Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 11 Μαΐου 2019

ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ


ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ
Οι Ισαπόστολοι και Φωτιστές των Σλάβων


     Οι δύο νέοι αυτοί απόστολοι ήσαν κατά σάρκα αδελφοί και κατάγονταν από ευγενή οικογένεια της Θεσσαλονίκης, πόλης που βρίσκεται σε μεγάλο σταυροδρόμι λαών, η οποία την εποχή εκείνη (9ος αιώνας) είχε στενές σχέσεις με τα γειτνιάζοντα σλαβικά φύλα. Από μικρή ηλικία τα δύο αδέλφια έρχονταν σε επαφή με σλαβικούς πληθυσμούς που ήσαν εγκαταστημένοι στην εγγύς ενδοχώρα, μαθαίνοντας τη διάλεκτό τους και γνωρίζοντας τα ήθη τους. Ο Μεθόδιος, ο πρωτότοκος, γεννημένος το 815, είχε χαρακτήρα ήρεμο και πράο. Απέκτησε στερεές νομικές γνώσεις και γρήγορα επέδειξε εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες, με αποτέλεσμα να του ανατεθεί η διοίκηση μιας περιοχής στην οποία κατοικούσαν Σλάβοι [1]. Μετά από κάποια χρόνια, ωστόσο, κατανόησε ότι δεν ωφελούσε να χάνει τον χρόνο του με πράγματα που δεν έχουν ζωή αιώνιο και παραιτήθηκε του αξιώματος. Φεύγοντας από τον κόσμο όπως το στρουθί διαφεύγει το δίχτυ και τις ξόβεργες του κυνηγού, μετέβη στο περίφημο μοναστικό κέντρο στον Όλυμπο της Βιθυνίας, όπου κατέστη υποδειγματικός μοναχός, τόσο με την υπακοή και την αγάπη του για την προσευχή όσο και με τη φιλοπονία του στη μελέτη των ιερών Γραμμάτων.

     Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 827 και ήταν προικισμένος από τον Θεό με εξαιρετική ευφυΐα και μνήμη. Νεότατος ακόμη, ονειρευόταν να νυμφευθεί όχι κάποια όμορφη πριγκιποπούλα, αλλά τη Σοφία του Θεού, ως νέος Σολομών. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών είχε αποστηθίσει τα ποιήματα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου [25 Ιαν.] και με δάκρυα στα μάτια ικέτευε τους δασκάλους του να του διδάξουν τη Γραμματική της Ομηρικής γλώσσας για να εμβαθύνει στο υπέροχο νόημα των στίχων. Η φήμη των χαρισμάτων του νέου έφθασε μέχρι τον πανίσχυρο λογοθέτη Θεόκτιστο [20 Νοέμ.], ο οποίος τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη και τον πήρε υπό την προστασία του. Ο Κωνσταντίνος ολοκλήρωσε σύντομα τη γενική μόρφωσή του και μυήθηκε στις ανώτερες επιστήμες από τους καλύτερους δασκάλους του καιρού εκείνου: τον Λέοντα τον Μαθηματικό και τον άγιο Φώτιο [6 Φεβρ.], του οποίου έγινε ο αγαπημένος μαθητής. Κοντά στον άγιο Φώτιο απέκτησε την αληθινή σοφία, δηλαδή «τη γνώση των θείων και ανθρώπινων πραγμάτων που διδάσκει τον άνθρωπο να συμπεριφέρεται σε όλα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Δημιουργού του». Έλαβε την προσωνυμία «Φιλόσοφος» και γνωρίσθηκε με υψηλούς κύκλους της αυλής. Ο Θεόκτιστος σχεδίαζε γι’ αυτόν λαμπρή πολιτική σταδιοδρομία, την οποία επιθυμούσε να εγκαινιάσει δίνοντάς του για σύζυγο μία από τις ανιψιές του. Ο Φιλόσοφος τον ευχαρίστησε για την πρότασή του, απάντησε όμως ότι γι’ αυτόν το μόνο που είχε αξία ήταν η απόκτηση της «σοφίας» και η ανάκτηση της δόξας που απωλέσθηκε από τον προπάτορά μας. Αναγκάσθηκε, ωστόσο, να δεχθεί να χειροτονηθεί διάκονος και διορίσθηκε χαρτοφύλακας από τον πατριάρχη Ιγνάτιο. Σύντομα, όμως, εγκατέλειψε το αξίωμα για να αποσυρθεί σε μονή του Βοσπόρου, το «Κλείδιον», όπου συνάντησε τον έκπτωτο εικονομάχο πατριάρχη Ιωάννη Ζ΄ Γραμματικό και άρχισε μαζί του ζωηρή συζήτηση υπερασπιζόμενος σθεναρά την Ορθοδοξία.


     Έξι μήνες αργότερα, ανακλήθηκε στη Βασιλεύουσα και υπό την πίεση του Θεοκτίστου αναγκάσθηκε να δεχθεί τη θέση του καθηγητή φιλοσοφίας. Το 851, σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών, στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ σε διπλωματική αποστολή στον χαλίφη Μουταουάκκιλ (847-861). Οι συζητήσεις με τους Άραβες στράφηκαν γρήγορα από την πολιτική στη θεολογία και με την παρρησία των αρχαίων μαρτύρων ο Κωνσταντίνος προέβη σε απολογία υπέρ της Αγίας Τριάδος ενώπιον όλων των σοφών τους και τους κατέδειξε την ασύγκριτη ανωτερότητα των χριστιανικών ηθών. Λίγο έλειψε να πέσει θύμα απόπειρας να τον δηλητηριάσουν, κατάφερε όμως να επιστρέψει σώος και αβλαβής στην Κωνσταντινούπολη. Όταν ο καίσαρας Βάρδας έβαλε να δολοφονήσουν τον προστάτη του Θεόκτιστο για να πάρει την εξουσία (855), ο Κωνσταντίνος, εγκαταλείποντας ξανά τις κοσμικές μέριμνες για να αναζητήσει τη σοφία στην ησυχία και την προσευχή, πήγε να συναντήσει τον αδελφό του Μεθόδιο στον Όλυμπο της Βιθυνίας, όπου επιδόθηκαν από κοινού στη μελέτη.

     Το 860, ο αυτοκράτορας, αφού συμβουλεύθηκε τον πατριάρχη Φώτιο, κάλεσε τον Κωνσταντίνο και του ζήτησε να αναλάβει μία αποστολή στην αυλή του Χάνου των Χαζάρων [2], ο οποίος είχε ζητήσει να του στείλουν έναν λόγιο με σκοπό να συζητήσει θέματα θρησκείας με τους Εβραίους και τους Άραβες, οι οποίοι επιχειρούσαν να προσηλυτίσουν τον λαό του. Συνοδευόμενος από τον αδελφό του και μία επιβλητική ακολουθία, ο Φιλόσοφος έμαθε καθ’ οδόν την εβραϊκή γλώσσα και με θαυματουργικό τρόπο απέκτησε τη γνώση της σαμαριτικής διαλέκτου. Στην αυλή των Χαζάρων είχαν μακρές θεολογικές συζητήσεις με τους Εβραίους και ο Κωνσταντίνος αποστόμωσε τους νομοδιδασκάλους καταδεικνύοντας την ανυπέρβλητη υπεροχή του Ευαγγελίου και επιτυγχάνοντας έτσι τη μεταστροφή πολλών αξιωματούχων, καθώς και την απελευθέρωση χριστιανών αιχμαλώτων. Αφού υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας με τον Χάνο, οι δύο αδελφοί πήραν τον δρόμο της επιστροφής, μεταστρέφοντας καθ’ οδόν άγρια ειδωλολατρικά φύλα της Ταυρικής Χερσονήσου, έφεραν δε πίσω μαζί τους τα λείψανα του αγίου Κλήμεντος Ρώμης [24 Νοεμ.] που ανακάλυψαν μετά από θαύμα στη Χερσώνα.


     Μόλις υπέβαλε την αναφορά του στον αυτοκράτορα, ο Κωνσταντίνος αποσύρθηκε στην ησυχία και την προσευχή κοντά στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Ο Μεθόδιος από τη μεριά του, αφού αρνήθηκε την πρόταση να χειροτονηθεί επίσκοπος, δέχθηκε, ωστόσο, να αναλάβει την ηγουμενία της Μονής Πολυχρονίου, όπου εγκαταβίωναν τότε εβδομήντα μοναχοί.

