Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΑΣΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΕΩΣ


     Μια λεπτή γαλάζια στήλη καπνού υψωνόταν σαν μπορντούρα του δάσους, όχι μακριά από το ερημητήριο. Υψωνόταν ελαφρά, ολόισια, χωρίς να την ενοχλεί και ο ελάχιστος άνεμος. Ήρεμη και λεπτή σαν τα μεγάλα δέντρα, φαινόταν να αποτελεί κομμάτι του τοπίου. Και όμως προκάλεσε την περιέργεια του υποτακτικού. Αυτός ο καπνός ήταν ασυνήθιστος. Ποιος λοιπόν πρωί-πρωί μπορεί να άναψε τη φωτιά; Ο υποτακτικός ήθελε να έχει ήσυχη την καρδιά του από λογισμούς. Προχώρησε γι’ αυτό, απομάκρυνε τα κλαδιά μερικών θάμνων και έβλεπε σε απόσταση τόση, όση φτάνει μια πετροβολιά, τον γέροντά του όρθιο, δίπλα σε μια ισχνή φωτιά. Τι να έκαιγε άραγε; Τον είδε να σκύβει, να παίρνει ένα κουκουνάρι και να το πετάει στη φωτιά.

     Ο υποτακτικός στάθηκε για λίγο διστακτικός. Έπειτα πλησίασε ήρεμα και ρώτησε με σεβασμό:
     –Τι καις αυτού, γέροντα;
     –Ένα πανέρι, απάντησε απλά ο γέροντας.
     Ο υποτακτικός πλησίασε και παρατήρησε από πιο κοντά. Διέκρινε τα υπολείμματα ενός πανεριού από ιτιά, που το κάψιμό του βρισκόταν στην τελική του φάση.
     –Δεν φαντάζομαι ωστόσο να είναι το πανέρι που έφτιαχνες αυτές τις μέρες.
     –Αυτό ακριβώς είναι! του απάντησε ο γέροντας.
     –Γιατί το έκαψες, λοιπόν; Δεν το βρήκες επιτυχημένο; ρώτησε έκπληκτος ο υποτακτικός.
     –Ω, ναι, πολύ επιτυχημένο! Πάρα πολύ επιτυχημένο μάλιστα…
     –Τότε, γιατί το έκαψες;
     –Γιατί πριν από λίγο, όταν διαβάζαμε την Τρίτη Ώρα, με απασχολούσε τόσο πολύ, ώστε να μου τραβάει όλη την προσοχή. Και γι’ αυτό έπρεπε να το προσφέρω θυσία στον Θεό, εξήγησε ο γέροντας.

     Ο υποτακτικός έμεινε με το στόμα ανοικτό. Άδικα νόμιζε πως τον γνώριζε καλά. Οι αντιδράσεις του γέροντά του του δημιουργούσαν πάντα κατάπληξη. Τούτη τη φορά όμως αυτό που έκανε ο γέροντας τού φαινόταν υπερβολικά αυστηρό.
     –Γέροντα, δε σε καταλαβαίνω. Αν έπρεπε να καίμε ό,τι περισπά την προσοχή μας κατά την ώρα της προσευχής, δεν θα βρίσκαμε ποτέ άκρη, μουρμούρισε ο υποτακτικός ύστερα από μια στιγμή σιωπής.
     Ο γέροντας δεν αποκρίθηκε.
     –Ξέρεις, είπε ο υποτακτικός, ότι ο αδελφός τάδε υπολόγιζε πολύ σ’ αυτό το πανέρι. Το χρειαζόταν ιδιαίτερα πολύ. Και το περίμενε βέβαια ανυπόμονα.
     –Ναι, το ξέρω, απάντησε ο γέροντας. Θα του κάνω ένα άλλο χωρίς καθυστέρηση. Όμως έπρεπε αυτό να το κάψω. Ήταν πιο επείγον αυτό.
     Το πανέρι κάηκε εντελώς. Ο γέροντας έσβησε με μια πέτρα τα υπολείμματα της φωτιάς και παίρνοντας μαζί του τον υποτακτικό τού είπε:
     –Έλα! Θα σου πω γιατί ενήργησα έτσι...


     Τον οδήγησε όχι μακριά από εκεί κοντά σ’ ένα φράχτη από ιτιές. Έκοψε έπειτα αρκετές ευλύγιστες βέργες και καθισμένος κατάχαμα άρχισε να πλέκει ένα καινούργιο πανέρι. Ο υποτακτικός κάθισε δίπλα του περιμένοντας τις εξηγήσεις του γέροντά του.
     –Θέλω να δουλεύω με τα χέρια μου, εξήγησε ο γέροντας. Και θέλω επίσης να δουλεύουν και όλοι οι αδελφοί μου, όχι από άπληστη επιθυμία κέρδους, αλλά για αποφυγή της αργίας, η οποία δίνει την ευκαιρία στον διάβολο να προσφέρει αυτός δουλειά δική του στους αργόσχολους μοναχούς, αλλά και για να δίνουν το καλό παράδειγμα και στο σημείο αυτό, αφού τόσος κόσμος μάς επισκέπτεται και θέλει να ωφεληθεί και από εμάς. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αξιοδάκρυτο από ένα κοινόβιο που δεν δουλεύει. Όμως η εργασία δεν είναι το παν, αδελφέ μου. Δε λύνει όλα τα προβλήματα. Μπορεί ακόμα να αποτελέσει και εμπόδιο φοβερό για την αληθινή ελευθερία του ανθρώπου. Και γίνεται αυτό κάθε φορά που ο άνθρωπος αφήνει τον εαυτό του να κυριευθεί από το έργο του σε σημείο που να ξεχνάει τη λατρεία του ζώντος και αληθινού Θεού. Πρέπει, επίσης, να προσέχουμε άγρυπνα και φιλότιμα να μην αφήνουμε να σβήσει μέσα μας το πνεύμα της καθαράς και καρδιακής προσευχής. Αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα.

