Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΦΗΜΙΑ


Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΦΗΜΙΑ


     Η αγία Ευφημία έζησε επί Διοκλητιανού (284-305). Βλαστός πλουσίων και ευσεβών γονέων της Χαλκηδόνος, του συγκλητικού Φιλόφρονος και της Θεοδοσιανής, γαλουχήθηκε με την Πίστη του Χριστού. Την εποχή του μεγάλου διωγμού (303), όταν σε κάποια εορτή ο ανθύπατος της Ασίας Πρίσκος πρόσταξε επί ποινή θανάτου όλοι οι κάτοικοι της επαρχίας να παρουσιασθούν στην Χαλκηδόνα για να θυσιάσουν στον εκεί τιμώμενο θεό Άρη, οι χριστιανοί σχημάτισαν μικρές ομάδες και, άλλοι μεν κρύβονταν σε απομονωμένες οικίες, ενώ άλλοι κατέφευγαν στις ερημιές, για να διασωθούν από τον τύραννο και να διαφυλάξουν την Πίστη τους.

     Ένας τέτοιος όμιλος ήταν και αυτός της αγίας Ευφημίας, που απαρτιζόταν από σαράντα εννέα χριστιανούς. Μεταξύ αυτών η αγία έλαμπε με τις αρετές και την σοφία της σαν λαμπρότατο άστρο. Γρήγορα όμως τους ανακάλυψαν και τους οδήγησαν ενώπιον του ανθύπατου, ο οποίος κατ’ αρχάς αποπειράθηκε να τους παρασύρει στην ασέβεια με κολακείες και υποσχέσεις γήινων απολαύσεων. Αλλά ο ιερός συνασπισμός, εμπνεόμενος και καθοδηγούμενος από την Ευφημία, του απάντησε: «Εμείς, ανθύπατε, θεωρούμε μεγάλη ντροπή, ενώ λάβαμε από τον Θεό νου και φρένες, να λατρεύουμε άφωνα και κωφά ξόανα και να αρνηθούμε τον μόνον αληθινό Θεό, τον ποιητή του ουρανού και της γης. Οι τιμωρίες που επισείεις εναντίον μας μάλλον θα μας φανούν ελαφρές και όχι αρκετές για ένα τέλειο μαρτύριο. Δοκίμασε όμως, για να γνωρίσεις την δύναμη του Θεού μας!».

     Οι λόγοι αυτοί άναψαν την οργή του τυράννου και επί δεκαεννέα ημέρες βασάνιζε καθημερινώς τους μάρτυρες. Επειδή τους έβλεπε στερεούς στην Πίστη του Χριστού, τους μεν άλλους αγίους έριξε στην φυλακή, την δε Ευφημία, ως προεξάρχουσα της ομάδος, παρέδωσε στους δημίους, για να συντρίψουν το σώμα της με σιδερένιους τροχούς. Την ώρα του μαρτυρίου η Ευφημία επικαλέσθηκε την βοήθεια του Θεού και ευθύς θείος άγγελος εμφανίσθηκε, την έλυσε από τους τροχούς και της θεράπευσε τις πληγές.

     Ενώ η αγία επρόκειτο να ριφθεί μέσα σε αναμμένη κάμινο, της οποίας οι φλόγες είχαν υψωθεί σαράντα πέντε πήχεις, οι δήμιοι Σωσθένης και Βίκτωρ έβλεπαν λευκοφόρους άνδρες να στέκονται δίπλα της και να σκορπίζουν τις φλόγες. Για τον λόγο αυτό αμέσως παραιτήθηκαν και οι δύο από το έργο τους, ομολόγησαν στον Πρίσκο την δύναμη του αληθινού Θεού και καταδικάσθηκαν σε θάνατο διά θηρομαχίας. Όταν οι νέοι δήμιοι έριξαν την αγία στην κάμινο, το πυρ χύθηκε έξω και τους κατέκαυσε, η δε μάρτυς εξήλθε αβλαβής.

     Πνέοντας μένεα ο ανθύπατος, πρόσταξε να την ρίξουν σε μεγάλο λάκκο ύδατος γεμάτο με σαρκοβόρα θηρία της θαλάσσης, για να την κατασπαράξουν. Η αγία έκανε τότε επάνω της το σημείο του σταυρού και μόνη της πήδησε στο νερό, τα δε θηρία, χωρίς να την πειράξουν, την πήραν στα νώτα τους. Αν και κατεπλάγη ο τύραννος από τα γενόμενα, δεν υπεχώρησε. Αντίθετα, διέταξε να την ραβδίσουν άσπλαχνα, να τεμαχίσουν το σώμα της με κοφτερά πριόνια και να το κατακαύσουν σε πυρωμένα τηγάνια. Θεία δύναμη όμως εξουδετέρωσε την ενέργεια των τιμωρητικών οργάνων, και η μάρτυς παρέμεινε και πάλι αβλαβής.

     Οργισμένος ο θεομάχος Πρίσκος και αμετάθετος από την πλάνη του, εξαπέλυσε εναντίον της στο στάδιο τέσσερα λιοντάρια και τρεις αρκούδες, τα οποία την πλησίασαν και καταφίλησαν τα πόδια της. Ένα απλό δήγμα (δαγκωματιά) όμως μιας αρκούδας έγινε σε λίγο αφορμή να εκδημήσει η αγία προς τον Κύριο.

