Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2019

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ


Ο ΜΕΓΑΣ ΑΓΙΑΣΜΟΣ
Οι πιο συχνές ερωτήσεις γι’ αυτόν
και οι πιο απλές απαντήσεις


   1)  Γιατί λέγεται «Μεγάλος Αγιασμός»;
   Γιατί τελείται, με τη χρήση πολύ ειδικών και εκτενών ευχών, κατά την παραμονή και ανήμερα την ημέρα των Φώτων και φέρει μέσα στο υλικό στοιχείο του αγιασμένου ύδατος τη σφραγίδα της χάριτος της Δεσποτικής εορτής των Θεοφανείων, κατά την οποία όλος ο Ορθόδοξος Χριστιανικός κόσμος εορτάζει το γεγονός αλλά και την αιώνια σωτηριολογική σημασία της Βάπτισης του Σωτήρος Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό, με τη συμβολή του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Ας γνωρίζουμε όλοι ότι, ο Μεγάλος Αγιασμός τελείται κάθε φορά που τελείται το Μυστήριο της Ορθόδοξης Βαπτίσεως. Δεν μπορούμε να βαπτίσουμε νήπιο, εάν πρώτα δεν τελέσουμε τον Μεγάλο Αγιασμό στο νερό της κολυμβήθρας.

   2)  Υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στον Αγιασμό που τελείται την παραμονή της εορτής και στον Αγιασμό που τελείται ανήμερα, κατά την ημέρα των Φώτων;
   Όχι, καμία. Και οι δύο Αγιασμοί είναι το ίδιο, είναι ίδιοι. Είναι και οι δύο το ίδιο «μεγάλοι», γιατί μεγάλες και «αιδέσιμες» είναι οι μέρες, μεγάλες οι ευχές, μεγάλες και οι ακολουθίες μέσα στις οποίες τελούνται. «Μέγας Αγιασμός», ο αγιασμός της παραμονής – «Μέγας Αγιασμός» και ο αγιασμός της εορτής, ανήμερα. Ο ένας Αγιασμός, αυτός της παραμονής, συμβολίζει τον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη και ο άλλος Αγιασμός, αυτός της κύριας εορτής ανήμερα, τον Βαπτισθέντα Χριστό.

   3)  Μπορούμε να πιούμε τον Μέγα Αγιασμό ή υπάρχει κάτι που να μας εμποδίζει σε αυτό;
   Ναι, μπορούμε όλοι οι Ορθόδοξοι να πιούμε τον Μέγα Αγιασμό, αλλά με την εξής βασική προϋπόθεση: να έχουμε πρώτα νηστεύσει, μια ημέρα πριν. Χωρίς να προηγηθεί νηστεία από μέρους μας, δεν επιτρέπεται να πίνουμε Μέγα Αγιασμό. Εξαίρεση σε αυτό υπάρχει μόνο σε ανθρώπους που κινδυνεύουν άμεσα είτε από ασθένεια είτε από όποια άλλη κατεπείγουσα περίσταση και ανάγκη.

   4)  Εμείς, τελικά, ποιον Αγιασμό πρέπει να πιούμε: τον Αγιασμό της παραμονής ή τον Αγιασμό της κύριας εορτής ανήμερα;
   Πίνουμε τον Μέγα Αγιασμό της κύριας ημέρας της εορτής των Θεοφανείων, αφού πρώτα βεβαίως έχουμε νηστεύσει, όπως κελεύει και ορίζει το νηστειοδρόμιο της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με το οποίο πάντα την παραμονή των Θεοφανείων όλοι οι Ορθόδοξοι πιστοί νηστεύουν ολοήμερα και αυστηρά. Και μόνο εάν η παραμονή των Θεοφανείων «πέσει» το Σάββατο ή την Κυριακή, τότε καταλύουμε λαδερό φαγητό. Είθισται, εκ παραδόσεως, ο Μέγας Αγιασμός της παραμονής να προορίζεται για τον «φωτισμό» των σπιτιών, των κήπων και των χωραφιών μας.

   5)  Ο Μέγας Αγιασμός είναι θεία Κοινωνία; Είναι σαν τη θεία Μετάληψη; Ενέχει τη θέση των αχράντων Μυστηρίων;
   Όχι. Ο Μέγας Αγιασμός είναι αυτό που λέει και η ονομασία του: «Μέγας Αγιασμός» και αυτό μόνο. Δεν φέρει καμία συνταύτιση και δεν δικαιολογείται η σύγχυσή του με τη θεία Κοινωνία· ούτε μπορεί ποτέ να την αντικαταστήσει ή να την υποκαταστήσει, διότι ανώτερο από το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας δεν υπάρχει ποτέ για κανέναν, για τίποτα και για κανέναν λόγο. Ο Μέγας Αγιασμός δίδεται σε κατάκοιτους, κλινήρεις και ανήμπορους ασθενείς· σε ανθρώπους που, εκ των περιστάσεων, δεν μπορούν να κοινωνήσουν και, έτσι, λαμβάνουν τη χάρη του Αγιασμού αντί της παντελείας χάριτος της θείας Κοινωνίας. Ο Μέγας Αγιασμός, επίσης, δίδεται σε όσους έχουν κάποιο κώλυμα ή επιτίμιο από τον Πνευματικό τους και αδυνατούν κανονικά να μεταλάβουν.

   6)  Ποια είναι η ακριβής σειρά της μετάληψης; Πρώτα ο Αγιασμός και μετά η θεία Κοινωνία; Πρώτα το αντίδωρο και μετά ο Αγιασμός;
   Η σειρά μετάληψης είναι η εξής: (1) Για όσους πρόκειται να κοινωνήσουν την ημέρα των Θεοφανείων, αυτοί πρώτα θα μεταλάβουν, μετά θα πιουν Μέγα Αγιασμό, και μετά θα πάρουν το αντίδωρο. (2) Για όσους δεν θα κοινωνήσουν την ημέρα των Θεοφανείων, αυτοί πρώτα θα πιουν Μέγα Αγιασμό, και μετά θα πάρουν το αντίδωρο. Οπωσδήποτε όμως, και οι μεν και οι δε, για να κοινωνήσουν ή για να πιουν Μέγα Αγιασμό και για να πάρουν, στο τέλος, και το αντίδωρο, θα πρέπει πρώτα όλοι ανεξαιρέτως να έχουν νηστεύσει κατά την παραμονή των Φώτων· θα πρέπει όμως να έχουν πάρει και την ευλογία του Πνευματικού τους. Κατηγορηματικά, σε γενικές γραμμές, δεν επιτρέπεται υγιής, δυνατός και αρτιμελής άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει προηγουμένως νηστεύσει, να έρθει να πάρει και να πιει Μέγα Αγιασμό. Είναι ανευλάβεια και ασέβεια αυτό, ή έστω μεγάλη αγνωσία και αδιαφορία εκ μέρους του. Πρέπει όμως να διευκρινιστεί το πολύ σημαντικό γεγονός ότι, η νηστεία της παραμονής των Φώτων, αφορά κατά κύριο και πρώτιστο λόγο τη ψυχοσωματική προετοιμασία μας για τη μεγάλη εορτή της Βάπτισης του Χριστού. Η ίδια ακριβώς νηστεία έχει θεσπιστεί και σε παραμονές άλλων μεγάλων δεσποτικών εορτών, όπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Η νηστεία ως προς τη μετάληψη του Μεγάλου Αγιασμού είναι δεδομένη και σε οποιοδήποτε άλλον εύθετο χρόνο ως ένδειξη δικής μας ευλάβειας για την εξαίρετη χάρη που εμπεριέχει ο Μέγας Αγιασμός και επίσης για τη δεσποτική υπόμνηση της θείας Βαπτίσεως που θέτει στη ορθόδοξη συνείδησή μας.

