Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

«ΑΝ ΘΕΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ!...»

«ΑΝ ΘΕΛΕΙ Ο ΘΕΟΣ!...»


     «Και πάντα για κάθετί που σκέφτεσθε να κάνετε, να λέτε “αν θέλει ο Θεός”. Μην πάθετε κι εσείς ό,τι έπαθε κάποιος μια φορά…
     »Είχε αποφασίσει να πάει στο αμπέλι του για δουλειά. “Αύριο πρωΐ–πρωΐ”, λέει στην γυναίκα του, “θα πάω στο αμπέλι”. “Αν θέλει ο Θεός θα πας”, του λέει εκείνη. “Θέλει–δεν θέλει ο Θεός”, λέει εκείνος, “εγώ θα πάω!”.


     »Την άλλη μέρα, ξεκίνησε νύχτα. Στον δρόμο, εν τω μεταξύ, πιάνει τέτοιος κατακλυσμός, που αναγκάσθηκε να γυρίσει πίσω. Δεν είχε φέξει ακόμη. Χτυπάει την πόρτα. “Ποιος είναι;”, ρωτάει η γυναίκα του.
     »“Αν θέλει ο Θεός”, λέει εκείνος, “ο άνδρας σου είμαι!”…».



ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)


[(Αγίου) Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Β΄ – Πνευματική Αφύπνιση»
μέρος 4ο, κεφ. 3ο, σελ. 292–293,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Νοέμβριος 19991.]
 














Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

ΑΓΑΠΗΣΕ ΚΑΙ ΦΥΛΑΞΟΥ

ΑΓΑΠΗΣΕ ΚΑΙ ΦΥΛΑΞΟΥ



Ἀγάπησε βαθιὰ
ἐκείνη τὴ βιωματικὴ ἐλευθερία
ποὺ τρέφει ὁλάκερο τὸ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου·
μά, φυλάξου καλὰ ἀπὸ ἐκείνη
τὴ θεωρητικὴ καὶ χιλιοειπωμένη ἐλευθερία
τῶν πολλῶν, τοῦ λίγου, τοῦ δήθεν καὶ τοῦ καθόλου·
μέσα στὴν ὁποία κυριαρχεῖ ἡ φιλαυτία
ποὺ γεννᾶ κάθε μορφὴ αὐταπάτης καὶ δειλίας
γιὰ τὴν αὐθεντικὴ καὶ οὐσιαστικὴ ζωή.

π. Δαμιανὸς












Τετάρτη 17 Ιουνίου 2015

ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

ΓΛΥΚΙΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ


Πόσες φορὲς
δὲ λησμονούμε ἢ δὲν ἐγκαταλείπουμε
πρόσωπα καὶ πράγματα
ἀπό τὴ βιαστική μας ζωή,
ἴσως γιατὶ δὲν διανοηθήκαμε
καὶ δὲν ὑπολογίσαμε ποτὲ 
ἐκείνη τὴν ἀνείπωτα γλυκιὰ παραμυθία
ποὺ κρύβουν παντοτινὰ μέσα τους!...

π. Δαμιανὸς











ΑΝΑΜΟΝΗ

ΑΝΑΜΟΝΗ


Σὰ φανεῖς στὴ σάλα τῆς καρδιᾶς μου,
μὴ προσέξεις τὶς ἀσήμαντες σκόρπιες φθορὲς
ποὺ ἔφερε ἡ πολυκαιρισμένη ἀναμονή.
Δὲν εἶναι τίποτα·
Ἡ ἀγάπη ἀναμετρήθηκε καὶ μ’ αὐτή.

π. Δαμιανὸς











Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

ΠΟΤΕ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ, ΠΟΤΕ ΓΑΛΗΝΗ

ΠΟΤΕ ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ, ΠΟΤΕ ΓΑΛΗΝΗ


«Στο πέλαγος της ζωής βρισκόμαστε·
πότε θα έχουμε φουρτούνα και πότε γαλήνη.
Η χάρις του Θεού δεν μας αφήνει.
Διαφορετικά θα είχαμε καταποντισθεί,
εάν δεν μας συγκρατούσε».

ΑΓΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ
(1889–1970)


[ Ιγνατίου Τριάντη
(Μητροπολίτου Βερατίου, Αυλώνος & Κανίνης):
«Ο Γέροντας της Πάτμου
(Βίος–Υποθήκες–Μαρτυρίες)»·
Κεφ. ΚΑ΄, §2, σελ. 445.
Έκδοσις Ιεράς Μονής 
«Ευαγγελισμός Μητρός Ηγαπημένου»·
Πάτμος, 20043.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Η ΠΑΛΗ

Η ΠΑΛΗ


Κάτω ἀπὸ τὸ ἔνδυμα τὸ σῶμα μου· καὶ μέσα
ἀπὸ τὸ δέρμα ἡ σάρκα· καὶ πιὸ μέσ’ ἀκόμη
τὰ κόκκαλα τοῦ στήθους καὶ βαθύτερα
ἡ κουρασμένη μου καρδιά, ντυμένη
τὴν ἄχραντη πορφύρα τῆς ἀγάπης Σου.

Ἐδῶ γίνεται ἡ πάλη νύχτα-μέρα,
μὲ τὸν Μεγάλο Ἄγγελο· ἐδῶ μέσα
κερδίζεται γιὰ πάντα ἢ χάνεται
ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται
πότε φιλουξενούμενος στὴ φτωχικὴ καλύβα μου
καὶ πότε θεία ἔπαυλη, νὰ δέχεται
ὅλη τὴν ὕπαρξη μὲ τοὺς πικροὺς ψαλμοὺς σημαία.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ


[Π. Β. Πάσχου: «Πικρὸ Ψαλτήρι»,
μέρος α΄, §14, σελ. 26,
ἐκδόσεις «Ἀκρίτας»,
Ἀθῆνα, Ὀκτώβριος 19831.]











Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΨΑΡΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΨΑΡΑΣ
ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