     Μεγάλος σεισμός δόνησε τότε την πόλη και οι γονείς της μεγαλομάρτυρος Ευφημίας βρήκαν ευκαιρία να λάβουν το μαρτυρικό της σώμα και να το ενταφιάσουν κοντά στην Χαλκηδόνα. Μετά την κατάπαυση του διωγμού, οι χριστιανοί απόθεσαν το τίμιο λείψανό της σε λάρνακα και το κατέθεσαν στην μεγαλοπρεπή βασιλική που ανήγειραν προς τιμήν της επάνω στον τάφο της. Στον ναό αυτό το 451 συνήλθε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, κατά την οποία συνέβη και το θαύμα της απορρίψεως του τόμου των αιρετικών, που μνημονεύεται στις 11 Ιουλίου.

     Το ακέραιο λείψανό της, που από αιώνες προσείλκυε πλήθος προσκυνητών, μεταφέρθηκε το έτος 616 στην Βασιλεύουσα, λόγω της απειλής των Περσών, και βρίσκεται σήμερα στον ναό του Αγίου Γεωργίου, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
     Τῷ θείῳ ἔρωτι, λαμπρῶς ἀθλήσασα, εἰς ὀσμὴν ἔδραμες, Χριστοῦ πανεύφημε, οἶα νεᾶνις παγκαλής, καὶ Μάρτυς πεποικιλμένη· ὅθεν εἰσελήλυθας, εἰς παστάδα οὐράνιον, κόσμῳ διανέμουσα, ἰαμάτων χαρίσματα, καὶ σώζουσα τοὺς σοὶ ἐκβοῶντας· χαίροις θεόφρον Εὐφημία.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Θείας πίστως.
     Λίαν εὔφρανας, τοὺς Ὀρθοδόξους, καὶ κατῄσχυνας, τοὺς κακοδόξους, Εὐφημία Χριστοῦ καλλιπάρθενε· τῆς γὰρ Τετάρτης Συνόδου ἐκύρωσας, ἃ οἱ Πατέρες καλῶς ἐδογμάτισαν. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
     ν τῇ ἀθλήσει σου καλῶς ἠγωνίσω, καὶ μετὰ θάνατον ἡμᾶς ἁγιάζεις, ταῖς τῶν αἱμάτων σου βλύσεσι Πανεύφημε· ὅθεν σου τὴν κοίμησιν, τὴν ἁγίαν τιμῶμεν, πίστει παριστάμενοι, τῷ σεπτῷ σου λειψάνῳ, ἵνα ῥυσθῶμεν νόσων ψυχικῶν, καὶ τῶν θαυμάτων, τὴν χάριν ἀντλήσωμεν.

 —ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
     γῶνας ἐν ἀθλήσει, ἀγῶνας ἐν τῇ πίστει, κατεβάλου θερμῶς, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Νυμφίου σου. Ἀλλὰ καὶ νῦν, ὡς τὰς αἱρέσεις, καὶ ἐχθρῶν τὸ φρύαγμα, ἐν τοῖς ποσὶ τῶν βασιλέων ἡμῶν, ὑποταγῆναι πρέσβευε, διὰ τῆς Θεοτόκου, ἡ ὑπὸ ἑξακοσίων τριάκοντα, θεοφόρων Πατέρων, τὸν Ὅρον λαβοῦσα, καὶ φυλάττουσα πανεύφημε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
     Εὔφημόν σοι αἶνον καὶ ἱερόν, πανεύφημε Μάρτυς, ἀναμέλπομεν εὐπρεπῶς· σὺ γὰρ Εὐφημία, ἐμπρέψασα εὐφήμως, τῷ Λόγῳ ἐδοξάσθης, ὡς καλλιπάρθενος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
     Πίστιν βεβαιοῦσα τὴν ἀληθῆ, δι’ ἣν Εὐφημία, σφαγιάζῃ ἀθλητικῶς, ἐν ἀγκάλαις φέρεις, τὸν Τόμον τῶν Πατέρων, ποσὶ δὲ ἀποῤῥίπτεις, τὸν τῆς αἱρέσεως.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 207–208.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


Η ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ


     Όταν το 312 ο Μέγας Κωνσταντίνος εξεστράτευσε εναντίον του τυράννου της Ρώμης Μαξεντίου, την παραμονή της οριστικής μάχης είδε να σελαγίζει στον ουρανό, σχηματισμένο από άπλετο φως ηλιακών αχτίνων, το σημείο του Σταυρού με την επιγραφή «Ἐν τούτῳ νίκα» [21 Μαΐου]. Ύστερα από την θαυμαστή αυτή επιφάνεια περικόσμησε τα πολεμικά του λάβαρα με το τρόπαιο του Σταυρού και, θέτοντας αυτά επί κεφαλής των στρατευμάτων του, κέρδισε περίλαμπρη νίκη, η οποία τον κατέστησε κύριο ολόκληρου του ρωμαϊκού κόσμου και του επέτρεψε να εξασφαλίσει τον θρίαμβο του χριστιανισμού.