     –Καταλαβαίνω, γέροντα, είπε ο υποτακτικός. Δεν μπορούμε εντούτοις γι’ αυτό να καταστρέφουμε το έργο μας κάθε φορά που αφαιρούμαστε στην προσευχή.
     –Βεβαιότατα, απάντησε ο γέροντας. Το σημαντικό είναι να είμαστε έτοιμοι να το προσφέρουμε θυσία στον Κύριο. Μ’ αυτόν τον όρο μονάχα διατηρεί ο άνθρωπος την ψυχή του διαθέσιμη. Υπό το κράτος του παλαιού Νόμου, οι άνθρωποι θυσίαζαν τα πρωτόλειά τους από τη συγκομιδή και τα ποίμνιά τους. Δεν δίσταζαν να στερηθούν ό,τι πιο ωραίο είχαν. Αποτελούσε αυτό μια χειρονομία λατρείας, αλλά και απελευθερώσεως. Ο άνθρωπος διατηρούσε έτσι «ανοιχτή» την ψυχή του. Ό,τι προσέφερε διεύρυνε τους ορίζοντές του επ’ άπειρον. Αυτού βρισκόταν το μυστικό της ελευθερίας και του μεγαλείου του.

     Ο γέροντας σώπασε. Όλη η προσοχή του συγκεντρώθηκε στη δουλειά του. Ο υποτακτικός όμως δίπλα του έβλεπε πως είχε κάτι ακόμα να πει, κάτι ουσιαστικό, που αποτελούσε ένα με τον εαυτό του και δυσκολευόταν να απαλλαγεί από αυτό. Το ένοιωθε αυτό καλά ο υποτακτικός. Γι’ αυτό και οι στιγμές αυτές της σιωπής τού φάνηκαν μικρές. Θα ήθελε να πει μια λέξη για να πληρωθεί το κενό. Συγκρατήθηκε όμως από διακριτικότητα.


     Ξαφνικά ο γέροντας γύρισε το πρόσωπό του προς το μέρος του και τον παρατήρησε με μια έκφραση πάρα πολλής καλωσύνης.
     –Ναι, αδελφέ μου, είπε με πολλή ηρεμία, ο άνθρωπος δεν είναι πολύ μεγάλος, παρά όταν εξυψώνεται πάνω από το έργο του. Τότε φτάνει στο πραγματικό του μέγεθος. Όμως αυτό είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Το κάψιμο ενός πανεριού από βέργες ιτιάς που έκανε κάποτε μόνος του, δεν είναι τίποτε, όσο κι αν το καλάθι αυτό ήταν επιτυχημένο. Η απαλλαγή όμως και η αποξένωση από το έργο μιας ολόκληρης ζωής, είναι κάτι πολύ διαφορετικότερο. Αυτή η απάρνηση ξεπερνάει τις ανθρώπινες δυνάμεις.

     Για να ακολουθήσει την κλήση του Θεού, ο άνθρωπος, δίνεται εντελώς σε ένα έργο. Και το κάνει με πάθος και ενθουσιασμό. Και ο ενθουσιασμός είναι πραγματικά πάντα δημιουργικός. Αλλά δημιουργία ενός πράγματος σημαίνει ότι του δίνουμε τη σφραγίδα μας, το κάνουμε αναπόφευκτα δικό μας. Ο διάκονος του Θεού διατρέχει τότε τον πιο μεγάλο κίνδυνο. Το έργο που εκπληρώνει αφοσιωμένος σ’ αυτό, γίνεται γι’ αυτόν το κέντρο του κόσμου. Τον τοποθετεί μέσα σε μια κατάσταση ριζικής αδυναμίας να διατεθεί κάπου αλλού. Θα χρειαστεί γι’ αυτό μια διάρρηξη για να ξεριζωθεί από την κατάσταση αυτή. Δόξα τω Θεώ, που μια τέτοια διάρρηξη είναι επιτευκτή. Τα μέσα όμως της θείας Πρόνοιας που τίθενται τότε σε ενέργεια είναι τρομακτικά. Και αυτά είναι η έλλειψη κατανοήσεως, η αντίφαση, ο πόνος, η αποτυχία. Μερικές φορές κι αυτή ακόμα η αμαρτία, που επιτρέπει ο Θεός, μπορεί να μετατραπεί σε ευλογία από την πανσοφία Του. Η ζωή της πίστεως γνωρίζει τότε την κρίση της την πιο βαθειά, αλλά ταυτόχρονα και την πιο αποφασιστική. Παρουσιάζεται γρήγορα ή αργά και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής. Ο άνθρωπος είναι καθιερωμένος πλήρως στο έργο του. Και πιστεύει πως αποδίδει δόξα στον Θεό με τη γενναιοδωρία του. Και να, που ξαφνικά φαίνεται να τον αφήνει ο Θεός μόνο του, στον εαυτό του, σαν να μην ενδιαφέρεται για το έργο που κάνει. Κάτι περισσότερο· φαίνεται να του ζητάει ο Θεός να απαρνηθεί το έργο του, να εγκαταλείψει αυτό στο οποίο είναι αφοσιωμένος ψυχή τε και σώματι επί τόσα χρόνια μέσα στη χαρά και στο μόχθο.

     «Πάρε τον γιο σου, τον μονογενή, τον Ισαάκ, και πήγαινέ τον ψηλά εκεί πάνω στο βουνό και πρόσφερέ τον θυσία ολοκαρπώματος!» (Γεν. 22, 2). Αυτόν τον τρομερό λόγο που απηύθυνε ο Θεός στον Αβραάμ, δεν υπάρχει αληθινός διάκονος του Θεού που δεν τον ακούει κάποια μέρα με τη σειρά του. Ο Αβραάμ πίστεψε στην υπόσχεση του Θεού, ότι θα του δώσει απογόνους. Επί είκοσι χρόνια περίμενε την πραγμάτωσή της. Δεν είχε καθόλου απελπισθεί. Και όταν επιτέλους ήρθε το παιδί, με το οποίο πραγματοποιούνταν η επαγγελία, να, που ο Θεός προσκαλεί τον Αβραάμ να Του το θυσιάσει! Και αυτό χωρίς καμιά εξήγηση. Το χτύπημα ήταν πολύ σκληρό και εντελώς ακατανόητο!


