στον Θεό και μαζί μ’ αυτήν και τον εαυτό σου». Κατά τον C. S. Lewis (1898–1963), «Τίποτε απ’ όσα δεν πρόσφερες δεν είναι πραγματικά δικό σου». Ο Κύριός μας είπε ακριβώς το ίδιο: «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει» (Ματθ. 16, 25).


     Η θυσιαστική προσφορά αυτού του είδους αναπόφευκτα κοστίζει: και αυτό μας οδηγεί στην τέταρτη πτυχή της ελευθερίας. Δεν υπάρχει αληθινή ελευθερία που δεν περιλαμβάνει οδύνη. Όπως προειδοποίησε την Αγία Παρθένο ο Πρεσβύτης Συμεών, όταν πήρε στην αγκαλιά του το Παιδίον, στον Ναό «Όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι» (Λουκ. 2, 35). Η Θεοτόκος Μαρία κατανόησε το πλήρες νόημα των λόγων αυτών, όταν στεκόταν στα πόδια του Σταυρού. Ελευθερία σημαίνει κένωση, άρση του σταυρού, κατάθεση της ζωής μας για χάρη των άλλων. Η εκούσια επιλογή της Θεοτόκου κατά τον Ευαγγελισμό της προσφέρει χαρά αλλά και λύπη. Μεταξύ άλλων στοχαστών, κυρίως ο Ρώσος Νικόλαος Μπερντιάεφ (1874–1948), αυτός ο «αιχμάλωτος της ελευθερίας», όπως τον αποκαλούσαν οι κριτικοί του –προσωνύμιο που του άρεσε πολύ, διέκρινε με πολλή σαφήνεια το κόστος της ελευθερίας. «Πάντοτε ήξερα», γράφει στην αυτοβιογραφία του «Dream and Reality», «ότι η ελευθερία γεννά τον πόνο, ενώ αν αρνηθείς να είσαι ελεύθερος, η οδύνη μειώνεται. Η ελευθερία δεν είναι εύκολη, όπως διατείνονται οι εχθροί και οι διαβολείς της: η ελευθερία είναι σκληρή, είναι βαρύ φορτίο. Συχνά οι άνθρωποι παραιτούνται από την ελευθερία τους, για να ανακουφίσουν το πεπρωμένο τους».


     Ο κοπιώδης, θυσιαστικός χαρακτήρας της ελευθερίας φαίνεται εξ ίσου καθαρά και στη παραβολή του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ (1821–1881) «Η ιστορία του μεγάλου Ιεροεξεταστή» στους «Αδελφούς Καραμάζωφ» (1880). Ο Ιεροεξεταστής επιτιμά τον Χριστό που έκανε το ανθρώπινο γένος ελεύθερο, υποχρεώνοντάς το έτσι να υφίσταται έναν τόσο οξύ πόνο. Από συμπόνια προς την ανθρώπινη αγωνία –έτσι ισχυρίζεται ο Ιεροεξεταστής– αυτός και οι σύντροφοί του αφαίρεσαν από τον άνθρωπο ένα τόσο άσπλαχνο δώρο, την ελευθερία: «Εμείς διορθώσαμε το έργο Σου», λέει στον Χριστό. Έχει «δίκιο»: η ελευθερία είναι όντως βαρύ φορτίο. Ωστόσο, χωρίς ελευθερία δεν μπορεί να υπάρξει αληθινό πρόσωπο, ούτε αμοιβαία αγάπη. Αν αρνηθούμε να ασκήσουμε το δώρο της ελευθερίας που ο Θεός μάς προσφέρει, κάνουμε τους εαυτούς μας υπανθρώπους· και αν αρνηθούμε στους άλλους την ελευθερία τους, τους απανθρωποποιούμε.