     Από τότε ο ευσεβής βασιλεύς έτρεφε τον πόθο να βρει το Τίμιο Ξύλο. Η ευκαιρία του δόθηκε κατά την διάρκεια της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), όταν πληροφορήθηκε από τον επίσκοπο Αιλίας (Ιεροσολύμων) Μακάριο περί της Αγίας Πόλεως. Στο εικοστό λοιπόν έτος της βασιλείας του (326) έστειλε την μητέρα του αγία Ελένη στους Αγίους Τόπους, με σκοπό να τους καθαρίσει από τα είδωλα και να ανεύρει τον Τίμιο Σταυρό και τόπους του Πάθους του Κυρίου, που είχαν καλυφθεί από τον αυτοκράτορα της Ρώμης Αδριανό Αίλιο (117-138).

     Ως αντίποινα σε εξέγερση των Ιουδαίων (132-135) ο Αδριανός είχε ανασκάψει όλη την Αγία Πόλη και είχε καταχώσει κάτω από τις επιχωματώσεις τα ιερά της, ώστε να εξαφανισθεί κάθε μνήμη της ιουδαϊκής και χριστιανικής θρησκείας. Στην νέα πόλη που ανίδρυσε, στην Αιλία Καπιτωλίνα, δέσποζε η ειδωλολατρία με κύριους ναούς της το Καπιτώλιο, στην θέση του ναού του Σολομώντος, και τον ναό της Αφροδίτης, στην θέση του Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου.

     Με οδηγό τις πληροφορίες της τοπικής παράδοσης οι εργάτες του Μεγάλου Κωνσταντίνου κατεδάφισαν το μυσαρό ειδωλείο της Αφροδίτης, έσκαψαν το έδαφος σε μεγάλο βάθος και πέταξαν μακριά από την πόλη όλα τα χώματα και τα υλικά, ως μολυσμένα από τις δαιμονικές θυσίες. Τότε αποκαλύφθηκε ο Γολγοθάς και το σπήλαιο του Παναγίου Τάφου. Λίγο πιο πέρα βρέθηκαν καταχωμένοι οι τρεις σταυροί, τα τρία καρφιά, που είχαν χρησιμοποιηθεί για να προσηλώσουν επάνω στον Σταυρό οι Ιουδαίοι το ζωοποιό Σώμα του Κυρίου και η ξύλινη πινακίδα με την επιγραφή.


     Για να διακρίνει ποιος από τους τρεις σταυρούς ήταν του Σωτήρος, ο σοφότατος Μακάριος ακούμπησε με θερμή προσευχή τον καθένα χωριστά επάνω σε βαριά ασθενή γυναίκα. Ο Σταυρός του Κυρίου αμέσως θαυματούργησε, χαρίζοντας στην ασθενή την υγεία της.

     Ευθύς ο επίσκοπος, η βασίλισσα και όλοι οι άρχοντες της συνοδείας της τον προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια και τον ασπάσθηκαν. Επειδή δεν ήταν εύκολο να τον ασπασθούν όλοι οι χριστιανοί, ζήτησαν τουλάχιστον να τον δουν από μακριά το όργανο της απολυτρώσεώς μας. Ο μακαριότατος επίσκοπος ανέβηκε επάνω στον άμβωνα και, υψώνοντας τον Σταυρό με τα δυο του χέρια, τον έδειξε στον λαό του Θεού, που κραύγαζε το «Κύριε, ελέησον».

     Από τότε οι θείοι Πατέρες εθέσπισαν να εορτάζεται κάθε χρόνο η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού από όλες τις Εκκλησίες, όχι μόνον για την ανάμνηση του γεγονότος, αλλά για να δειχθεί ότι το σύμβολο αυτό της κατάρας έγινε το καύχημα και το αγαλλίαμά μας.

     Σήμερα, με την επανάληψη της πράξεως αυτής του επισκόπου Μακαρίου, υψώνοντας δηλαδή τον Σταυρό προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος και ψάλλοντας το «Κύριε, ελέησον», ομολογούμε ότι ανεβαίνοντας ο Χριστός στον Σταυρό ήθελε να αποκαταλλάξει τα πάντα εις Αυτόν, να ενώσει τα πέρατα της γης, το πλάτος και μήκος και βάθος και ύψος εν τω Σώματί Του, ώστε να έχουμε δι’ Αυτού την προσαγωγή προς τον Πατέρα (πρβλ. Κολ. 1, 20· Εφ. 3, 18).

     Ο Τίμιος Σταυρός ήταν κατασκευασμένος από τριών ειδών ξύλα: κυπαρίσσι, πεύκο και κέδρο, για να εκπληρωθεί η προφητεία του Ησαΐου (Ησ. 60, 13). Αναρίθμητα τεμάχια διαμοιράσθηκαν σε όλον τον χριστιανικό κόσμο, τα οποία έχουν την ιδιότητα να παραμένουν άφθαρτα και μεταδίδουν σε όσους τα προσκυνούν με πίστη την χάρη της Αναστάσεως. Ας σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο τεμάχιο τιμίου Ξύλου βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος, έχει δε και τον τύπο ενός εκ των ήλων.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄.
     Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
     ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ ἑκουσίως, τῇ ἐπωνύμῳ σου καινῇ πολιτείᾳ, τοὺς οἰκτιρμούς σου δώρησαι Χριστὲ ὁ Θεός· εὔφρανον ἐν τῇ δυνάμει σου, τοὺς πιστοὺς Βασιλεῖς ἡμῶν, νίκας χορηγῶν αὐτοῖς, κατὰ τῶν πολεμίων· τὴν συμμαχίαν ἔχοιεν τὴν σήν, ὅπλον εἰρήνης, ἀήττητον τρόπαιον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
     Σήμερον ἡ κτίσις πᾶσα Σωτήρ, πόθῳ ἀνυψοῦσα, τὸν πανάγιόν σου Σταυρόν, τὴν φωνήν σοι αἴρει, καὶ πίστει ἐκβοᾷ σοι· Δώρησαι τῷ λαῷ σου, Λόγε τὴν χάριν σου.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 187–189.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΕ!...»