   7)  Ο Μέγας Αγιασμός μπορεί να φυλαχθεί στο σπίτι μας; Πού είναι καλό να φυλάσσεται; Ποιο είναι το άριστο μέρος που ενδείκνυται για τη φύλαξή του;
   Ο Μέγας Αγιασμός, τυπικά, μπορεί μεν να φυλαχθεί στα σπίτια μας, αλλά με πολύ συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις. Πρέπει να φυλαχθεί ψηλά στα εικονίσματα, πλάι σε αναμμένο καντήλι και θυμίαμα, μακριά από χώρο με τσιγάρα, ποτά, μακριά από κάθε κοσμικότητα, ασχημοσύνη και ανηθικότητα, σε σπίτι όπου εγκατοικούν άνθρωποι της ζωντανής πίστεως και ευσέβειας και, οπωσδήποτε, με μεγάλη πνευματική ευθύνη για τη φύλαξή του. Και αν απωλεσθεί; αν χαθεί; αν πέσει κάτω; αν χυθεί το ύδωρ του Μεγάλου Αγιασμού; Άραγε, ποιος από μας μπορεί να φέρει αυτή την εξαιρετικά μεγάλη ευθύνη; Επειδή, ειδικά σήμερα, ελάχιστοι από μας έχουμε αυτές τις ωραίες και σοβαρές προϋποθέσεις της αυξημένης προσοχής και ευθύνης, καθώς και της αγίας εν Χριστώ ζωής, πλέον ο Μεγάλος Αγιασμός φυλάσσεται υποχρεωτικά μόνο μέσα στο ιερό των Ορθόδοξων Ναών. Και καλό είναι να δίδεται πάντα με ευλογία Πνευματικού ή αποκλειστικά από τα χέρια του εκάστοτε ιερέα. Δεν λαμβάνεται όμως ποτέ αυθαίρετα, δηλαδή με τη δική μας κρίση, θέληση και πρωτοβουλία.

   8)  Τι άλλο μένει να προσέξουμε για τον Μέγα Αγιασμό;
   Βασικά, πρέπει όλοι να πάρουμε Μέγα Αγιασμό με μεγάλη προσοχή, με ευλάβεια και συναίσθηση, με πίστη και προσευχή. Φέρ’ ειπείν, δεν γίνεται επ’ ουδενί, από τη μια μεριά να κρατάμε μπουκάλι που περιέχει Μεγάλο Αγιασμό, και από την άλλη στο άλλο χέρι μας να κρατάμε τσιγάρα, ποτά, να αστειευόμαστε ασύνετα και να φερόμαστε κοσμικά. Μπορούμε κάλλιστα κι εμείς, είτε την παραμονή της εορτής των Θεοφανείων είτε ανήμερα της εορτής, ιδίως δε όταν δεν υπάρχει εκ των πραγμάτων η δυνατότητα να έρθει ο ιερέας στο σπίτι μας, με έναν έστω αποξηραμένο βασιλικό ή με μια δέσμη όποιων χλοερών της εποχής, να ραντίσουμε «σταυροειδώς» (χαράζοντας στον αέρα με την κίνηση του χεριού μας τον τύπο του Σταυρού) τον χώρο του σπιτιού μας: τα δωμάτια, τις πόρτες, τα παράθυρα, τα μπαλκόνια, τις αυλές μας, το αυτοκίνητό μας, τα παρτέρια και τους κήπους μας. Έτσι, ο χώρος της διαμονής μας «φωτίζεται» και περιτειχίζεται από τη μεγάλη χάρη των Θεοφανείων, τα χαρακτηριστικά της οποίας αναγράφονται και περιγράφονται σαφέστατα στις μεγάλες ευχές του Μεγάλου Αγιασμού. Κατά τον ραντισμό, καλό είναι να λέμε με την καρδιά μας το Απολυτίκιο της ημέρας («Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου σου, Κύριε…»), το «Κύριε ελέησον» ή όποια άλλη προσευχή της Εκκλησίας θυμόμαστε από στήθους. Μόλις γίνει αυτό, περιχύνουμε σε μια απόμακρη και απάτητη γωνιά της αυλής μας ή σε μια γλάστρα της κατοικίας μας ό,τι έχει μείνει από Μεγάλο Αγιασμό μέσα στο δοχείο, με το οποίο τον μεταφέραμε από τον Ναό στο σπίτι μας. Το μπουκάλι ή το ποτηράκι δεν βιαζόμαστε να το πετάξουμε. Το αφήνουμε για ένα α΄ χρονικό διάστημα –κάποιες ώρες ή κάποιες μέρες, αν χρειαστεί– ανοικτό και εκτεθειμένο στο ρεύμα του αέρα ή απέναντι στον ήλιο, ώστε να στεγνώσει από τα τοιχώματά του κάθε ίχνος υγράδας (υγρασίας) του Μεγάλου Αγιασμού που μπορεί να είχε. Και μόνο, αφού διαπιστώσουμε καλά ότι το δοχείο στέγνωσε τελείως, τότε το καίμε σε κάποιο τζάκι ή σε κάποιο κλίβανο ή απλά το πετάμε.

Καλά Φώτα! 
Καλό Φωτισμό! 
Καλή χρονιά 
σε όλες και σε όλους!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019

ΟΣΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗ


ΟΣΙΑ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗ


     Η οσία Συγκλητική γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια κατά τον 4ο αιώνα από γονείς χριστιανούς, πλούσιους και ευσεβείς, που κατάγονταν από την Μακεδονία. Η ομορφιά, η ευφυΐα και οι πάμπολλες αρετές της, την έκαναν να πολιορκείται από πλήθος μνηστήρων σε νεαρή ήδη ηλικία· εκείνη όμως παρέμενε τυφλή και κώφευε στα θέλγητρα του κόσμου τούτου, ποθώντας μόνον την πνευματική ένωση με τον ουράνιο Νυμφίο, τον Χριστό. Υποτάσσοντας το σώμα της με νηστείες και κάθε λογής σκληραγωγίες, συγκέντρωνε αδιάκοπα τον νου της στο βάθος της καρδιάς ανακράζοντας νυχθημερόν: «για μένα τα πάντα είναι ο Αγαπημένος μου όπως κι εγώ γι’ Αυτόν» (Άσμα Ασμάτων 2, 16).