     Η επιστροφή αυτή στην προσφιλή τους ησυχία, δεν κράτησε πολύ, γιατί το 863 έφθασε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από τον ηγεμόνα της Μαραβίας [3], Ραστισλάβο, με σκοπό να ζητήσει από τον αυτοκράτορα έναν επίσκοπο και έναν άνθρωπο των γραμμάτων ικανό να τους διδάξει στη γλώσσα τους τη χριστιανική Πίστη που είχαν εν μέρει διδαχθεί από Φράγκους ιεραποστόλους προερχόμενους από τη Βαυαρία. Αυτοί όμως κήρυτταν στη λατινική γλώσσα και τελούσαν μια ακατανόητη Λειτουργία, με αποτέλεσμα οι μεταστροφές να είναι λιγοστές και επιπλέον ο λαός να διατηρεί τα ειδωλολατρικά του ήθη. Ο Μιχαήλ Γ΄ τους απάντησε: «Δεν μου αρμόζει να κατευθύνω την πίστη σας», και αρνήθηκε να τους δώσει επίσκοπο, γιατί δεν ήταν στις προθέσεις του να σφετερισθεί την περιοχή εκείνη που ανήκε στη δικαιοδοσία του πάπα Ρώμης. Υποσχέθηκε, όμως, να τους στείλει ανθρώπους ικανούς να τους διδάξουν το δόγμα της Σωτηρίας στη γλώσσα τους, δίχως να επιδιώκουν να τους επιβάλουν την ελληνική γλώσσα.


     Ο Κωνσταντίνος ο Φιλόσοφος ήταν ο μόνος άνθρωπος που διέθετε τα απαραίτητα προσόντα για την αποστολή αυτή, όχι μόνο εξαιτίας της σοφίας του, αλλά και επειδή γνώριζε τη βουλγαρική γλώσσα και τις βασικές γλώσσες της εποχής: ελληνικά, λατινικά, εβραϊκά, αραβικά (μάλλον την τουρκοχαζαρική γλώσσα), συριακά και σαμαριτικά. Ο Φιλόσοφος δέχθηκε την αποστολή αυτή ως θεόσταλτη εντολή, ζήτησε όμως χρόνο να προετοιμασθεί και προσφεύγοντας, όπως το συνήθιζε, στην προσευχή, ζήτησε από τον Θεό να του αποκαλύψει μία γραφή κατάλληλη να αποδώσει προσφυώς τους ήχους της σλαβικής γλώσσας. Όπως ο αρχαίος Νόμος αποκαλύφθηκε στον Μωυσή στο όρος Σινά, μετά από θεοφάνεια, και χαράχθηκε με το χέρι του Θεού σε πέτρινες πλάκες (Έξ. 31, 18), έτσι και ο Κωνσταντίνος, ο νέος αυτός Μωυσής, έλαβε την αποκάλυψη μιας νέας αλφαβήτου με την οποία μπόρεσε σύντομα να μεταφράσει στα σλαβικά τα πρώτα εδάφια του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Η γραφή αυτή, μετά από μελέτη και διορθώσεις, έγινε το όργανο με το οποίο οι σλαβικοί λαοί, βάρβαροι και αγροίκοι μέχρι τότε, μπόρεσαν να εισέλθουν, χάρη στους αγίους ισαποστόλους, στη χορεία των πολιτισμένων λαών «που δοξολογούν τον Θεό στη γλώσσα τους» [4]. Με τη βοήθεια του Μεθοδίου και άλλων μαθητών σλαβικής καταγωγής [5], ο άγιος Κωνσταντίνος μετέφρασε τότε με σπουδή τις περικοπές του Ευαγγελίου για όλο τον χρόνο, τη θεία Λειτουργία, το «Ωρολόγιον» και το «Ψαλτήριον» και εφοδιασμένοι έτσι με τα βασικά όργανα του αποστολικού τους έργου, οι ιεροί φωτιστές ξεκίνησαν για τη Μοραβία (863).


     Έγιναν δεκτοί με μεγάλες τιμές στην αυλή του Ραστισλάβου, ο οποίος τους εμπιστεύθηκε μια ομάδα μαθητών για να τους διδάξουν τη νέα γραφή. Η χρήση της σλαβονικής στην τέλεση της θείας Λειτουργίας και στο κήρυγμα, η πιστότητα της διδασκαλίας τους στην αποστολική παράδοση και η ακτινοβολία της αγιότητας των δύο αδελφών εξασφάλισαν τη γρήγορη επιτυχία της αποστολής τους και σε λιγότερο από τρία χρόνια (863-866) είχαν συγκεντρώσει γύρω τους περισσότερο από εκατό μαθητές, οι οποίοι με τη σειρά τους διέδωσαν το Ευαγγέλιο σε όλο το βασίλειο. Η επιτυχία αυτή, όμως, γέννησε τον φθόνο και τις αντιδράσεις των Φράγκων ιεραποστόλων, που βλέποντας την επιρροή τους να επισκιάζεται γρήγορα από εκείνη των Βυζαντινών, τους κατηγόρησαν ότι τελούσαν τη θεία Λειτουργία στα σλαβικά, ενώ, καθώς έλεγαν, αυτό επιτρεπόταν να γίνεται μόνο στα ελληνικά, τα λατινικά ή τα εβραϊκά.

     Αφού έθεσαν τα πρώτα θεμέλια του έργου τους, οι δύο αδελφοί αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Κωνσταντινούπολη για να χειροτονήσουν τους κυρίως μαθητές τους. Εξαιτίας, όμως, της επιδείνωσης των σχέσεων μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγαρίας ο δρόμος ήταν κλειστός, και έτσι αποφάσισαν να μεταβούν στη Βενετία και να επιστρέψουν διά θαλάσσης. Ενώ οι άγιοι ισαπόστολοι περίμεναν να φορτώσει ένα καράβι, ο τοπικός κλήρος επανέλαβε τις ίδιες κατηγορίες των Φράγκων ιεραποστόλων εναντίον τους. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στον πάπα Νικόλαο Α΄, ο οποίος τους κάλεσε στη Ρώμη. Όταν έφθασαν εκεί φέρνοντας μαζί τους ως δώρο το τίμιο λείψανο του αγίου Κλήμεντος, ο λαός τούς επιφύλαξε ενθουσιώδη υποδοχή. Ο πάπας Ανδριανός Β΄, που είχε μόλις εκλεγεί μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Νικολάου, ενέκρινε το έργο των δύο αποστόλων και κατέθεσε επίσημα τη σλαβική μετάφραση των ιερών βιβλίων στην αγία Τράπεζα του ναού της Σάντα Μαρία Ματζόρε, καταδικάζοντας ως αιρετικούς τους κατηγόρους τους, τους λεγόμενους «τριγλωσσίτες». Χειροτόνησε κατόπιν ο ίδιος τον Μεθόδιο πρεσβύτερο, αναβίβασε στο ιερατικό αξίωμα τρεις από τους μαθητές τους και τρεις ημέρες αργότερα μπόρεσαν όλοι να τελέσουν τη θεία Λειτουργία στα σλαβικά σε ορισμένους ναούς της πόλης.


     Κατά την παραμονή τους στη Ρώμη, ο Κωνσταντίνος, εξαντλημένος από τα ταξίδια και τους κόπους της ιεραποστολής, αρρώστησε βαριά και στις 14 Φεβρουαρίου 869, αφού έλαβε το μοναχικό Σχήμα με το όνομα Κύριλλος, παρέδωσε την αποστολική ψυχή του στον Κύριο, προσευχόμενος για τη στερέωση των σλαβικών λαών στην Ορθόδοξη Πίστη. Ενταφιάσθηκε με μεγάλες τιμές στη βασιλική του αγίου Κλήμεντος και θαύματα επιτελέσθηκαν αργότερα στον τάφο του [6].

