Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Η ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ

Η ΣΥΓΓΕΝΕΙΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ


     Καθόμαστε και γράφουμε, με ελπίδα και συνάμα με αγωνία, και «πηγαίνουμε στην εκκλησία τα ονόματα» αγαπημένων προσώπων της οικογενείας και της στέγης μας· γράφουμε τους φίλους, τους συμπαραστάτες, τους βοηθούς μας, τους ευεργέτες μας, αυτούς που κάποτε, κάπως, μας εξυπηρέτησαν σε κάτι, αυτούς που μας αγάπησαν, αυτούς που αγαπήσαμε και εκτιμήσαμε μέσα από τις ίδιες τις εξ αμφοτέρων πράξεις και τις διαθέσεις, μέσα από την προσφορά και την εμπιστοσύνη της σχέσης που κτίσαμε μαζί τους. Τόση αρμονία και ευωχία σε όλο αυτό! Υπέροχο να το ζεις, υπέροχο να το γράφεις και υπέροχο να το θυμάσαι.

     Ας πάμε λίγο και από τη μεριά της απευκταίας αλλά ωστόσο πολύ ρεαλιστικής δυσαρμονίας, προς την σκαιή όχθη ενός πολύ ιδιαίτερου χάους που φέρνει η κακία τόσο αιφνιδιαστικά στην ανυποψίαστη συνείδησή μας… Ας πορευθούμε θαρρετά και γόνιμα και προς τη θλιβερή πραγματικότητα της αποδόμησης ή της προδοσίας μιας φιλίας που δεν προχώρησε, μιας σχέσης που δεν τελεσφόρησε, μιας αγάπης που λίγο-πολύ νομίζαμε και πιστεύαμε αμετάπειστα ότι είχαμε μέσα μας, αλλά δεν υπήρχε πουθενά, σε καμιά καρδιά και σε καμιά πράξη...

     Ερώτηση κρίσεως: Τους εχθρούς μας (αυτούς, τους άλλους «ευεργέτες» μας), τους μνημονεύουμε στις κατά καιρούς Προσευχές μας; Θα πάμε ποτέ τα ονόματά τους στην Πρόθεση για να μνημονευθούν από τον ιερέα της ενορίας μας, από τον Πνευματικό της καρδιάς μας, σε μια Αγρυπνία που θα γίνει κοντά ή μακριά μας, σε μια καθημερινή θεία Λειτουργία, σε μια κατανυκτική Παράκληση, σε μια Αρτοκλασία που ενδεχομένως να κάνουμε (εάν κάνουμε) με αφορμή μια προσωπική γιορτή, ένα δικό μας γεγονός ή μια επέτειο; Ξέρουμε σχεδόν μηχανικά και θαρρείς με μια αυτοματοποιημένη στοργή να γράφουμε και να ξαναγράφουμε ακούραστα σε μικρά ή μεγάλα χαρτιά τα ονόματα των προσφιλών μας συγγενών και αγαπημένων φίλων, προσμένοντας γι’ αυτούς κάθε έλεος, δύναμη, ενίσχυση και προκοπή από τον θρόνο του Υψίστου. Αλλά, γιατί δε γίνεται το ίδιο και με τους εχθρούς μας; Τι μας εμποδίζει; Γιατί μουδιάζουμε από σκέψεις τόσο απορριπτικές γι’ αυτούς; Γιατί το αναβάλλουμε; Το να τους θυμηθούμε, έχει πολύ μεγάλη αξία και σημασία! Δηλαδή ο Θεός ξεχνάει κανέναν στην αγάπη Του; Όποιος δε θέλει να θυμάται με αγάπη, δηλαδή με συγχώρεση πρώτα από όλα και πάνω από όλα, αυτός ζει ή μια ατακτοποίηση απώθηση ή ένα αθεράπευτο μίσος μέσα του και επιτρέπει τον εγωισμό του να στέκει εμπρός του σαν ένα ανυπέρβλητο τοίχο. Να τους θυμόμαστε, λοιπόν, τους «αγαπητούς» κ.κ. εχθρούς μας, έστω και μηχανικά, έστω και χωρίς διάθεση, έστω και με μια μεγάλη βαρυθυμία από μέρους μας. Το ότι αποφασίζουμε με το καλό να τους θυμόμαστε, Κάτι είναι κι αυτό: είναι το ένα που μας έλειπε και μας λείπει, είναι η αρχή του τέλους του ανομολόγητου και ανεξακρίβωτου μίσους μας, είναι η επαινετή αρχή της πιο αισθαντικής αρχής της αγάπης εντός μας.

     Και είναι πολύ γνωστός εκείνος ο εσωτερικός πόλεμος τότε: όλες οι κακές αναμνήσεις μπροστά μας· μία-μία οι άσχημες εικόνες σε μια αμείλικτη, πολύ ξεκάθαρη και αθόλωτη σειρά, όλες οι στρεβλές θύμησες θα είναι παρούσες μέσα στο πνευματικά άπειρο μυαλό μας. Μόνο τότε, κατά την ώρα και τη στιγμή της Προσευχής, θα θυμόμαστε με ισχυρή απόρριψη όσους μας λύπησαν, όσους μας αδίκησαν, όσους μας πίκραναν, όσους μας έδειξαν κάθε αχαριστία, κάθε αγνωμοσύνη, κάθε αδιαφορία και αναισθησία. Γράψε, ισόψυχε και γνωστέ άνθρωπέ μου, τους εχθρούς σου σ’ ένα χαρτί και δώσ’ το ανενδοίαστα στον ιερέα που γνωρίζεις και που δε γνωρίζεις! Άρχισε να μνημονεύεις, κάνε κι εσύ έναν ωραίο, φιλόθεο και θεάρεστο αγώνα να κάνεις και τη δική σου καρδιά μια άλλη, εσωτερική Πρόθεση Προσευχής. Κάνε πέρα όλες τις δυσάρεστες αναμνήσεις και τις λογικές αιτιάσεις που στέκονται σαν αναχώματα του παμπάλαιου πειρασμού και του αρχέγονου πειραστή, προκειμένου εσύ να μη βιώσεις, όχι απλά μια πρόσκαιρη, περιορισμένη ψυχολογική ηρεμία ή μια γκουρουϊστική ειρήνευση, αλλά το αιώνιο μεγαλείο της χριστοκεντρικής Συγχώρεσης και χριστοειδούς καταλλαγής με όσους σε λύπησαν και με όσους έθλιψαν την καρδιά σου στην πορεία σου. Η αρχή του εγχειρήματος της συμμετοχής μας στην Προσευχή σηματοδοτεί σταδιακά την πνευματική κατάσταση που λέγεται και είναι η Συγγνώμη του Χριστού στην καρδιά μας και αυτό πραγματοποιείται πάντα με το να αρχίσουμε, λίγο-λίγο, να γράφουμε τα ονόματα μερικών, κάποιων ή όλων των εχθρών μας στο χαρτί και αυτό το χαρτί να το πηγαίνουμε έπειτα, με συναίσθηση, με προσευχή και με ταπείνωση στον ιερέα για να μνημονεύσει όσα ονόματα γράψαμε εμείς γενναιόδωρα. Πώς αλλιώς θα έχει η Προσευχή μας παρρησία, δύναμη και φτερά; Πώς θα έχει ο βίος μας έμπρακτη ευρωστία, παλμό και ομορφιά ευαγγελικότητας; Με τις ατέρμονες και τις χιλιοειπωμένες θεωρίες μας; Με τα θολά και γλυκερά μας «πιστεύω»; Δε νομίζω…