     Το ίδιο, λοιπόν, ζητάει και από εμάς ο Θεός κάποια μέρα. Ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο φαίνεται τότε πως δεν χρησιμοποιείται η ίδια γλώσσα. Έχει προκύψει τότε μια ασυνεννοησία. Ο Θεός είχε προσκαλέσει τον άνθρωπο και ο άνθρωπος είχε απαντήσει θετικά. Τώρα ο άνθρωπος προσκαλεί, αλλά ο Θεός σωπαίνει. Είναι ίσως η πιο τραγική στιγμή τότε, που η θρησκευτική ζωή συνορεύει με την απελπισία, γιατί ο άνθρωπος παλεύει ολομόναχος με τον Απερινόητο. Είχε πιστέψει πως του ήταν αρκετό να «κάνει» αυτό ή εκείνο, για να είναι ευάρεστος στον Θεό. Αλλά απέναντί του φαίνεται να υπάρχει δυσαρέσκεια.

     Ο άνθρωπος δεν σώζεται με το έργο του και τα επί μέρους έργα του, όσο καλά κι αν είναι. Χρειάζεται να γίνει ο ίδιος έργο του Θεού. Πρέπει να γίνει πιο εύκολος σε σφυρηλατήσεις και πιο ταπεινός στα χέρια του Δημιουργού του. Πρέπει να γίνει πιο εύπλαστος από ό,τι είναι ο άργιλλος στα χέρια του κεραμέως· πιο ευλύγιστος από τις βέργες της ιτιάς στα χέρια του καλαθοπλέχτη· πιο φτωχός και πιο εγκαταλελειμμένος από το νεκρό δέντρο μέσα στο δάσος στην καρδιά του χειμώνα. Μόνο από αυτή τη θέση της αγωνίας και μέσα σ’ αυτήν την συγκατάθεση πτωχείας μπορεί να ανοίξει ο άνθρωπος στον Θεό μια πίστωση χωρίς όρια, αφήνοντάς του με εμπιστοσύνη την απόλυτη πρωτοβουλία για την ύπαρξη και τη σωτηρία του. Τότε μπαίνει ουσιαστικά μέσα σε μια αγία υπακοή. Γίνεται παιδί και ομολογεί το θείο παιγνίδι της δημιουργίας. Πέρ’ απ’ τον πόνο και την ηδονή, αποχτάει τη γνωριμία με τη χαρά και τη δύναμη. Μπορεί να βλέπει με την ίδια διάθεση στην καρδιά του τον ήλιο και το θάνατο. Με την ίδια σοβαρότητα και την ίδια φαιδρότητα.


     Ο υποτακτικός σώπαινε. Δεν είχε πια την επιθυμία να θέσει ερωτήσεις. Ασφαλώς δεν καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε ο γέροντας. Του φαινόταν όμως πως ποτέ δεν είχε δει τόσο διαυγώς και τόσο βαθιά μέσα στη ψυχή του πνευματικού του πατέρα. Εκείνο δε που τον εντυπωσίαζε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν η γαλήνη με την οποία του μιλούσε γι’ αυτά τα τόσο σοβαρά πράγματα, που πρέπει να τα ήξερε από την προσωπική του εμπειρία. Θυμήθηκε τότε κάτι που του είχε πει ο γέροντάς του σε άλλη περίπτωση: «Ο άνθρωπος δεν γνωρίζει παρά αυτό που βιώνει». Και ήταν απολύτως βέβαιος πως ο γέροντάς του βίωνε αυτό για το οποίο μιλούσε. Και μιλούσε με τέτοιον τόνο αλήθειας και πειστικότητας!

     Ο υποτακτικός ένοιωθε ξαφνικά γεμάτος γλυκύτητα και ταυτόχρονα φρίκη με τη σκέψη πως ήταν αυτός ο έμπιστος και ο προνομιούχος αποδέκτης μιας τέτοιας εμπειρίας. Ο γέροντας συνέχιζε το έργο του. Και τα χέρια του έπλεκαν τις βέργες της ιτιάς, χωρίς να τρέμουν, σαν να έπαιζε…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΑΡΧΙΜ. ΕΥΣΕΒΙΟΣ ΒΙΤΤΗΣ
(1927–2009)


[Αρχιμ. Ευσεβίου Βίττη:
(1) «Περί χριστιανικής ασκήσεως»,
σελ. 41–48
(μετάφραση και διασκευή του ιδίου),
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη».
(2) «Ο μακάριος Γέροντας
Ευσέβιος Βίττης»
–Αντίδωρο μνήμης–
σελ. 27–29
(αναδημοσίευση σε μικρό τευχίδιο).
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ


     Ο όσιος και θεοφόρος πατήρ ημών Σάββας, ο άγγελος εν σώματι και της ερήμου της Παλαιστίνης ο πολιστής, γεννήθηκε στο Μουταλάσκη (σημ. Τάλας), μικρό χωριό της Καππαδοκίας, το 439. Ήδη σε ηλικία οκτώ ετών κατενόησε την ματαιότητα των εγκοσμίων και με καρδιά πλήρη θείου έρωτος προσήλθε στην Μονή των Φλαβιανών που ήταν κοντά στην γενέτειρά του. Παρά τις προσπάθειες των συγγενών του να τον απομακρύνουν, ο Σάββας έμεινε στην Μονή και γρήγορα μυήθηκε στην τάξη του μοναχικού βίου και ιδιαίτερα στην εγκράτεια και στην αποστήθιση του Ψαλτηρίου. Μια ημέρα, την ώρα που εργαζόταν στον κήπο, του ήλθε η επιθυμία να φάει ένα μήλο. Μόλις όμως το έκοψε από το δέντρο, αμέσως κατανίκησε τον δαίμονα της γαστριμαργίας πετώντας το μήλο καταγής λέγοντας: 
     «Ὡραῖος ἦν εἰς ὅρασιν 
     καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν 
     θανατώσας καρπὸς διὰ τοῦ Ἀδάμ,
     αὐτοῦ προτιμήσαντος 
     τοῦ νοητοῦ κάλλους
     τὸ τοῖς σαρκίνοις ὀφθαλμοῖς 
     φανὲν τερπνὸν
     καὶ τῶν πνευματικῶν ἀπολαύσεων 
     τὴν πλησμονὴν τῆς γαστρὸς 
     τιμιωτέραν θεμένου, 
     δι’ οὗ καὶ ὁ θάνατος 
     εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν· 
     μὴ τοίνυν ἀπονεύσω 
     τοῦ κάλλους τῆς ἐγκρατείας 
     ψυχικῶν τινι νυσταγμῶν βαρηθείς· 
     ὥσπερ γὰρ πάσης προηγεῖται ἄνθος, 
     οὕτως ἡ ἐγκράτεια
     πάσης προηγείται ἀγαθοεργίας»
     (βλ. Κύριλλος Σκυθοπολίτης:
     «Βίος τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Σάββα»,
     Φιλοκαλία, ΕΠΕ 5, 195-445).

     Και για να κατατροπώσει τελείως τον πειρασμό της ενδόμυχης επιθυμίας, μέχρι τέλους του βίου του δεν έφαγε ποτέ του μήλο. Το μικρό παιδί ήταν τόσο αποφασισμένο και είχε αποκτήσει τόση ωριμότητα, ώστε αφιερωνόταν στους αγώνες της νηστείας και της αγρυπνίας ωσάν έμπειρος ασκητής και υπερέβαινε τους συμμοναστές του στην ταπείνωση, την υπακοή και την εγκράτεια.

     Μετά από δέκα χρόνια στην μονή, έλαβε την ευλογία του ηγουμένου να μεταβεί στα Ιεροσόλυμα (456). Πληροφορήθηκε την φήμη του οσίου Ευθυμίου [20 Ιαν.] και με δάκρυα στα μάτια τον ικέτευσε να τον δεχθεί μεταξύ των μαθητών του· ο όσιος γέροντας όμως τον έστειλε πρώτα στο κοινόβιο που διηύθυνε ο όσιος Θεόκτιστος [3 Σεπτ.], διότι δεν συνήθιζε να δέχεται αγένειους νέους μεταξύ των σκληραγωγημένων ασκητών της ερήμου.

     Υπόδειγμα ταπείνωσης και αποκοπής του ιδίου θελήματος, ο Σάββας υπό την καθοδήγηση του Θεοκτίστου, αφιέρωνε όλη την ημέρα στην υπηρεσία των αδελφών και περνούσε όλη την νύχτα δοξολογώντας τον Κύριο. Σε τέτοια τελειότητα αρετής είχε φθάσει, ώστε ο άγιος Ευθύμιος τον ονόμασε «παιδαριογέροντα».


     Μετά την κοίμηση του Θεοκτίστου (469), ο Σάββας πήρε ευλογία να αποσυρθεί και να ασκητεύσει μόνος σ’ ένα σπήλαιο σε κάποια απόσταση από το κοινόβιο. Τις πέντε ημέρες της εβδομάδας προσευχόταν αδιαλείπτως σε απόλυτη νηστεία, έχοντας ως εργόχειρο το πλέξιμο καλαθιών από φύλλα φοινίκων. Το Σάββατο και την Κυριακή ερχόταν στο κοινόβιο για να εκκλησιαστεί και να φάει στην τράπεζα μαζί με τους αδελφούς. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (από τις 14 Ιανουαρίου έως την Κυριακή των Βαΐων), ο όσιος Ευθύμιος συνήθιζε να τον παίρνει μαζί του στην έρημο «Ρουβά» για να ασκηθεί στις υψηλότερες αρετές, πλησιάζοντας τον Κύριο με σιωπή και μέσα στην απουσία κάθε ανθρώπινης παρηγοριάς. Έφθασε έτσι ο Σάββας στα μέτρα των μεγάλων ασκητών της ευσεβείας και μετά την κοίμηση του οσίου Ευθυμίου αποσύρθηκε οριστικά στην αδυσώπητη έρημο για να αντιμετωπίσει ολομόναχος τον Σατανά και τους δούλους του, οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού και την επίκληση του αγίου Ονόματος του Χριστού.

     Μετά τέσσερα χρόνια στην έρημο, ένας άγγελος τον οδήγησε σ’ ένα σπήλαιο στο χείλος μιας ρεματιάς της αριστερής όχθης του χειμάρρου των Κέδρων. Πέρασε πέντε χρόνια (478-483) αφιερωμένος στην προσευχή και στην θεωρία. Κατόπιν, έχοντας πληροφορία από τον Θεό ότι ήταν πλέον καιρός, άρχισε να δέχεται μαθητές. Σε καθέναν έδινε ένα κελλί σ’ ένα από τα πολλά σπήλαια της περιοχής και τους δίδασκε έμπρακτα τις αρετές του μοναχικού βίου. Καθώς οι μαθητές του είχαν φθάσει στους εβδομήντα, εισακούσθηκαν οι προσευχές του αγίου και ο Κύριος έκανε να αναβλύσει μια πηγή στην ρεματιά για την παρηγοριά τους. Για τις κοινές ακολουθίες οι αδελφοί συγκεντρώνονταν σ’ ένα μεγάλο σε σχήμα ναού σπήλαιο, το οποίο ανακάλυψε ο όσιος Σάββας οδηγούμενος από πύρινο στύλο. Η λαύρα μεγάλωνε αδιάκοπα· εκατόν πενήντα ασκητές εγκαταβίωναν εκεί και μεγάλος ήταν ο αριθμός των προσκυνητών που προσέρχονταν για να βρουν την υγεία τους και να προσφέρουν τα δώρα τους, χάρις στα οποία καλύπτονταν όλες οι ανάγκες των μοναχών, που έτσι απέφευγαν τις βιοτικές μέριμνες. Παρά την επιθυμία του να αποφύγει την Ιερωσύνη, ο ταπεινός Σάββας αναγκάσθηκε να δεχθεί την χειροτονία σε πρεσβύτερο, σε ηλικία πενήντα τριών ετών, για να διασφαλίσει την σωστή τάξη του πνευματικού ποιμνίου του.