     Αυτοί είναι, λοιπόν, μερικοί από τους τρόπους κατά τους οποίους η Μητέρα του Θεού –ο καθρέφτης και το υπόδειγμά μας– χρησιμεύει ως εικόνα της ανθρώπινης ελευθερίας. «Δεν είμαι ελεύθερος;» (πρβλ. Α΄ Κορ. 9, 1). Ναι, πράγματι: Καθένας μας πλάστηκε ελεύθερος. Η ελευθερία όμως δεν είναι μόνο δώρο, αλλά και πρόκληση και καθήκον, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Κυρίας Θεοτόκου. Δεν αρκεί απλώς να αποδεχτούμε την ελευθερία μας, είναι ανάγκη να την ανακαλύψουμε, να τη μάθουμε, να τη χρησιμοποιήσουμε, να την υπερασπιστούμε – και εν τέλει να την προσφέρουμε με υψηλού κόστους αυτοθυσία. Μόνον αντιπροσφέροντας την ελευθερία μας στον Θεό –δια μετοχής, σιωπής και οδύνης– μπορούμε να γίνουμε ελεύθερα πρόσωπα κατ’ εικόνα της Τριάδος, κατά το παράδειγμα της Ευλογημένης Αειπαρθένου.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΙΟΚΛΕΙΑΣ
ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ WARE


※
[Μητροπολίτου Διοκλείας
Κάλλιστου Ware:
«Το έσχατο μυστήριο»
–Κείμενα για την Υπεραγία Θεοτόκο–
κεφ. 6ο, σελ. 169–178,
Μετάφραση: Πολυξένη Τσαλίκη-Κιοσόγλου,
Επιμέλεια: Βασίλης Αργυριάδης,
Εκδόσεις «Ἐν Πλῷ»,
Αθήνα, Μάρτιος 20161.
Επιμέλεια ανάρτησης,
έρευνα, εύρεση και επιλογή φωτογραφιών,
μελέτη, σταχυολόγηση και πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※







⁜ 
Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
η πηγή προέλευσης. 
⁜


Παρασκευή 15 Απριλίου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ


     Ένα από τα σημαντικότερα κειμήλια της Ιεράς Μονής Διονυσίου είναι η «Παναγία του Ακαθίστου», δώρο του Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού του Γ΄ (1338–1390) στον Κτίτορα της Μονής Άγιο Διονύσιο κατά το έτος 1375. Είναι η ίδια εικόνα ενώπιον της οποίας εψάλησαν για πρώτη φορά οι «Χαιρετισμοί» της Θεοτόκου στην Κωνσταντινούπολη στον Ναό των Βλαχερνών (8 Αυγούστου 626) προς ευχαριστία για τη σωτηρία της Πόλης από τους Πέρσες και Αβάρους, επί Αυτοκράτορος Ηρακλείου (575–641) και Πατριάρχου Σεργίου του Α΄ (†638), ύστερα από τη γνωστή πολιορκία κατά το 626.

     Η παράδοση αναφέρει πως είναι μία από τις εβδομήντα «μικρές» εικόνες του Ευαγγελιστού Λουκά. Η ύλη της εικόνας είναι κηρός και μαστίχη και η μορφή της αρκετά αλλοιωμένη με δυσδιάκριτα χαρακτηριστικά καθώς έχει πολλές φορές αναβλύσει ευώδες μύρο. Βρίσκεται στο ομώνυμο παρεκκλήσιο, το οποίο είναι ενωμένο στη βορειοδυτική πλευρά της Λιτής του Καθολικού και καθημερινά ενώπιόν της διαβάζονται οι «Χαιρετισμοί».

     Εορτάζει το Σάββατο του Ακαθίστου, την Ε΄ Εβδομάδα των Νηστειών, κατά το οποίο για περισσότερη λαμπρότητα μεταφέρεται στο Καθολικό της Μονής και τίθεται επί ειδικού θρόνου. Οι διαστάσεις της εικόνας είναι περίπου 31 x 27 εκατοστά. Στην ασημένια επένδυση της θαυματουργικής αυτής εικόνας και στο παμπάλαιο ξύλο της, παμπάλαιες επιγραφές μάς πληροφορούν πως η εικόνα αυτή είναι που κρατούσε στα χέρια του ο Πατριάρχης Σέργιος (Πατριαρχία: 610–638) και περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, εμψύχωσε στρατιώτες και λαό και έδιωξε όλους τους πολεμίους το 626.