«ΣΤΑΥΡΕ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΑΝΑΓΙΕ!...»


     «Κατά την ευλάβεια που έχει ο κάθε πιστός προς τον Σταυρό, ανάλογα λαμβάνει και τη δύναμη και τη βοήθεια από τον Θεό», μας λέει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
     Μαζί με την Παναγία μάς έρχεται εμβιωματικά η ακλόνητη και πανίερη θέση του Σταυρού στην Ορθόδοξη ευσέβεια, στην Ορθόδοξη πνευματικότητα, στην Ορθόδοξη ζωή.
     Δεν είμαστε παγανιστές, δεν είμαστε ειδωλολάτρες, ούτε ξοανολάτρες ή ξυλολάτρες· ευμοιρούμε παντοτινά, γιατί έχουμε και ζούμε την ίδια την Αυτοζωή σταυρούμενη και θυσιαζόμενη. Μέσα στην Εκκλησία, ήδη από το θείο Βάπτισμά μας, είμαστε «σταυροπηγιακά» πρόσωπα και έτσι γινόμαστε σταδιακά παρά τις όποιες αμαρτίες, αδυναμίες και ατέλειές μας, Χριστού οικείοι, Χριστού φίλοι και δικοί Του πιστοί.
     Ο Σταυρός για μας δεν είναι ένα απλό και τυπικό σύμβολο, σύμβολο επιδεικτικό μιας άνευρης θρησκευτικής αξίας και υπεροχής· είναι ο μόνος αυθεντικός τρόπος για τη χριστοζωή και βαρυσήμαντο σημείο νίκης που μας προσφέρεται διαρκώς άνωθεν· νίκης έναντι της αμαρτίας και του θανάτου, διά της θείας αγάπης, διά της θείας κενώσεως, διά της θείας ζωής.
     Ο Σωτήρας Χριστός ωσάν σε κάποιο ανάκλιντρο έγειρε ειρηνικά και μακρόθυμα επάνω στον Σταυρό πριν το μεγαλειώδες «Τετέλεσται»· «κουρασμένος από την οδοιπορία» (πρβλ. Ιωάν. 4, 6), μετά από μια απερινόητη και ανεκδιήγητη πορεία της υπερθαύμαστης εν σαρκί κενώσεώς Του, άφησε επάνω στο τετραμερές του Σταυρού Του την τελευταία Του ζωοποιό πνοή, ποτίζοντάς το παλαίφατο τρισύνθετο Ξύλο με το πανάχραντο αίμα Του.
     Σε αυτό το αίμα Του, όλη η θεότητά Του· στο Ξύλο του Σταυρού όλος ο παλμός της θυσίας Του. Από «τότε», ιχνηλατούμε, βρίσκουμε και ψαύουμε καρδιακά τον Χριστό μονάχα εκεί στον Σταυρό Του, ο Οποίος έγινε προϋπόθεση, λόγος και απαρχή Αναστάσεως για μας, για τον κάθε έναν από εμάς, για όλον τον σύμπαντα κόσμο.
     Επομένως, κάνουμε ό,τι δεν μπορεί ποτέ να κάνει ένας θολωμένος ορθολογιστής μέσα στον ασταύρωτο και αχαρίτωτο κόσμο: αγκαλιάζουμε σφιχτά τον Σταυρό του Χριστού· με άφραστη συγκίνηση τον περιέπουμε με φόβο και χαρά· εισπνέουμε δυνατά την αδαπάνητη παραδείσια ευωδία Του· φορτώνουμε τα κουρασμένα μας τρίσβαθα με τις μεθυστικές βολές της χάριτός Του.
     Μέσα στην κοιλάδα του άπονου και αθυσιαστικού κόσμου, την «κοιλάδα του κλαυθμώνος», δεν έχουμε άλλο διέξοδο πια· απορημένοι, πεπεισμένοι, έξαλλοι, εκστατικοί, ίσως και μπαϊλντισμένοι από την οικεία απόγνωσή μας, δεν ψελλίζουμε απλά, αλλά βοούμε, φωνάζουμε, κράζουμε και απευθυνόμαστε εξακολουθητικά προς το Ξύλο της Ζωής με όλη μας τη ψυχή, με όλη μας τη δύναμη, με διάπυρο αλλά και δροβόλο πόθο Χριστού, γιατί αυτό το Ξύλο είναι όντως θεοζώντανο, είναι όντως χριστομύριστο, είναι όντως θεοχαρίτωτο, ζωοποιό και ζωοπάροχο και ασφαλώς η αιώνια πηγή κάθε χάριτος και ευλογίας για μας:

     «Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσον ἡμᾶς τῇ δυνάμει Σου!»·
     όπως και:
     «Ἡ ἀήττητος καὶ ἀκατάλυτος καὶ θεία δύναμις τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ, μὴ ἐγκαταλίπῃς ἡμᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς!».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΡΝΗΛΙΟΣ


     Ο άγιος Κορνήλιος, εκατόνταρχος της ιταλικής σπείρας, ζούσε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης την εποχή των Αποστόλων. Μολονότι ειδωλολάτρης, ήταν δίκαιος, ευσεβής και φοβούμενος τον αληθινό Θεό, έκανε μάλιστα πολλές ελεημοσύνες και παρακαλούσε συνεχώς τον Θεό να τον φωτίσει.