     Σήμερα, Β΄ Κυριακή του Ματθαίου, διαβάσαμε και ακούσαμε το Ιερό Ευαγγέλιο να μας διηγείται για την Πρώτη Κλήση των Μαθητών από τον Χριστό. Η Κλήση αυτή πέρασε τη μεγάλη αρχή της μέσα από τους μαθητές του Κυρίου αλλά στην ουσία δεν σταμάτησε ποτέ. Ανανεώνει το αντίκρισμά της προσωπικά σε κάθε χριστιανό. Η φωνή του Χριστού δεν συνάντησε ποτέ την τελεία της φθοράς. Γιατί η δική Του φωνή, είναι η μόνη δημιουργική και αναδημιουργική φωνή για το είναι του ανθρώπου και για το είναι ολάκερου του κόσμου. Η φωνή Του επομένως δεν είναι μια γήινη φωνή που διεκπεραιώνει άψογα έναν λόγο ο οποίος εκφέρεται και μετά σβήνει και χάνεται. Το κέλευσμά Του περιδιαβαίνει ακατάλυτο μέσα στους αιώνες για να γυροφέρνει λυτρωτικά τις καρδιές. Η Κλήση είναι βασικά Αποστολική και Εκκλησιαστική· αλλά και πάντοτε ιδιαίτερα προσωπική. Ο Χριστός περπατούσε μόνος δίπλα στη θάλασσα της Γαλιλαίας και βρήκε διαδοχικά εκεί δύο ζεύγη κατά σάρκα αδελφών που έγιναν κατόπιν μαθητές Του (τον Απόστολο Πέτρο και τον Ανδρέα, τον Απόστολο Ιάκωβο και τον Ιωάννη). Άκακοι, ασπούδαστοι και φιλήσυχοι ψαράδες αυτοί, πάλευαν για το βιοπορισμό τους και είδαν την ανείπωτη τιμή που τους έκανε ο Θεάνθρωπος, μόλις τους συνάντησε καλώντας τους ανοιχτά, απλά και βαθιά αγαπητικά. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο Χριστός, παρ’ όλο που είναι ο μόνος Γνώστης και Παντογνώστης όλων, σπάει την αφάνεια και τη σιωπή Του και εμφανίζεται στην ακρογιαλιά να καλεί ανίδεους και άσημους φτωχοψαράδες. Κι εκείνοι πάλι Τον ακολουθούν ευθέως. Το κείμενο του Ιερού Ευαγγελίου, δεν μας διασώζει άλλους διαλόγους, άλλες φράσεις, άλλες ερωτήσεις. Πάντα μέσα στην μακάρια απλότητα των πραγμάτων κρύβεται το θεϊκό μεγαλείο, το θαύμα της ψυχής, η παρουσία του Θεού, η έκπληξη του ανθρώπου.


     «Ακολούθησέ Με», είναι όλη κι όλη η φράση: δύο λέξεις, ένα ρήμα, μία αντωνυμία. Καμιά προσταγή, καμιά επιβολή, καμιά δύναμη, καμιά εξουσία, καμιά φιγούρα, κανένας εντυπωσιασμός. Μονάχα προτροπή και κάλεσμα, πρόσκληση βουτηγμένη στη θεανδρική ευγένεια και στην αρχοντιά του Πλάστη. Ο Χριστός, καλεί τον άνθρωπο όχι με σκοπό την υποταγή και την υποδούλωσή του, αλλά τον καλεί προτρέποντάς τον να βιώσει ελεύθερα την άχραντη κοινωνία μαζί Του. «Ακολούθησέ Με», λέει προς τον κάθε απλό και αμήχανο αλιέα και, κατ επέκταση, στον κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται να αλιεύσει τη χαρά και τη ζωή στην άχαρη και άζωη πορεία του, στον κάθε άνθρωπο που κρύβεται διαχρονικά πίσω από τα πρόσωπα των ψαράδων που συναντά και είναι βασικά σαν να λέει: «Ζήσε Με και Ζήσε· κι αφού ζήσεις ζώντας Εμένα, τότε ας ζήσουν κι οι άνθρωποι τριγύρω σου». Η αγάπη που γίνεται ζωή, είναι η ύψιστη αλιευτική. Ο Κύριος απευθύνεται πάντα στην καρδιά του ανθρώπου. Και, αν η καρδιά του κουρασμένου ή απορημένου ανθρώπου Τον ακούσει, τότε, συντελείται το θαύμα που πάντα εμποδίζει η λογική μας να συμβεί, που πάντα φρενάρουν τα επιχειρήματα της κρίσης μας και οι αντιρρήσεις του ορθολογισμού μας. Οι μαθητές Τον ακολουθούν αδιαμαρτύρητα, χωρίς άλλες διαδικασίες, χωρίς άλλες φάσεις, χωρίς άλλες επεξηγήσεις, χωρίς άλλα πλάνα διαλόγου για άλλες επιπρόσθετες κατανοήσεις.



     Όταν έρθει η Μεγάλη Ώρα του ανθρώπου, η ώρα που δέχεται αυτός να αλιευθεί από το θαυμαστό δίχτυ της αγάπης του Χριστού, τότε επικρατεί μέσα στην καρδιά του η κατάσταση της ισορροπίας· μια απίστευτη σαγήνη, ένα ολοϋπαρκτικό θάμβος και δέος συνοδεύουν την αποκατάσταση της ψυχής. Κατά βάση, κανένας δεν μπορεί να ακολουθήσει τον Χριστό στη ζωή του, δεν μπορεί να ζήσει τη ζωή του Χριστού, χωρίς τη Χάρη του Χριστού. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει τα μυστήρια του Κυρίου, δίχως πρώτα ν αφήσει την καρδιά του ανοιχτή και πρόθυμη στη φωνή του Θεού. Κανένας άνθρωπος δε γίνεται να πει το μεγάλο «Ναι» στο προσωπικό κάλεσμα του Θεανθρώπου, αν πρώτα δεν αψηφήσει τον εαυτό του, το άτομό του, τη βόλεψή του, το συμφέρον του, την ασφάλειά του, τον αυτοθαυμασμό του, την ιδέα και τη θεωρία του, την ανάπαυση και την ησυχία του. Ο Χριστός όμως είναι και στέκει πέρα απ όλ αυτά, γιατί είναι ο πολύτιμος και μονάκριβος μαργαρίτης· γι αυτό και σαν μονάκριβος που είναι, είναι ελεύθερος· μπορεί να αλιεύει μονάχα εκείνες τις ψυχές που θέλουν πραγματικά να εγκαταλείπουν ό,τι ελκυστικά τις βαραίνει και ό,τι τις αγκυστρώνει γλυκά.