     Ο ηγεμόνας της Παννονίας [7], Κότσελ, θαυμάζοντας το έργο των βυζαντινών ισαποστόλων στη Μοραβία και επιθυμώντας κι αυτός να αποσπάσει τον λαό του από την επιρροή των Βαυαρών ιεραποστόλων που είχαν έλθει από Πάσαου [8], τους είχε προτείνει, όταν πέρασαν από τη χώρα του καθ’ οδόν προς τη Βενετία, να τους εμπιστευθεί την εκπαίδευση πενήντα μαθητών. Λίγο μετά τον θάνατο του Κυρίλλου, ζήτησε με απεσταλμένους του στη Ρώμη να του στείλουν εσπευσμένα τον Μεθόδιο. Ο πάπας Ανδριανός συγκατένευσε στο αίτημα αυτό. Μετά από μια πρώτη αποστολή που εστέφθη με επιτυχία, ο Μεθόδιος επέστρεψε στη Ρώμη για να χειροτονηθεί από τον πάπα επίσκοπος Σιρμίου (σημ. Στρέμσκα Μιτροβίτσα), έδρας που είχε ιδρύσει άλλοτε ο άγιος Ανδρόνικος, με δικαιοδοσία όχι μόνο επί της Παννονίας, αλλά και επί όλων των σλαβικών λαών της κεντρικής Ευρώπης, έχοντας επιφορτιστεί την επίβλεψη της μεταστροφής τους (870). Ακατάβλητος εν μέσω πόνων και μόχθων, ο άγιος συνέχισε το έργο του ευαγγελισμού, έχοντας ως βασικό εφόδιο στο κήρυγμά του τη μεταφρασμένη θεία Λειτουργία, η οποία προσέφερε στους νεοφύτους την αναγκαία τροφή για την πνευματική τους ανάπτυξη. Χειροτόνησε ιερείς και διακόνους και χάρη στη διοικητική του εμπειρία έθεσε στη νέα αυτή Εκκλησία τα θεμέλια της κανονικής της οργάνωσης. Φθάνοντας όμως στη Μοραβία (873) βρήκε μια κατάσταση εντελώς διαφορετική. Ο Σβιατοπλούκ είχε πάρει την εξουσία, αφού τύφλωσε τον Ραστισλάβο [9], και είχε παραδώσει τη χώρα στη γερμανική επιρροή. Με την άφιξή του ο Μεθόδιος συνελήφθη και αναγκάσθηκε να παρουσιασθεί σε μία σύνοδο στη Βαυαρία, η οποία μετά από μια παρωδία δίκης τον έκλεισε σε έναν πύργο στη Σουαβία, όπου ο άγιος υπέφερε τα πάνδεινα από τις σκληρές καιρικές συνθήκες.


     Παρέμεινε εκεί δυόμιση χρόνια, πριν πληροφορηθεί ο πάπας Ιωάννης Η΄ την κατάσταση και μπορέσει να τον απελευθερώσει. Επιστρέφοντας στη Μοραβία, ο Μεθόδιος δραστηριοποιήθηκε ξανά, δίχως να λογαριάζει την απαγόρευση που του είχε επιβληθεί να τελεί τη Λειτουργία στη σλαβονική. Δεν δίστασε να ελέγξει με αυστηρότητα τον Σβιατοπλούκ για την έκλυτη συμπεριφορά του και αντιτάχθηκε δίχως συμβιβασμούς στο αιρετικό δόγμα του Filioque [βλ. 6 Φεβρ.] που ο φραγκικός κλήρος προσπάθησε να επιβάλει στη χώρα αυτή. Οι Φράγκοι προσέφυγαν στη Ρώμη, μετά όμως από μια απολογία της δράσης του ενώπιον του πάπα (879), ο Μεθόδιος επέστρεψε θριαμβευτής, με την επικύρωση του συνόλου των δικαιωμάτων του, και δικαιώθηκε έναντι του ορκισμένου εχθρού του, Βίχιγκ, επισκόπου Νίτρας, ο οποίος ήταν υπό τη δικαιοδοσία του. Εκείνος, ωστόσο, δεν έπαψε τις ραδιουργίες του και αυτή τη φορά κατηγόρησε τον άγιο για στάση κατά του αυτοκράτορα. Η τελευταία αυτή δοκιμασία στάθηκε για τον Μεθόδιο η ευκαιρία να αναλάβει επίπονο ταξίδι για την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να πληροφορήσει τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ και τον πατριάρχη Φώτιο για τα αποτελέσματα της αποστολής του και να τους διαβεβαιώσει για την ακλόνητη αφοσίωσή του (881). Έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στην αυλή· ο Βασίλειος και ο πατριάρχης ενέκριναν πλήρως την αποστολή και το μεταφραστικό έργο των νέων αποστόλων.


     Ενισχυμένος από την υποστήριξη αυτή της Μεγάλης Εκκλησίας, ο Μεθόδιος επέστρεψε στη Μοραβία με τους μαθητές του και μέσα σε ειρηνική και ήρεμη ατμόσφαιρα, δίχως παρενοχλήσεις από πλευράς του φραγκικού κλήρου, συνέχισαν τις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Ο Μεθόδιος ολοκλήρωσε σε έξι μήνες την πλήρη μετάφραση της Βίβλου, καθώς και πατερικών και κανονικών κειμένων, ό,τι δηλαδή ήταν απαραίτητο στη σλαβική Εκκλησία για να αφομοιώσει τον βυζαντινό χριστιανισμό. Όταν το έργο αποπερατώθηκε, συγκέντρωσε τους μαθητές του και τέλεσε επίσημη θεία Λειτουργία προς τιμήν του αγίου Δημητρίου. Όρισε κατόπιν διάδοχό του τον άγιο Γόρασδο [27 Ιουλ.], ο οποίος καταγόμενος από τη Μοραβία είχε αποκτήσει τέλεια γνώση των ελληνικών· και, αφού ευλόγησε ηγεμόνες και λαό, παρέδωσε ειρηνικά τη ψυχή του στον Κύριο στις 6 Απριλίου 885. Η κηδεία του τελέσθηκε στην ελληνική, λατινική και σλαβική γλώσσα, παρουσία αμέτρητου πλήθους, το οποίο συνόδευσε την εκφορά με λαμπάδες, θρηνώντας τον διδάσκαλο και καλό ποιμενάρχη, εκείνον που «έγινε τα πάντα για τους πάντες» με σκοπό να τους οδηγήσει στη Σωτηρία (βλ. Α΄ Κορ. 9, 22).


     Όταν έλειψε ο θεοφώτιστος Απόστολος των Σλάβων, ο Βίχιγκ και οι άνθρωποί του, βρήκαν την ευκαιρία να αρχίσουν πάλι τις δολοπλοκίες τους κατά των Βυζαντινών ιεραποστόλων. Έσπευσε πριν από τον Γόρασδο στη Ρώμη και κατάφερε να πείσει τον πάπα Στέφανο Ε΄ ότι ο Μεθόδιος ήταν ετερόδοξος, εν συνεχεία δε, εφοδιασμένος με πληρεξούσιο, επέστρεψε στη Μοραβία. Με την υποστήριξη του Σβιατοπλούκ, ο οποίος ελάχιστο ενδιαφέρον είχε για θεολογικά ζητήματα, εξαπέλυσε ο δόλιος ανελέητο διωγμό κατά των μαθητών του Μεθοδίου: Γοράσδου, Κλήμεντος και άλλων, πλέον των διακοσίων αγίων ομολογητών. Κάποιοι ξυλοκοπήθηκαν και σύρθηκαν μέσα σε βάτους, οι νεώτεροι πουλήθηκαν σκλάβοι σε βενετσιάνους εμπόρους, άλλοι εξορίσθηκαν στις εσχατιές του βασιλείου. Ο Γόρασδος βρήκε καταφύγιο στην Πολωνία, άλλοι στη Βοημία, ενώ ο Κλήμης, ο Ναούμ, ο Σάββας, ο Αγγελάριος και ο Λαυρέντιος κατόρθωσαν να φθάσουν στη Βουλγαρία, όπου έγιναν δεκτοί ως άγγελοι Κυρίου από τον τσάρο Βόρις.

     Όσο για τους διώκτες, τιμωρήθηκαν δίκαια για τη συμπεριφορά τους, όταν το 907 η Μοραβία ερημώθηκε από την εισβολή των Ούγγρων και έκτοτε πέρασε οριστικά στη λατινική κυριαρχία. Το μεγάλο έργο των δύο ισαποστόλων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου δεν άφησε στη χώρα αυτή κανένα ίχνος, αλλά διά μέσου της βουλγαρικής Εκκλησίας έγινε η θαυμαστή σπορά μιας πλούσιας όσο και σημαντικής βυζαντινο-σλαβικής πνευματικής παράδοσης, η οποία έφθασε στο απόγειό της ίσαμε τη Ρωσία του Κιέβου, μετά τη μεταστροφή του αγίου Βλαδίμηρου [15 Ιουλ.].


— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ —
[1]  Πρόκειται πιθανώς για το Θέμα Οψικίου της Βιθυνίας, όπου είχαν μεταφερθεί σλαβικοί πληθυσμοί που με τον χρόνο αφομοιώθηκαν, γεγονός που ίσως εξηγεί την απόσυρσή του στον Όλυμπο και τις μετέπειτα προπαρασκευαστικές εργασίες για τη μετάφραση των εκκλησιαστικών βιβλίων.
[2]  Έθνος τουρκικής καταγωγής, εγκατεστημένο τότε βορείως της Κασπίας Θάλασσας, το οποίο είχε προσχωρήσει στην πραγματικότητα στον ιουδαϊσμό. Φαίνεται πως η αποστολή αυτή είχε μάλλον οργανωθεί από το Βυζάντιο, με σκοπό να εξασφαλίσει τη συμμαχία των Χαζάρων, μετά την επίθεση των Ρώσων εναντίον της Κωνσταντινούπολης.
[3]  Η περιοχή αυτή, που την εποχή εκείνη περιλάμβανε περίπου τη σημερινή Τσεχική Δημοκρατία και Σλοβακία, είχε καταληφθεί τους προηγούμενους αιώνες από σλαβικές φυλές που είχαν έλθει από τον Βορρά. Μετά τον θάνατο του Καρλομάγνου (814) και τη διάλυση της αυτοκρατορίας του, οι φυλές αυτές οργανώθηκαν σε ένα βασίλειο με αυξανόμενη ισχύ, τη Μεγάλη Μοραβία (864), που περιλάμβανε τη Βοημία και τη Σλοβακία. Αφού δέχθηκε τη γερμανική επίδραση, ο Ραστισλάβος επιχείρησε να χειραφετηθεί από τη φραγκική ηγεμονία, παρά τις ένοπλες αντιστάσεις του Λουδοβίκου του Γερμανικού, και στράφηκε προς το Βυζάντιο αποβλέποντας σε μια συμμαχία όχι στρατιωτική, αλλά πολιτισμική και θρησκευτική.
[4]  Επιστολή Μιχαήλ Γ΄ προς τον Ραστισλάβο. Το αλφάβητο αυτό, το επονομαζόμενο «γλαγολιτικό», θα υποστεί αργότερα, για λόγους πρακτικούς, ορισμένες τροποποιήσεις από τον μαθητή του αγίου Κυρίλλου, Κωνσταντίνο, επίσκοπο Πλίσκας της Βουλγαρίας, ο οποίος και θα το ονομάσει «Κυριλλικό Αλφάβητο».
[5]  Μεταξύ των οποίων ίσως και ο άγιος Κλήμης [27 Ιουλ.].
[6]  Τα μόνα λείψανα του αγίου Κυρίλλου που διασώθηκαν, προσφέρθηκαν στα 1976 από τον πάπα Παύλο ΣΤ΄ στην πόλη της Θεσσαλονίκης και είναι κατατεθειμένα στον ναό της συμπρωτεύουσας που είναι αφιερωμένος στους δύο αυταδέλφους αγίους Ισαποστόλους.
[7]  Η περιοχή που βρίσκεται σήμερα μεταξύ δυτικής Ουγγαρίας, ανατολικής Αυστρίας και βόρειας Κροατίας.
[8]  Η πόλη είχε καταστραφεί τελείως από τους Αβάρους το 582.
[9]  Ο άγιος ηγεμόνας μεταφέρθηκε κατόπιν σε φυλακή στη Γερμανία, όπου και πέθανε. Η Ορθόδοξος Εκκλησία της τότε Τσεχοσλοβακίας τον συναρίθμησε στο χορό των αγίων το 1994 και όρισε τη μνήμη του στις 28 Οκτωβρίου.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀποστόλων τὸν ζῆλον ἐπιδειξάμενοι, ἐπὶ τὰς χώρας τῶν Σλάβων Εὐαγγελίου τὸ φῶς, διηυγάσατε λαμπρῶς θείῳ κηρύγματι, Θεσσαλονίκης οἱ βλαστοί, καὶ ἀστέρες φαεινοί, Μεθόδιε σὺν Κυρίλλῳ, αὐτάδελφοι θεηγόροι, Ἐκκλησιῶν ἡ σεμνοπρέπεια.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐξ εὐκλεοῦς ἀναβλαστήσαντες ῥίζης, καὶ ἐν ἁπάσῃ παιδευθέντες σοφίᾳ, Θεσσαλονίκης φοίνικες οἱ πάγκαρποι, ὁ θεόφρων Κύριλλος, καὶ Μεθόδιος ἅμα, ὤφθησαν ὁμότροποι, τῶν σοφῶν Ἀποστόλων, καὶ τὰς τῶν Σλάβων χώρας ἀληθῶς, θεογνωσίας φωτὶ κατεφώτισαν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις αὐταδέλφων ἡ ξυνωρίς, Κύριλλε τρισμάκαρ, καὶ Μεθόδιε ἱερέ, τῆς Θεσσαλονίκης, βλαστοὶ οἱ θεοφόροι, καὶ φωτισταὶ τῶν Σλάβων, οἱ ἐνθεώτατοι.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος), σελ. 127–135.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2019

Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕ ΧΩΡΑ


Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕ ΧΩΡΑ


     Η αγάπη δε χωρά στα συνθήματα, τις συμβουλές, τ’ αποφθέγματα, τα κηρύγματα, τις ομιλίες, τις αναλύσεις, τις περγαμηνές, τις διακηρύξεις. Πλάι στην υπομονή θα τη δεις, κοντά στην ελπίδα θα την αναγνωρίσεις, μέσα στην προσευχή θα τη ζήσεις, συντροφιά με τη σιωπή του μέλλοντος αιώνος του Θεού που θα πιστέψεις…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΙΑ ΕΥΧΗ


ΜΙΑ ΕΥΧΗ


     Είθε κάποτε να βρούμε και ν’ αγκαλιάσουμε εκείνη την αληθινή και θεσπέσια ελευθερία, που θα μας βγάλει οριστικά από τη φυλακή της ελευθεριότητάς μας!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ



     Κατά τον τέταρτο χρόνο της βασιλείας του αυτοκράτορα Δεκίου (περί το 251), έφθασαν στρατιώτες σε μια πόλη της Ανατολής και υπέβαλαν όσους χριστιανούς βρήκαν σε βασανιστήρια. Ζούσε τότε ένας νέος μισθοφόρος, ονόματι Ρέπροβος, ο οποίος καταγόταν από μια άγρια και βαρβαρική φυλή· αναφέρεται δε στην αγιολογική παράδοση πως είχε γιγάντιο ανάστημα, πρωτοφανή σωματική δύναμη, ακατανίκητη ορμή, αλλά ωστόσο ήταν απερίγραπτα άσχημος στη μορφή. Γι’ αυτό και ερμηνεύοντας αυστηρά κατά γράμμα το όνομα της φυλής στην οποία ανήκε ο Ρέπροβος και η οποία ονομαζόταν «Κυνοκέφαλοι» ή «Κυνοπρόσωποι», ορισμένοι όψιμοι αγιογράφοι απέδωσαν, αδίκως, τη μορφή του αγίου με κεφάλι σκύλου. Αυτός λοιπόν ο γίγαντας μισθοφόρος κυριεύθηκε τότε από συμπόνια μπροστά στο θέαμα των άδικων βασανισμών των χριστιανών. Αδυνατούσε, όμως, να επικοινωνήσει στη γλώσσα τους· έτσι έπεσε στα γόνατα και, κινούμενος από την έμφυτη ορμή των οικτιρμών της αγαθής του φύσεως, απηύθυνε διάπυρη προσευχή προς τον Θεό. Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε τότε, άγγιξε τα χείλη του και του μετέδωσε τη γνώση της γλώσσας των Ρωμαίων. Φοβερά αλλοιωμένος και έμπλεος τόλμης από την ουράνια αυτή εμφάνιση και επίσκεψη του Αγγέλου, ο Ρέπροβος επέστρεψε στην πόλη και έλεγξε σφοδρά τους διώκτες, ομολογώντας ταυτόχρονα την Πίστη του στον Χριστό. Κάποιος Βαχθίος όρμησε πάνω του για να τον κτυπήσει στο πρόσωπο. Ο θεόρατος γίγαντας δεν αντιστάθηκε, μονάχα γύρισε και του είπε με πραότητα: «Δέχομαι τα κτυπήματά σου υπακούοντας στην εντολή του Χριστού, γιατί αν άφηνα να ξεσπάσει ο θυμός μου, ολόκληρη η διεφθαρμένη αυτοκρατορία σας δεν θα ήταν ικανή να με σταματήσει».