     Κατά το 1592, Αλγερινοί πειρατές άρπαξαν την αγία εικόνα και ο αρχηγός τους την έκλεισε μέσα σε κιβώτιο και απέπλευσε, απειλώντας και υβρίζοντας τους μοναχούς. Τη νύχτα, βλέπει τρεις φορές στο όνειρό του την Υπεραγία Θεοτόκο να τον απειλεί και να του λέει: «Γιατί, πονηρέ άνθρωπε, με ασφάλισες μέσα στη φυλακή; Γύρισέ με πίσω στο κατάλυμά μου, όπου περνούσα ήσυχα και ειρηνικά!». Αυτός, δεν κατάλαβε, περιφρόνησε αυτά τα λόγια και ούτε που τα συλλογιζόταν. Αλλά αμέσως σηκώθηκε σφοδρός άνεμος και φοβερή θαλασσοταραχή, ώστε το πλοίο κινδύνευε να βυθιστεί. Μόνο τότε θυμήθηκε την αγία εικόνα, οπότε έτρεξε στο κιβώτιο και το βρήκε σπασμένο σε πολλά μέρη του και την αγία εικόνα λουσμένη μέσα σε πολύ ευωδέστατο μύρο που έρρεε συνεχώς.
     Μόλις την πήρε στα χέρια του, αμέσως άρχισε να κατευνάζει ο σφοδρός άνεμος και η τρικυμία και οι σύντροφοί του τον παρακινούσαν να τη γυρίσουν πίσω στο Μοναστήρι. Προσορμίστηκαν στο λιμάνι, ειδοποίησε τους μοναχούς για την εικόνα και τους παρακαλούσε να κατέβουν κάτω στον αρσανά (στον μοναστηριακό λιμένα) να την παραλάβουν με τιμές. Οι μοναχοί μόλις άκουσαν αυτό το θαύμα, αμέσως κατέβηκαν ντυμένοι με τις ιερατικές στολές και, έχοντας μαζί τους λαμπάδες και θυμιατά, παρέλαβαν την αγία εικόνα και την έβαλαν πίσω στη θέση της. Ο δε πειρατής έδειχνε το σπασμένο κιβώτιο, καθώς και τα ρούχα του που ήταν βρεγμένα από το ευωδέστατο εκείνο μύρο, ώστε όλοι θαύμασαν. Και πολλοί από τους συντρόφους του εγκατέλειψαν την εγκληματική και απάνθρωπη πειρατεία, μετανόησαν, άφησαν τον αρχηγό τους κι έμειναν στο Μοναστήρι, όπου βαπτίσθηκαν και έγιναν Μοναχοί.

     Το έτος 1767 έκλεψε αυτή την αγία εικόνα μια σπείρα λωποδυτών από τη Δαλματία. Στο δρόμο όμως της επιστροφής έγιναν αντιληπτοί από Έλληνες βοσκούς, που τους την πήραν και την έφεραν στη Σκόπελο. Οι τότε δημογέροντες του νησιού αρνήθηκαν να επιστρέψουν την εικόνα πίσω στους Διονυσιάτες Πατέρες που είχαν έρθει εν τω μεταξύ για να την πάρουν. Μετά από τρεις μέρες όλο το νησί τιμωρήθηκε με πανώλη και οι Σκοπελίτες, μετανοημένοι, επέστρεψαν την εικόνα στο Μοναστήρι, αφιερώνοντας μάλιστα προς αυτό και ένα μετόχι από το νησί τους.

ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ «ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ»


     Ο μοναχός Άνθιμος που καταγόταν από την Πάτρα και ήταν μαραγκός στο επάγγελμα, απεβίωσε στη Μονή του Διονυσίου σε ηλικία 72 ετών, το σωτήριο έτος 1917. Αυτόν εμείς προλάβαμε και να τον δούμε και την ομιλία του ν’ απολαύσουμε, αλλά και τη διήγηση που παραθέτουμε πιο κάτω να γίνουμε αυτήκοοι μάρτυρες.

     Κατά το έτος 1916, διανύοντας εγώ το δεύτερο έτος της ζωής του δοκίμου μοναχού στη Μονή, προσβλήθηκα από ελονοσία. Νοσηλευόμουν αναγκαστικά στο θεραπευτήριο της Μονής. Και ο μακαρίτης Άνθιμος μοναχός πολλές φορές ερχόταν και μ’ επισκεπτόταν. Και με την καλοκάγαθη διάθεση της ψυχής του με παρηγορούσε. Μου έλεγε να ελπίζω στη βοήθεια της Παναγίας μας, της μεγάλης μας Ιατρού και Προστάτιδας των Μοναχών. Και προς επίρρωση αυτών των λεγομένων του, μου διηγήθηκε κι ένα θαυματούργημα που έγινε προσωπικά σ’ αυτόν.