     Ο Χριστός είναι ο Μεγάλος Ψαράς που περπατάει μόνος δίπλα στην πολυκύμαντη θάλασσα αυτής της πολυτάραχης ζωής· δίπλα στην ανταριασμένη θάλασσα του εαυτού μας. Και είναι μόνος, όχι βέβαια γιατί Του λείπει η συντροφιά, αλλά γιατί Αυτός είναι μοναδικός. Και είναι μοναδικός, γιατί είναι θεοπρεπέστατα Ταπεινός. Με την Ταπείνωση επιχειρεί ακατάπαυστα τη φιλάνθρωπη άγρα Του, τη δική μας σωτηρία. Συγκαταβαίνει μέχρι τη δική μας χωμάτινη βιωτή. Έρχεται με διάφορους και μυστικούς τρόπους εκεί ακριβώς που ζούμε, εκεί που εργαζόμαστε, εκεί που αγωνιζόμαστε, εκεί που είναι οι σχέσεις μας, τα δικά μας πρόσωπα, οι άνθρωποί μας, οι φίλοι μας κι οι εχθροί μας, εκεί που είναι η καθημερινή μας παλαίστρα, εκεί που είναι ο κόπος και ο μόχθος μας, εκεί που είναι η πίκρα, το δάκρυ κι η χαρά μας, η τόλμη, η έμπνευση, η νίκη, ο χαλασμός και η ήττα μας. Βλέπει και ξέρει ποιοι είμαστε, πώς είμαστε και γιατί είμαστε, όπως είμαστε. Στέκεται σιωπηλά αντίκρυ μας -ίσως γιατί επιθυμεί να εισέλθει εύγλωττα και χειροπιαστά μέσα μας. Παρουσιάζεται αυθεντικά εκεί στο κέντρο της θέας της καρδιάς μας. Ώστε να Τον δούμε, να Τον προσέξουμε και να Τον διακρίνουμε καλά. Να Τον αναγνωρίσουμε, αλάνθαστα και αμετάκλητα, ώστε να μη Τον περάσουμε για κάποιον άλλον και προλάβει η υπερηφάνεια μας να προσλάβει κάποιον αγύρτη ηγούμενο για τη ζωή μας, κανέναν ψυχόλεθρο δεσπότη για την απώλειά μας. Να καταλάβουμε καλά ότι, ναι, όντως, είναι Αυτός και κανείς άλλος εκτός απ’ Αυτόν· ότι είναι Αυτός που περίμεναν με συγκίνηση τα φυλλοκάρδια εκείνης της πίστης που κούρνιαζε μέσα μας και που δεν πρόλαβε να εκφραστεί ακόμη. Ή ακόμη καλύτερα, έρχεται εκπληκτικά ανέλπιστα, όταν δεν Τον περίμενε κανείς: ούτε η σκέψη μας, ούτε ο λογισμός μας ούτε οι ίδιες οι απαντοχές της προσμονής μας (άλλωστε, ποιος είναι αυτός που μπορεί να περιμένει εκείνον που πρόκειται ν ακολουθήσει πιστά, δίχως πρώτα να προηγηθεί η αποκάλυψη της αγάπης του γι’ αυτόν;). Είναι λοιπόν Αυτός που δεν σκεφτήκαμε καν, που δεν φανταστήκαμε ποτέ ότι πράγματι είναι Αυτός που συγκαταβαίνει και κενώνεται τόσο για μας· Αυτός, ο Μεγάλος Ψαράς, για τον Οποίον εμείς δεν είχαμε την παραμικρή υπόνοια ότι θα έρθει και θα μας βρει στ’ αλήθεια εκεί που αγωνιζόμαστε, εκεί που κοπιάζουμε, εκεί που πάσχουμε, εκεί που χανόμαστε και βουλιάζουμε. Είναι ανάγκη λοιπόν να δούμε, να διαβεβαιωθούμε και να πιστέψουμε ότι είναι Αυτός που ήρθε και που έρχεται συνεχώς· όχι απλά για να κομίσει σ’ εμάς ένα άλλο επίπεδο ζωής, σαν μια ακόμη εναλλακτική πρόταση ηθικής καταξίωσης ή αυτοβελτίωσης, αλλά είναι Αυτός και μόνο Αυτός που μας αποκαλύπτει την πραγματική και όντως ζωή που υπάρχει ακέραιη και αδαπάνητη μέσα στο δικό Του το «Ἀκολούθει Μοι».


     Σ αυτή τη συνάντηση, στην άρρητη θέα του Κυρίου, η ψυχή του ανθρώπου αλλοιώνεται πρωτόγνωρα με τη θεία Χάρη που αναδύεται μυστικά. Και ακούει την αυθεντική, την πάντα οικεία και γνώριμη, αλλά και πάντα ξένη, παράδοξη κι ανεξερεύνητη φωνή του Χριστού: «Ακολούθησέ Με». Δεν μεσολαβούν οι ερωτήσεις, οι εξηγήσεις, οι ανακρίσεις, οι διαβεβαιώσεις, οι υποσχέσεις, τα δώρα, τα ταξίματα, οι αξιώσεις, οι απαιτήσεις, οι πειθαρχίες, ο νομικισμοί, οι στρατωνισμοί, οι οπαδοποιήσεις. Τίποτα απ’ όλα αυτά, τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν σε μας που να μας αποκαρδιώνουν τόσο σύντομα, γιατί μας γοητεύουν τόσο πολύ. Η ψυχή, εδώ, αισθάνεται και ξέρει τι σημαίνει να ακολουθεί το άφθαρτο και αιώνιο Πρόσωπο του Κυρίου της. Γιατί στο Πρόσωπο του Μεγάλου Ψαρά, βρήκε τη δική της μεγάλη κι ανέλπιστη ψαριά: βρήκε τη ζωή της, την οδό της, το φως της, τη χαρά της, την απολύτρωσή της, την ανάστασή της, την πληρότητά της. Και ακολουθεί πασίχαρη Αυτόν που είναι Μόνος, Αυτόν που εξήλθε Μόνος, εκεί στη ήσυχη θάλασσα της Γαλιλαίας· εκεί στη θολή θάλασσα του κόσμου και του ναυαγισμένου εαυτού μας· εκεί στην απύθμενη θάλασσα της βαθιάς ανθρώπινης ύπαρξης και των αβυσσαλέων λογισμών της, για να ψαρέψει, ένστοργα, αδέσμευτα και ελεύθερα, μόνους, αβέβαιους, καταρρακωμένους, ανήμπορους, πικραμένους και μετανιωμένους ανθρώπους, τραυματισμένες ψυχές και ανήσυχες συνειδήσεις, με το δίχτυ της απέραντης αγάπης Του. Κι αυτή η αγάπη δεν έχει όρια πουθενά· γιατί είναι πελώρια και απέραντη πιο πολύ κι από όλες τις θάλασσες, τους ωκεανούς και τα ποτάμια του κόσμου...



     Επίσης, σ αυτήν την Κυριακή που όπως είπαμε είναι η Β΄ Κυριακή του Ευαγγελιστού Ματθαίου, τελείται και η Σύναξη όλων των Αγιορειτών Πατέρων. Λέει ο περίφημος λόγος του Ελύτη: «Μνήμη τοῦ λαοῦ μου, ποὺ σὲ λένε Πίνδος, ποὺ σὲ λένε Ἄθως». Όλη η ζωή του αυθεντικού, του ελεύθερου, του γνήσιου, του ακίβδυλου και του ακομμάτιστου Ελληνισμού, της Ελληνορθοδοξίας, κυμαίνεται ανάμεσα στον Ηρωισμό και στην Πνευματικότητα. Και, πρωτεύουσα αυτής της υπέροχης Πνευματικότητας και του αγιασμού που απορρέει απ’ αυτήν, είναι και θα είναι το Άγιον Όρος, με τους Αγιορείτες Πατέρες μας που στέκονται σαν φωτεινοί οδηγοί μας και σα στοργικοί Πατέρες σιμά στον αγώνα μας. Το Άγιον Όρος είναι η Κιβωτός της Ορθοδοξίας, το Περιβόλι της Παναγίας, το λιμάνι της αναψυχής και της αναγέννησης πολλών ανθρώπων σήμερα, σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Η Πατρίδα μας, χρωστάει πολλά σ’ αυτή την Παναγιοσκέπαστη Μοναστική Πολιτεία. Αν μπορούσαμε, κατά κάποιο τρόπο, να «στύψουμε» την αγιασμένη ζωή όλων των Αγιορειτών Πατέρων, θα αποστάζαμε απ’ αυτήν δύο αδαμάντινα βιώματα που έχουν αδιάρρηκτη οργανική σχέση με τα δύο μεγάλα ένθεα, θεωτικά και αγιοπλαστικά κέντρα: τη Θεία Λειτουργία και την Ευχή. Όλη η ζωντανή και βιωματική Παράδοση της πανώριας Φιλοκαλίας των Νηπτικών στα χέρια της γλώσσας, του λόγου και των εμπειρικών καμάτων των ανθρώπων του Έθνους μας! Τι εκπληκτικό, τι φοβερό, τι τιμητικό κληροδότημα! Αδελφοί μου· αν θέλουμε να κρατηθούμε ζωντανοί και αλώβητοι, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε πνευματικά, εθνικά, πολιτισμικά, κοινωνικά, οικογενειακά, διαπροσωπικά και προσωπικά, ας κρατηθούμε γερά από τη Θεία Λειτουργία και από την Ευχή στην καρδιά μας. Η Θεία Λειτουργία και η Ευχή, το «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», είναι τα όπλα μας, τα αντισώματά μας, η ζωή μας, η ασφάλεια, η δύναμή μας και η εγγύηση για μια θεοφρούρητη, νικηφόρα και απροσμάχητη πορεία μας προς το μέλλον. Ας μη τα εγκαταλείψουμε ποτέ. Οι ευχές και οι πρεσβείες των Αγιορειτών Πατέρων, να είναι μαζί μας πάντα...