     Λοιπόν, έτσι, διά της θείας Συγχωρήσεως, έρχεται και κατέρχεται η Χάρη του Θεού στην καρδιά· έτσι τελειοποιείται και καρποφορεί η Προσευχή μας· έτσι μόνο ακουγόμαστε στον Θεό: «συγχώρεσε αυτά που Σου χρωστάμε εμείς, όπως κι εμείς συγχωρούμε τους οφειλέτες μας» λέμε στο «Πάτερ ημών»· έτσι στερεώνεται και εδραιώνεται η καρδιά μας μέσα στο Λειτουργικό Μυστήριο της Εκκλησίας· μέσα στο χριστοευκτικό γίγνεσθαι· έτσι αρχίζουμε και βιώνουμε, βαθμιαία και σταθερά, μέσα από τη θεία Ευχαριστία, την ακακία, τη μακροθυμία και τη συγχωρητικότητα και την άφεση του Χριστού, η οποία δεν είναι απλώς μια «αρετή» ή ένα «κατόρθωμα» αρετής, αλλά θείο ιδίωμα, θείο χαρακτηριστικό του Προσώπου Του, και η οποία πάλι, δεν έχει κορεσμό, τέλος και όριο όταν άρχεται κανείς να τη βιώνει εν Χριστώ· έτσι εισέρχονται μέσα μας με δύναμη και έκπληξη τα χνώτα του Χριστού ως ρεύματα και πνοές αθανασίας· έτσι νικιέται ο κάθε μας θάνατος, έτσι κατατροπώνεται ο λυγμός, ο αναστεναγμός, το παράπονο, η πίκρα, η εναντίωση, η μνησικακία, η έχθρα, η ζηλοτυπία, ο φθόνος, η ταραχή, έτσι αναπαύεται η προηγουμένως ανειρήνευτη ψυχή μας. Με τη Χάρη του Θεού αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε μια άλλη βιωματική αλήθεια, ένα άλλο υπερκόσμιο και θαυμάσιο πλήρωμα αλήθειας, ότι βασικά δεν είμαστε οι μόνοι που πικραθήκαμε και που πληγωθήκαμε, αλλά είμαστε εξίσου οι αδιανόητα, οι παράλογα και ανεπίτρεπτα μόνοι που, με κάθε γνωστό ή άγνωστο σ’ εμάς τρόπο, πικράναμε, πληγώσαμε, αδικήσαμε, θλίψαμε, εξουθενώσαμε, προσβάλλαμε, αδιαφορήσαμε, προσπεράσαμε, απαξιώσαμε, που δεν συντρέξαμε, που τέλος πάντων δεν αγαπήσαμε τελείως, αλλά πολύ μερικώς και εσφαλμένως, υποκριτικά, πρόχειρα και συγκαλυπτικά, τον Θεό της φαινομενικής και θεωρητικής μας πίστης, όπως επίσης και δεν αγαπήσαμε, ειλικρινά και με ανιδιοτέλεια, τις δικές Του έμψυχες και λογικές εικόνες επί της γης: τους όποιους και όσους συνανθρώπους μας.

     Όλος αυτός ο φαύλος και παράλογος κύκλος της έχθρας, του αλληλοσπαραγμού, της ανταπόδοσης, της εκδίκησης τελειώνει υπέρλογα και θαυμαστά μόνο με τη Χάρη του Θεού, μόνο με την Προσευχή, είτε αυτή είναι η Λειτουργική Προσευχή της Εκκλησίας, είτε κατά δεύτερον η προσωπική μας εναγώνια αναφορά προς τον θρόνο του Θεού. Η αγάπη μας, για να είναι πραγματική και αφάνταστη αγάπη, έχει απόλυτα ανάγκη τη Χάρη του Θεού για να τη μπολιάσει και να την πιστοποιήσει κατόπιν αυτή μέσα στα δικά μας συγχωρητικά έργα, μέσα στους μακρόθυμους λογισμούς και τις αμνησίκακες διαθέσεις μας, σε κάθε μας αγαπητική ενέργεια. Ίσως να θέλουμε τον χρόνο μας γι’ αυτό και, αυτό, να είναι το μόνο σίγουρο! Αλλά να μη μας λείψει ο συγχωρητικός τρόπος μέσα σ’ αυτό τον χρόνο, διότι τότε θα είμαστε πολύ υποκριτές. Ίσως να θέλουμε μια απόσταση για την πολύ εύλογη ανασυγκρότησή μας, κι αυτό πάλι δεν είναι άσχημο: πρέπει επιτέλους η ατελής αγάπη μας να βρει σαν πλοηγό τη διάκρισή της. Η συγχώρεση πάντως, μαζί με την ευγνωμοσύνη, είναι η διττή σφραγίδα της ορθόδοξης και εν γένει της χριστιανικής πνευματικότητας που επικυρώνει την ακραιφνή συγγένειά μας με τον Χριστό. Την έχουμε όμως αυτή τη σφραγίδα στη ζωή μας; Είμαστε όντως συγγενείς με τον Χριστό; Το επιμαρτυρεί αυτό η καρδιά μας; Εάν ναι, τότε, με τη θεία Του Χάρη, είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να ακούσουμε τη θεία φωνή να απευθύνεται προς εμάς και να μας λέει αποδοκιμαστικά και απροσωπόληπτα: «Δεν σας ξέρω! Δεν ξέρω από πού είσθε!» (βλ. Ματθ. 25, 12 και Λουκ. 13, 25). Ξέρει κανείς τι είναι και τι σημαίνει να μη σε ξέρει ο παντογνώστης Χριστός; Ο ορισμός της τέλειας και αμετάκλητης απωλείας του προσώπου μας στην ατέρμονη αιωνιότητα. Την ευθύνη γι’ αυτό φυσικά την έχει ο άνθρωπος, με τις ανάλογες πράξεις του, την ανάλογη βούλησή του και την ανάλογη χρήση της ελευθερίας του. Η συγχώρεση είναι η ομοίωσή μας με τον Χριστό, αυτή που μας εισάγει αξιωματικά μέσα στο θείο Οίκο του Πατρός, στη χώρα του Παραδείσου με τους υπόλοιπους ανά τους αιώνες συγγενείς Του, στη φαμίλια των Αγίων Του, των Φίλων Του που δε δίστασαν στη ζωή τους ν’ αγαπήσουν, δηλαδή να συγχωρήσουν πραγματικά. Μόνο με αυτή τη σωτήρια χριστοσυγγένεια θα μπορούμε κι εμείς να ζήσουμε από τώρα τη θεία ζωή, τη ζωή της χριστοσυγχώρεσης και της χριστοενότητας, με ακατάπαυστα την Ευχή και την Προσευχή στα χείλη του σώματος και της ψυχής μας, όλης της ύπαρξής μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου και πάντων Σου των Αγίων, μνήσθητι, ελέησον, στερέωσον, ειρήνευσον, φώτισον, συγχώρησον και σώσον πάντας τους εχθρούς ημών, πάντας τους εχθρούς μου!».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ

Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥ


     Στις 13 του Ιουνίου μήνα
     εορτάζεται η μνήμη
     του οσίου Ιακώβου
     που από δαιμονική απάτη
     προσκύνησε τον Αντίχριστο.