     Ο μεγάλος αριθμός των μαθητών δεν εμπόδισε ωστόσο τον πόθο του για την ησυχία και, κάθε χρόνο, πιστός στις συνήθειες του πνευματικού του πατρός Ευθυμίου, αποσύρονταν στα βάθη της ερήμου την Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μια χρονιά εγκαταστάθηκε στον λόφο του Καστελλίου, τον οποίον λυμαίνονταν δαίμονες. Αφού τους εξεδίωξε με τις προσευχές του, ίδρυσε εκεί ένα νέο κοινοβιακό μοναστήρι για ήδη δοκιμασμένους μοναχούς (492). Για εκείνους που είχαν μόλις αποτάξει τα εγκόσμια ίδρυσε ένα τρίτο καθίδρυμα, βόρεια της λαύρας, ώστε να διδαχθούν τα του ασκητικού βίου και να μάθουν από στήθους το Ψαλτήριο. Άφησε να εγκαταβιώνουν κατά μόνας μόνο οι έμπειροι μοναχοί, που είχαν ήδη αξιωθεί της διάκρισης των λογισμών και της νήψης, ήταν ταπεινοί στην καρδιά και είχαν πλήρως αποκόψει το ίδιον θέλημα. Όσο για τους αγένειους νέους, τους έστειλε στο κοινόβιο του αγίου Θεοδοσίου [11 Ιαν.].

     Καθώς την εποχή εκείνη οι πολυάριθμοι μοναχοί της Παλαιστίνης ταράσσονταν από τις μηχανεύσεις των αιρετικών μονοφυσιτών που αντιτίθεντο στην Σύνοδο της Χαλκηδόνος, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σαλούστιος όρισε τον άγιο Θεοδόσιο και τον άγιο Σάββα αρχιμανδρίτες και εξάρχους (494) όλων των μονών που εξαρτώντο από την Αγία Πόλη: τον Θεοδόσιο για τους κοινοβιάτες και τον Σάββα για τους αναχωρητές και τους κελλιώτες μοναχούς στις λαύρες. Φοβερός πολέμιος των δαιμόνων, ο άγιος Σάββας ήταν όλος πραότητα και διάκριση έναντι των ανθρώπων. Έτσι, όταν δύο φορές κάποιοι από τους μοναχούς του στράφηκαν εναντίον του (490 και 503), ο όσιος γέροντας αποσύρθηκε οικειοθελώς δίχως να προσπαθήσει να δικαιολογηθεί ή να επιβάλει την εξουσία του, και δέχθηκε να επανέλθει στην θέση και το αξίωμά του μόνον κατόπιν επίμονης παράκλησης του Πατριάρχη.

     Έχοντας κατακτήσει την μακαρία απάθεια, ακλόνητα προσηλωμένος στον Κύριο, ο άγιος Σάββας ειρήνευε τα θηρία, θεράπευε τους αρρώστους και με τις προσευχές του έφερνε ευεργετικές βροχές στην περιοχή εκείνη που την έπληττε ξηρασία και λιμός. Ίδρυσε και άλλα μοναστήρια, ώστε πέρα από το λειτούργημα του εξάρχου των ερημιτών ήταν ηγούμενος επτά μοναστηριών. Ο οικιστής αυτός της ερήμου καθοδηγούσε με σύνεση τις λεγεώνες των πνευματικών πολεμιστών του και προσπαθούσε να τις διατηρήσει στην ενότητα της Πίστεως. Το 512 εστάλη μαζί με άλλους μοναχούς στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), που ευνοούσε τους μονοφυσίτες, για να στηρίξει την Ορθόδοξη Πίστη και να αποσπάσει φορολογικές ελαφρύνσεις υπέρ της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Ο πτωχός, ταπεινός και ρακένδυτος αυτός ασκητής, τον οποίον οι φρουροί των ανακτόρων στην αρχή τον απομάκρυναν νομίζοντάς τον για ζητιάνο, έκανε μεγάλη εντύπωση στον αυτοκράτορα και, καθ’ όλη την μακρά παραμονή του στην Βασιλεύουσα, ο Αναστάσιος συχνά τον καλούσε στο παλάτι για να ωφεληθεί από τις διδαχές του. Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ο άγιος Σάββας αναγκάσθηκε να αγωνισθεί πεισματικά ενάντια στις μηχανεύσεις του αιρετικού πατριάρχη Αντιοχείας Σεβήρου. Το 516, ο Σεβήρος, έχοντας εκ νέου παρασύρει τον αυτοκράτορα στα δίχτυα της πλάνης, κατόρθωσε να εκδιώξει τον άγιο Ηλία [20 Ιουλ.] από τον πατριαρχικό θρόνο των Ιεροσολύμων. Με προτροπή όμως του οσίου Σάββα και του οσίου Θεοδοσίου, έξι χιλιάδες μοναχοί συγκεντρώθηκαν για να πείσουν τον διάδοχό του Ιωάννη να υπεραμυνθεί της Συνόδου της Χαλκηδόνος. Καθώς μετά από αυτήν την διαδήλωση ο αυτοκράτορας ήταν έτοιμος να κάνει χρήση βίας, ο Σάββας τού έστειλε εξ ονόματος όλων των μοναχών των Αγίων Τόπων μια θαρραλέα αναφορά. Την ίδια χρονιά (518) πέθανε ο Αναστάσιος και, δόξα τω Θεώ, ο διάδοχός του Ιουστίνος Α΄ (518-527) υπερασπίσθηκε την Ορθόδοξη Πίστη και διέταξε να εγγραφεί η Σύνοδος της Χαλκηδόνος στα ιερά δίπτυχα. Ο άγιος Σάββας εστάλη τότε στην Σκυθόπολη και στην Καισάρεια για να αναγγείλει ο ίδιος την νίκη, εν μέσω της γενικής χαράς.
              