π. Δαμιανός











Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

«ΚΥΡΙΕ» Ή «ΠΑΤΕΡ»;

«ΚΥΡΙΕ» Ή «ΠΑΤΕΡ»;


     Πολύ πρόσφατα, με πήρε τηλέφωνο στο κινητό μια ψυχή του Θεού. Άγνωστος σε μένα ο αριθμός που εμφανίστηκε στην οθόνη, μ’ έκανε αρχικά ν’ απορήσω ποιος νά ’ναι. Απαντώντας όμως στην κλήση, το μόνο που χρειάστηκα ήταν μονάχα ένα–δυο δεύτερα για να καταλάβω ποιος/ποια είναι.
     Η υπόθεση έχει ως εξής: Είχαν περάσει σαράντα περίπου μέρες, αφότου μια συμπαθέστατη γιαγιούλα έφυγε απ’ αυτόν τον μάταιο κόσμο, αφού πρώτα εξαγνίστηκε με ασθένεια που την καθήλωσε στο κρεβάτι. Για το λόγο ότι πλησίαζε το σαρανταήμερο μνημόσυνό της, με το συγγενικό της πρόσωπο –γιατί, αυτό ήταν που έκανε την κλήση– παραμονή του μνημοσύνου, κλείσαμε συνάντηση στα μνήματα για το καθιερωμένο τρισάγιο.
     Με το συγγενή (ή τη συγγένισσα) της εκλιπούσης, είχαμε συναντηθεί κι άλλες δύο φορές για τα τριήμερα και τα εννιάμερα. Επομένως, δεν είναι ότι μ’ άκουσε για πρώτη φορά, με γνωρίζει ποιος είμαι και δεν του/της είμαι καθόλου άγνωστος.
     Φαινομενικά, το τηλεφώνημα ήταν σύντομο και τετριμμένο και ανήκε στην παπαδική καθημερινότητα των ιερατικών καθηκόντων, γι’ αυτό και ήταν ανάξιο να αναφερθεί κανείς με εκτενή λόγο και σχολιασμό.

     Ο διάλογος, από τις πρώτες κιόλας λιγοστές λέξεις του, εμφάνισε ξεκάθαρα και ασκίαστα το πρόβλημα αλλά και τον προβληματισμό…:
     –Παρακαλώ;
     –Ναι, γεια σας. Ο κύριος τάδε; (είπε το όνομά μου).
     Και μόνο στο άκουσμα της λέξης «κύριος», ένιωσα αμέσως μέσα μου ένα ισχυρό κύμα μιας φοβερής απώθησης. Ο «κύριος», ήρθε με τόση φραστική απάθεια για να αντικαταστήσει τη λέξη «πάτερ»· μια λέξη που, για μένα, δεν είναι λέξη, με το περιεχόμενο της οποίας ήμουν και είμαι δεμένος καρδιακά και ψυχολογικά, έχοντας αποταμιεύσει μέσα της όλη μου την ιερατική κατάφαση και την προσωπική βαρύτητα. Ταυτόχρονα, θυμήθηκα ότι, κατά τις δύο προηγούμενες συναντήσεις μας, σαν να είχε πάρει τ’ αυτί μου, μέσα στις βιαστικές και φευγαλέες κουβέντες μας, να με προσφωνεί αυτό το πρόσωπο, μία με δύο φορές το πολύ, «κύριε». Η γείωση που εισέπραξα μπορεί μεν να ήταν κλασματική, αλλά δεν το κρύβω ότι ήταν μεγάλη και σαρωτική. Αποφάσισα να κλείσω τους «ανοιχτούς λογαριασμούς» που δημιουργούσε η άγνοια πες, η λήθη, η αδιαφορία, ο πειρασμός, ή στο τέλος–τέλος και η απιστία ακόμη, γιατί όχι; Τι να πω;
     Μπορώ να πω ότι ήμουν ευγενικά ακαριαίος στην απάντησή μου:
     –Ο τάδε (είπα το όνομά μου), είμαι, ναι. Ο «κύριος», όμως, όχι. Μάλλον θα έλεγα πως είμαι ο «πάτερ» που είναι το καλύτερο, μια που φέρω την ιερωσύνη του Χριστού, τελείως ανάξια βέβαια.


     Στην άλλη άκρη της γραμμής απλώθηκε το σύννεφο του αιφνιδιασμού και της σιωπής. Γνωρίζω καλά (πρώτα από τον ίδιο μου τον εαυτό) ότι, ακόμη και η πιο καλοπροαίρετη και άδολη παρατήρηση, ενοχλεί σήμερα και δυσαρεστεί. Πού ο σοφός, σήμερα, για να του δώσεις αφορμή να γίνει σοφότερος; Πουθενά! Ο κόσμος μας, στις μέρες μας, ανήκει χωρίς καμία αμφιβολία στο κάλπικο κράτος της βαθιάς κολακείας και στο φιλόμυθο καθεστώς των εξακολουθητικών θωπευμάτων, πολλών κακώς κειμένων θεμάτων και πράξεων. Όμως, από την άλλη, αυτό που νιώθω κι εγώ μέσα μου, κάθε φορά, υπερβαίνει κατά πολύ τη γνώριμη πια τακτική της επικρατούσας κολακείας, από όπου κι αν αυτή προέρχεται: σαν απλός ιερέας και σαν ταπεινός λευΐτης, είμαι υπόλογος στην κρίση του Θεού για πράγματα που θα πω αλλά και για πράγματα που δεν θα πω· κι αυτό, εμένα προσωπικά, μου φτάνει.