     Ο μακάριος Ιάκωβος είχε απαρνηθεί όλα τα υπάρχοντά του για την αγάπη του Χριστού και ασπάσθηκε με ζήλο την μοναχική πολιτεία. Εμπιστευόμενος όμως τον εαυτό του και χωρίς να ζητήσει συμβουλή από τους Γέροντες επιδόθηκε σε μεγάλους ασκητικούς μόχθους, οι οποίοι γέννησαν σε αυτόν αλαζονεία. Μία ημέρα, ο δαίμονας παρουσιάσθηκε σε αυτόν με την όψη ενός αγγέλου φωτός και του είπε: «Ευτρέπισε το κελί σου και κάψε θυμίαμα διότι η άσκησή σου άρεσε στον Χριστό, ο Οποίος θα έλθει απόψε και θα σε πληρώσει χάριτος». Ξεγελασμένος από την οίησή του, ο Ιάκωβος ετοιμάστηκε και εις το μέσον της νυκτός εμφανίσθηκε ο Αντίχριστος, συνοδευόμενος από χιμαιρική δόξα. Μόλις ο Ιάκωβος γονάτισε και τον προσκύνησε, εκείνος τον κτύπησε στο μέτωπο και εξαφανίσθηκε.

     Το πρωί, ο ασκητής πήγε κλαίγοντας να αποκαλύψει αυτό που είχε συμβεί σε έναν Γέροντα που ζούσε στα περίχωρα. Πριν ακόμη πάρει τον λόγο, ο Γέροντας τού είπε: «Σε περιέπαιξε ο Σατανάς. Φύγε το γρηγορότερο από τον τόπο αυτό και πήγαινε σε ένα κοινόβιο!». Έτσι, εισήλθε ο δυστυχής Ιάκωβος σε ένα κοινοβιακό μοναστήρι, όπου διακόνησε για επτά χρόνια στο μαγειρείο με ταπείνωση και υπακοή. Έλαβε κατόπιν την ευλογία να μείνει σε κελί, φυλάσσοντας τον ακριβή Κανόνα που του έδωσε ο Πνευματικός του Πατέρας εργαζόμενος ελαφρύ εργόχειρο. Από τον ασφαλή δρόμο της αποκοπής του ιδίου θελήματος απέκτησε έτσι την πνευματική διάκριση και κρίθηκε άξιος να γίνει θαυματουργός, πριν παραδώσει εν ειρήνη την ψυχή του στον Θεό.


※
[Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμος 10ος [Ιούνιος]
σελ. 161–162,
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι, Φεβρουάριος 2008.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

ΑΝ ΕΙΠΑ ΚΑΤΙ…

ΑΝ ΕΙΠΑ ΚΑΤΙ…


     Πας να απογοητευτείς πέρα ως πέρα, να αποκαρδιωθείς πολύ αληθινά και πολύ σκληρά, χωρίς κανένα οίκτο προς τα αχυρένια όρια του τσακισμένου εαυτού σου, πας να γύρεις, να πέσεις, να φυλλορροήσεις, επιτέλους να σωριαστείς και να καταλήξεις, κοντεύεις να αισθανθείς κάθε «ανθρώπινο» σβησμό μέσα σου, και «εκεί» είναι που δε σ’ αφήνει η Προσευχή. Το διαπιστώνεις έκπληκτος στην ενδοϋπαρκτική ακρώρεια του μέγα πόνου σου: είσαι ελεύθερος στη γλυκιά αιχμαλωσία της· ήρεμος, απερίπλοκος, απλός, δυνατός, συγκολλημένος ξανά και πάντα ενιαίος στην αγωνιώδη και ειρηνική επίκλησή της. Η Προσευχή που γίνεται όχι απλώς ένα ξεχωριστό κομμάτι του είναι σου, αλλά το αθεώρητο και μονάκριβο κέντρο του, θραύει και κομματιάζει κάθε πρωτόγνωρο πόνο και κάθε έσχατο θάνατο μέσα σου. Καταλαμβάνει τα χνώτα σου και αρπάζει τους παλμούς σου και βλέπεις μετά ότι η θαυμαστή ενέργειά της συνεχίζεται και δίχως τα απαραίτητα λόγια της· μέσα στη σιωπή της συντριβής, στο επέκεινα του λόγου της καρδιάς, στη χριστοκεντρική καραδοκία της διψαλέας ψυχής, στην καρδιοστάλακτη θέα των εσχάτων εντός μας. Αυτή στέκεται ακατανόητα και φιλάνθρωπα πλάι μας σαν το παντοτινό φυλακτήριο της ευόλισθης φύσης μας· γίνεται η ανάσταση των νεκρωμένων ελπίδων και προσδοκιών μας· όλες μας οι κραταιώσεις κι όλα τα κότσια μας βρίσκονται μέσα στην αφοσίωσή μας προς αυτήν· όλη η δύναμη και η χαρά μας γαντζώνεται σφιχτά στο θεολογικό άρμα των πιο ψιθυριστών και σιγανών της λέξεων. Και η ζωή που γίνεται τρόπος και ήθος προσευχής, λειώνει κάθε αδυναμία, απουσία και θάνατο στο καμίνι των θείων πόθων και της θείας, μεγάλης και ανείπωτης στοργής. Αν είπα, αν έγραψα ή ένιωσα κάτι επιπόλαιο και εσφαλμένο που υπερβαίνει μια ανώδυνη λογική ή προσκρούει στα μέτρα μιας άλλης αγαπημένης ιδέας ή συμβατικότητας κάποιου, ζητώ συγνώμη...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 7 Ιουνίου 2017

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ, ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΠΟΛΗ

ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝΔΟΧΩΡΑ, ΠΕΡΙΟΠΤΗ ΠΟΛΗ


     Το έχουμε ξαναπεί και θα το λέμε συνέχεια, όσο αναπνέουμε και μέχρι να πεθάνουμε, ότι, ο αυθεντικός Χριστιανισμός δεν υφίσταται στα πρωτόκολλα, στις υποδοχές και στους όποιους θεσμοθετημένους θρησκευτικούς μηχανισμούς· «περπατάει» αδιάκοπα μέσα στα πρόσωπα, μέσα από τα πρόσωπα, πάντα πλάι στα πρόσωπα, και όχι μέσα από τις μεγαλόστομες, τις ατέρμονες και σαγηνευτικές θεωρίες. Τα αέρινα νανουρίσματα (lullaby) των λόγων μας μοιάζουν με σπάργανα και λουρίδες της πολλαπλής και κραυγαλέας ανευθυνότητάς μας προς την όντως ζωή. Το θέμα είναι Τι και Ποιον ζεις, αν ζεις, και όχι ποιο είναι το μότο και η θεωρία σου. Από θεωρίες και ιδέες έχει χορτάσει ολάκερος ο κόσμος. Το Πρόσωπο ζει και πρέπει να ζήσει όσο γίνεται πιο αυθεντικά τον Τριαδικό Θεό του πρωτίστως με την Προσευχή και την έμπρακτη οδό του Ευαγγελίου του Χριστού. Ο πρώτος και αμείλικτος εχθρός της Προσευχής, της Προσευχής που δίνει αιώνια ζωή και παλμό αθανασίας στην καρδιά, είναι η ίδια η σαπισμένη από την αμαρτία και τα πάθη λογική μας. Ο εχθρός εντός των πυλών πάντα. «Είδατε να αλλάζει τίποτα με την Προσευχή; Ο κόσμος παραμένει πάντα ο ίδιος, η κακία του συνεχίζει απτόητα το έργο της, η θρασεία αμαρτία του βασιλεύει παντού και η άφατη λύπη συνεχίζει να κατατρύχει και να λικνίζει το είναι μας», διαμαρτύρεται μέσα μας η στεντόρεια και αυθάδης φωνή του ορθολογισμού. Αυτή τη φωνή, μια τέτοια φωνή, εσείς μη την ακούτε, μη την πιστεύετε! Είναι εύκολο να κάνεις σπουδή, μελέτη και κριτική επί των φαινομένων. Ο Χριστός μάς θέλει ενώπιόν Του αληθινά και αποφασιστικά εγκαρδιωμένους, εμβαθείς, υπερβατικούς, πνευματικά έξυπνους· η ειλικρίνειά μας, το άνοιγμα της καρδιάς μας, όλη η σχέση μας προς Αυτόν να εμφορείται και να συνδυάζεται με ουράνιες δόσεις θείας τρέλας και θείου πόθου. Ο πρώτος και βασικός κόσμος που αλλάζει βαθμιαία αλλά ριζικά με την Προσευχή είναι ο εσωτερικός και αφανής κόσμος μας που είναι το αρχέγονο βάθρο της εξωτερικής ανταρσίας η οποία επικρατεί με τη βία και τη σύγχυση σε κάθε περιβάλλον, παντού στην οικουμένη. Η Προσευχή, που είναι η κατ’ εξοχήν υπαρξιακή κοινωνία με τον Θεό, είναι η θεσπέσια βιωματική αρχή της Βασιλείας του Θεού μέσα μας. Και αυτή η Βασιλεία δεν έρχεται με «παρατήρηση», με γδούπο και με θόρυβο, με κουστωδία και ορχήστρες. Η θεία απλότητα και η θεία ταπείνωση θα μας ανοίξουν τα μάτια να δούμε και να νιώσουμε αυτές τις καταστάσεις, καθώς και όσα μυστήρια και μεγαλεία του Θεού ο κόσμος αγνοεί, μισεί και αντιμάχεται. Ο εγκάρδιος Χριστιανισμός είναι ο αθόρυβος τρόπος της Χάριτος εντός μας, στο δικό μας πρόσωπο και στον δικό μας αγώνα. Η δε Χάρη του Θεού είναι παντοδύναμη και ενθεωτική ενέργεια, που έχει σαν μυστική ενδοχώρα της ή σαν περίοπτη πόλη και πρωτεύουσα την καρδιά του ανθρώπου. Και ο Χριστός θέλει την καρδιά μας· όχι τη θεωρία μας γι’ Αυτόν.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