     Κάποια μέρα, ενώ προσευχόταν κατά την ενάτη ώρα (το καταμεσήμερο), παρουσιάσθηκε ενώπιόν του άγγελος Κυρίου και τον προέτρεψε να καλέσει στο σπίτι του τον Σίμωνα Πέτρο από την Ιόππη, για να του διδάξει αυτά που ζητούσε από τον Θεό.

     Την επομένη, την ώρα που ο Πέτρος προσευχόταν στο υπερώο της οικίας όπου φιλοξενούνταν στην Ιόππη, είδε σε όραμα να κατεβαίνει από τον ουρανό ένα πελώριο σεντόνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν όλα τα ζώα της γης, και αυτά ακόμη που θεωρούνταν ακάθαρτα από τους Ισραηλίτες, και μια φωνή τον παρότρυνε να φάει λέγοντας: «Αυτά που ο Θεός καθάρισε, εσύ να μην τα θεωρείς ακάθαρτα!» (Πράξ. 10, 15). Όταν έφθασαν οι απεσταλμένοι του Κορνηλίου, ο Απόστολος κατάλαβε ότι όντως ο Θεός «δεν κάνει διακρίσεις, αλλά δέχεται τον καθένα, σ’ όποιον λαό κι αν ανήκει, αρκεί ο άνθρωπος να Τον σέβεται και να ζει σύμφωνα με το θέλημά Του» (Πράξ. 10, 34-35). Χωρίς δισταγμό, ο Πέτρος αναχώρησε μαζί τους για την Καισάρεια, όπου κήρυξε στον ευσεβή εκατόνταρχο και τους οικιακούς του το Ευαγγέλιο του Αναστάντος Χριστού. Ενώ ακόμη δεν είχε τελειώσει τους λόγους του, το Άγιο Πνεύμα, ως επιβεβαίωση της κλήσεως των εθνών, επεδήμησε σε όλους με τόσο εμφανή και σφοδρό τρόπο, ώστε οι παρόντες Ιουδαίοι θαύμασαν. Τότε και ο Απόστολος Πέτρος, ευπειθής στη θεία βουλή, δεν τους εμπόδισε να βαπτισθούν. Από τότε ο Κορνήλιος συναναστρεφόταν με τους Αποστόλους.


     Μετά τον λιθοβολισμό του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πράξ. 7, 54-60), όταν οι Απόστολοι έφυγαν από τα Ιεροσόλυμα και σκορπίστηκαν στην οικουμένη, ο Κορνήλιος τούς ακολούθησε στη Φοινίκη, στην Κύπρο, στην Αντιόχεια και στην Έφεσο.

     Εκεί, του έπεσε ο κλήρος να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην πόλη των Σκεψέων, στην περιοχή της αρχαίας Τροίας. Ο τοπάρχης της πόλεως Δημήτριος, φιλόσοφος και φανατικός διώκτης των χριστιανών, μόλις έμαθε την άφιξή του, έδωσε εντολή να τον οδηγήσουν ενώπιόν του. Κατά την εξέταση ο Κορνήλιος τού ζήτησε να του δείξει τους θεούς. Χαρούμενος ο Δημήτριος, άνοιξε τον ναό του Διός και ο άγιος εισήλθε και προσευχήθηκε. Όταν εξήλθε, μεγάλος σεισμός κατακρήμνισε τον ναό, συνέτριψε τα είδωλα και έθαψε κάτω από τους σωρούς τη γυναίκα του Δημητρίου, Ευανθία, και τον γιο του, Δημητριανό, που είχαν παραμείνει μέσα. Με βαρύ πένθος για την αιφνίδια συμφορά ο Δημήτριος διέταξε να δέσουν τα χέρια και τα πόδια του αγίου και να τον κρεμάσουν μέσα στη φυλακή. Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι η γυναίκα του και ο υιός του είχαν διασωθεί θαυματουργικά και μέσα από τους σωρούς των χαλασμάτων αναβοούσαν: «Μέγας ο Θεός των χριστιανών!», έτρεξε γρήγορα στη φυλακή. Συντετριμμένος έπεσε στα πόδια του Κορνηλίου, ομολόγησε τη δύναμη του αληθινού Θεού και του υποσχέθηκε ότι θα πιστεύσει στον Εσταυρωμένο, αν ο άγιος τού έδιδε πίσω ζωντανούς και ακέραιους την Ευανθία και τον Δημητριανό. Ο Κορνήλιος πρώτα τον βάπτισε και κατόπιν μετέβησαν μαζί στον κατακρημνισμένο ναό, από όπου ανέσυρε ζωντανούς και σώους τη γυναίκα και τον γιο του. Το παρευρισκόμενο πλήθος των ειδωλολατρών, έκπληκτο για τη σωτηρία τους, πίστευσε στον Θεό και όλοι ζήτησαν να βαπτισθούν.