                  
     Το 531, μετά την αιματηρή εξέγερση των Σαμαρειτών, ο Γέροντας εστάλη εκ νέου στην Κωνσταντινούπολη, στον ευλαβή αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565), ζητώντας την συνδρομή και την προστασία του. Επιστρέφοντας προφήτευσε στον αυτοκράτορα την επανάκτηση της Ρώμης και της Αφρικής καθώς και την οριστική νίκη επί του μονοφυσιτισμού, του νεστοριανισμού και του ωριγενισμού, που θα αποτελούσε την δόξα της βασιλείας του.

     Επιστρέφοντας στα Ιεροσόλυμα, ο άγιος Σάββας έγινε δεκτός με μεγάλες χαρές και ο ακαταπόνητος αυτός εργάτης του Κυρίου βρήκε τον χρόνο να ιδρύσει άλλη μια μονή, την λεγομένη του Ιερεμίου, προτού αποσυρθεί οριστικά στην Μεγάλη Λαύρα. Σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών, ασθένησε και εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω, την Κυριακή 5 Δεκεμβρίου του 532. Το σκήνωμά του, το οποίο θαυματουργικώς διατηρήθηκε άφθορο, κατατέθηκε αρχικά στην Λαύρα, παρουσία πλήθους κληρικών, μοναχών και λαϊκών. Την εποχή των σταυροφοριών μεταφέρθηκε στην Βενετία και πρόσφατα επεστράφη στην μονή του (13/26 Οκτωβρίου 1965).

     Η Λαύρα του αγίου Σάββα έγινε στην συνέχεια κοινοβιακή μονή και διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιστορία του μοναχισμού και της Εκκλησίας στην Παλαιστίνη. Πραγματικά, μεγάλος ο αριθμός των αγίων που εγκαταβίωσαν εκεί: Ιωάννης ο Δαμασκηνός [4 Δεκ.], Κοσμάς του Μαϊουμά [14 Οκτ.], Στέφανος όσιος [28 Οκτ.], Ανδρέας Κρήτης [4 Ιουλ.], κ.α. Εκεί συντάχθηκε και καθιερώθηκε και το «Τυπικόν» που ακόμη και σήμερα κανονίζει τις ιερές ακολουθίες μας και εκεί επίσης εγράφησαν πολλοί από τους θεϊκούς ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας.
  


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς,
τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας·
καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς,
εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας·
καὶ γέγονας φωστήρ,
τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασι,
Σάββα Πατὴρ ἡμῶν Ὅσιε.
Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ὁσίων ἀκρότης
καὶ Ἀγγέλοις ἐφάμιλλος,
ὡς ἡγιασμένος ἐδείχθης,
ἐκ παιδὸς Σάββα Ὅσιε·
οὐράνιον γὰρ βίον ὑπελθών,
πρὸς ἔνθεον ζωὴν χειραγωγεῖς,
διὰ λόγου τε καὶ πράξεως ἀληθοῦς,
τοὺς πίστει ἐκβοῶντάς σοι·
δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ,
πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
ς ἀπὸ βρέφους τῷ Θεῷ θυσία ἄμωμος,
προσενεχθεὶς δι’ ἀρετῆς Σάββα μακάριε,
Τῷ σὲ πρὶν γεννηθῆναι ἐπισταμένῳ,
ἐχρημάτισας Ὁσίων ἐγκαλλώπισμα,
πολιστής τε τῆς ἐρήμου ἀξιέπαινος,
διὸ κράζω σοι· χαίροις Πάτερ ἀοίδιμε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
φθης ὑποτύπωσις καὶ κανών,
θεοφόρε Σάββα,
ὡς τοῦ Πνεύματος θησαυρός,
Ὁσίων Πατέρων,
ῥυθμίζων καὶ ἰθύνων,
πρὸς κλῆρον ἀφθαρσίας,
τοὺς πειθομένους σοι.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 51–56.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΦΑΝΑΡΙΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ 
ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΦΑΝΑΡΙΟΥ


     Ο άγιος Σεραφείμ καταγόταν από το χωριό Μπεζούλα στα Άγραφα της Θεσσαλίας. Οι γονείς του, Σωφρόνιος και Μαρία, τον ανέθρεψαν με ευλάβεια. Ο νεαρός Σεραφείμ έδειξε εξαιρετική επίδοση στην μελέτη των ιερών Γραφών και σύντομα εκάρη μοναχός στην Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου την επονομαζόμενη «Κορώνη» ή «Κρυερά Πηγή». Γρήγορα πρόκοψε στην αρετή και κρίθηκε άξιος της ιερωσύνης. Αργότερα εξελέγη επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου.

     Όταν το 1601 ξέσπασε η άσκοπη εξέγερση του Μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου (1541-1611· ο οποίος επονομαζόταν «Φιλόσοφος» εξαιτίας της ευρύτατης μόρφωσής του και από τους εχθρούς του υποτιμητικά «Σκυλόσοφος» εξαιτίας των αποτυχιών του), που πνίγηκε στο αίμα των αντιποίνων, ο άγιος Σεραφείμ απέφυγε με κάθε τρόπο να εμπλακεί στην εξέγερση· περιερχόταν τα χωριά της επισκοπικής του περιφέρειας και δίδασκε την ειρήνη και την ευλάβεια.