     Μέσα σε δευτερόλεπτα, έπρεπε να δώσω μια αδιόρατη και ιδιότυπη «μάχη», αλλά και να δημιουργήσω ένα κλίμα φιλικό και καθόλου ανταγωνιστικό, μόνο και μόνο για την υπέροχη αλήθεια της «πατερικότητας» της ιερωσύνης, την οποία φέρω κατά πάντα αναξίως· για το συνάδον ή απάδον των λέξεων που, αν μη τι άλλο, αντανακλούν ή φανερώνουν αντίστοιχα εσωτερικά φρονήματα· για την, όσο γίνεται με πιο ήπιο τρόπο, αποκατάσταση των όποιων συνειδητών ή ασυνείδητων σφαλμάτων, ακόμη κι αν αυτά ανήκουν στο πλαίσιο ενός συμπτωματικού διαλόγου μιας σύντομης και τυπικής συνδιάλεξης. Ταυτόχρονα δε, ένιωθα ότι έπρεπε να αγωνισθώ να μην προσβάλλω το φιλότιμο που ενδεχομένως να υπάρχει πλούσιο σε μια ψυχή, άσχετα αν αυτή τη βαραίνει περιστασιακά η ψηλαφητή άγνοια των πνευματικών πραγμάτων. Είναι γεγονός: αυτοί που έχουν μάθει να μιλούν πιο πολύ και για πολλά, είναι αυτοί που αγνοούν τα πάντα. Επίσης, να μη ξεχάσω να πω, αισθανόμουν ότι έπρεπε, με τη δύναμη πάντα του Χριστού, να μπορέσω να προσεγγίσω με αληθινή κατανόηση και όλο εκείνο το θλιβερό παρασκήνιο που στηρίζει και ευθύνεται κυρίως για τούτη τη λεκτική αστοχία και την πνευματική φάρσα που υπάρχει πίσω από ένα επιπόλαιο «κύριε», απευθυνόμενο προς έναν ιερέα, τον οποιοδήποτε ιερέα. Πολλά τα μπαγκάζια για έναν ανάπηρο γάιδαρο σαν κι εμένα· ο χρόνος λίγος και ο δρόμος πολύς· το στοίχημα μεγάλο: η ψυχή του ανθρώπου.

     Το ιστορικό και το παρασκήνιο: Ο παπάς του χωριού (το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά από τη δική μου ενορία) όπου διαμένει το συγγενικό πρόσωπο της συχωρεμένης γιαγιούλας, φρόντισε για χρόνια να τηρήσει μια άλλη γραμμή, πιο «ανοιχτή», πιο «λάρτζ» και πιο ελευθεριάζουσα: από καιρό, έπαψε ηθελημένα να είναι ο παπα–Μανώλης (τυχαίο και συμπτωματικό, το όνομα), αλλά σκέτο ο «Μανώλης». Όλοι οι ενορίτες και μαζί τους και αυτός, διαγράψανε και ξεχάσανε τελείως το «πάτερ». Δεν ξέρω αν «προχωρήσανε» και σε κάτι πιο υποκοριστικό: «Λάκης», «Άκης» κτλ. Έδωσε λοιπόν εκεί ο παππούλης, με τον τρόπο του και, σύμφωνα με τη δική του σκέψη και αντίληψη, το ευρηματικό σινιάλο μιας ανατρεπτικής,  σύγχρονης, μιας πιο update προσέγγισης, αφαιρώντας από τον εαυτό του –τον «λειτουργικό» και «παπαδικό» εαυτό του– τίτλους και προσφωνήσεις κάπως «αρχαίες», «σκουριασμένες» και «ξεπερασμένες».


     Κατάφερε και έσβησε ό,τι μπορούσε να θυμίζει ιερωσύνη, παπαδική, ράσο, ευλογία, λειτουργία, ευχή και δέηση, μυστήρια, λιβάνι, παράδοση: όλα αυτά και άλλα πολλά που οπωσδήποτε δεν τα τελούν οι όποιοι συνηθισμένοι «κύριοι» που συναντάμε και μας συναντούν στην πολυδαίδαλη καθημερινότητά μας, αλλά μόνο οι «παπάδες», που, τώρα τελευταία, σκασμένοι και φουρκισμένοι κι αυτοί από τα πολλά και φλέγοντα προβλήματα του χώρου τους, φαίνεται ότι με σκοπό την ανανέωση και το φρεσκάρισμα του κοινωνικού τους προφίλ, θέλουν να εξαλείψουν αυτό που τους παρέδωσε η Εκκλησία, αυτό που τους χαρακτήριζε και τους χαρακτηρίζει από την κορφή ως τα νύχια (είτε το θέλουν είτε όχι), μέσα κι έξω· ιδίως πιο πολύ μέσα τους (υποτίθεται): το «πάτερ!...», το «ο πατήρ...», το «του πατρός...», το «ο παπα–(τάδε)».

     Προφανώς προσπαθούμε να απεκδυθούμε κάθε τι που μοιάζει περιττό, πλεοναστικό, ανούσιο, ανεδαφικό, ψεύτικο και υποκριτικό στη ζωή μας, για να κερδίσουμε πόντους στην επικοινωνία και την επαφή μας με τους συνανθρώπους μας. Και αυτό είναι πολύ εύλογο να γίνεται, ως ένα σημείο. Αυτή όμως η ιεροπρεπή απέκδυση και αποδόμηση κατά πόσο μπορεί να ισχύει και για τους κληρικούς; Μπορεί να την ενστερνίζεται τόσο ο κάθε ιερέας που την σκαρφίζεται, όσο και ο λαός που την αποδέχεται στην άγνοιά του, δίχως να υπάρχουν συνέπειες εκπτώσεων στην προσωπική εμβίωση των μυστηρίων της Πίστεως;

     Πόσο ακόμη θα δανειζόμαστε ανένοχα λέξεις, εκφράσεις, τρόπους και φρονήματα από το εργαστήρι της εκκοσμίκευσης; Πόσο αποκαρδιωτικά «αφαιρετικοί», τσιγγούνηδες και «ψαλιδιστικοί» μπορούμε να γίνουμε έναντι στην πλησμονή των δώρων του Θεού; Πόσο κενόδοξα πασχίζουμε να ζήσουμε, συνταγμένοι περισσότερο με τον κόσμο και το πνεύμα του, παρά προσευχητικά ενωμένοι και συνημμένοι με τον Θεό; Πόσο δεν βλέπουμε τον Θεό βαθιά μέσα μας, για να Τον αντικρίσουμε μετέπειτα και στο πρόσωπο του πιστού, του ανθρώπου του χλιαρού, του αδιάφορου, του άπιστου ή και του άθεου ακόμη; Πόσο αυτοσχεδιάζουμε με τόση ελαφρότητα, για να λυπούμε ή να προκαλούμε συνεχώς τη Χάρη που έκτισε, θέσπισε και σχεδίασε καλώς τα πάντα μέσα στην Εκκλησία; Πόσο ελκυόμαστε από τα μπακίρια της ανθρώπινης εύνοιας και φιλοκοσμίας και πόσο απωθούμαστε από τον άπεφθο χρυσό της αγάπης και της δόξας του Θεού, από τον Οποίον πήραμε πασίχαρεις, κάποτε, μια φορά κι έναν καιρό, την δική Του Ιερωσύνη; Πόσο αφήσαμε και αφήνουμε την πρώτη και ζέουσα αγάπη για να προκρίνουμε στη ζωή μας την τελευταία και ποταπή αγαπολογία;