     Μετά τα γεγονότα αυτά, ο άγιος εγκαταστάθηκε σε ένα ήσυχο τόπο, ονομαζόμενο «Στάδιο». Εκεί δεχόταν τον Δημήτριο αλλά και τους κατοίκους της πόλεως, τους δίδασκε και τους συμβούλευε, έως ότου, υπέργηρος πια, απήλθε εν ειρήνη προς τον Κύριο. Ενταφιάσθηκε στον ναό που είχε κρημνίσει με τη θεοπειθή προσευχή του.

     Ο τάφος του γρήγορα σκεπάσθηκε από θαυματουργική βάτο και με τον καιρό λησμονήθηκε. Μετά από χρόνια όμως, ο άγιος Κορνήλιος τον φανέρωσε με όραμα και ζήτησε να κτισθεί εκεί εκκλησία. Όταν επρόκειτο να μετατεθούν εκεί τα λείψανά του, η τίμια λάρνακα που τα περιείχε κινήθηκε από μόνη της και ακολουθώντας τη λιτανεία εισήλθε στον ναό και σταμάτησε κοντά στο άγιο βήμα. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν να μεταφερθεί μέσα στο ιερό, στάθηκε εντελώς αδύνατον. Έμεινε εκεί και επιτελούσε πλήθος θαυμάτων.

     Μία παράδοση, την οποία απηχεί η ακολουθία του Μηναίου, παρουσιάζει τον άγιο Κορνήλιο ως επίσκοπο Σκεψέων, ενώ άλλες πηγές τον αναφέρουν ως δεύτερο επίσκοπο Καισαρείας, μετά τον Ζακχαίο τον Τελώνη (βλ. «Αποστολικαί Διαταγαί» 7, 46), ή ακόμα ως απλό μάρτυρα. Στο τέλος του 14ου αιώνος, οι προσκυνητές μπορούσαν να επισκεφθούν την κατοικία, που είχε μετατραπεί σε ναό, στην Καισάρεια (βλ. Ιερωνύμου, Επ. 108, 8).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
     Δικαιοσύνης διαπρέπων τοῖς ἔργοις, τὸν φωτισμὸν τῆς εὐσεβείας ἐδέξω, καὶ Ἀποστόλων σύμπονος ἐδείχθης ἀληθῶς· τούτοις κοινωνήσας γάρ, δι’ ἐνθέων ἀγώνων, τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκωσιν, ἀνεκήρυξας πᾶσι· μεθ’ ὧν δυσώπει σώζεσθαι ἡμᾶς, τοὺς σὲ τιμῶντας, παμμάκαρ Κορνήλιε.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
     παρχὴν ἁγίαν σε ἡ Ἐκκλησία, ἐξ ἐθνῶν ἐδέξατο, καταφωτίζουσαν αὐτήν, ταῖς ἐναρέτοις σου πράξεσιν, Ἱερομύστα θεόφρον Κορνήλιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
     Πέτρου ταῖς ἀκτίσι καταυγασθείς, ὁμότροπος ὤφθης, Ἀποστόλων καὶ μιμητής· τὸν τῆς ἀληθείας, διέσπειρας γὰρ λόγον, Κορνήλιε θεόφρον, ἀξιοθαύμαστε.



[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 1ος (Σεπτέμβριος),
σελ. 177–179.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Ιερό Κοινόβιο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου,
Ορμύλια Χαλκιδικής.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20112.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2018

ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΗΣ


ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΘΕΟΔΟΣΗΣ


     Συναντηθήκαμε με τη Δέσπω Κουλ, μια ογδονταπεντάχρονη αρχόντισσα, η οποία με ευγνωμοσύνη επειδή τον θυμηθήκαμε και θελήσαμε να αναφερθούμε σε γνωστές και άγνωστες πτυχές του βίου του, μας μίλησε για τον γιο της, τον διάσημο τραγουδιστή του ’80 Διονύση Θεοδόση (1958–1993) που, λίγο πριν πεθάνει, εκάρη μοναχός. Μας αφηγήθηκε τη δική της πορεία στο τραγούδι και μας μίλησε για τον δεύτερο σύζυγό της, τον Βενιαμίν, ο οποίος ήταν Τούρκος και βαπτίστηκε στην Ελλάδα. Νονός στο Μυστήριο ήταν ο γιος της, ο Διονύσης Θεοδόσης!

     «Ο Διονύσης μου, επηρεάστηκε από τη γιαγιά του που ήταν άνθρωπος του Θεού και έγινε μοναχή προς το τέλος της ζωής της…

     »Κάποτε, ενώ βρισκόταν στην εφηβεία του, βρήκαμε στη σερβάντα του σαλονιού ένα πακέτο με γράμματα. Ήταν η αλληλογραφία που διατηρούσε με κάποιους άγνωστους σ’ εμάς μοναχούς από το Άγιο Όρος, από την οποία διαπιστώσαμε πως το είχε βάλει σκοπό να καλογερέψει.
     »Τρομάξαμε και εξαφανίσαμε τα γράμματα, του απαγορεύσαμε να συνεχίσει τις επαφές του μαζί τους και τον πείσαμε να συνεχίσει τις σπουδές του. Σπούδασε, πήγε στο εξωτερικό, αλλά πολύ σύντομα τον κέρδισε το τραγούδι.

     »Συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του Ελληνικού τραγουδιού και έκανε σπουδαίες επιτυχίες. Όμως είχε κρυφό μεράκι για το Άγιο Όρος. Εμένα δεν μου το αποκάλυπτε, αλλά στην αδελφή του έλεγε συχνά: “Θα γίνω πλούσιος με τα τραγούδια μου και μετά θα τ’ αφήσω όλα και θα γίνω μοναχός!”».