ΧΑΘΗΚΑΜΕ!

ΧΑΘΗΚΑΜΕ!


     «Χαθήκαμε!»: Η συχνότερη σε λεκτική χρήση κουβέντα μας, το πιο εύκολο στην πλατφόρμα της έμπνευσής μας μονόλεκτο, αλλά ως επί το πλείστον και το πιο αβίαστο και λανθασμένο μας συμπέρασμα. Ένα αμήχανο ρήμα στο α΄ πληθυντικό που τα σκεπάζει όλα ευγενικά, μια βιαστική φράση που (μπορεί να) κρύβει μέσα της μια προσωπική αλλά ανομολόγητη ευθύνη για τη σχέση που διεκόπη, για την κοινωνία που δε συνεχίστηκε, για ένα αλισβερίσι που αραίωσε. Και τη λογική να δανειστείς σαν κάρο προς τη διέξοδο, πάλι δε βγαίνουν οι εξισώσεις των δεδομένων. Δε γίνεται μια ζωή να «χάνονται» όλοι ταυτόχρονα. Δε γίνεται όλα να ξεθωριάζουν ατραυμάτιστα ή αναίτια απ’ όλους. Όλοι καταφεύγουν καταχρηστικά σ’ ένα κατά συνθήκη απρόσωπο «εμείς», που μια χαρά θα ξορκίσει την ευθύνη και την υπαιτιότητα του καθενός. Θεωρητικά τουλάχιστον, οι σχέσεις δεν υπάρχουν, δεν προορίζονται για να «χάνουν» τα πρόσωπά τους. Και δε γίνεται να «χάνεται» κάποιος δίχως λόγο, δίχως μια αιτία, μια αφορμή, μια πρόκληση ή μια ευθιξία. Άσε που, πέρα όλων των παραπάνω, η αφάνεια ενός προσώπου μπορεί κάλλιστα να είναι μια εκπληκτική και έμπρακτη διάκριση –κινέζικο αίνιγμα για τους πολλούς. Στα πνευματικά, μόνο οι λογισμοί μάς σπρώχνουν αδιάκοπα στο να «χανόμαστε» και οι αυτοπαραιτήσεις που αυτοί εισάγουν σ’ εμάς κεντρίζοντας συνεχώς το ταλαιπωρημένο μας μυαλό. Τελικά, μόνο η Προσευχή δεν αφήνει κανέναν και τίποτα να «χαθεί» από κανέναν, γιατί η ίδια είναι το πιο δυναμικό και δροσοβόλο άγγιγμα στον επίγειο κλαυθμό μας· ένα άλλο χαριτωμένο Παρόν που προσκομίζεται προς τον Θεό και που διαυγάζεται θεραπευμένο από Αυτόν· ένα θεϊκό και ακατάβλητο Τώρα στην εσχατιά του πόνου μας· μια υπερκόσμια θωπεία στο παράλογο της φρίκης μας· μεγάλος και αισθαντικός λυτρωμός στο ακατανόητο του τέλματος που βιώνουμε συχνά, πυκνά, κάποτε. Μόνο με την Προσευχή βρίσκεις αυτό που νόμιζες ότι έχασες, βρίσκεις εσένα που πίστευες ότι εχάθης, βρίσκεις όλα όσα εξωθούνταν από τα πράγματα για να χαθούν οριστικά και αμετάκλητα. Αλλά άλλο η Προσευχή και άλλο η χιλιοειπωμένη δικαιολογία του συρμού των επιφανειακών συντυχιών και λόγων: «Χαθήκαμε!». Γράφω πρόχειρα και αυθόρμητα ό,τι ακριβώς αισθάνθηκα σαν άνθρωπος από ένα πολύ πρόσφατο μήνυμα. Ακόμη περιμένω αυτόν ή αυτήν που μου είχε πει πολύ διαβεβαιωτικά ότι «θα είναι», ότι «θα έρθει» και που μου παραπονείται τώρα ότι …«χαθήκαμε». Μια πτυχή της πηγαίας τελειότητας των φρενών είναι να τ’ αφήνεις όλα ή κάποια από τα «όλα» τελείως ανέγγιχτα και αδιόρθωτα: ό,τι πραγματικά δεν αξίζει και δεν ωφελεί. Πρέπει οπωσδήποτε να κατανοήσω το θέμα και το πρόσωπο, αν θέλω να κερδίσω ένα κάτι από τη χριστοευαγγελική σοφία και έμπνευση. Αφήνω τις κουβέντες και τους λόγους να πέφτουν ανέμελα χάμω, γιατί η καρδιά πρέπει να μείνει πάνω απ’ όλα ειρηνική. Και –πιστέψτε με– δεν υπάρχει σημαντικότερο απ’ αυτό.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

ΙΚΕΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

ΙΚΕΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ


     Το Άγιο Πνεύμα, που με τρόπο ανέκφραστο εκπορεύεσαι από τον Πατέρα και επισκέπτεσαι διά μέσου του Υιού εμάς τους πιστούς, το Πνεύμα της ζωής και της σύνεσης, το Πνεύμα της αγιοσύνης και της τελειότητας, το Πνεύμα το αγαθό, το σοφό, το φιλάνθρωπο, το γλυκύ, το ένδοξο, που τρέφεις και ποτίζεις συγχρόνως, που ελεείς, που φωτίζεις, που δυναμώνεις, το θείο Πνεύμα της υπομονής, το Πνεύμα που προσφέρεις τη χαρά, την ευφροσύνη, τη σωφροσύνη, τη σοφία, τη γνώση, την πραότητα, την αμνησικακία, την αμεριμνησία των γήινων πραγμάτων, τη θέαση των ουρανίων, το Πνεύμα που διώχνεις την ακηδία, που απομακρύνεις την αμέλεια, που φυγαδεύεις την περιέργεια και την πονηρία, το Πνεύμα που φανερώνεις τα μυστήρια, που είσαι ο αρραβώνας της βασιλείας των ουρανών, η πηγή της προφητείας, ο κρατήρας της διδασκαλίας, το Πνεύμα που καταργείς την αμαρτία, που είσαι η θύρα της μετάνοιας, που δείχνεις σαν θυρωρός την είσοδο σε αυτούς που αγωνίζονται, το Πνεύμα της αγάπης, της ειρήνης, της πίστης, της εγκράτειας, το Πνεύμα του πόθου (της αγάπης προς τον Θεό), που προκαλείς μέσα μας τον πόθο (της ψυχής προς τον Θεό), έλα και κατοίκησε και μείνε μέσα μας αχώριστα, αδιαίρετα, αγιάζοντας και αλλάζοντας και φωτίζοντας τις καρδιές μας, ως ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα και τον Υιό, κάνοντας σαν θεούς εκείνους που Σε δέχονται, εξαφανίζοντας κάθε αμαρτία και βάζοντας μέσα μας με την είσοδό Σου κάθε αρετή, χωρίς να μεταφέρεις αυτά (τα θεία δωρήματα) μαζί Σου από έξω, αλλά με το να είσαι το Ίδιο κάθε τι που είναι αγαθό· διότι αυτοί, στους οποίους θα κατοικήσεις, έχουν πραγματικά μέσα τους όλο το αγαθό.

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ
Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ
(956–1037)


※
[Αγίου Συμεών
του Νέου Θεολόγου:
«Έργα»,
Μέρος 3ο,
Βίβλος των θεολογικών λόγων,
Λόγος θεολογικός τρίτος,
σελ. 377–378,
Απόδοση στη νεοελληνική:
Κωνσταντίνος Γ. Φραντζολάς
(Φιλόλογος),
Εκδόσεις
«Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη 2017.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιμέλεια θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ


     Ψυχοσάββατο. Μια μέρα αλλιώτικη, μια μέρα διαφορετική. Μια μέρα που είναι γεμάτη μνήμη, αγάπη και προσευχή. Μνήμη, αγάπη και προσευχή γι’ αυτούς που φύγανε, από αυτούς που μείνανε. Όλοι μας αυτή τη μέρα θυμόμαστε τους αγαπημένους μας και νοσταλγούμε, άλλος λίγο–άλλος πολύ, την παρουσία τους, το πρόσωπό τους, τη φωνή τους, τη ματιά τους. Και να μη τους νοσταλγούμε, κατά βάθος μέσα μας κουρνιάζει σε ψυχοσπαράγματα η προαίρεση της νοσταλγίας σαν ευκτική μιας αλαργινής αποκατάστασης: θα θέλαμε να μπορούσαμε να τους θυμόμαστε με μια άλλη δύναμη του επέκεινα. Από μόνο του είναι ένα θέμα αυτό. Πάντως, η αγάπη, η πραγματική αγάπη είναι μόνο μνήμη. Και η μνήμη της αγάπης είναι μόνο προσευχή. Προσευχόμαστε, επειδή ακριβώς αγαπάμε και θυμόμαστε. Κι αν δεν προσευχηθούμε γι’ αυτούς που φύγανε, αυτό σημαίνει ότι εμείς είμαστε κάπως ελλιπείς και κολοβωμένοι στην αγάπη. Δεν γίνεται να αγαπάς και να μην προσεύχεσαι. Δεν γίνεται να αγαπάς και να μη θυμάσαι. Θυμόμαστε και, έτσι, απευθυνόμαστε στη μεγάλη αγάπη του Χριστού, στον Ίδιο τον Σωτήρα μας Χριστό, για να θυμηθεί τελειότατα όλους όσους εμείς καθόμαστε και θυμόμαστε ιδιαίτερα σήμερα το Ψυχοσάββατο: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ανάπαυσον τους δούλους σου»! Τους πατέρες και τις μητέρες μας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας, τους αδελφούς και τις αδελφές μας, τους συγγενείς μας, τους αναδόχους και τους αναδεκτούς μας, τους φίλους, τους συγχωριανούς και τους συμπολίτες μας, τους γνωστούς, τους συναδέλφους και τους συνεργάτες μας, τους δασκάλους και τους συμμαθητές μας, τους συστρατιώτες και συμπαραστάτες μας και όλους όσους γνωρίσαμε και όσους μας γνώρισαν, όσους ανθρωπίνως δεν γνωρίσαμε και δεν μας γνώρισαν. Όλοι είμαστε ένα σώμα, ένα σώμα ομόψυχων αδελφών κι ας μην εκμεταλλευτήκαμε ίσως κάποιες ουσιαστικές ευκαιρίες πραγμάτωσης αυτής της αδελφοσύνης που ενδεχομένως να παρουσιάστηκαν αθόρυβα στο διάβα της ζωής μας.

     Συναζόμαστε με άφθονες λαχτάρες, ίσως με πόνους ή με φόβους μνήμης στη θεία Ευχαριστία· πάμε σιωπηλά και θαρρετά προς την αγία Πρόθεση με τα ψυχοχάρτια της καρδιάς μας, γινόμαστε βαθμιαία άνθρωποι της Προθέσεως, η καρδιά μας τείνει να γίνει κι αυτή μία άλλη «πρόθεση του Άρτου» και θυμόμαστε και ονοματίζουμε πρόσωπα, έναν-έναν και κάθε έναν δούλο του Θεού –του Θεού που είναι ο μόνος Ελευθερωτής των ψυχών μας. Βρισκόμαστε μέσα στη ζεστή και ασφαλή Κιβωτό της Εκκλησίας· έξω απ’ αυτή τη σωτήρια Κιβωτό, βασιλεύει η καταχνιά και η άβυσσος του άδη, δε βλέπεις καμία ζωή και δεν αισθάνεσαι κανένα παλμό και κανένα χνώτο ζωής πουθενά. Η Εκκλησία σώζει διαρκώς: προσωπικά, διαπροσωπικά και καθολικά, κάθε ώρα και στιγμή, πάντα. Αυτό μόνο γνωρίζουμε γιατί αυτό μόνο αισθανόμαστε εμπειρικά. Η Κεφαλή της, που είναι ο Χριστός, σώζει όσους θέλει, αλλά και μπορεί να σώζει όπως βούλεται εκείνους, για τους οποίους τα μέλη της (=οι άγιοι, οι θεώμενοι, οι σωσμένοι, τα πιστά και αγωνιζόμενα μέλη της) δεν παύουν όλα μαζί να δέονται και να παρακαλούν. Άλλωστε, ποια προσευχή μέσα στην άκτιστη Εκκλησία πάει χαμένη;

     Στο υπέρτατο μυστήριο του θανάτου δεν υπάρχουν εχθροί και έχθρες, κακίες και μνησικακίες, πονηρίες και αλαζονείες, ψέματα και μύθοι, στρεβλώσεις και σκληρύνσεις, επιτηδεύσεις και παρανοήσεις. Καθαιρόμαστε μέσα στο πικρό και βλοσυρό γεγονός του. Γι’ αυτό και όλοι πρέπει να προσευχηθούμε στιγμιαία ή εκτενώς με την καρδιά μας, με μια καρδιά που να έχει μνήμη για προσευχή και προσευχή στη μνήμη. Η μνήμη φέρνει την προσευχή και η προσευχή κινεί την αγάπη, τη θεία αγάπη που είναι παντοδύναμη, ανεξερεύνητη και απερινόητη.