     Μαθαίνοντας το γεγονός ο αυτοκράτορας, έστειλε δύναμη διακοσίων στρατιωτών για να συλλάβουν τον στασιαστή. Αφού τον αναζήτησαν για πολύ, τον βρήκαν τη στιγμή που προσευχόταν μπροστά σε μία εκκλησία, ενώ το ραβδί του που είχε καρφώσει στη γη είχε αρχίσει θαυματουργικά να βλασταίνει. Ο άγιος τούς ζήτησε να του δώσουν λίγο χρόνο, ώστε να προφθάσει να λάβει το άγιο Βάπτισμα· και, για να τους αποδείξει την εύνοια που είχε αποκτήσει παρά Θεού, πολλαπλασίασε τις προμήθειες των στρατιωτών, οι οποίοι παρευθύς πίστεψαν στον Χριστό. Μετέβησαν τότε μαζί στην Αντιόχεια, όπου βαπτίσθηκαν από τον άγιο Βαβύλα [4 Σεπτ.] και ο Ρέπροβος έλαβε από άγιο ιερομάρτυρα το όνομα Χριστοφόρος.


     Όταν ο άγιος παρουσιάσθηκε ενώπιον του αυτοκράτορα, αυτός τρομαγμένος από την τρομερή και αποκρουστική του όψη σωριάστηκε χάμω λιπόθυμος. Ανακτώντας κατόπιν την αυτοκυριαρχία του, προσπάθησε επίμονα να τον μεταστρέψει. Μη τολμώντας να προκαλέσει τον γίγαντα με απειλές, διέταξε να στείλουν δύο πόρνες, την Καλλινίκη και την Ακυλίνα, με εντολή να χρησιμοποιήσουν όλα τα θέλγητρά τους, ώστε να παρασύρουν τον Χριστοφόρο στην πορνεία και από ’κει στη λατρεία των ειδώλων. Συνέβη, όμως, το ακριβώς αντίθετο. Ο Χριστοφόρος μετέστρεψε τις δύο γυναίκες, δείχνοντας σε αυτές ότι καμιά ηδονή και καμιά ηδυπάθεια δεν μπορεί να συγκριθεί με την ένθεη δύναμη της αιώνιας ζωής. Εξομολογήθηκαν τις αμαρτίες τους και ο άγιος μεσίτευσε γι’ αυτές στον Χριστό. Την επαύριο παρουσιάσθηκαν στον αυτοκράτορα ομολογώντας την πίστη τους. Έξαλλος ο Δέκιος, διέταξε να τις κρεμάσουν από τα μαλλιά με μια βαριά πέτρα δεμένη στα πόδια τους. Η Ακυλίνα υπέκυψε στο μαρτύριο την 1η Απριλίου. Την επαύριο η Καλλινίκη υποκρίθηκε ότι ενέδωσε και ζήτησε να την οδηγήσουν στον ναό των ειδώλων. Αφού της υπέδειξαν το άγαλμα του Διός, εκείνη έδεσε σ’ αυτό τη ζώνη της και βάζοντας όλη τη δύναμή της το ανέτρεψε και στη συνέχεια έκανε το ίδιο και στα αγάλματα του Ηρακλή και του Απόλλωνα. Συνελήφθη αμέσως από τους ειδωλολάτρες, σουβλίσθηκε από τα πόδια ως τους ώμους και παρέδωσε τη ψυχή της, εναποθέτοντας την εμπιστοσύνη της στις προσευχές του Χριστοφόρου.

     Πέντε ημέρες αργότερα, στρέφοντας την οργή του στους στρατιώτες που είχαν μεταστραφεί από τον Χριστοφόρο, ο τύραννος διέταξε να τους αποκεφαλίσουν και να κάψουν τα σώματά τους έξω από την πόλη. Τα σώματα, ωστόσο, παρέμειναν άφθορα και οι χριστιανοί ήλθαν να τα ενταφιάσουν με τιμή.

     Ο Δέκιος κατόπιν έδωσε εντολή να εγκλείσουν τον άγιο σε ένα χάλκινο κέλυφος που είχε τέσσερεις οπές, το οποίο τοποθέτησαν πάνω σε πυρωμένα κάρβουνα. Αλλά ο Χριστοφόρος φυλάχθηκε αβλαβής και μπροστά στο θέαμα αυτό περισσότεροι από χίλιοι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες αναφώνησαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών!». Κατόπιν, έπεσαν άπαντες στα πόδια του λέγοντας: «Δικαίως ονομάζεσαι Χριστοφόρος, γιατί πράγματι φέρεις τον Χριστό στην καρδιά σου και τα μαρτύρια των τυράννων είναι ένα τίποτε για σένα!». Μέσα από το κέλυφος ο άγιος τούς δίδαξε τις αρχές της χριστιανικής Πίστεως και τους αποκάλυψε ότι έβλεπε σε όραμα έναν Άνδρα υψηλό και μεγαλοπρεπή που έλαμπε τόσο, ώστε να κρύβει και αυτόν ακόμη τον ήλιο, φέροντας στο κεφάλι Του στέφανο, ενώ γύρω Του μυριάδες πυρίμορφοι στρατιώτες συνέτριβαν τάγματα μαύρων δαιμόνων που έπεφταν κατεπάνω τους. Μαθαίνοντας έτσι τη νίκη του Χριστού επί όλων των ενεργημάτων του πονηρού, οι νεοφώτιστοι απελευθέρωσαν τον άγιο. Την άλλη ημέρα όμως ο αυτοκράτορας, φοβούμενος στάση, επωφελήθηκε από μια ειδωλολατρική εορτή για να εκτελέσει όσους είχαν δηλώσει ότι ήταν χριστιανοί και μαθητές του Χριστοφόρου.


     Διέταξε στη συνέχεια να δέσουν με αλυσίδα τον Χριστοφόρο σε μια μυλόπετρα και να τον ρίξουν σε πηγάδι. Άγγελος Κυρίου όμως, ήλθε να τον απελευθερώσει από εκεί. Τότε του φόρεσαν ορειχάλκινο, πυρωμένο φόρεμα, αλλά ο γενναίος μάρτυς παρέμεινε απαθής στον πόνο. Τέλος, εξαντλώντας όλα τα μηχανεύματα της απάνθρωπης βούλησής του, ο τύραννος διέταξε να τον αποκεφαλίσουν στις 9 Μαΐου.

     Λίγο αργότερα, ο επίσκοπος Ατταλείας εξαγόρασε το σκήνωμα του αγίου Μάρτυρος και το μετέφερε στην πόλη, της οποίας ο Χριστοφόρος έγινε προστάτης κατά πάσης ακρασίας και συμφοράς.

     Μάλιστα, αναπτύσσοντας την ετυμολογία του αγίου μάρτυρος Χριστοφόρου η «Χρυσή Ιστορία» (13ος αι.), ιστορεί ότι τη στιγμή που ο πολυδύναμος γίγαντας περνούσε ένα ποτάμι συνάντησε ένα παιδί που του ζήτησε να το περάσει αντίπερα. Όσο προχωρούσε όμως μέσα στα νερά του ποταμού, τόσο περισσότερο βαρύ και ασήκωτο γινόταν το παιδί, μέχρι που, άγνωστο πώς, κατέληξε σταδιακά να ζυγίζει περισσότερο και από το σύμπαν ολόκληρο! Στον αδύναμο πια γίγαντα, μα και κατάπληκτο Χριστοφόρο, αποκαλύφθηκε τότε ότι τούτο το παράδοξο παιδί ήταν ο Ιησούς Χριστός, ο Δημιουργός και Συνοχεύς του κόσμου. Η εκδοχή αυτή, μαζί με την τιμή του αγίου που διαδόθηκε ευρύτητα στον χριστιανικό κόσμο, δικαίως κατέστησε τον άγιο Χριστοφόρο προστάτη των οδηγών, των ταξιδιωτών και προσκυνητών. Γι’ αυτό και είθισται, κάθε φορά που τελείται Αγιασμός σε ένα νέο ή και παλαιό όχημα, να προτάσσεται πάντα της ακολουθίας του Αγιασμού το απολυτίκιο του αγίου, υπενθυμίζοντας έτσι σε όλους η Εκκλησία μας αυτό το θαυμαστό γεγονός αλλά και την ιδιαίτερη χάρη που έχει από Χριστού ο άγιος έναντι των οδηγών και των οχημάτων τους, των δρομολογίων και των ταξιδιών τους.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στολαῖς τοῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῇ τρισαγίῳ, καὶ φρικτῇ μελῳδίᾳ· διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Χριστὸν φέρων ἔνδοξε, ἐν τῇ ψυχῇ σου, ἰσχυρῶς κατέβαλες, τῶν ἐναντίων τὰς ἀρχάς· διὸ Χριστὸν ἐκδυσώπησον, ὦ Χριστοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Μάρτυς ἀκατάπληκτος καὶ στεῤῥός, πέλων τῇ ἰδέᾳ, Χριστοφόρε καὶ τῷ νοΐ, τῶν ἀντικειμένων, κατέπληξας τὰ στίφη, ἀθλήσας ὑπὲρ φύσιν, πόθῳ τοῦ Κτίστου σου.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος), σελ. 111–115.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ


Ο ΜΕΓΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ


     Ο Μέγας Αρσένιος (354–444) είχε πολύ μεγάλη μόρφωση· και κοσμική και χριστιανική. Και ξεπερνούσε, μπορούμε κάλλιστα να πούμε, όλους τους ανθρώπους της εποχής του στην πολυμάθεια και την αρετή, γι’ αυτό και από όλους διάλεξε μονάχα αυτόν ο βασιλιάς Θεοδόσιος (347–395) για παιδαγωγό των δύο γιων του, του Ονωρίου και του Αρκαδίου. Η μόρφωσή του και η αρετή του είχαν επιβληθεί ευρύτερα στον χώρο των ανακτόρων, ώστε όχι μόνο τον άκουγαν όλοι και τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα, αλλά τον αποκαλούσαν «Βασιλοπάτορα».