     Μετά τον θάνατο των γονέων της, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία της στους φτωχούς, αναχώρησε από την πόλη συνοδευόμενη από την τυφλή αδελφή της, και αφιερώθηκε εσαεί στον Κύριο μετά την κουρά της από κάποιον ιερέα. Με αυτόν τον τρόπο έθεσε τα θεμέλια του γυναικείου μοναχισμού, όπως ακριβώς τα είχε θέσει και ο Μέγας Αντώνιος [17 Ιαν.] για τον ανδρικό αντίστοιχα. Εξοικειωμένη ήδη στην ασκητική βιοτή, προόδευε γρήγορα στην οδό που οδηγεί τους μοναχούς να ζουν στη γη σαν στον ουρανό, ώστε να μη χάσει τον επουράνιο μισθό της εν Χριστώ και απωθούσε με διάκριση όλους τους πειρασμούς που της υπέβαλλαν οι δαίμονες. Υψωνόταν έτσι αδιάκοπα προς τον ουρανό με τις άγιες αρετές και, παρά τη θέλησή της, η φήμη της διαδόθηκε στα περίχωρα ωσάν ευωδία πνευματική, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερες νεαρές γυναίκες να προστρέχουν με ζήλο ζητώντας τη συμβουλή και την πνευματική καθοδήγησή της. Αρχικά η οσία αρνήθηκε από ταπείνωση να διακόψει τη σιωπή της. Τελικά, όμως, ενέδωσε από αγάπη στην επιμονή τους και τους απεκάλυπτε, με στεναγμούς και δάκρυα, τους θησαυρούς σοφίας και γνώσης που το Άγιο Πνεύμα είχε προ πολλού αποθέσει μυστικά μέσα της.


     Κατ’ αρχήν, η οσία Συγκλητική υπενθύμιζε στις μαθήτριές της ότι η τέλεια αγάπη του Θεού και του πλησίον είναι η τελείωση του θείου Νόμου, παλαιού και νέου (Εξ. 20· Ρωμ. 13, 10), και αυτή πρέπει να είναι η αρχή και το τέλος όλων των πράξεων, όσων εγκαταλείπουν τα εγκόσμια. «Θα είμαστε μακάριοι», έλεγε, «εάν κοπιάζουμε για να αρέσουμε στον Θεό και να κερδίσουμε τον ουρανό, όσο οι άνθρωποι του κόσμου αυτού κοπιάζουν για να συσσωρεύσουν πλούτη και φθαρτά αγαθά». Αυτή η αγία αγάπη ανθοφορεί σαν λεπταίσθητο άνθος μόνο μέσα σε σώματα και ψυχές που διαφυλάχθηκαν αγνές και καθαρές, όχι μόνο από τα αμαρτήματα της σαρκός και των αισθήσεων, αλλά από κάθε ασύνετη συγκατάβαση απέναντι σε ακάθαρτους λογισμούς που ο διάβολος υποβάλλει αδιάκοπα στους αγωνιστές του Χριστού. Πρέπει, λοιπόν, αδιαλείπτως γρηγορούντες να δείχνονται εκ των πραγμάτων «φρόνιμοι ως οι όφεις» για να αντικρούουν τις μηχανεύσεις του μισόκαλου και «ακέραιοι όπως τα περιστέρια» (Ματθ. 10, 16) στην καθαρότητα σώματος, ψυχής και πνεύματος. Όπως πλένουμε και λευκαίνουμε τα ρούχα τρίβοντάς τα δυνατά, ξανά και ξανά, κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει κι εμείς να παραδοθούμε στην εκούσια πτωχεία και την άσκηση, συνοδεύοντας την αποκοπή του σαρκικού φρονήματος με νήψη, διάκριση, αδιάλειπτη προσευχή και αγία ταπείνωση, ώστε η ψυχή, αφού πρώτα δεχθεί μέσα της το Άγιο Πνεύμα, να μοιάζει με κατάλευκη περιστερά που φτερουγίζει ανεμπόδιστα προς τον Θεό. Η ίδια η οσία είχε καταδείξει με την αναχώρηση και την εν κρυπτώ βιοτή της με ποιον τρόπο προοδεύει κανείς στην ταπείνωση, το θεμέλιο της αγάπης, και έλεγε: «Όπως ένας θησαυρός αρπάζεται και σπαταλιέται από τους κλέφτες μόλις τον ανακαλύψουν, έτσι και η αρετή αδυνατίζει και εξατμίζεται την ίδια στιγμή που φανερώνεται· και όπως το κερί λιώνει στη φωτιά, έτσι χαλαρώνει η ψυχή και χάνει το σθένος της με τις κολακείες και τους επαίνους, ενώ απεναντίας οι προσβολές και οι ονειδισμοί την ανεβάζουν στην κορυφή της αρετής». Σχετικά με την ασκητική ζωή, πρόσθετε και αυτήν ακόμη την υποβλητική παρομοίωση: «Όπως όταν ανάβουμε φωτιά, τα μάτια δακρύζουν ενοχλημένα από τον καπνό, αλλά αμέσως μετά απολαμβάνουμε την ευεργετική θαλπωρή, έτσι πρέπει να συνδαυλίσουμε μέσα μας το πυρ του θείου έρωτος, που ο Χριστός υποσχέθηκε ότι θα φέρει επί της γης (Λουκ. 12, 49), με δάκρυα και πόνο, ώστε να απολαύσουμε κατόπιν την παραμυθία του Αγίου Πνεύματος». Αυτές οι εμπνευσμένες διδαχές γέμιζαν τις μαθήτριες της οσίας με φλογερό ενθουσιασμό, σε βαθμό που δεν ήθελαν πλέον να την αφήσουν αλλά επιθυμούσαν να παραμένουν κοντά της νυχθημερόν και να ατενίζουν στο οσιακό πρόσωπό της την ζώσα εικόνα της ευαγγελικής τελειότητας. Ύστερα από πολλές αντιστάσεις, αφέθηκε στο θέλημα του Θεού και οδήγησε την ολοένα αυξανόμενη αδελφότητά της προς τη στενή οδό της Βασιλείας των Ουρανών, όπως οδηγούμε ένα πλοίο ανάμεσα σε υφάλους. Προέτρεπε τις μαθήτριές της να μεριμνούν για να στολισθούν με άφθαρτα ενδύματα και πνευματικά κοσμήματα προσμένοντας με λαχτάρα τον Χριστό, όπως ακριβώς οι μνηστευμένοι προετοιμάζονται πυρετωδώς για τον γάμο τους. Δίδασκε όσες μαθήτριες ζούσαν στο κοινόβιο, να προτιμούν την υπακοή και την αποκοπή του ιδίου θελήματος ή της ιδίας κρίσης τους από τα ασκητικά κατορθώματα και τις παρακινούσε να ενθαρρύνονται και να διορθώνονται αμοιβαία με τον λόγο και, προπαντός με το παράδειγμα, για να αποφεύγουν τις μεθοδεύσεις του διαβόλου, την ακηδία και την κενοδοξία, αφού μόνον έτσι προοδεύουμε, με μέτρο και διάκριση, στη βασιλική οδό της ταπείνωσης.