     Πού πήγαν οι προσφιλείς μας συγγενείς; Πού πήγαν αυτοί που δεν παύσαμε ποτέ να θυμόμαστε και να αγαπούμε; Μήπως χαθήκανε; Μήπως σταμάτησε γι’ αυτούς η ζωή; Μήπως, επειδή αδυνατούμε εμείς να τους δούμε και να τους ακούσουμε, πάει να πει ότι δεν υπάρχουν; Όχι. Υπάρχουν. Υπάρχουν, όχι βέβαια εδώ στη γη και ασφαλώς όχι μαζί με το χωμάτινο σκήνωμα της ψυχής τους που ήταν το σώμα τους. Ο θάνατος είναι για μας ένα μυστήριο, το τελευταίο μυστήριο που δοκιμάζει η ύπαρξή μας. Ένα αδιήγητο πέρασμα και μια μεγάλη διάβαση συντελείται. Μια κατάσταση μιας άλλης δυναμικής και αμετάκλητης φυγής σαρώνει τα αδύναμα κύτταρά μας. Μόλις που προλαβαίνουμε να πούμε κάτι, ένα «Ήμαρτον Θεέ μου!», ένα «Κύριε ελέησον!», ένα «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!», ένα «Συγχώρεσέ με Θεέ μου!», ένα «Συγχωρέστε με κι εσείς αδελφοί μου!» και μετά αποχαιρετούμε μια για πάντα όλα τα επίγεια. Αυτό τον κόσμο κι αυτή τη ζωή που τη νομίζαμε εμείς, όπως και πολλοί άλλοι σαν κι εμάς, σαν μια ζωή που είναι παντοτινή και όχι μια ζωή εφήμερη και πρόσκαιρη. Όμως η αληθινή ζωή είναι αλλού και αλλιώς. Αυτή η ζωή που ζούμε τώρα, τόσο τυφλωμένοι και σαγηνευμένοι, είναι προοίμιο ζωής, μια εισαγωγή κι ένα προστάδιό της. Η αληθινή ζωή είναι η ζωή κοντά στον Χριστό, μέσα στο Φως της Αγίας Τριάδας, μέσα στην κοινωνία των Αγίων, μέσα στη χώρα της άληκτης ανάπαυσης του Παραδείσου. Ο σκοπός και το τέλος της ζωής μας είναι φθάσουμε «εκεί». Πρώτα απ’ όλα με τη Χάρη του Θεού και με τα προσωπικά έργα της αγάπης και της ταπείνωσης, της προσευχής και της ελεημοσύνης, της αμνησικακίας και της συγχώρεσης.

     Η Εκκλησία (και η καρδιά μας, αν έγινε «εκκλησία») προσεύχεται για όλους και ιδιαίτερα για τους κεκοιμημένους. Οι κεκοιμημένοι εκ της θέσεώς τους δεν μπορούν να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία για να μετανοήσουν για όσα αμαρτήματα διέπραξαν μέσα στην άγνοιά τους, μέσα στην απροσεξία, την αμέλεια, την αντίδραση ή και την πώρωσή τους. Αν έδινε ο Θεός στη διάθεσή τους μονάχα ένα ακόμη λεπτό επίγειας ζωής, το μόνο που θα ήθελαν να έκαμναν, αυτό θα ήταν να ζητήσουν συγχώρεση από τον Θεό και από όλους τους ανθρώπους που λύπησαν με την αμαρτία τους. Οι κεκοιμημένοι μας κυριολεκτικά βρίσκονται στο έλεος του Θεού. Και το έλεος του Θεού δεν μια αόριστη βασανιστική μοίρα, είναι ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, απρόβλεπτο, καταλυτικό και παντοδύναμο στοιχείο της θείας βούλησης και της θείας αγάπης. Κανείς δεν μπορεί να πει για κανέναν τίποτα. Κανένας δεν μπορεί να κρίνει και να καταδικάσει κανέναν. Όλοι μας πρέπει να γονατίσουμε και να ζητούμε διαρκώς αυτό το έλεος του Κυρίου μας να αναπαύει τις ψυχές των κεκοιμημένων μας.

     Οι προσευχές μας να έχουν και να αποκτήσουν φτερά· και τα φτερά της προσευχής μας να είναι η προσφορά, η προσφορά του τρόπου του βίου μας και η προσφορά της λειτουργικής μας παράδοσης: το καθαρό κερί προς το θυσιαστήριο, το λάδι για τα κανδήλια της αγίας Τραπέζης, το νάμα της θείας Ευχαριστίας για το άγιο Ποτήριο, το θυμίαμα για τη χρήση του στις ιερές ακολουθίες. Να πλάθουμε και να ζυμώνουμε πρόσφορα γι’ Αυτόν που πλάθει ακατάληπτα τη σωτηρία μας, να πλάθουμε και με τον καθημερινό μας αγώνα ήθος αγάπης· να πηγαίνουμε ανελλιπώς στην Εκκλησία το όνομά τους, να γίνουμε πρωτίστως εμείς πανώριος ναός αγάπης για χάρη τους· να θυμιάζουμε συχνά το μνήμα τους, να θυμιάζουμε και με την αρετή μας τη μνήμη τους· το πραγματικό, το ουσιαστικό μνημόσυνο για τους κεκοιμημένους μας είναι η προσωπική μας μετάνοια, η χριστοποίησή μας, η χαρίτωση της ζωής μας, η έμπρακτη αγάπη μας προς τον Θεό και τους συνανθρώπους μας. Να έχουμε ασκίαστο και φωτεινό βίο που να ομοιάζει με ιλαρό φως, με το φως των θείων αρετών, με το φως του ταπεινού φρονήματος, με το φως της αληθινής πίστης, με το φως του βιωματικού μας λόγου και ενστερνισμού των θείων δογμάτων, της κατάφασής μας στα κελεύσματα και στα πρόσωπα της Εκκλησίας, με το φως των ιερών βιωμάτων της καρδιάς μας, με αυτό το φως και πάντα με τη Χάρη του Θεού να προσπαθούμε να δίνουμε μια παρηγοριά, μια ανάσα, μια λύτρωση, μια άνεση, μια χαρά, έναν ασπασμό, μια καρδιοστάλακτη σωτηρία Χριστού προς τους κεκοιμημένους μας. Η δική μας ζωή να γίνεται ευάρεστη, ολοένα πιο ευάρεση στον Θεό, μια εύλαλη και ζωντανή θυσία μπροστά στον θρόνο Του, μια απερίγραπτη συγκίνηση γι’ Αυτόν τον Ίδιο τον Θεό, ώστε να σπεύσει Αυτός να αγκαλιάσει, να αναπαύσει και να σώσει, με τον τρόπο που μόνο Εκείνος ξέρει, τους κεκοιμημένους μας. Όχι ότι δεν μπορεί να σώσει ο ανενδεής Θεός μόνος Του τους ανθρώπους που φύγανε απ’ αυτή τη ζωή· αλλά ότι εμείς που με τη θεία Του νεύση νοιαζόμαστε και μεριμνούμε γι’ αυτούς μέσα από την Προσευχή που κάνουμε, μέσα από τη συμμετοχή μας στη θεία Λειτουργία και τις άλλες ιερές δεήσεις, μέσα από τα έργα της αγάπης και της ελεημοσύνης, μέσα από την ετοιμασία και την παρασκευή των κολλύβων, εμείς είμαστε που τελικά παίρνουμε δύναμη, χάρη και αγιαζόμαστε μέσα από μια διαδικασία πνευματικότητας που είναι γεμάτη φως, αγάπη, στοργή, θεία μέθεξη.