     Ο όσιος έλαβε από τον Θεό σπάνια και ιδιαίτερη πληροφορία για την αναχωρητική ζωή. Μια φορά που προσευχόταν παρακαλώντας θερμά τον Θεό να πραγματοποιηθεί ο βαθύτατος πόθος του για ησυχία λέγοντας: «Κύριε, οδήγησέ με πώς να σωθώ;», ακούστηκε από ψηλά μια φωνή που του έλεγε: «Αρσένιε, φεύγε τους θορύβους και θα σωθείς!». Αφού έφυγε από τον κόσμο κι έγινε μοναχός, πάλι προσευχήθηκε λέγοντας τα ίδια λόγια. Και άκουσε ξανά την ίδια φωνή να του λέει: «Αρσένιε, να φεύγεις, να σιωπάς και να ησυχάζεις· γιατί αυτές είναι οι ρίζες της αναμαρτησίας». Εκείνος, όταν το άκουσε αυτό, πήγε στη Σκήτη (περίπου το 394) και συγκαταριθμήθηκε σαν ένας από τους απλούς και ταπεινούς ασκητές της, τους οποίους πολύ σύντομα ξεπέρασε πραγματικά, αφού έλαβε άνωθεν τα πνευματικά πρωτεία της ένθεης πολιτείας και όλοι τον θεωρούσαν δάσκαλό τους και ο καθένας τον ρωτούσε για ό,τι είχε ανάγκη και δεχόταν πρόθυμα τα ιερά λόγια του.

     Η διαμονή του στη Σκήτη κράτησε ως το 434. Ενδιάμεσα, με τη λεηλασία της Σκήτης από βαρβάρους το 407, έφυγε για ένα διάστημα στον Κάνωπο της Αλεξανδρείας. Και το 434 φεύγει πάλι εξαιτίας μιας νέας επιδρομής βαρβάρων και πηγαίνει στην Τρώα (ή Τρύη), όπου μένει εκεί για μια δεκαετία, μέχρι της τελευτής του, το 444.


     Ο αββάς Αρσένιος συνήθιζε να επαναλαμβάνει συνεχώς στον εαυτό του τη φράση: «Ἀρσένιε, μέμνησο διὸ ἐξῆλθες!». Δηλαδή: «Να θυμάσαι πάντα τον σκοπό για τον οποίο έφυγες και απομακρύνθηκες από τον κόσμο!». Και ποιος είναι αυτός ο αξιομνημόνευτος σκοπός; Οπωσδήποτε το να γίνει κάποιος αρεστός στον Θεό κάνοντας εκείνα που αναπαύουν μόνο σε Αυτόν.
 
     Εκτός από αυτό, κάτι άλλο που συνήθιζε να επαναλαμβάνει συνεχώς, ήταν και το εξής: «Πολλές φορές μετάνιωσα γιατί μίλησα· ποτέ, όμως, γιατί σιώπησα». Γι’ αυτό τον λόγο και απέφευγε τις άσκοπες και απρόσφορες συναναστροφές με τους ανθρώπους, εκτός βέβαια αν έκρινε ότι η συνάντηση ήταν όντως αναγκαία, ωφέλιμη και θεάρεστη.
 
     Στην ερώτηση του αββά Μάρκου: «Γιατί μας αποφεύγεις; Αφού μας ωφελείς σε μεγάλο βαθμό!», αυτός αποκρίθηκε ταπεινά: «Ο Θεός γνωρίζει ότι σας αγαπώ και, μάλιστα, πάρα πολύ. Αλλά τι να κάνω; Δεν μπορώ να μοιράσω τον εαυτό μου ανάμεσα στον Θεό και τους ανθρώπους, γιατί είναι πιο εύκολο να είμαι αρεστός σε Αυτόν, παρά σε εκείνους. Οι χιλιάδες και οι μυριάδες των Αγγέλων έχουν έναν σκοπό και έχουν μονάχα ένα θέλημα: να υμνούν τον Θεό και να υπηρετούν τα προστάγματά Του. Ενώ οι άνθρωποι έχουν, ο καθένας τους, άλλα θελήματα και πολλούς διαφορετικούς σκοπούς. Γι’ αυτό και είναι πιο δύσκολο να γίνεσαι αρεστός σε αυτούς, απ’ ό,τι στον Θεό».
 
     Ωστόσο, αν και νηπτικοασκητικά ήταν τόσο μορφωμένος έχοντας ασκητεύσει για πολύ καιρό στη Σκήτη και έχοντας αποκτήσει άφθονη θεϊκή γνώση, είχε μέσα του τόση ταπείνωση ώστε δεν ντρεπόταν και δεν δίσταζε να ρωτά και τους πιο άξεστους και να ωφελείται όσο γινόταν από αυτούς.

     Κάποτε τον είδε κάποιος να ρωτά έναν Αιγύπτιο μοναχό και να τον συμβουλεύεται σχετικά με το θέμα των λογισμών. Αυτό του φάνηκε πολύ παράξενο και ζήτησε να μάθει την αιτία. Ο Αρσένιος αποκρίθηκε: «Δεν το αρνούμαι ότι έχω αξιόλογη μόρφωση. Ομολογώ όμως ότι την “αλφαβήτα” αυτού του αγράμματου μοναχού δεν την έμαθα ακόμη!». Με αυτό που είπε εννοούσε την υψηλή γνώση της νηπτικής θεωρίας.


     Όταν έγινε βασιλιάς ο Αρκάδιος (377–408), που είχε μικρός παιδαγωγό τον Μέγα Αρσένιο, έστειλε μια επιστολή προς τον περιβόητο αββά, γραμμένη με πολύ σεβασμό και μετριοφροσύνη, με την οποία τον χαιρετούσε και του ζητούσε να τον βοηθά με τις προσευχές του στην άσκηση της εξουσίας ώστε να κυβερνά όπως θέλει ο Θεός. Επιπλέον, του πρότεινε και μια πλουσιοπάροχη δωρεά: να του δώσει όλους τους φόρους της Αιγύπτου για να τους μοιράσει αυτός ο ίδιος σε φτωχούς και σε όσα μοναστήρια είχαν ανάγκη. Ο Μέγας Αρσένιος, όταν πήρε αυτή την επιστολή, προτίμησε να μη γράψει απάντηση αλλά μονάχα μήνυσε προφορικά στον βασιλιά λέγοντας: «Εμένα δεν μου ταιριάζει καθόλου να μοιράζω χρήματα, αφού πλέον έχω πεθάνει για τον κόσμο· και ο νεκρός δεν μπορεί να “κάνει” απολύτως τίποτε!».
 
     Κάτι παρόμοιο συνέβη όταν ένας μαγιστριανός τού έφερε από τη Ρώμη τη διαθήκη ενός συγγενή του συγκλητικού, ο οποίος πεθαίνοντας του άφησε μια πολύ μεγάλη κληρονομιά. Ο αββάς πήρε τη διαθήκη και, μόλις τη διάβασε, πήγε να τη σχίσει λέγοντας: «Εγώ πέθανα πριν από εκείνον και τώρα με αναγκάζουν να κληρονομήσω αυτόν που πέθανε πριν από λίγο;». Και με τα λόγια αυτά έστειλε πίσω τη διαθήκη, χωρίς να δεχτεί τίποτε από αυτή.
 