     Με σώμα αποξηραμένο και αδυνατισμένο από τη νηστεία, και ψυχή ολόφωτη από τον Ήλιο της Δικαιοσύνης Χριστό, η οσία Συγκλητική ακτινοβολούσε με τη διδαχή της, με την αλάνθαστη διάκρισή της, που αποκάλυπτε κάθε πλάνη και δαιμονική μεθόδευση και, προπαντός, με τις σταθερές προόδους της στην τελειότητα της εν Χριστώ ζωής. Στην εκούσια θυσία της άσκησης πρόσθεσε κατά τα τελευταία χρόνια του βίου της την υπομονή στις δοκιμασίες και τις ασθένειες: τους αδιάκοπους πυρετούς και τις πνευμονικές διαταραχές που έφθειραν το σώμα της αργά-αργά. Όταν έφθασε σε ηλικία ογδόντα πέντε ετών, ο διάβολος τής επέβαλε έναν ύστατο αγώνα, έχοντας λάβει παραχωρητικά από τον Θεό την εξουσία να την υποβάλει επί τρεισήμισι χρόνια σε όλα τα δεινά που υπέφερε ο Δίκαιος Ιώβ επί ολόκληρα τριάντα πέντε χρόνια. Και ενώ στον πολύαθλο Ιώβ και στους αγίους Μάρτυρες επιτίθεντο έξωθεν, στην αγία επιτέθηκε εξίσου λυσσαλέα εκ των έσω, καίγοντας σιγά-σιγά τα σωθικά της μ’ έναν καρκίνο που της προξενούσε οδυνηρότατους πόνους. Η αγία υπέφερε ωστόσο τις δοκιμασίες υπομονετικά ευχαριστώντας τον Θεό και, μάλιστα, λάβαινε αφορμή να διδάσκει τις αδελφές λέγοντας: «Όταν μας εξουθενώνει η αρρώστια, να μην καταθλιβόμαστε ωσάν εξαιτίας της σωματικής μας κατάπτωσης να μην μπορούμε να δοξολογούμε τον Θεό. Γιατί όλα αυτά γίνονται για το καλό μας και για την κάθαρση των παθών μας. Πράγματι, η νηστεία και η άσκηση δεν μας έχουν επιβληθεί παρά εξαιτίας των ηδονών. Εάν, επομένως, η αρρώστια έχει αμβλύνει το κεντρί της επιθυμίας, αυτές οι ασκήσεις του λοιπού περιττεύουν. Να, η μεγάλη άσκηση: να υπομένεις την αρρώστια και να αναπέμπεις προς τον Θεό ευχαριστηρίους ύμνους!».

     Βλέποντάς την άτρωτη στις επιθέσεις του, ο διάβολος προσέβαλε τη φωνή της οσίας και την έκανε να χάσει το φοβερό όπλο της διδασκαλίας της. Και μόνη όμως η γαλήνια όψη της αγίας, εν μέσω τέτοιων ανείπωτα σφοδρών συμφορών, αντικαθιστούσε κάθε άλλη διδαχή και στερέωνε βαθιά αυτούς που την πλησίαζαν στην άφραστη αγάπη του Θεού. Τότε ο διάβολος επιτέθηκε στο σώμα της. Παρουσιάσθηκε γάγγραινα και σήψη, κάνοντας το σώμα της αγίας να αποπνέει τέτοια δυσωδία, που οι μαθήτριές της δεν μπορούσαν να έλθουν κοντά της, παρά καίγοντας δυνατά μυρωδικά και αλείφοντας τα προσβεβλημένα μέλη με αρώματα, όπως όταν αλείφουν τους νεκρούς. Τίποτα ωστόσο δεν μπορούσε να καταβάλει αυτή την αδύνατη γυναίκα που έγινε, με τη θεία Χάρη, ο γενναιότερος πολεμιστής του Χριστού. Περιφρονούσε τον θάνατο και όλα τα ανίσχυρα μηχανεύματα του δαίμονα, οι άγγελοι του Θεού τής παραστέκονταν και μπόρεσε να θεωρήσει ολόχαρη το άρρητο φέγγος του πάντερπνου Παραδείσου. Έτσι, μετά από ένα ανεκδιήγητο μαρτύριο που διήρκησε τρεις μήνες, εξεδήμησε προς Κύριον για να λάβει τον αμαράντινο στέφανο των αγώνων της, αφού προείπε την ημέρα του ειρηνικού θανάτου της και παρηγόρησε τις αδελφές με μια τελευταία συγκινητική διδαχή.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Σοφίᾳ καὶ χάριτι, κεκοσμημένη σεμνή, ἀκλόνητος ἔμεινας, ὡς ὁ Ἰὼβ ὁ κλεινός, ἐχθροῦ ἐπιθέσεσιν· ὅθεν Συγκλητική σε, ἡ οὐράνιος δόξα, δέδεκται μετὰ τέλος, ὡς παρθένον φρονίμην· ἐν ᾗ τῶν μεμνημένων σου ἀεὶ μνημόνευε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἀρετῶν ἐκλάμψασα, ταῖς οὐρανίαις ἀκτῖσιν, ὡς λαμπὰς ἀείφωτος, Συγκλητικὴ θεοφόρε, ἤμβλυνας, τοῦ παλαμναίου ἐχθροῦ τὰ κέντρα, ἴθυνας πρὸς τὸν νυμφῶνα τῆς ἄνω δόξης, δῆμον ἅγιον παρθένων, μεθ’ ὧν δυσώπει, ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῶν Παρθένων ἡ καλλονή, καὶ Ἰὼβ τοῦ θείου, ἐκμαγεῖον ἐν πειρασμοῖς· χαίροις οὐρανίου, συγκλήτου κληρονόμε, Συγκλητικὴ θεόφρον, Πνεύματος ὄργανον.



※
[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 61–65.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Ε, ΝΑΙ!


Ε, ΝΑΙ!


     Φοβάμαι όλες εκείνες τις βολικές δικαιολογίες του εαυτού μου που ακυρώνει με πάταγο η πραγματικότητα. Αναπόφευκτα, το ψέμα που επιλέγουμε για τη συγκάλυψη, την προώθηση και επιβολή του εγώ μας, με μαθηματική ακρίβεια γίνεται εσωτερικά το τέρμα ριζίλι μας. Ε, ναι!