     Ο αρχέγονος πειρασμός του ορθολογισμού εμφανίζεται πάντα στιβαρός και ύπουλος μέσα στη φράση «Εν τω άδη ουκ έστι μετάνοια». Αυτό ισχύει και αφορά εν γένει τους νεκρούς και την προσωπική τους αναφαίρετη ευθύνη έναντι του Θεού και των συνανθρώπων τους κατά την επίγεια ζωή τους. Είναι μια απροσωπόληπτη αλήθεια που μπορεί κάλλιστα να δεχθεί την εξαίρεση μιας άλλης ακατανόητης θείας και προσωπικής αλήθειας. Ο τρόπος που σώζει ένας Θεός τις ψυχές δεν μας είναι απόλυτα γνωστός· δεν μας είναι καν «γνωστός». Η σωτηρία της ψυχής είναι το πιο γνοφώδες μυστήριο για μας. Και έτσι πρέπει, γιατί αυτό αρμόζει κατά πάντα στη φύση μας. Εμείς ξέρουμε μέσα από την εμπειρία της Εκκλησίας, μέσα από την εμπειρία των αγίων, μέσα από τις αποκαλύψεις των συναξαρίων της, ότι η αγάπη είναι πιο κραταιή κι απ’ τον θάνατο, επειδή η αγάπη είναι η μόνη ελπίδα σωτηρίας για τον καθένα. Ποιος άδης μπορεί να τα βάλει με την αγάπη, αφού η ίδια η Αυτοαγάπη, ο Χριστός, κατέβηκε μέσα στον άδη για να αρπάξει από εκεί τις ψυχές που καταδυναστεύονταν για αιώνες; Το θαύμα της αγάπης εμείς ουσιαστικά δεν το ξέρουμε και δεν μπορούμε να το προσδιορίσουμε. Αυτό το θαύμα δεν σταμάτησε ακόμη να διενεργείται μυστικά και να σώζει εκείνους, για τους οποίους ο κόσμος δεν έχει να δώσει καμιά ελπίδα. Η αγάπη του Χριστού πάει συνεχώς κόντρα στην άθλια ψευτοαγάπη του κόσμου, στη φτηνή και μπακαλίστικη λογική μας. Η προσευχή μας πρέπει να μη ρωτά τίποτα, να μη τη νοιάζει για τίποτα, μόνο να είναι αέναη, συνεχής, αδιάκοπη, καρδιακή. Αγαπάμε τους κεκοιμημένους μας; Εάν και εφόσον ναι, τότε ας μη παύσουμε να προσευχόμαστε γι’ αυτούς, ας μην παύσουμε να κάνουμε τη ζωή μας ένα καθαρό μνημόσυνο προς τη μνήμη τους, ας γίνουμε εμείς προσευχή και αγάπη γι’ αυτούς που μας έφεραν στον κόσμο, γι’ αυτούς που μας φρόντισαν με κάθε τρόπο, που θυσιάστηκαν για μας, που συντρόφευσαν και ευεργέτησαν ποικιλοτρόπως τη ζωή μας. Όσοι προσευχόμαστε για τους κεκοιμημένους μας, όχι μόνο κατά τα δύο Ψυχοσάββατα του χρόνου, αλλά και κάθε άλλη μέρα, κερδίζουμε μαζί τους σε αφάνταστο βαθμό τη ζωή, την αθανασία, τη δύναμη, την ωραιότητα, την τερπνότητα και τη μακαριότητα της παραδείσιας αγάπης του Χριστού.

     Γι’ αυτό λοιπόν, αφού σας αναφέρω ότι είναι απόλυτα απαραίτητο και αναγκαίο να συνοδεύονται τα κόλλυβά μας με το καθαρό κερί, με το νάμα, με το λάδι και το θυμίαμα στο Ιερό, απευθύνομαι στην ορθόδοξη συνείδηση όλων προτρέποντάς την να μην παύσουμε ποτέ να πηγαίνουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων μας στην Πρόθεση του Ιερού, να μην παύσουμε να δεόμαστε όλοι μαζί μέσα από την καρδιά μας για τους προσφιλείς κεκοιμημένους μας: «Κύριε Ιησού Χριστέ, διά της Θεοτόκου και πάντων Σου των Αγίων, μνήσθητι, ελέησον, ανάπαυσον και σώσον τους κεκοιμημένους δούλους Σου!». Αμήν. Γένοιτο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 25 Μαΐου 2017

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ


     Ο Χριστός αναλήφθηκε και πορεύθηκε και με το σώμα Του «εκεί» στα δεξιά του Θεού και Πατέρα Του, από τον Οποίον δεν είχε χωριστεί ποτέ. Με τις ευαγγελικές αρετές, με την ολόθυμη εμβίωση της ζωής της Πίστεως, με την προσωπική μετοχή μας στα Μυστήρια της Εκκλησίας συντελείται βαθμιαία σε μας μια άλλη μυστική όσο και πολύ ιδιαίτερη Ανάληψη του Χριστού. Πού και προς τα πού; Προς τον κρυμμένο και απωθημένο ουρανό της καρδιάς μας, προς την εσώτατη αλλά αγνοημένη καθέδρα της ύπαρξής μας.

     Αναλαμβάνεται ο Χριστός ακριβώς για να δώσει σε μας το σωτήριο υπογραμμό, το ζωντανό παράδειγμα, την ουρανόδρομη ιχνηλασία για το ποια είναι και για το ποια θα πρέπει να είναι και η δική μας εσωτερική πορεία: Ν’ αποτινάξουμε και να υπερβούμε την πτωτικότητα των εμπαθειών μας· ν’ αποσείσουμε τη βαρύτητα των παθών και των αμαρτιών μας. Από επίγειοι άπτεροι φυλακισμένοι, να γίνουμε ουράνιοι, παγκόσμιοι άνθρωποι μόλις η ζωή μας αρχίσει ν’ αποκτά και ν’ αντανακλά ύψος θεϊκό, ύψος αδιάβλητο Χριστού.

     Οι Μαθητές πήραν μεγάλη χαρά βλέποντας και βιώνοντας την Ανάληψη του Χριστού. Έτσι κι εμείς, μέσα από την υπόπτερη, μέσα από την ανοδική και ελεύθερα χριστοκεντρική πορεία του είναι μας, βιώνοντας καρδιακά το μυστήριο της Εκκλησίας, το μυστήριο της σχέσης μας με το Πρόσωπο του Κυρίου, γινόμαστε σιωπηλά υπέργειοι ακόλουθοι του Χριστού στους Ουρανούς των μεγαλείων της αγάπης Του. Δεν είναι προορισμός και σκοπός μας η γη. Το βάραθρο, ο λάκκος, η λασπουριά και η σκόνη δεν μας πρέπουν και δεν μας αξίζουν για προϋποθέσεις ζωής. Αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί και ανυπόκριτοι Χριστιανοί, πρέπει να ζούμε με τον πόθο της θείας Ανάληψης και να ζήσουμε με αυτό το γεγονός της μέσα μας. Κάποτε, κάπως, πρέπει οπωσδήποτε να ανέλθουμε μυστικά, μέσα από τα βάθη της ταπείνωσης και της αγάπης Του. Να σηκωθούμε ολότελα από τη νεκρίλα και την πτωμαΐλα αυτής της γης, για να θεωρήσουμε άλλους καθαρούς αιθέρες μιας άλλης ατέρμονης θείας χριστοφόρας ζωής.