     Θα μου μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου η βιωματική κατάσταση ενός συγκληρικού που γνώρισα από πολύ κοντά, καθώς και το πόσο με είχε απασχολήσει ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αυτός αντιμετώπιζε, έβλεπε και βίωνε τα πράγματα, σαν νέος παπάς, το πώς ζούσε την ιερωσύνη που είχε πρωτολάβει. Θυμάμαι ακόμη και τώρα τις κουβέντες του, τις οποίες δεν παύω να τις θεωρώ τουλάχιστον ειλικρινείς και ανυπόκριτες προς εμένα. Τις μεταφέρω εδώ, συνοπτικά κάπως, δίχως βέβαια την άδεια και τη γνώση του, όπως ακριβώς μου τις εμπιστεύτηκε στη μεταξύ μας κουβέντα, πριν από χρόνια, για την «κοινή των απάντων ωφέλεια».
     Πάνω–κάτω στις μεταξύ μας στιχομυθίες, πρόλαβαν και ακούστηκαν απ’ αυτόν τα εξής βαθυστόχαστα:
     «Όταν πρωτοέγινα παπάς, ζούσα συνεχώς παρέα με την εσωτερική αίσθηση μιας “υπόθεσης εργασίας”, η οποία, δεν ξέρω πώς, καλλιεργήθηκε και αναπτύχθηκε εσωτερικά μέσα μου πολύ ανάγλυφη και ζωντανή: Ας υποθέσουμε, ότι με βρίσκατε τώρα, φέρ’ ειπείν, ανάμεσα σε 10, 20, 30 παπάδες που περπατούσαν έξω στο δρόμο. Αν συνέβαινε κάποιος από σας να φώναζε εμένα προσωπικά, με την προσφώνηση της ιερατικής μου ιδιότητας (“Πάτερ!...”), επίτρεψέ μου να σου εξομολογηθώ και να σε διαβεβαιώσω ότι, είναι σίγουρο για μένα ότι, ο μόνος που αποκλείεται να γύριζε το κεφάλι και τη ματιά του για ν’ ανταποκριθεί σ’ αυτό σας το φώναγμα και σ’ αυτό το δικό σας το κέλευσμα, αυτός θα ήμουν εγώ, η σαβουροαφεντιά μου. Κι αυτό, όχι βέβαια από “ταπείνωση” ή από σεμνοτυφία, αλλά από την καταλυτική αίσθηση της πλήρους ανεπάρκειας και αναξιότητάς μου. Αισθάνομαι απερίγραπτα ξένος σε αυτό που μου δόθηκε για τους αδελφούς μου. Είμαι εγώ, τώρα, τόσο “πάτερ”; Αλλά με την πάροδο του χρόνου και με την εσωτερική προσκόλλησή μου στην προσευχή, κατάλαβα ότι δεν παίζει καθόλου ρόλο, δεν έχει σημασία τελικά το τι είμαι ή το τι νιώθω εγώ, όσο το Ποιος τελικά είναι Αυτός που έδωσε και δίνει, από μεγάλη αγάπη, τη σφραγίδα και το αξίωμα της Ιερωσύνης Του σ’ εμάς τους ανθρώπους, σ’ εμάς που, με τις συνεχείς απροσεξίες και κραυγαλέες αμαρτίες μας, προσιδιάζουμε απίστευτα πολύ περισσότερο στα χρώματα του τοπίου της κοσμικής ανταρσίας, με την ανάλγητη πατριότητα που βγαίνει από τον άστοργο βίο μας, παρά με την άνωθεν πνευματική πατρότητα, τη γεμάτη θεία καταλλαγή και ειρήνη».   


     Και συνεχίζει ο ιερέας του Θεού, της Εκκλησίας, ο λευίτης του περιούσιου λαού, ο ευχέτης του κόσμου: «Όταν έγινα παπάς, για πολύ καιρό μετά τη χειροτονία, για όλα τα πρόσωπα, για όλα τα πράγματα, κυρίως δε για τον εαυτό μου τον ίδιο, γύρευα επειγόντως ένα στάδιο προσαρμογής. Η χειροτονία του Θεού ήρθε και θεμελιώθηκε αισθαντικά μέσα στο κέντρο της ύπαρξής μου και ήταν εκείνη η σφραγίδα του Μυστηρίου που τέθηκε ανεξίτηλα μέσα στο παρόν του χρόνου μου, μέσα στο παρόν των σχέσεών μου, αλλά και που, ταυτόχρονα, ήταν εντελώς ελεύθερη και από αυτόν και από αυτές· για το λόγο ότι επρόκειτο για μια πνευματική σφραγίδα, για ένα Λειτούργημα της Χάριτος, το οποίο, θα έλεγα απερίφραστα ότι ήταν κάτι που ήταν χρονικά, τοπικά και τροπικά αδιάστατο και ανένταχτο: ήταν “Αυτό” που περίμενα· ήταν “Αυτό” που ήρθε· είναι “Αυτό” που φεύγει πάντα· ήταν “Αυτό” που περιμένω συνέχεια να έρθει και να γίνω, γιατί πάντα διαπιστώνω μέσα μου ότι το μόνο που το διακωλύει σοβαρά είναι η δική μου παλαιότητα, η δική μου αμαρτία. Το Πριν και το Μετά από την παπαδοσύνη και τη χειροτονία, ζητούσαν να βρουν μέσα μου μια σταθερή ισορροπία και μία εξισορρόπηση».

     Τη συνέχεια του λόγου του, τη θυμάμαι να είναι ακριβώς όπως την παρουσιάζουν οι δικές μου λέξεις: «Αναφέροντας όλα αυτά τα “συμπτώματα” στον Πνευματικό μου, άκουγα απ’ αυτόν, καθησυχαστικά και επαναλαμβανόμενα, την απάντησή του: “Είναι πολύ φυσιολογικό να συμβαίνει αυτό. Κι εγώ τα ίδια ένιωθα. Για μια πενταετία περίπου θα είσαι έτσι”.«
     »Ήμουν πλέον ένας παπάς, ένας ιερέας του Θεού. Και επειδή αυτό ήταν για μένα κάτι το “απίστευτο” και “αδιανόητο”, δεν έστεργα με τη φτωχή λογική μου να συγκατανεύσω στη νέα πραγματικότητα που διανοιγόταν τόσο αναπόδραστα και αμετάτρεπτα μπροστά μου.«
     »Ναι! “Ήμουν” ιερέας για όλους τους άλλους: για τους δικούς μου ανθρώπους, για τους φίλους μου, για τους γνωστούς μου, για τους συμμαθητές μου, για τους συντοπίτες μου· αλλά “ΔΕΝ ήμουν” όμως για μένα. Ταπεινά θεωρώ ότι δεν ήταν άρνηση του θείου θελήματος, αυτό· ήταν δέος, ένα απέραντο και ακαταμάχητο δέος που ανακατευόταν με τους παλμούς της καρδιάς μου, το αίμα μου και όλα τα υπαρκτικά μου κύτταρα. Περίσσευε από παντού η συστολή και το θάμβος από τη συνεχή εσωτερική αδολεσχία (=μελέτη) του μεγέθους της θείας Ιερωσύνης.«
     »“Κουταμάρες!...”, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος. “Πάρ’ το αλλιώς!…”, θα μπορούσε να συμβουλεύσει κάποιος άλλος.«