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ


ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ


     Ο μέγας αυτός μάρτυρας του φωτός του Αγίου Πνεύματος ανέτειλε σαν νέος αστέρας πάνω από τη ρωσική γη στις 19 Ιουλίου του 1759, εποχή που το πνεύμα του Διαφωτισμού κατέκλυζε Ευρώπη και Ρωσία, προετοιμάζοντας από ενωρίς τους σκοτεινούς αιώνες της αθεΐας και των διωγμών. Γιος ευσεβών εμπόρων της πόλης Κουρσκ, ανατράφηκε με ευσέβεια και αγάπη για την Εκκλησία και ήδη στη νεότητά του αξιώθηκε να ιαθεί με θαύμα της Παναγίας. Στα δεκαεπτά του χρόνια εγκατέλειψε τον κόσμο, με την ευλογία της μητέρας του, και εισήλθε στη Μονή του Σάρωφ, στην επαρχία του Ταμπώφ, όπου γρήγορα έγινε πρότυπο υπομονής και μοναχικών αρετών. Με χαρά και προθυμία εκτελούσε και τις πιο κοπιαστικές εργασίες για τη διακονία των αδελφών, νήστευε για να κατανικήσει τις ορμές της σαρκός και φύλαγε νυχθημερόν τον νου του προσηλωμένο στη μνήμη του Θεού με τη νοερά προσευχή. Ύστερα από λίγο καιρό αρρώστησε βαριά και, παρά τους πόνους του, αρνιόταν τη βοήθεια των ιατρών, ζητώντας αποκλειστικά το μόνο φάρμακο που αρμόζει σε αυτούς που έχουν απαρνηθεί τα πάντα για τον Θεό: τη θεία Κοινωνία. Όταν του έφεραν την αγία Μετάληψη, του παρουσιάσθηκε η Παναγία μέσα σε ένα έντονο φως, συντροφευμένη από τον Απόστολο Πέτρο και τον Ιωάννη τον Θεολόγο, και τους είπε δείχνοντας τον νεόφυτο μοναχό: «Αυτός εδώ είναι από το δικό μας γένος!». Λίγο καιρό αργότερα ιάθηκε πλήρως και οικοδόμησε ένα νοσοκομείο στον τόπο του οράματος.


     Ύστερα από οκτώ χρόνια ως δόκιμος, εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Σεραφείμ («πυρφόρος»), όνομα που τον κέντριζε να μιμείται με ακόμη περισσότερο ζήλο τους ασώματους αυτούς υπηρέτες του Θεού που φλέγονται από αγάπη και λατρεία. Όταν χειροτονήθηκε διάκονος, προσευχόταν νύχτες ολόκληρες πριν συμμετάσχει στη θεία Λειτουργία. Και καθώς πρόκοβε αδιάκοπα στον ενάρετο βίο, ο Κύριος τού επιδαψίλευε σε ανταπόδοση πολλές οράσεις, εκστάσεις και πνευματικές παραμυθίες. Καθοδηγούμενος με την πρακτική σοφία από τους γέροντες, δεν καυχιόταν ματαιόδοξα για την εύνοια του Θεού. Απεναντίας, τα βιώματα αυτά γίνονταν αφορμή να βυθίζεται ακόμα περισσότερο στην ταπείνωση και την αυτομεμψία και να αποζητά ακόμη πιο πολύ την ιερή ησυχία.


     Λίγο καιρό μετά τη χειροτονία του σε πρεσβύτερο και τον θάνατο του πνευματικού του πατέρα, του δόθηκε ευλογία να ζήσει στην ησυχία, βαθιά στο δάσος, έξι με επτά χιλιόμετρα από το μοναστήρι και να κτίσει μια ξύλινη καλύβα τριγυρισμένη με περιβολάκι, πάνω σ’ έναν λόφο που ονόμασε «Άγιον Όρος» (Άθω). Εκεί περνούσε όλη την εβδομάδα, παρεκτός τις Κυριακές και τις εορτές που πήγαινε στο μοναστήρι, περνώντας όλο τον καιρό του με προσευχή, μελέτη και θεάρεστη σκληραγωγία της σαρκός. Καθεμιά από αυτές τις δραστηριότητες ήταν μια ακόμη ευκαιρία να υψώνει τη σκέψη του στα θεία. Αγνοούσε κάθε τι κοσμικό ή σαρκικό και υπέφερε υπομονετικά το χειμερινό ψύχος και τις εφόδους των εντόμων το καλοκαίρι, πανευτυχής που μοιραζόταν έτσι μυστικά τις θλίψεις του Κυρίου για να εξαγνίσει τη ψυχή του. Όπου πήγαινε, κουβαλούσε μαζί του ένα χοντρό Ευαγγέλιο δεμένο στην πλάτη του, σαν τα «βάρη του Χριστού», και μετακινούνταν στα διάφορα μέρη του δάσους στα οποία είχε δώσει ονόματα ιερών τόπων («Βηθλεέμ», «Ιορδάνης», «Θαβώρ», «Γολγοθάς»…), έτσι ώστε να μελετά αλλά και να βιώνει τις αντίστοιχες ευαγγελικές περικοπές. Με αυτή την χριστοκεντρική ένταση βίωνε καθημερινά τη ζωή και τα Πάθη του Κυρίου. Η αδιάλειπτη μελέτη της Αγίας Γραφής δεν του παρείχε μόνο γνώση της αλήθειας, αλλά και κάθαρση ψυχής και συντριβή της καρδιάς τόσο, ώστε πέρα από την αποστήθιση των ιερών ακολουθιών στις ορισμένες ώρες και τις χίλιες καθημερινές μετάνοιές του, μπορούσε να προσεύχεται αδιάλειπτα, με βυθισμένο τον νου στην καρδιά. Τρεφόταν στην αρχή με ψωμί που έψηναν στο μοναστήρι, ύστερα μόνον από τα κηπευτικά του περιβολιού του. Συχνά-πυκνά, αποστερούσε τον εαυτό του από το μερίδιό του για να το μοιράσει στα ζώα που έρχονταν κοντά στην καλύβα του, ιδιαίτερα σε μια θεόρατη αρκούδα που είχε γίνει κατοικίδια σαν γάτα.