     Η Δέσπω Κουλ, η μητέρα του Διονύση, ο οποίος ήταν παιδί της από τον πρώτο της γάμο, ήταν και η ίδια τραγουδίστρια, τραγουδούσε όμορφα, την άκουσε κάποιος μάνατζερ της εποχής και της πρότεινε να τραγουδά σε μαγαζιά. Ξεκίνησε στην Ελλάδα και εν συνεχεία πήγε στο εξωτερικό. Τραγούδησε δημοτικά, κλέφτικα και λαϊκά για τους Έλληνες στο Ισραήλ, στην Τουρκία και αλλού. Σ’ ένα ταξίδι της στην Τουρκία συναντά τον δεύτερο σύζυγό της, τον Τούρκο Βενιαμίν Κουλ, ο οποίος, αν και μουσουλμάνος, από παιδί γνώριζε στον οικογενειακό του κύκλο τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Η ζωή του σαν σε σενάριο σε κινηματογραφική ταινία συνεχίστηκε στην Ελλάδα, βαπτίστηκε χριστιανός με νουνό τον Διονύση Θεοδόση και παντρεύτηκε τη Δέσπω. Σήμερα τα οστά του, μαζί με αυτά του Μοναχού Διονύση, αναπαύονται στη Μικρά Αγία Άννα στο Άγιο Όρος.

     Η Δέσπω Κουλ μάς μιλά για εκείνη την εποχή:
     «Ο Διονύσης με τον Βενιαμίν έμοιαζαν πολύ, τόσο που ο κόσμος έλεγε ότι ήταν γιος του. Ο γιος μου είχε αγωνίες, δεν έβρισκε νόημα στο τραγούδι, ούτε στη ζωή του. Η αρχή για την αλλαγή που θα συντελούνταν στη ζωή του έγινε όταν έμαθε πως μια φίλη του, γνωστή τραγουδίστρια, συνάδελφός του, είχε γίνει μοναχή κάπου στην Κρήτη. Τότε αποφάσισε να πάει να τη βρει και να τη βοηθήσει να ξεφύγει από τη “θρησκευτική παγίδα”, στην οποία θεωρούσε ότι είχε πέσει…
     »Όταν όμως την αντίκρισε, συγκλονίστηκε από τη βεβαιότητά της, το χαμόγελό της και τη σταθερότητα στην απόφαση ν’ αφιερωθεί στον Θεό. Εκείνη τότε του πρότεινε να επισκεφθεί το Άγιο Όρος και συγκεκριμένα τον Γέροντα Παΐσιο (1924–1994)…».

     Φίλος του εκείνης της εποχής, ο Βασίλης Αντωνόπουλος, θεολόγος και μουσικός, έβαλε τη δική του σημαντική μαρτυρία στη συνέχεια της διήγησης:

     «Ο Διονύσης μάς αποκάλυψε την εμπειρία του με το Άγιο Όρος που τον συγκλόνισε. Για καιρό ζούσε σε ακραία υπαρξιακά αδιέξοδα, δεν άντεχε την έλλειψη νοήματος. Μέχρι που συνάντησε τον Άγιο Παΐσιο, ο οποίος διέκρινε τον πόνο του: “Εσύ, παιδί μου, φέρνεις πολύ πόνο· χρειάζεσαι να εξομολογηθείς και, μάλιστα, σ’ έναν καλό Πνευματικό. Να πας στη Μικρά Αγία Άννα και να μιλήσεις στον πατέρα Διονύσιο (1930–1998)· είναι καλός και θα σε βοηθήσει!”.


     »Ο Διονύσης ακολούθησε τη συμβουλή και κίνησε με τη βάρκα για τη Μικρά Αγία Άννα. Δίπλα του ένας μοναχός τού έπιασε κουβέντα και του συστήθηκε: “Πατήρ Διονύσιος Μικραγιαννανίτης!”. Μετά την αρχική έκπληξη, έπιασαν την κουβέντα για λίγο, αλλά ο Διονύσης θεώρησε ότι ήταν “καλαμπουρτζής” και δεν ήταν αυτή η καλή εικόνα που έτρεφε μέχρι τότε για έναν Πνευματικό: δηλαδή ίσως να ήθελε έναν σοβαρό, ίσως και βλοσυρό γέροντα. Η ζωή, ωστόσο, υφαίνει το δικό της κέντημα και πετά στα σκουπίδια σαν ξέφτια τις αβάσιμες ιδεοληψίες που μας αιχμαλωτίζουν, έτσι ο νεαρός τραγουδιστής ανεβαίνει στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, θέλοντας να εξομολογηθεί όμως στον περίφημο Γέροντα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη (1912–1998). Περίμενε αρκετά έξω από το κελί και δεν τον κάλεσαν. Έκανε να φύγει, όταν ένας υποτακτικός βγαίνει από μέσα και τον φωνάζει: “Διονύση, έλα μέσα! Σε θέλει ο Γέροντας!...”.


     »Στάθηκε μπροστά στον Γέροντα Εφραίμ, ο οποίος τον κοίταξε αμίλητος για μερικές στιγμές, έπειτα τον έπιασε δυνατά από τους ώμους και του είπε: “Σε προβληματίζουν πολλά, να πας να εξομολογηθείς! Πήγαινε στη Μικρά Αγία Άννα και ψάξε για τον πατέρα Διονύσιο!”. Δεν ήθελε περισσότερα. Έβγαλε φτερά στα πόδια!...