     »Η “παράνοια” συνεχιζόταν σε τέτοιο έντονο και πρωτόγνωρο βαθμό που μόνο η καρδιά μπορεί να επιμαρτυρήσει την αλήθεια των λεγομένων και τη λογική των βιωμάτων που σχετίζονται με τον ιερατικό χαρακτήρα όλης της ύπαρξης που αποκτά κατά Χάρη ο άνθρωπος μόλις χειροτονείται: είχα μεγάλο δισταγμό να βγω έξω, εκεί μπροστά στην Ωραία Πύλη και να ευλογήσω το Εκκλησίασμα και να πω με άνεση προς αυτό, το, “Εἰρήνη Πᾶσι”. Κι αν το έκανα αυτό, το έκανα με εξαιρετική δυσκολία και βιασύνη. Υπήρχαν φορές που ο συλλειτουργός ιερέας ή οι συλλειτουργοί ιερείς, με έσπρωχναν με αυστηρότητα να μείνω και να σταθώ εκεί, στο κέντρο, ακριβώς στο κέντρο και να ευλογήσω. Η υπερευαισθησία μου, με έκανε αισθητά άτολμο και αποστασιοποιημένο: η Αγία Τράπεζα, ήταν κάτι το ζωντανό και καιόμενο. Και ο φόβος επέλεγε να είμαι οπωσδήποτε ένα μέτρο μακριά της ή λίγο παράπλευρα από αυτήν. Τέτοιες σύντομες, ακαθυστέρητες, βιαστικές, εμφανίσεις–επευλογήσεις, εκεί μπροστά στην ολάνοιχτη Πύλη του Ιερού, θαρρώ, πως μόνο σε μένα θα μπορούσες να έβλεπες και σε κανέναν άλλον! Ντρεπόμουν και είχα σε μεγάλη υπόληψη και ευλάβεια το Εκκλησίασμα, αυτόν τον Λαό του Θεού, τα λογικά πρόβατα του Χριστού. Σκεφτόμουν: “Είναι άνθρωποι μεγαλύτεροι από μένα, σεβαστότεροι, με άσπρα μαλλιά, με ρυτίδες στα μέτωπα και ρόζους στα χέρια, με πείρα, με γνώση, με προβλήματα, με βάσανα, με δοκιμασίες, με πόνο στην καρδιά και τα μάτια, με θλίψη που προσπερνάει πολλές φορές την ίδια την αντοχή τους”· κι εγώ “έπρεπε”, μια που τώρα ήμουν ο παπάς τους, να σταθώ απέναντί τους, στο ικρίωμα του βλέμμα τους και με τη δια χειρός ιερατική ευλογία να γίνω, μυστικά και μυστηριακά, ένας φτωχός και αδύναμος αρωγός δίπλα στον Χριστό και να συμβάλω με το είναι και την παρουσία μου, ώστε να στείλει Αυτός την ειρήνη Του προς αυτούς. Αντίκριζα τις μορφές τους τεθλασμένες από τα δάκρυα που σκέπαζαν τις κόρες των ματιών μου. Μέσα στης θολούρας τη συγκίνηση έβλεπα καθαρά τα πρόσωπά τους που δεν ήταν αυτά τίποτε άλλο παρά οι πόρτες των καρδιών τους. Όλες οι ενδοκάρδιες καταστάσεις τους περνούσαν άνετα μέσα μου, γλιστρούσαν ανεξήγητα στη δική μου καρδιά και απορούσα πώς να γίνεται αυτό. Γύριζα προς την αγία Τράπεζα να συνεχίσω χωρίς καμία άλλη θέα και θεωρία τις λειτουργικές δεήσεις κατάφορτος με αιτήματα, με τα αιτήματα της καρδιάς και της ζωής τους. Ήταν κι αυτοί εκεί. Ήμουν κι εγώ μαζί τους. Ήμασταν όλοι ένα· ένα σώμα, μια ψυχή. Όλοι ζυμωμένοι μαζί, όλοι μαζί μέσα στο καθαρό ύδωρ του Πνεύματος, με το αλεύρι από το στιλπνό και θρεπτικό σίτο του Κυρίου, μέσα στη σκάφη των Μυστηρίων της Εκκλησίας· ήμασταν πλασμένοι και αναπλασμένοι από τον Ένα, καιγόμασταν μέσα στο πυρ της Λατρείας και παράλληλα εισπνέαμε δροσοβολήματα του παραδείσου.«
     »Από την άλλη, καμάρωνα από μέσα μου και όλους εκείνους τους ιερείς που στέκονταν με πλούσια ιεροπρεπή βραδύτητα μπροστά στην Ωραία Πύλη και, αγέρωχοι αυτοί, θαυμαστοί, μακάριοι και αργοί μπροστά στο σιωπηλό Λαό του Θεού, σιμά στα φώτα, τα μανουάλια και τα κεριά, ύψωναν με μεγαλοπρέπεια το χέρι τους, νοητά κάθετα από τον θόλο μέχρι το δάπεδο, νοητά οριζόντια από τα άκρα αριστερά μέχρι τα άκρα δεξιά, και τύπωναν στον αέρα το σημείο του σταυρού, στέλνοντας την ποθητή ειρήνη στις καρδιές του εκκλησιάσματος. Κι αν συμβεί να έχεις και τα κατάλληλα χρυσοποίκιλτα άμφια με τους επιστήθιους σταυρούς, τα μεγάλα καλυμμαύχια με τα μέχρι κάτω ατσαλάκωτα επανωκαλύμαυχα, τα άσπρα κολλαριστά πουκάμισα με τα ωραία και εντυπωσιακά μανικετόκουμπα, τότε είναι σίγουρο πως κάνεις την όλη διαδικασία του παρουσιαστικού και της κορμοστασιάς του «ευλογημένου–ευλογούντος» ακόμη πιο επίσημη, ακόμη πιο επιβλητική, πιο αρχοντική. Αλλά, τίποτα απ’ όλα αυτά σε μένα, δεν συνέβαινε δυστυχώς! Δεν μπορούσα μόνο με τα εξωτερικά μέσα, τα άμφια και τα στολίδια, να λύσω το ενδοβιούμενο πρόβλημα της ιερατικής μου ταυτότητας. Πνευματική αναπηρία, ασυζητητί...«