     Βλέποντας αυτή τη θεάρεστη βιοτή, τόσο συγγενική με εκείνη των ασώματων Δυνάμεων, ο προαιώνιος εχθρός του ανθρωπίνου γένους, ο διάβολος, καθαρά από ζηλοφθονία, έστρεψε πάνω στον αγαθό ασκητή του Χριστού τις συνηθισμένες του επιθέσεις: επηρμένες σκέψεις, θορύβους, τρομακτικά ενύπνια, κλπ. Ο άγρυπνος όμως αγωνιστής της Χάριτος τα απέκρουε όλα αυτά με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού. Καθώς ο αόρατος πόλεμος των λογισμών γινόταν ολοένα και πιο πιεστικός, ο άγιος αποφάσισε να αποπειραθεί έναν αγώνα αντάξιο των υψηλών κατορθωμάτων των παλαιών στυλιτών: πέρασε χίλια ημερόνυχτα, όρθιος ή γονατιστός πάνω σ’ έναν βράχο, επαναλαμβάνοντας εκ βάθους καρδίας την προσευχή του τελώνη: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ!» (Λουκ. 18, 13). Με τον τρόπο αυτό απαλλάχθηκε οριστικά από τους πονηρούς λογισμούς.


     Όμως ο διάβολος δεν παραδεχόταν ακόμη την ήττα του και, έτσι, έστειλε εναντίον του τρεις ληστές, οι οποίοι εξαγριωμένοι που δεν βρήκαν πάνω στον ακτήμονα μοναχό τα λεφτά που έλπιζαν να βρουν, τον έδειραν με ρόπαλα και με την ανάστροφη του τσεκουριού και, στο τέλος, τον εγκατέλειψαν ημιθανή, αιμόφυρτο με τσακισμένα τα κόκαλα. Μολονότι ήταν γεροδεμένος, ο πράος και ανεξίκακος Σεραφείμ δεν θέλησε να αντισταθεί, και παραδόθηκε στα χτυπήματά τους φρονώντας ότι συμμετέχει έτσι στο Πάθος του Κυρίου του. Παρά την αξιοθρήνητη κατάστασή του, κατάφερε να συρθεί ως το μοναστήρι, όπου, ύστερα από πέντε μήνες βασάνων, θεραπεύθηκε θαυματουργικά μετά από εμφάνιση της Παναγίας, παρόμοια εκείνης που βίωσε όταν ήταν δόκιμος. Παρέμεινε ωστόσο σκυφτός σαν ραχιτικός μέχρι την κοίμησή του, περπατούσε στηριγμένος πάντα σ’ ένα ραβδί και κάθε μετακίνηση ήταν γι’ αυτόν πραγματικά επώδυνη.


     Η αναπηρία αυτή του επέτρεψε να αναρριχηθεί έναν ακόμη βαθμό στην ουρανοδρόμο κλίμακα που είχε στηθεί γι’ αυτόν και να επιχειρήσει, από το 1807 ως το 1810, τον αγώνα της σιωπής στην ησυχία. Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του και ανέλαβε, ξαναγύρισε στην «έρημό» του και, καθώς δεν μπορούσε να έρχεται τακτικά στο μοναστήρι, έπαψε συνακόλουθα να δέχεται και να απευθύνει τον λόγο σε οποιονδήποτε. Κάθε φορά που συναντούσε κάποιον μέσα στο δάσος, έκανε εδαφιαία υπόκλιση μπροστά του, αμίλητος, έως ότου εκείνος απομακρυνόταν. Μπορούσε έτσι να κρατάει τον νου του προσηλωμένο στον Θεό, δίχως διακοπή και δίχως περισπασμούς. Στο μεταξύ, ο ηγούμενος της μονής εκοιμήθη και ορισμένοι μοναχοί άρχισαν να δείχνουν ζωηρή αντιπάθεια για τον άγιο ερημίτη, κατηγορώντας τον ότι αποχωρίζεται από τη θεία Κοινωνία. Τον διέταξαν τελικά να επιστρέψει στο μοναστήρι. Ο Σεραφείμ υπάκουσε χωρίς καμία αντίρρηση και εγκαταστάθηκε σ’ ένα στενό κελί, όπου εγκαινίασε μια νέα περίοδο στον ασκητικό του βίο: αυτή του εγκλεισμού. Στην είσοδο είχε βάλει το φέρετρό του, όπου του άρεσε να κάθεται προσευχόμενος· και στο κελί του, όπου δεν έμπαινε ποτέ κανένας, είχε για στρώμα ένα τσουβάλι πέτρες, έναν κορμό δέντρου για κάθισμα και μια εικόνα της Παναγίας της «Γλυκοφιλούσας» που ο ίδιος την αποκαλούσε «Η των πάντων χαρά», μπροστά στην οποία έκαιγε ακοίμητο καντήλι. Ζούσε μέσα σε απόλυτη σιωπή, αυξάνοντας τις εκούσιες στερήσεις, μελετώντας και ερμηνεύοντας ο ίδιος κάθε εβδομάδα ολόκληρη την Καινή Διαθήκη, προσευχόμενος αδιάκοπα, με την καρδία νήφουσα, μην έχοντας άλλους, εκτός από τους αγγέλους και τους αγίους, ως μοναδικούς μάρτυρες των συχνών εκστάσεών του και των νοερών αρπαγών του στα ουράνια δώματα.


     Ύστερα από πέντε χρόνια εγκλεισμού, άνοιξε την πόρτα του, αφήνοντας να εισέλθουν όσοι ήθελαν να τον δουν, χωρίς όμως να διακόψει τη σιωπή του, ακόμη και για τους πιο επίσημους επισκέπτες. Το 1825, καθώς η ίδια η Παναγία τού αποκάλυψε πως ήρθε η ώρα να εγκαταλείψει την ησυχαστική ζωή, άρχισε να προσφέρει τους καρπούς της εμπειρίας του στους άλλους: τους μοναχούς πρώτα, που τους παρότρυνε στην τήρηση των μοναστικών κανόνων και στον ζήλο για τα έργα του Θεού· τους λαϊκούς ύστερα, που ο αριθμός τους μεγάλωνε γοργά. Έχοντας κοινωνήσει εκούσια στο Πάθος του Κυρίου, μετά από σαράντα επτά χρόνια ασκητικής ζωής, και περνώντας διαδοχικά από τα στάδια του κοινοβιάτη, του ησυχαστή, του στυλίτη και του έγκλειστου, αυτός ο γέροντας ντυμένος στα λευκά, κυρτωμένος πάνω στο ραβδί του, στρεφόταν προς τους ανθρώπους, έμπλεος Χάριτος και Φωτός από το Άγιο Πνεύμα, για να εκπληρώσει στην εντέλεια το ανώτερο αξίωμα της πνευματικής πατρότητος («Στάρτσεστβο») και να καταστεί για ολόκληρο τον ρωσικό λαό ένας αληθινός «απόστολος», μάρτυρας και κήρυκας της Αναστάσεως. Η πόρτα του έμενε ανοιχτή σε όλους ως το βράδυ. Χαιρετούσε τους επισκέπτες του χαρωπός, λέγοντάς τους: «Χαρά μου, Χριστός ανέστη!» και επιδείκνυε μια ξεχωριστή εύνοια απέναντι στους αμαρτωλούς που προσέρχονταν προς αυτόν μετανιωμένοι, όπως ο άσωτος υιός στον Πατέρα του (Λουκ. 15, 11). Η υπερφυσική πραότητά του προσείλκυε ακόμη και τους πιο σκληρούς· η ταπείνωσή του έκαμπτε τους υπερήφανους και τους έκανε να κλαίνε σαν παιδιά. Για τους αριστοκράτες όπως και για τους ανθρώπους του λαού, το κελί του «πτωχού Σεραφείμ» έμοιαζε κυριολεκτικά με προθάλαμο του ουρανού. 