     Τον συνέλαβαν ωστόσο οι Τούρκοι και τον κατηγόρησαν ψευδώς ότι είχε υποστηρίξει την εξέγερση. Ο άγιος έμεινε ακλόνητος στις απειλές και στις κολακείες του δικαστή που του πρότεινε να αρνηθεί την πίστη του για να σώσει την ζωή του. Υποβλήθηκε σε φρικτά μαρτύρια, τα οποία υπέμεινε αγόγγυστα. Όταν τον μετέφεραν στον τόπο της θανάτωσης, μια μουσουλμάνα ανέβηκε σ’ έναν τοίχο και έβριζε και κακολογούσε τον άγιο. Ο άγιος στράφηκε και απλώς την κοίταξε με το ιλαρό του πρόσωπο και τότε το πρόσωπο της γυναίκας εστράφη προς τα πίσω. Φθάνοντας στην αγορά εκτέλεσαν τον άγιο με ανασκολοπισμό, δηλαδή με σούβλισμα πάνω σε ξύλο, στις 4 Δεκεμβρίου του 1601.

     Έπειτα, αφού για τρόμο και σωφρονισμό των Χριστιανών άφησαν πολλές ημέρες το σώμα του επάνω στο ξύλο όπου ευωδίαζε αρρήτως, έκοψαν την τιμία κεφαλή του και την πήγαν στα Τρίκαλα. Την νύχτα ένας ευλαβής χριστιανός πήγε και πήρε την κεφαλή· έγινε όμως αντιληπτός από τους φρουρούς, οι οποίοι τον καταδίωξαν και αναγκάσθηκε εκείνος να την πετάξει στον Πηνειό ποταμό. Εκεί η τίμια κάρα πιάστηκε σε φράχτη που είχαν κατασκευάσει οι ψαράδες, οι οποίοι την ανακάλυψαν οδηγούμενοι από πύρινο στύλο, που στεκόταν πάνω από τον τόπο όπου είχε πιαστεί, και άκουγαν ουράνιες ψαλμωδίες. Η τίμια κάρα κατατέθηκε στην Μονή Κορώνης, όπου επιτελεί πολλά θαύματα.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ἀγράφων τὸν γόνον,
Φαναρίου τὸν πρόεδρον,
καὶ Μονῆς Κορώνης τὸ κλέος,
Σεραφεὶμ εὐφημήσωμεν·
ἀθλήσας γὰρ λαμπρῶς
ὑπὲρ Χριστοῦ,
θαυμάτων ἐπομβρίζει δωρεάς,
καὶ λυτροῦται νοσημάτων φθοροποιῶν,
τοὺς πίστει ἀνακράζοντας·
δόξα τῷ δεδοκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ,
πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς Ἐκκλησίας τὸν ἀστέρα τὸν νεόφωτον,
καὶ Φαναρίου τὸν ποιμένα τὸν θεόκριτον,
ἀνυμνήσωμεν ἐν ᾄσμασι θεοφθόγγοις·
ἀνατείλας γὰρ ἐσχάτως δι’ ἀθλήσεως,
καταυγάζει Ὀρθοδόξων τὰ πληρώματα,
Χαίροις, λέγοντα, Σεραφεὶμ ἀξιάγαστε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χρίσματι ἁγίῳ τελειωθείς,
θερμῶς ἀναδέχῃ,
τὸ μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ·
οὐ γὰρ ἐπῃσχύνθης,
τὸν εὐαγῆ ἀγῶνα,
ὦ Σεραφεὶμ διό σε,
Χριστὸς ἐδόξασε.


[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 49–50.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
(2) Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου:
«Νέον Μαρτυρολόγιον»,
Μαρτύριο 19ο, σελ. 63–67,
(επιστασία: Π. Β. Πάσχου)·
Εκδοτικός Οίκος «Αστήρ»·
Αθήναι, 19934.
(3) Αγίων Μακαρίου Νοταρά,
Νικοδήμου Αγιορείτου,
Αθανασίου Παρίου
και Νικηφόρου Χίου:
«Συναξαριστής Νεομαρτύρων»,
σελ. 185–191,
(επιμέλεια: Αθανασίου Μάργαρη)·
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»·
Θεσσαλονίκη, 19963.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΒΑΡΑ

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΡΒΑΡΑ


     Η αγία Βαρβάρα έζησε επί βασιλείας Διοκλητιανού (284-305). Ήταν θυγατέρα του τοπάρχη της Ηλιουπόλεως (σημ. Μπάαλμπεκ στον Λίβανο) Διοσκόρου, πλούσιου ειδωλολάτρη. Επιθυμώντας να διαφυλάξει την εξαίρετη ωραιότητά της, ο Διόσκορος, που ετοιμαζόταν να αναχωρήσει σε ταξίδι μακρινό, έκλεισε την κόρη του σε πύργο υψηλό στο παλάτι του ώστε κανείς άνδρας να μην την βλέπει. Είχε φροντίσει να της δώσει όλα τα αγαθά καθώς και εκλεκτή μόρφωση, δεν μπόρεσε όμως να εμποδίσει την κόρη του να ασκήσει την διάνοιά της σύμφωνα με την εικόνα του Θεού που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Στοχαζόμενη την ανταύγεια της παρουσίας του Θεού στην φύση, η Βαρβάρα από μόνη της έφθασε σε γνώση του Ενός Τριαδικού Θεού· αποστράφηκε από τις ματαιότητες και η καρδιά της σκιρτούσε μόνο για τον Χριστό, τον Επουράνιο Νυμφίο. Ο Διόσκορος είχε διατάξει επίσης να χτίσουν στην βάση του πύργου ένα λουτρό και διέταξε να φτιάξουν μόνο δύο παράθυρα. Βλέποντας την οικοδόμηση του λουτρού κατά την απουσία του πατέρα της, η Βαρβάρα ζήτησε από τους εργάτες να ανοίξουν ένα τρίτο παράθυρο, ώστε η αίθουσα να φωτίζεται από φως τριπλό, σύμβολο του τριαδικού φωτός του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Όταν επέστρεψε από το ταξίδι του ο Διόσκορος με πολλές προτάσεις για πλούσια συνοικέσια, αντιμετώπισε την ισχυρή άρνηση της νεαρής κόρης, η οποία επιθυμούσε να αφιερώσει την παρθενία της στον Χριστό. Η κατάπληξη του σκληρόκαρδου εκείνου ανθρώπου μετεβλήθη σε βίαιη οργή όταν έμαθε ότι με εντολή της κόρης του είχαν ανοίξει τρίτο παράθυρο στο κτίριο του λουτρού. Ζήτησε να μάθει τον λόγο και η Βαρβάρα έκανε ενώπιόν του το σημείο του Σταυρού και δείχνοντάς του τα τρία ενωμένα της δάχτυλα, του είπε: «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα· αυτό το μοναδικό φως φωτίζει όλη την κτίση και μέσω του σημείου του Σταυρού σώζονται οι άνθρωποι». Έξαλλος ο Διόσκορος άρπαξε το σπαθί του και πήγε να την αποκεφαλίσει επί τόπου· ευτυχώς η νεαρά παρθένος διέφυγε και κατέφυγε στο βουνό, όπου ένας βράχος σχίσθηκε θαυματουργικά στα δύο για να την δεχθεί.