     »Περνώντας οι μέρες και τα χρόνια, μπορώ να πω πως ερχόμουν σε μία πιο γόνιμη και πιο ανακουφιστική συνειδητοποίηση της θέσης μου. Που κι αυτή πάλι η “θέση” δεν ήταν δική “μου”, αλλά δοσμένη άχρι καιρού από την αγάπη Του. Με τον καιρό, χαιρόμουν που δεν είχα τίποτα δικό μου, ούτε καν τον ίδιο τον εαυτό μου· όλα ήταν και είναι του Χριστού. Μια μυσταγωγική λειτουργική Θεοκρατία που σώζει αλώβητο το Πρόσωπο. Κι εδώ νομίζω πως βρίσκεται το πρόβλημα, συνάμα και η λύση του, μέσα στο ίδιο ερμητικά κλειστό όστρακο του βυθού της καρδιάς μας: να μη τολμήσει κάποιος από μας τους ιερείς και λειτουργούς να οικειοποιηθεί και να σφετεριστεί “Αυτό” που δεν μας ανήκει· “Αυτό” που δεν πρόκειται να μας αξίζει ποτέ· αλλά να αυξηθούμε και να καλλιεργηθούμε μαζί με “Αυτό” που αποτελεί δωρεά και χάρισμα της οικονομίας και της συγκατάβασης του Χριστού για την Εκκλησία Του.«

     »Η Λειτουργία και το λειτούργημα είναι παντοτινά και αιώνια του Χριστού. Το “δικό μας” στοιχείο και μέρος –αν μπορεί κάτι επάνω μας και μέσα μας να ανήκει εξολοκλήρου σε μας, ώστε να είναι απόλυτα και αυθεντικά “δικό μας”– είναι το εθελούσιο και ολόθυμο δάνειο του πήλινου και εύθραυστου εαυτού μας προς τον Ποιμένα Χριστό, ώστε να μπορεί Αυτός να επιτελέσει το «διὰ πολλῶν προσώπων» ορατό έργο Του.«

     »Όλα αυτά τα αποτελέσματα τα έφερε σταδιακά η συμπαράσταση κάποιων ολιγοστών αλλά πραγματικά αγίων Πατέρων που γνωρίζω από χρόνια και, οι οποίοι, παρ’ όλες αυτές τις επικίνδυνες εσωτερικές διακυμάνσεις του εαυτού μου, δεν μου αρνήθηκαν τη βοήθεια και την προσευχή τους. Ο χρόνος και ο τρόπος στον χρόνο, φέρνει ένα καλό αποτέλεσμα. Όχι, ασφαλώς, για να συμβιβαστείς και να έρθεις σε ένα απελπιστικό κόρο αυτών των ιερών πραγμάτων, αλλά για να αναπτυχθείς αισθανόμενος το βάθος, το ύψος, το πλάτος και το μεγαλείο τους. Και, όσο βλέπεις μέσα σου ότι πραγματικά σε υπερβαίνουν (γιατί αυτό πρέπει να γίνει: να νιώθεις πάντα ότι σε υπερβαίνουν!) και σε αφήνουν απροσμέτρητα πίσω (γιατί πάντα εσύ πρέπει να είσαι πίσω!), τόσο εσύ να βαΐζεις από ευγνωμοσύνη και από συντριβή, παρακαλώντας να σου δοθεί μονάχα το έλεος του Θεού και τίποτα άλλο εκτός από αυτό.«


     »Το έλεος του Θεού: είναι ο όρος για να σωθείς· είναι η υπέρτατη συνθήκη για να υπάρξεις· είναι η προϋπόθεση για να συνεχίσεις· πρακτικά, είναι η θαυμαστή σωτηρία σου από την πολυποίκιλη αδυναμία και την πολυεδρική ανημποριά σου· χωρίς αυτό, δεν οικοδομείσαι και δεν οικοδομείς, δεν αναπαύεσαι και δεν αναπαύεις, δεν στυλώνεσαι και δεν στυλώνεις ψυχές και φρονήματα. Είσαι φρικτός και ανυπόφορος, θρασύς και βέβηλος, πρόχειρος και ακατάστατος, αγενής και απροσάρμοστος, ακατανόητος, μόνος, αβοήθητος, τραγικά εξορισμένος στις δηλητηριώδεις ιδέες που τρέφεις για τον εαυτό σου· αυτό, το μεγάλο και ακαθαίρετο είδωλο της αυτολατρείας σου».


     Για την κατακλείδα, μια δική μου σκέψη: Το «πάτερ», δεν είναι ούτε δικαίωμα, ούτε απαίτηση, ούτε κατοχύρωση ενός κληρικού· ούτε μια αβαθή τυπολατρική προσφώνηση από τα πρόσωπα του εκκλησιάσματος, ούτε ένα καθωσπρεπιστικό ή θρησκευτικό έρεισμα για αυτοθαυμασμό από τους προσφωνούμενους ιερείς. Είναι θεόσδοτη ιδιότητα, θέση και κατάσταση του λειτουργού, όσο και του πανίερου λειτουργήματος που αυτός φέρει μέσα στην Εκκλησία, την Εκκλησία όλων ανεξαιρέτως, κλήρου και λαού. 
     Αν δεν το αισθάνεται να το πει κάποιος, τότε, καλύτερα να μη πει απολύτως τίποτα. Αν υπάρχει κάποια φλέβα συναίσθησης που οδηγεί σε έναν σεβασμό και αυτοσεβασμό για κάθε τι το άγιο και ιερό, τότε, ας προσπαθήσει να το πει ανεπιφύλακτα. Γιατί μια λέξη, όπως η λέξη «πάτερ», είναι λέξη που δεν είναι ούτε αναληθή, ούτε ανούσια, ούτε μάταιη, ούτε ανόητη, αλλά ούτε και άδικη ενώπιον του Θεού να την εκφέρει. Κι αν ακόμα δεν θέλει να τιμήσει το χοϊκό κληρικό πρόσωπο που, με τη Χάρη του Θεού, κάνει «Αυτό» που δεν μπορεί κανένας απολύτως «κύριος» πάνω στη γη να κάνει, τότε, ας τιμήσει εμφρόνως τον Κύριο των κυρίων, ο Οποίος συγκατένευσε και έδωσε κατ’ οικονομία το ιερατικό Του λειτούργημα σε κάποιον που είναι (ή για να είναι) «πατήρ» μέσα στην Εκκλησία, παρά τη δεδομένη και αναφαίρετη αναξιότητά του. 
     Και, κάτι ακόμη: προσφωνώντας κάποιον κληρικό παραδοσιακά «πάτερ», δίχως να το ξέρουμε και δίχως καν να το έχουμε σκεφτεί ενδεχομένως, τον ευεργετούμε πνευματικά· με αυτή τη συγκεκριμένη προσφώνηση, του θυμίζουμε και του υπενθυμίζουμε την ισόβια ιερατική και εκκλησιαστική ιδιότητα που έχει λάβει από την Εκκλησία, τη στιγμή που όταν όλος ο αμαρτωλός κόσμος, όταν όλος ο παλαιός του εαυτός και όταν ο ίδιος ο αιώνιος εχθρός, ο διάβολος, κάνουν μύριες και ασύλληπτες, τεράστιες και λυσσαλέες προσπάθειες αυτήν ακριβώς την ανεξάλειπτη ιδιότητα ο ίδιος να την ξεχάσει, να την απαξιώσει και να την ατιμάσει με τον βίο της πολυποίκιλης αμαρτίας που του προτείνουν ακατάπαυστα.

π. Δαμιανός