     Μια συζήτηση μαζί του ή μια απλή ευλογία από αυτόν, γινόταν αληθινή συνομιλία με τον Θεό, που μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον προσανατολισμό της ζωής τους. Με το διορατικό του χάρισμα, διείσδυε στα μυστικά των καρδιών και τα φανέρωνε στους εξομολογούμενους που δεν τολμούσαν να τα ομολογήσουν· απαντούσε σε γράμματα χωρίς να χρειάζεται να τ’ ανοίξει και ήξερε να δίνει στον καθένα την κατάλληλη συμβουλή, παρηγοριά, ενθάρρυνση ή επίπληξη. Όντας ολότελα παραδομένος στο θείο θέλημα, τους έλεγε χωρίς άλλη σκέψη τον πρώτο λόγο που ο Θεός τού αποκάλυπτε και πάντα αποδεικνυόταν εκ των πραγμάτων ο πλέον κατάλληλος λόγος. Έκανε πολλές θαυματουργικές ιάσεις, αλείφοντας τους ασθενείς με το λάδι του καντηλιού που έκαιγε ακατάπαυστα στο κελί του, ή στέλνοντάς τους να πιουν από το νερό της πηγής που μετέπειτα επονομάσθηκε «Πηγή του Πατρός Σεραφείμ», σε μικρή απόσταση από το μοναστήρι, στην κοντινή «έρημό» του, όπου του άρεσε να περνάει τα απομεσήμερα. Τόσα ήταν τα αιτήματα να προσευχηθεί για τους ζώντες και τους κεκοιμημένους, που του ήταν αδύνατο να μνημονεύει όλα τα ονόματα. Άναβε για τον καθένα ένα κερί στο κελί του, που υπερθερμαινόταν και ήταν σταθερά καταυγασμένο από εκατοντάδες φλόγες, ίδιες με ψυχές ζωντανές. Ο Θεός τού παραχώρησε και το προφητικό χάρισμα, οπότε προέβλεψε μελλοντικά γεγονότα τόσο για συγκεκριμένα πρόσωπα όσο και για ολόκληρη τη χώρα, όπως τον πόλεμο της Κριμαίας, τον λιμό και τη φρικτή δοκιμασία που καθαίμαξε την Εκκλησία και τον ρωσικό λαό, έναν αιώνα αργότερα. Τις διάφορες προφητείες του όμως τις έκρυβε πίσω από αινιγματικά λόγια, που δεν τα καταλάβαιναν, παρά αφού πρώτα πραγματοποιούνταν τα γεγονότα.


     Ο πλούσιος γαιοκτήμονας Μοτοβίλωφ, που είχε θαυματουργικά ιαθεί από τον άνθρωπο του Θεού και είχε γίνει θερμός μαθητής του, τον ρώτησε μία ημέρα: «Ποιος είναι ο σκοπός της χριστιανικής ζωής;». Ο πατήρ Σεραφείμ τού αποκρίθηκε: «Είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος που λαμβάνουμε με τα αγαθά έργα που μας συνιστά η Εκκλησία και προπαντός με την προσευχή». Καθώς ο συνομιλητής τον πίεζε ρωτώντας τον για να μάθει επακριβώς τι είναι η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, ο στάρετς ξαφνικά τον αγκάλιασε, τον κοίταξε κατάματα –το πρόσωπό του έλαμπε πιο πολύ από τον ήλιο το καταμεσήμερο– και του είπε προστακτικά: «Κοιτάξτε με, φίλε του Θεού, μη φοβάστε! Ζήτησα από τον Κύριο με όλη μου την καρδιά να σας αξιώσει να δείτε με τα σωματικά σας μάτια την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος. Και ιδού! Έχετε γίνει όπως κι εγώ, ολόφωτος. Έχετε πληρωθεί με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, διαφορετικά θα σας ήταν εντελώς αδύνατο να με αντικρίσετε έτσι φωτολουσμένο. Τι αισθάνεσθε;». Ο Μοτοβίλωφ απάντησε: «Μια γαλήνη και μια άφατη ειρήνη. Η καρδιά μου κατακλύζεται από χαρά που δεν εκφράζεται!». —«Και ακόμη;». —Μια θέρμη και μια ευωδία, που δεν έχω ξανανιώσει ποτέ!». —«Αυτή είναι η ευωδία του Αγίου Πνεύματος», αποκρίθηκε ο άγιος Σεραφείμ, «και αυτή η θέρμη δεν είναι εξωτερική, αφού βρισκόμαστε μεσ’ στο καταχείμωνο και ολόκληρο το δάσος γύρω μας είναι χιονοσκέπαστο, αλλά είναι μέσα μας, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου μας που λέει: “Η Βασιλεία του Θεού είναι μέσα σας” (Λουκ. 17, 21)». Αυτή η θαυμάσια συνομιλία κράτησε πολύ ακόμη και στο τέλος ο άγιος Σεραφείμ ζήτησε από τον μαθητή του να την καταγράψει και να τη μεταδώσει σε όλο τον κόσμο. Το χειρόγραφο του Μοτοβίλωφ βρέθηκε πολύ αργότερα, το 1903, στην παραμονή της αγιοκατάταξης του αγίου Σεραφείμ. Από τότε διαδόθηκε ευρέως. Είναι το ύστατο φωτοφόρο και ελπιδοφόρο μήνυμα που ο άγιος, όσιος και προφήτης του Σαρώφ άφηνε στη Ρωσία. Στις διδαχές του έλεγε συχνά: «Χαρά μου, απόκτησε πνεύμα ειρήνης και τότε χιλιάδες ψυχές θα σωθούν κοντά σου!». Αυτή την εσωτερική ειρήνη, που είχε αποκτήσει με τίμημα τόσους μόχθους, τη σκόρπιζε ολόγυρά του ως χαρά και φως. Γι’ αυτό ο άγιος Σεραφείμ δεν άφησε πίσω του μια συγκεκριμένη διδασκαλία, αλλά μάλλον ένα ζωντανό και ευεργετικό πρότυπο ζωής.