     Τόσο πολύ αποστράφηκε τα πράγματα του κόσμου τούτου και τα θεωρούσε ότι δεν είναι τίποτε απολύτως, ώστε δεν ανεχόταν να βλέπει κάτι από τα κοσμικά. Ή μάλλον, για να αντισταθμίσει πνευματικά την πολυτέλεια της προηγούμενης ζωής του και τις στολές που φορούσε όταν έμενε στο παλάτι, χρησιμοποιούσε πολύ φτωχικά ρούχα, τόσο που καθόλου δεν ξεχώριζε, ως προς αυτά, από έναν πάμφτωχο και άσημο χωρικό που φορά σχισμένα και σάπια κουρέλια. Εκείνον όμως, αυτά τα φτωχικά και για πέταμα ενδύματα τον ευχαριστούσαν περισσότερο και καμάρωνε με αυτά, επειδή φρόντιζε συνεχώς για τον εσωτερικό και κρυφό στολισμό επιδιώκοντας πιο πολύ να ευπρεπίζει τη ψυχή του παρά το σώμα του.

     Κάποια άλλη φορά ο αξιοθαύμαστος Αρσένιος πήγε στον ποταμό για να ταξιδέψει με το πλοίο· και κάποια Αιθιόπισσα τον έπιασε από τη μηλωτή του. Αυτός τη μάλωσε πολύ αυστηρά κι εκείνη τότε του απάντησε: «Αν θέλεις να είσαι μοναχός, Αρσένιε, τότε να πας στο βουνό!». Και αυτά της τα λόγια φάνηκαν «πάνυ ωφέλιμα» στον Αρσένιο.
 
     Διηγούνταν οι γέροντες ότι δόθηκαν κάποτε στη Σκήτη λίγα ξηρά σύκα για διανομή· και επειδή θεώρησαν ότι αυτά ήταν κάτι «μηδαμινό», δεν έστειλαν από αυτά στον αββά Αρσένιο για να μη το θεωρήσει «προσβολή». Ο γέροντας το έμαθε αυτό και δεν πήγε στην εκκλησία λέγοντάς τους: «Με χωρίσατε από εσάς, με το να μη μου δώσετε από την ευλογία που έστειλε ο Θεός προς τους αδελφούς, την οποία εγώ δεν ήμουν άξιος να λάβω». Όταν το άκουσαν αυτό, όλοι ωφελήθηκαν από την ταπείνωση του οσίου γέροντα. Πήγε τότε ο ιερέας της Σκήτης, του έδωσε από τα σύκα και τον επανέφερε στην εκκλησία με χαρά.

     Λεγόταν για τον αββά Αρσένιο, αλλά και μαζί με αυτόν και για τον αββά Θεόδωρο της Φέρμης, ότι μισούσε την ανθρώπινη δόξα όσο κανένας άλλος. Γι’ αυτό και δεν συναντούσε εύκολα άνθρωπο.
 
     Όσοι έμεναν κοντά του, ήθελαν πολύ να τον βλέπουν και ωφελούσε πολύ αυτούς που τον επισκέπτονταν. Εκτός όμως από αυτούς, έρχονταν πολλοί από μακριά με σφοδρή την επιθυμία να αντικρίσουν το πρόσωπό του και να τραφούν πνευματικά με τα λόγια του. Η φήμη της αρετής του είχε απλωθεί παντού και την είχαν ακούσει όλοι. Για τον λόγο αυτό πήγαιναν και πολλοί από την Αλεξάνδρεια, σε σημείο που και ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος να το θεωρεί αυτό πολύ σημαντικό και να αψηφεί τους κόπους του ταξιδιού προκειμένου να πάει μαζί με τον άρχοντα της πόλης για να ζητήσει την ωφέλιμη διδασκαλία του.


     Ο άγιος, μετά από λίγη σιωπή, τους ρώτησε: «Αν σας πω κάτι, μου υπόσχεστε ότι θα το τηρήσετε;». Εκείνοι αμέσως συμφώνησαν και αυτός συνέχισε: «Να τηρήσετε το εξής: να μη θελήσετε ποτέ να πάτε εκεί όπου ακούσετε ότι βρίσκεται ο Αρσένιος!». Ωστόσο, αυτός του ο λόγος δεν τους λύπησε, αλλά μάλλον τους ευχαρίστησε πολύ, γιατί από αυτόν κατάλαβαν όλη του τη μετριοφροσύνη και την αγάπη του για την ησυχία. Μετά από αυτό το γεγονός ο αρχιεπίσκοπος θέλησε, μια άλλη φορά, να τον επισκεφθεί. Τον ρώτησε λοιπόν με κάποιον αν θα του ανοίξει σε περίπτωση που πάει. Ο άγιος απάντησε: «Αν έρθεις, θα σου ανοίξω. Αν όμως ανοίξω σ’ εσένα, είναι φανερό ότι θα πρέπει να ανοίξω και σε πολλούς άλλους. Αυτό λοιπόν που μένει τότε για μένα είναι να φύγω μακριά από εδώ». Όταν το άκουσε αυτό ο αρχιεπίσκοπος, δεν του ξαναζήτησε ποτέ κάτι τέτοιο.


     Πάλι ο αββάς Μάρκος πήγε και ρώτησε τον αββά Αρσένιο: «Γιατί υπάρχουν κάποιοι καλοί άνθρωποι που, πεθαίνοντας, χωρίζονται από το σώμα με πολλή ταλαιπωρία και μεγάλους σωματικούς πόνους;». Ο Γέροντας απάντησε: «Για να “αλατιστούν”, θα λέγαμε, εδώ και να πάνε καθαροί εκεί».
 
     Έλεγε επίσης χαρακτηριστικά:
     «Αν ζητήσουμε τον Θεό, θα μας εμφανιστεί· και αν Τον κρατήσουμε, θα μείνει μαζί μας».
     «Αγωνίσου, με όση δύναμη βρίσκεται μέσα σου, ώστε η εσωτερική εργασία σου να είναι κατά Θεόν και να νικήσει τα εξωτερικά σου πάθη».
 
     Ο αββάς Δανιήλ διηγούνταν σχετικά με τον αββά Αρσένιο και έλεγε: «Τόσα χρόνια έμενε μαζί μας ο αββάς και του δίναμε μόνο ένα καλάθι σιτάρι για τις ανάγκες όλες της χρονιάς. Και όταν τον επισκεπτόμασταν, τρώγαμε και εμείς από εκείνο!».


     Είπε άλλοτε πάλι ο αββάς Δανιήλ: «Με κάλεσε κάποτε ο αββάς Αρσένιος και μου είπε: “Ανάπαυσε τον πατέρα σου ώστε, όταν φύγει προς τον Κύριο, να τον παρακαλέσει για χάρη σου και να βρεις καλό”».

     Σύμφωνα πάλι με τον αββά Δανιήλ, «ο αββάς Αρσένιος ποτέ δεν ήθελε να μιλήσει για κάποιο θέμα από τη Γραφή, παρά το ότι είχε τη μοναδική ικανότητα να μιλήσει, αν ήθελε· αλλά ούτε και επιστολή έγραφε εύκολα. Και όταν ερχόταν στην εκκλησία κατά διαστήματα, καθόταν πίσω από τον στύλο, για να μη δει κανείς το πρόσωπό του, ούτε και ο ίδιος να μπορεί να δει κάποιον άλλον».
 
     Κάποτε επιτέθηκαν οι δαίμονες στον αββά Αρσένιο μέσα στο κελλί του και τον ταλαιπωρούσαν. Όταν ήρθαν οι διακονητές του και στάθηκαν έξω από το κελλί, τον άκουσαν να κράζει δυνατά προς τον Θεό και να λέει: «Θεέ μου, μη μ’ αφήνεις! Κανένα καλό δεν έκανα μπροστά Σου· βοήθησέ με, όμως, σύμφωνα με την καλοσύνη σου, να βάλω αρχή μετανοίας!».
 
     Μια άλλη φορά, κάποιος αδελφός πήγε στο κελλί του και, κοιτώντας από το παράθυρο, είδε τον αββά όρθιο να προσεύχεται και να είναι όλος σαν τη φωτιά –ήταν βέβαια και ο αδελφός άξιος να δει κάτι τέτοιο. Χτύπησε την πόρτα και βγήκε έξω ο αββάς, ο οποίος βλέποντας τον αδελφό κατάπληκτο, τον ρώτησε: «Έχεις πολλή ώρα που χτυπάς την πόρτα; Μην τυχόν είδες τίποτα;». «Όχι», απάντησε εκείνος. Και ο αββάς, αφού του μίλησε, τον έστειλε στο καλό.