     Μου είπε, λοιπόν, τα εξής:
     –Κι εγώ, παιδάκι μου, όταν ήμουν στην ηλικία σου, μάλιστα νεόκουρος μοναχός, 25 ετών, με βρήκε μια μεγάλη ασθένεια, ώστε για ένα μεγάλο διάστημα είχα γίνει ένα πτώμα. Όμως, ευχαριστώ την Παναγία μας που με λυπήθηκε και μ’ έκανε καλά.
     Τον ρωτάω:
     –Από τι ασθένεια έπασχες, γέροντα, κι έγινες όπως είπες «ένα πτώμα»;
     –Ρωτάς «από τι ασθένεια», παιδί μου! Τόσο πολύ αδυνάτησαν τα μέλη του σώματός μου, που σε λίγο καιρό παρέλυσα ολόκληρος. Τα πόδια μου αδυνάτησαν και βάδιζα με δεκανίκια. Και σα να μην έφθανε αυτό, ένα σύννεφο ήρθε κι έπεσε πάνω στα μάτια μου και μόλις που μπορούσα να δω και να διακρίνω κάτι. Φρόντισε, βέβαια, το Μοναστήρι και ήρθαν δύο γιατροί αλλά, δυστυχώς, καμιά ωφέλεια απ’ αυτούς δεν είδα. Μάλιστα, όσο περνούσε ο καιρός, εγώ χειροτέρευα. Τότε να μ’ έβλεπες! Κλάματα, μέρα–νύχτα!
     Έλεγα: «Αχ, Χριστέ μου!... Τι ’ν‘ αυτό το κακό που με βρήκε;!... Ο πιο αμαρτωλός, τελικά, εγώ είμαι;!... Από τώρα στο νοσοκομείο;!... Νέο καλογεράκι και να με υπηρετούν οι γέροι;!... Παράλυτος;!... Τυφλός;!... Αλίμονό μου!... Ας πεθάνω, καλύτερα!...».
     Τέτοια κι άλλα πολλά σαν κι αυτά, όσα δεν μπορείς να φανταστείς, έλεγα στον Χριστό μας, με δάκρυα και παράπονο.


     Πολλοί αδελφοί μού έλεγαν να πάω έξω στον κόσμο, τάχα σε καλύτερους γιατρούς. Αλλά, ένας ευλαβής μοναχός που μ’ αγαπούσε απ’ τη ψυχή του και με λυπόταν που βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση, σαν άκουσε που με συμβούλευαν να πάω έξω στους γιατρούς, με πλησιάζει, με παρηγορεί και μου δίνει θάρρος.

     Με την αδελφική του αγάπη, τονώνει την πίστη μου και με προτρέπει να προσπέσω στην Παναγία, στην εικόνα Της που έχουμε εδώ στη Μονή του Διονυσίου, την Εικόνα της «Παναγίας του Ακαθίστου». Να πάω να Την παρακαλέσω με πίστη θερμή και με δάκρυα. Μάλιστα δε, τώρα που πλησιάζει κι η γιορτή Της (ήταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή· και η εικόνα «του Ακαθίστου» γιορτάζει το Σάββατο του Ακαθίστου, της 5ης Εβδομάδος των Νηστειών της Σαρακοστής). Και Αυτή, σαν πονετική Μητέρα που είναι, έχοντας πέλαγος ευσπλαχνίας, να κάνει και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο το έλεός Της.

     Πείσθηκα σ’ αυτή τη συμβουλή του αδελφού και στράφηκα μ’ όλη μου τη ψυχή και την καρδιά προς την Παναγία, παρακαλώντας Την με δάκρυα. Κι όταν ήρθε η γιορτή Της (το 5ο Σάββατο της Αγίας Τεσσαρακοστής), ήδη από την παραμονή το βράδυ πήγα και κλείστηκα μέσα στην εκκλησία, στο Καθολικό της Μονής μας, στο παρεκκλήσι όπου φυλάσσεται η εικόνα Της.