     Χάρις στην πληροφορία ενός πονηρού βοσκού, ο πατέρας της τελικά την ανακάλυψε και την έσυρε ενώπιον του έπαρχου, όπου η αγία διαπρυσίως ομολόγησε τον Χριστό και χλεύασε τα είδωλα. Την μαστίγωσαν τότε ανελέητα με βούνευρα, καταξέσχισαν τις σάρκες της με σιδερένια άγκιστρα, έκαυσαν τα πλευρά της και χτύπησαν με σφύρα το κεφάλι της. Την έριξαν σε σκοτεινή φυλακή και το σώμα της αγίας ήταν όλο μια πληγή αιμάσσουσα. Το ίδιο βράδυ, της παρουσιάσθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ακτινοβολώντας επουράνιο φως, θεράπευσε όλες τις πληγές της και της είπε να μείνει σταθερή στο φρόνημά της ώστε να την έχει υπό την σκέπη Του μέχρι το τέλος του αγώνα της.


     Την επομένη η Βαρβάρα παρουσιάσθηκε για δεύτερη φορά ενώπιον του ηγεμόνα, ο οποίος εξεπλάγη από την αιφνίδια ίαση. Την υπέβαλε εκ νέου σε βασανιστήρια και διέταξε να την γδύσουν και να την περιφέρουν γυμνή σε δημόσια καταισχύνη. Ο Κύριος όμως δεν άφησε τα δυσσεβή βλέμματα να σπιλώσουν την αγνότητα της παρθένου και αίφνης φωτεινή νεφέλη κατήλθε εξ Ουρανού και τύλιξε την παρθενομάρτυρα με ιμάτιο φωτεινό.


     Βλέποντας την καρτερία της αγίας και τα θαύματα με τα οποία ο Θεός εκδήλωνε την εύνοιά Του προς αυτήν, μια νεαρή γυναίκα, Ιουλιανή ονόματι, διακήρυξε και αυτή την πίστη της στον Χριστό και την απόφασή της να συμμερισθεί την μοίρα της Βαρβάρας. Αμέσως την συνέλαβαν και την υπέβαλαν σε βασανιστήρια. Τέλος, ο ηγεμόνας αποφάσισε να θανατώσει με αποκεφαλισμό τις δύο κόρες. Όταν ανήγγειλε την απόφασή του, ο Διόσκορος, που ήταν παρών σε όλα τα βασανιστήρια της κόρης του, πρότεινε ο άσπλαχνος να την αποκεφαλίσει με τα ίδια του τα χέρια. Στην κορυφή του βουνού όπου θα τις θανάτωναν, οι δύο κόρες έφθασαν με χαρά και παρέδωσαν ταυτόχρονα τις ψυχές τους στον Κύριο· η Ιουλιανή αποκεφαλίσθηκε από έναν δήμιο, ενώ την αγία Βαρβάρα την αποκεφάλισε εκείνος που την είχε φέρει στην ζωή. Η θεία δίκη όμως δεν άργησε: μόλις ο σκληρόκαρδος Διόσκορος πήρε τον δρόμο του γυρισμού, τον χτύπησε κεραυνός και τον έκανε στάχτη.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄.
Βαρβάραν τὴν ἁγίαν τιμήσωμεν·
ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε,
καὶ ὡς στρουθίον ἐρρύσθη ἐξ αὐτῶν,
βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ
ἡ πάνσεμνος.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν
ἀνακηρύττουσα,
ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας
ὑπεσημήνω σοφῶς,
κοινωνίαν πατρικὴν
λιποῦσα πάνσεμνε·
ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς,
ὡς παρθένος εὐκλεής,
Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς.
Ἀλλὰ μὴ παύσῃ πρεσβεύειν,
ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ,
ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε,
τὰ τῶν εἰδώλων ἔλιπες σεβάσματα,
μέσον δὲ τοῦ σκάμματος,
ἐναθλοῦσα Βαρβάρα,
τυράννων οὐ κατέπτηξας,
ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον,
μεγαλοφώνως κράζουσα σεμνή·
Τριάδα σέβω, τὴν μίαν Θεότητα.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Πατέρα λιποῦσα τὸν δυσσεβῆ,
ἐδείχθης θυγάτηρ,
Βασιλέως τῶν οὐρανῶν,
ὑπὲρ οὗ προθύμως,
ἀθλήσασα Βαρβάρα,
λυτροῦσαι πάσης νόσου,
τοὺς προσιόντας σοι.


[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 4ος (Δεκέμβριος), σελ. 41–45.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Μάρτιος 2005.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.