     Τότε που ήταν ακόμη διάκονος, η κτιτόρισσα της Μονής του Ντιβέγιεβο, λίγα χιλιόμετρα από το Σάρωφ, του είχε εμπιστευθεί την πνευματική καθοδήγηση του νεοσύστατου κοινοβίου. Όλη του τη ζωή, ο όσιος Σεραφείμ επέδειξε πατρική φροντίδα για τις αδελφές. Η αδελφότητα αυξήθηκε γρήγορα, παρά τις οικονομικές δυσκολίες. Ο όσιος Σεραφείμ την οργάνωσε σε αυστηρά κοινοβιακό τύπο, με την προτροπή: «Να έχετε πάντα τα χέρια στο εργόχειρο και τα χείλη στην προσευχή». Κατ’ εντολήν της Παναγίας, ίδρυσε ένα δεύτερο μοναστήρι, που αποκλήθηκε του «Μύλου», με τις πιο αγαπητές του αδελφές, στις οποίες έδωσε κανόνα βίου που ήταν βασισμένος στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Δυστυχώς, μετά την κοίμηση του μεγάλου στάρετς, ο σατανάς υποκίνησε έναν φιλόδοξο και δολοπλόκο μοναχό, που προσπάθησε με κάθε μέσο να καταστρέψει τη φήμη και το έργο του αγίου: έκλεισε τον «Μύλο» και υπέβαλε τις μοναχές σε πλήθος ταλαιπωρίες.


     Μια μέρα, λίγο καιρό πριν την εκδημία του, ο Σεραφείμ κάλεσε μια μοναχή του Ντιβέγιεβο και της ανήγγειλε σκεπάζοντάς την με τον μανδύα του: «Σε λίγο θα δεχθούμε την επίσκεψη της Παναγίας!». Την ορισμένη στιγμή, τη σήκωσε και άκουσαν ένα δυνατό θόρυβο που έμοιαζε με δυνατό άνεμο στο δάσος και ύστερα εκκλησιαστικούς ύμνους. Η πόρτα άνοιξε από μόνη της και αίφνης το κελί κατακλύσθηκε από θείο φως και ευωδία. Ο όσιος έπεσε στα γόνατα και εμφανίσθηκε η Παναγία, συνοδευόμενη από δύο αγγέλους, τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ακολουθούμενη από μια δωδεκάδα αγίων παρθενομαρτύρων. Η μοναχή έπεσε καταγής, νομίζοντας πως ήρθε το τέλος της, ενώ ο πατήρ Σεραφείμ στεκόταν όρθιος και συνομιλούσε τρυφερά με τη Βασίλισσα των Ουρανών σαν οικείος και φίλος. Η Θεοτόκος τού υποσχέθηκε να προστατεύει πάντα τις αδελφές του Ντιβέγιεβο και, στο τέλος, καθώς χανόταν η Παναγία, του είπε: «Πολυαγαπημένε μου, σύντομα θα είσαι κοντά μας!». Όταν απόμειναν μόνοι, ο στάρετς εκμυστηρεύθηκε στη μοναχή ότι ήταν η δωδέκατη θεία εμφάνιση που τον αξίωνε να ζήσει ο Κύριος.


     Φθάνοντας σε ηλικία εβδομήντα ετών, ο όσιος Σεραφείμ υπέφερε φρικτά από τις παλαιές πληγές του, χωρίς όμως επ’ ουδενί να μειώσει την άσκησή του. Μιλούσε όλο και συχνότερα για τον επικείμενο θάνατό του, γεμάτος χαρά και με το πρόσωπό του να λάμπει. Την 1η Ιανουαρίου του 1833, αφού μετέλαβε, προσκύνησε όλες τις εικόνες της εκκλησίας, ανάβοντας μπροστά σε κάθε μια από αυτές ένα κερί και ευλόγησε όλους τους αδελφούς λέγοντας: «Φροντίστε για τη σωτηρία σας! Αγρυπνείτε! Σας ετοιμάζονται στεφάνια!». Ύστερα, αφού επισκέφθηκε τον τάφο του, κλείσθηκε στο κελί του και την ίδια νύχτα παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο, γονατιστός, ψάλλοντας πασχαλινούς ύμνους. Όλος ο λαός της περιοχής συγκεντρώθηκε για την κηδεία του.


     Έκτοτε ο άνθρωπος του Θεού εξακολούθησε να επισκέπτεται και να συνδράμει τα πνευματικά του τέκνα με συνεχείς εμφανίσεις και ιάσεις, και η αφοσίωση του λαού σ’ αυτόν αυξανόταν, παρά τις αντιδράσεις ορισμένων. Τελικά, η ανακήρυξη του οσίου Σεραφείμ σε άγιο, στις 19 Ιουλίου του 1903, παρουσία της τσαρικής οικογένειας, πολλών επισκόπων και εκατοντάδων χιλιάδων κόσμου που ήλθαν από όλα τα μέρη της Ρωσίας, ήταν η ένδειξη του ανεκδιήγητου θριάμβου του. Αυτή η τελετή υπήρξε και η τελευταία εκδήλωση της ενότητας του ρωσικού λαού και της δόξας της Εκκλησίας πριν τη μεγάλη δοκιμασία των διωγμών που ολοένα πλησίαζε. Τα σεπτά λείψανά του, που περιέφεραν εν πομπή πάνω από το πλήθος, επιτέλεσαν τότε πολλά θαύματα. Το 1926 οι μπολσεβίκοι τα δήμευσαν και τα ίχνη τους χάθηκαν. Από θεία Πρόνοια ξαναβρέθηκαν το 1991, στις αποθήκες του «Μουσείου Αθεΐας», στην Αγία Πετρούπολη. Τα πολύτιμα αυτά λείψανα, αφού εξακριβώθηκε δεόντως η ταυτότητά τους, μεταφέρθηκαν πανηγυρικά στη Μονή του Ντιβέγιεβο, ύστερα από θριαμβευτική και συγκινητική λιτάνευση μέσα από τις μεγάλες πόλεις της Ρωσίας. Το γεγονός αυτό εγκαινίασε κατά κάποιο τρόπο τη σύγχρονη θρησκευτική αναγέννηση στη Ρωσία. Ο εορτασμός της Εκατονταετηρίδας της αγιοκατάταξης του οσίου Σεραφείμ, τον Ιούλιο του 2003, έφερε στο Σάρωφ δεκάδες χιλιάδων πιστών. Στα εγκαίνια του ναού, που είχε κτισθεί στον τόπο του κελιού του οσίου, αλλά που είχε εν τω μεταξύ μετατραπεί σε αίθουσα διασκεδάσεων, ο πατριάρχης Αλέξιος χαιρέτησε το γεγονός αυτό ως εκπλήρωση της προφητείας του οσίου Σεραφείμ, που είχε πει ότι «θα εορτάσουν Πάσχα μες στο κατακαλόκαιρο».



—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἐν νεότητος, ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σὲ μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Σαρὼφ ὡς ἄγγελος βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ, ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ὅλως ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις, ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.




※
[ Ιερομονάχου
Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 29–36.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.