     »Ο Διονύσης θα συναντήσει στο πρόσωπο του πατρός Διονυσίου τον άνθρωπο που θα τον καθοδηγήσει στα πνευματικά αλλά και στη ζωή του. “Συνάντησα την αγάπη!”, θα πει αργότερα στους φίλους του έξω στον κόσμο· “Ο Γέροντας είχε μια αγκαλιά γεμάτη αγάπη!”.

     »Μετά την εξομολόγηση προχωρά στην αυλή του Μοναστηριού, νιώθει χαρά μεγάλη και μπροστά του συναντά έναν άγνωστο μοναχό που δεν τον έχει ξαναδεί.
     »Ο μοναχός τον ρωτά:
     –Αδελφέ μου, εξομολογήθηκες;
     –Ναι, πάτερ μου!...».

     Συγκεκριμένα, είχε πει ο Διονύσης:
     «Χωρίς να με ξέρει, μ’ αγκάλιασε κι άρχισε να κλαίει, έκλαιγα κι εγώ. Μετά κάθισα στο τραπέζι κι ένιωθα ότι ήμουν στον Παράδεισο. Ένιωθα αποδοχή από τους αδελφούς, την αίσθηση ότι ο Θεός και η Βασιλεία Του είναι κάπως έτσι, όλοι ένα, μια καρδιά, κι ας ήμουν εκεί ένας ξένος!...».

     Η ασθένειά του, ωστόσο, έρχεται ν’ αλλάξει ριζικά το τοπίο. Ξεκινά χημειοθεραπείες στο Λονδίνο. Οι επισκέψεις του στη Μικρά Αγία Άννα πυκνώνουν. Θέλει να γίνει μοναχός. Επιθυμεί να γίνει καλά και να αφιερώσει τη ζωή του στον ησυχασμό.

     Ο Γέροντάς του Διονύσιος κάνει την κουρά του και του επιτρέπει να επισκέπτεται το νοσοκομείο στην Αγγλία χωρίς το ράσο. Κανείς δεν γνωρίζει το μυστικό του, ούτε η μητέρα του, η Δέσπω, η οποία στέκεται στο πλάι του τις τελευταίες του στιγμές και διαβάζει ένα βιβλίο που της έδωσε για το «Περιβόλι της Παναγίας». Εντυπωσιάζεται με όσα της λέει για το Άγιο Όρος.


     Μέσα της μιλά στον Θεό:
     «Ας γίνει καλά και, με την ευχή μου, να έρθει να Σε υπηρετήσει!». Ο Διονύσιος κάνει στο κρεβάτι του νοσοκομείου τις προσευχές του κι εκείνη δεν ξέρει πως προσευχές και αρρώστια είναι ο μοναχικός κανόνας του γιου της. Η Αγγλίδα νοσοκόμα μια μέρα (19 Οκτωβρίου 1993) θα της πει με άνευρη φωνή: «He died». Η κηδεία θα γίνει στην Ελλάδα. Θα παρευρεθούν ανάμεσα σε άλλους συγγενείς, φίλοι, γνωστοί τραγουδιστές και μουσικοί, αλλά και ο Γέροντάς του Διονύσιος.

     Ο π. Σπυρίδων ο Μικραγιαννανίτης (1951–2015) θα αποκαλύψει το μυστικό στη νεκρώσιμη τελετή, όταν πρέπει να πει το όνομα του τεθνεώτος: «ο δούλος του Θεού μοναχός Διονύσιος!». Το εκκλησίασμα μένει έκπληκτο.

     Ο μοναχός Διονύσιος θα ταφεί στη Μικρά Αγία Άννα, στον τόπο που ήθελε πολύ να μονάσει. Ο πατριός του και βαπτισιμιός του, Βενιαμίν Κουλ, θα έρχεται και θα προσκυνά τον τάφο του συχνά, γνωρίζοντας τους Μικραγιαννανίτες Πατέρες από κοντά. Επιθυμία του είναι να ταφεί κι εκείνος κοντά στο παιδί του, όταν φύγει από αυτή τη ζωή. Η επιθυμία του πραγματοποιείται. Θα αρρωστήσει λίγα χρόνια αργότερα και θα φύγει κι αυτός από τη ζωή προσθέτοντας ακόμα μία οδυνηρή απώλεια στην κυρα-Δέσπω, η οποία, όταν πέρασαν τα τρία χρόνια της ταφής του, πήρε τα οστά και τα πήγε στην Ουρανούπολη. Από εκεί τα παρέλαβαν οι Μικραγιαννανίτες μοναχοί και τα έθαψαν δίπλα σε αυτά του πνευματικού του πατέρα, νουνού του, αλλά και παιδιού του, του πρώην τραγουδιστή, του μυστικού μοναχού Διονυσίου.


[ Από το Μηνιαίο Περιοδικό
«Πειραϊκή Εκκλησία»
(Έτος 28ο)·
Τεύχ. 306 (Σεπτέμβριος 2018),
σελ. 50–51.
Μια συνέντευξη
της Σοφίας Χατζή.
Περισσότερα για τον Δ. Θεοδόση:
http://www.e-orfeas.gr/singing/tributes/1709-tributes.html.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.