     Εκεί, σιμά στην εικόνα, δεν έπαυα να βάζω μετάνοιες, όσες μπορούσα. Απ’ τον πολύ μου τον κόπο, στο τέλος, απόκαμα. Και με πήρε ο ύπνος εκεί μπροστά στην εικόνα Της. Αλλ’ ω, Πανύμνητε Μήτερ! Πόσο μεγάλη είναι η χάρη Σου και η ευσπλαγχνία Σου!...

     Βλέπω, αδελφέ μου, την Παναγία ντυμένη στα ολόχρυσα, μέσα σ’ ένα λαμπρότατο φως, ν’ αστράφτει από λάμψη και από δόξα, να βρίσκεται δυο πήχεις ψηλά πάνω από τη γη και να με κοιτάζει με ιλαρότητα.
     Άνοιξε το πανάγιο και μελίρρυτο στόμα Της και μου λέει:
     –Γιατί κλαις, παιδί μου, Άνθιμε;
     –Πώς να μη κλαίω, Παναγία μου! Δε βλέπεις τα χάλια μου, πώς έγινα;
      Μου λέει, πάλι, η Παναγία:
     –Όχι, μη κλαις! Έγινες καλά! Να επιμελείσαι στο εξής τη σωτηρία σου!
     Κι αφού είπε αυτά, με ευλόγησε με μεγάλη συμπάθεια αγάπης και χάθηκε...


     Τότε εγώ ξύπνησα. Και νόμιζα στην αρχή ότι ήταν ένα «όνειρο» αυτό που είδα. Τρίβω τα μάτια μου· έβλεπα τις καντήλες που έκαιγαν! Κάνω κουράγιο και σηκώνομαι όρθιος. Βλέπω να περπατάω με ευκολία! Ωωω! Τότε, πια, συνήλθα κι ήρθα στον εαυτό μου! Και κατάλαβα ότι η Παναγία με θεράπευσε και από τις δυο μου τις ασθένειες! Ωωω! Πόση χαρά μού ήρθε! Πόσα δάκρυα έχυσα ευχαριστώντας την Παναγία! Πόσους ύμνους έψαλα, αδελφέ μου, δεν περιγράφεται!

     Μετά από λίγο ήρθε κι ο εκκλησιαστικός κι άνοιξε τον Ναό. Κι όταν αυτός με είδε εντελώς υγιή, όπως κι όλοι οι Πατέρες, δοξολογούσαν τον Κύριο. Όλοι τους, μέσα από τη ψυχή τους, ευχαριστούσαν την Παναγία για την άπειρη αγάπη και συμπάθεια που έχει σ’ όλους τους χριστιανούς και ιδιαίτερα σ’ εμάς τους μοναχούς.


     Στο τέλος ο π.Άνθιμος πρόσθεσε για τον εαυτό του και το εξής: «Αχ, παιδί μου! Τότε είχα πολλή ευλάβεια. Όταν έλεγα το “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με”, λες κι “έβραζε” μέσα στην καρδιά μου η Ευχή!...».

     Αυτά και άλλα πολλά άκουσα από τον Γερο–Άνθιμο. Κι αφού τον ευχαρίστησα για τα όσα μου είπε, πολλά εκ των οποίων μου διαφεύγουνε, διότι τα σημειώνω τώρα (29/8/1956), μετά από σαράντα χρόνια, για να μη λησμονηθούν τελείως, αλλά να μείνουν για τη δόξα, την τιμή και για την ευχαριστία προς Πανυπερευλογημένη και Πανένδοξη Δέσποινά μας και Αειπάρθενη Μαρία. Αμήν.

ΛΑΖΑΡΟΣ
ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
(1892–1974)


※
[ (1) Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου
(1892–1974):
«Διονυσιάτικαι Διηγήσεις»,
§49, σελ. 136—140,
Έκδοσις Ιερά Μονή Διονυσίου·
Άγιον Όρος, 19881.
(2) Ιερομονάχου Μαξίμου:
«Η Μητέρα των Χριστιανών»
(Θεομητερικές Εορτές,
Θαύματα στον Άθωνα,
Η Παναγία στην Ελλάδα),
β΄ μέρος, β΄ κεφ., §7, 
σελ. 147–149·
Άγιον Όρος, 1989.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης, 
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση,
μεταφορά και απόδοση
του κειμένου στη Δημοτική:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.