     Κάποτε ο αββάς αρρώστησε στη Σκήτη και του χρειαζόταν ένα λυχνάρι. Καθώς δεν είχε τρόπο να το αγοράσει, δέχτηκε από κάποιον ελεημοσύνη και είπε: «Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, γιατί με αξίωσες να λάβω ελεημοσύνη για το όνομά Σου!».

     Επίσης, τότε που αρρώστησε, ο πρεσβύτερος της Σκήτης τον έβαλε να ξαπλώσει σ’ ένα στρωσίδι μ’ ένα μικρό μαξιλάρι στο κεφάλι. Εκεί ήρθε κάποιος από τους γέροντες να τον επισκεφθεί και, μόλις τον είδε έτσι πλαγιασμένο στο στρωσίδι και με μαξιλάρι στο κεφάλι, σκανδαλίστηκε μέσα του και είπε ειρωνικά: «Αυτός, λοιπόν, είναι ο “αββάς Αρσένιος” και πλαγιάζει επάνω σε τέτοια στρωσίδια!». Ο πρεσβύτερος της Σκήτης τον πήρε ιδιαιτέρως και του είπε: «Τι δουλειά έκανες στο χωριό σου;». «Ήμουν βοσκός», απάντησε. «Πώς περνούσες τη ζωή σου;», τον ρώτησε πάλι. «Με πολύ κόπο», είπε εκείνος. Και ο πρεσβύτερος, συνέχισε: «Και τώρα πώς περνάς στο κελλί σου;». «Μάλλον με ανάπαυση», απάντησε ο ευσκανδάλιστος γέροντας. Του είπε, τότε, ο συνετός πρεσβύτερος: «Βλέπεις αυτόν τον αββά Αρσένιο; Αυτός, όταν κάποτε ζούσε στον κόσμο, ήταν παιδαγωγός βασιλιάδων· είχε στην υπηρεσία του χίλιους δούλους με χρυσές ζώνες και μεταξωτές στολές και κοιμόταν επάνω σε πολύτιμα στρώματα. Εσύ, καθώς ήσουν βοσκός, δεν είχες στον κόσμο την ανάπαυση που έχεις τώρα· ενώ αυτός την καλοπέραση που είχε στον κόσμο, εδώ πέρα στην έρημο δεν την έχει πια. Όπως βλέπεις, εσύ αναπαύεσαι και αυτός ταλαιπωρείται!». Ακούγοντας αυτά τα τόσο ακριβοδίκαια και πάνσοφα λόγια ο γέροντας, ένιωσε μέσα του κατάνυξη και έβαλε μετάνοια, λέγοντας: «Συγχώρεσέ με! Αμάρτησα! Πραγματικά, αυτός είναι ο αληθινός δρόμος του Θεού! Γιατί αυτός ήρθε με ταπείνωση, εδώ· ενώ εγώ ήρθα σε ανάπαυση».


     Κατά την ώρα του θανάτου του ο Μεγάλος Αρσένιος έδωσε την πιο καινοφανή εντολή στους μαθητές του: «Μη φροντίσετε να κάνετε ελεημοσύνη για χάρη μου! Γιατί, αν τυχόν έκανα για τον εαυτό μου κανένα έργο αγάπης, αυτό και θα βρω πηγαίνοντας τώρα στο Κριτήριο του Θεού».

     Βλέποντας οι μαθητές του ότι σε λίγο θα πεθάνει, ταράχτηκαν από τη λύπη τους. Αυτός όμως τους είπε: «Δεν ήρθε ακόμη η ώρα· όταν έρθει, θα σας το πω!».

     Ακόμη και τότε, την ύστατη ώρα, η ακενοδοξία του ή μάλλον η μισοδοξία του ήταν αμείωτη και χαρακτήριζε τη μεγάλη φιλοθεΐα του καθώς και το βαθύ ασκητικό του φρόνημα: «Να ξέρετε ότι θα αντιδικήσω μ’ εσάς μπροστά στον Χριστό την ώρα του φοβερού Δικαστηρίου, αν δώσετε σε κανέναν το λείψανό μου!», τους είπε. «Και τι λοιπόν να κάνουμε αββά, που δεν ξέρουμε πώς γίνεται η ταφή με σένα;» τον ρώτησαν εκείνοι. Και αυτός απάντησε: «Μα, δεν ξέρετε να δέσετε ένα σχοινί στο πόδι μου και να με σύρετε πέρα στο βουνό;».

     Όταν ο αββάς Αρσένιος ήταν πια στα τελευταία του και κατέφθασε οριστικά η ώρα του θανάτου του, τον είδαν οι παρακαθήμενοι αδελφοί να κλαίει και τον ρώτησαν: «Κι εσύ φοβάσαι, πάτερ;!». Και εκείνος τους απάντησε: «Αλήθεια σας λέω· αυτός ο φόβος που έχω και νιώθω τώρα, ποτέ δεν με άφησε! Και είναι μέσα μου από τότε που έγινα μοναχός». Και, λέγοντας αυτόν τον εξαίσιο λόγο, ξεψύχησε.
 
     Έλεγαν για τον Μέγα Αρσένιο ότι, «κανείς δεν μπόρεσε να φτάσει τον τρόπο της ασκητικής του ζωής».
     Ακριβώς γιατί αυτός ήταν όντως «Μέγας»!...
     Η μνήμη του εορτάζεται στις 8 Μαΐου.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν τερπνῶν ἀπανέστης ἐμφρόνως Ὁσιε, χρηματισθεὶς οὐρανόθεν ὡς Ἀβραὰμ ὁ κλεινός, καὶ Ἀγγέλων μιμητὴς ὤφθης τῷ βίῳ σου, λόγῳ ἐμπρέπων πρακτικῷ, καὶ σοφίᾳ ἀληθεῖ, Ἀρσένιε θεοφόρε. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
       Ὡς τῆς σοφίας ἐνθεώτατον θεράποντα
       Καὶ ἡσυχίας ὁδηγὸν καὶ θεῖον γνώμονα
       Εὐφημοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου θεοφόρε·
       Ἀλλ’ ὡς θείας κοινωνὸς μακαριότητος
       Ἐκ παντοίων ἡμᾶς λύτρωσαι κακώσεων,
       Ἵνα κράζωμεν· Χαίροις Πάτερ Ἀρσένιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῆς σοφίας λύχνος λαμπρός, καὶ τῆς ἡσυχίας, φοῖνιξ ὄντως ὁ εὐθαλής, ὁ πράξεσι θείαις, κομῶν καὶ θεωρίαις, Ἀρσένιε παμμάκαρ, Ὁσίων καύχημα.





[ (1) «Ευεργετινός»:
Τόμ. Α΄:
Υπόθ. Ε΄, ΛΗ΄, ΛΘ΄, ΜΕ΄ και ΜΘ΄,
σελ. 61, 355–356, 362,
464–465 και 429·
Θεσσαλονίκη 2001.
Τόμ. Β΄:
Υπόθ. Β΄ και ΙΣΤ΄,
σελ. 41 και 141·
Θεσσαλονίκη 2003.
Τόμ. Γ΄:
Υπόθ. ΙΘ΄, ΚΣΤ΄ και ΚΖ΄,
σελ. 155–156, 196 και 201–202·
Θεσσαλονίκη 2006.
Τόμ. Δ΄:
Υπόθ. Α΄, Ε΄, Ι΄ ΙΖ΄,
ΚΔ΄, ΛΖ΄ και ΜΣΤ΄,
σελ. 23, 59–63, 67, 152, 189,
253, 335–336 και 388–389·
Θεσσαλονίκη 2010.
(2) «Το Γεροντικό
(Αποφθέγματα
των αγίων Γερόντων)»,
Τόμ. Α΄: §2 και §45,
σελ. 29 και 45,
Θεσσαλονίκη 2013·
Εκδόσεις όλων των ανωτέρω:
«Το Περιβόλι της Παναγίας».
(3) «Το Μέγα Γεροντικόν»:
Τόμ. Α΄,
(Βιογραφικά Σημειώματα):
σελ. 443–444,
Έκδοση,
Ιερού Ησυχαστηρίου
«Το Γενέσιον της Θεοτόκου»,
Πανόραμα Θεσσαλονίκης,
Μάρτιος 1994.
(4) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 9ος (Μάιος), σελ. 99–103.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Θεώρηση κειμένου:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι 2007.
(5) Α΄ Δημοσίευση:
Πέμπτη 8 Μαΐου 2014.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.