     Τι παράδοξο! Αυτός που αναλαμβάνεται δεν αφήνει κανέναν μόνο και εγκαταλειμμένο πίσω Του. Γιατί Αυτός που αίρεται από τη γη έχει αιώνια μέσα Του Αυτούς που αγαπά ακατάπαυστα. Και αυτοί που πολύ πρόσκαιρα αφήνονται πίσω, ζουν (με) την ακατάλυτη χαρά της αιώνιας παρουσίας Του. Το Πρόσωπο και η Παρουσία του Χριστού μένουν ανέγγιχτα και απαραβίαστα από κάθε εγκόσμια πίεση και περιορισμό συνθηκών και επιρροών. Και αυτό, λίγο-πολύ, μεταβιβάζεται σε αυτούς που προσκαρτερούν αγαπητικά στην παρουσία Του με όλες τις μυστήριες εκδοχές της. Τώρα μετράει μόνο η ατόφια θεία αγάπη και το αν έχει η καρδιά μας αυτή τη θεία αγάπη. Η σχέση μας με τον Χριστό είναι η μόνη σχέση που δεν γνωρίζει μειώσεις, ελλείψεις, κενά, διαστάσεις, αποστάσεις και θλιβερές απουσίες. Τώρα έχουμε μια επινίκια πληρότητα να βιώσουμε στο Πρόσωπό Του, γι’ αυτό και σκορπιέται παντού μεθυστική η χαρά από την Ανάληψή Του.

     Βλέπουμε όλοι επομένως ότι η Ανάληψη του Χριστού δεν ήρθε να θέσει ένα τέρμα ή έναν επίλογο στην παρουσία Του είτε πάνω στη γη είτε μέσα στη ζωή μας. Είναι το δεσποτικό γεγονός ενός θείου και άφραστου μυστηρίου το οποίο άνοιξε διάπλατα τις προοπτικές και το δρόμο της δικής μας εισόδου στα μυστικά επουράνια της σωτηρίας μας. Προσεγγίζουμε το μυστήριο της θείας αληθείας του Ευαγγελίου τριαδολογικά: ο Χριστός μάς δείχνει τον Πατέρα και την εκ δεξιών «θέση» της θεανθρώπινης φύσης Του· η δε Ανάληψή Του αποτελεί προοίμιο της ελεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς την Εκκλησία που Τον περιμένει και ταυτόχρονα Τον έχει αδιάσταστα και παντοτινά στο Σώμα της. Και αυτή η ουρανομήκης δόξα του Αναληφθέντος είναι η μόνη συντελούμενη θεωρία των εσχάτων του ανθρώπου και του κόσμου.

     Δεν είμαστε πια ορφανοί και αδύναμοι· έχουμε Αυτόν που γέμισε τα πάντα με την αγάπη Του και στερέωσε τα σύμπαντα με την ισχύ της παρουσίας Του. Η κατήφεια και η λύπη της αρχέγονης αδυναμίας μας συντρίφτηκε, γιατί έχουμε μέσα σε ένα άληκτο τώρα, Βοηθό, Υπερασπιστή, Συνοδίτη και Λυτρωτή Αυτόν που έχει μέσα στον Εαυτό Του τη φύση μας, μαζί με την οποία συμβασιλεύει πλάι στον Πατέρα Του, καλώντας ταυτόχρονα όλους εμάς, τον κάθε έναν από εμάς, σε μια ενότητα αγάπης μαζί Του, για να ζήσουμε πραγματικά και αναφαίρετα τη μακαριότητα της αθανασίας, της δύναμης, της χαράς και της κάθε ευλογίας Του. Αμήν. Γένοιτο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟ–ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ

Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟ–ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ


     Συζητούσα κάποτε με τον ήδη μακαριστό Γέροντα και Προηγούμενο της Μονής Ξενοφώντος Ευδόκιμο (κατά κόσμον Ευστάθιος Σκουφάς, του Δημητρίου και της Χρυστούλας, από την Αμφίκλεια [Δρύμια] Λοκρίδος· 1906–1/7/1990), ο οποίος αναπαύθηκε στη Μονή Δοχειαρίου, περί των διαφόρων πειρασμών που υπάρχουν στον κόσμο. Ο Γέροντας μού τόνισε ότι είναι επικίνδυνο στον αρχάριο να εξέρχεται από το Άγιον Όρος και να συναναστρέφεται με τον κόσμο, προπαντός στην εποχή μας, που η πνευματική ζωή οδηγήθηκε σε αποχαύνωση και οργιάζει κυριολεκτικά η ασυδοσία και η αμαρτία. Αφού μου είπε διάφορες συμβουλές, μου διηγήθηκε στη συνέχεια και την εξής ιστορία περί του πειρασμού στον οποίον περιήλθε αυτός ο ίδιος κάποτε στην πόλη της Θεσσαλονίκης όπου βρέθηκε, όταν ήταν περίπου εβδομήντα χρονών (το έτος 1976).

     Μου είπε λοιπόν τα εξής:
     «Βγήκα κάποτε από το Άγιον Όρος και πήγα στη Θεσσαλονίκη για κάποια αναγκαία υπόθεση. Κατέλυσα (=διέμεινα, διανυκτέρευσα) δε, σε κάποιο ξενοδοχείο της πόλης μέχρι να τελειώσω τις δουλειές μου και κατόπιν να επιστρέψω στο Άγιον Όρος. Μόλις τακτοποίησα τις υποθέσεις μου, γύρισα στο ξενοδοχείο για να ξεκουραστώ και για να προσευχηθώ μέχρι να αναχωρήσω, πολύ πρωί την επόμενη μέρα.«

     »Όταν ανέβηκα τα σκαλοπάτια του ξενοδοχείου και πήρα το διάδρομο για το δωμάτιο που έμενα, με συνάντησε κάποια νέα, η οποία με παρακάλεσε να τη δεχθώ στο δωμάτιό μου για να της κάνω εντριβή στην πλάτη, διότι ήταν άρρωστη, «χάλια», όπως μου είπε. Εγώ, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου που λέγει: «Εάν ο αδελφός σου σε αγγαρεύσει για να πας μαζί του ένα μίλι, εσύ πήγαινε μαζί του δύο» (βλ. Ματθ. 5, 41), όπως και σύμφωνα με μια παρόμοια στο πνεύμα της φιλαδελφίας Παραβολή του Κυρίου για τον «Καλό Σαμαρείτη» (βλ. Λουκ. 10, 25–37), όπου λέγει να βοηθούμε αυτούς που έχουν ανάγκη, θεώρησα καλό να της δώσω τη βοήθεια που ζητούσε.«

     »Έτσι, αφού ξάπλωσε στο κρεβάτι, της έκανα την απαιτούμενη εντριβή στην πλάτη προς ανακούφιση της ασθένειάς της, όπως με παρακάλεσε, αλλά συγχρόνως πρόσεχα και τους λογισμούς μου –να μη με κυριεύσει κανένας αισχρός λογισμός, πράγμα το οποίο κατόρθωσα με την προσευχή και με τη θεία βοήθεια– έτσι ώστε και τον πλησίον μου να εξυπηρετήσω και προς τον Θεό ή προς τον εαυτό μου να μην αμαρτήσω. Αυτό δεν το χώνεψε ο διάβολος, που κρύφτηκε καλά μέσα στην καρδιά της νεαρής κοπέλας, και μου έκανε λυσσαλέα επίθεση.«


     »Μετά, που τελείωσα την εντριβή, η νέα αυτή σηκώθηκε πάνω, πέταξε το προσωπείο της “άρρωστης” και μου πρότεινε άνευ αιδούς την αμαρτία. Εγώ, όχι μόνο δεν έστερξα σ’ αυτό, όχι μόνο δεν σκανδαλίστηκα μέσα μου καθόλου, αλλά αντίθετα της έκανα παρατήρηση πρώτα και μετά τη νομοθέτησα να απέχει από τέτοιες πράξεις που ευχαριστούν τον δαίμονα και δυσαρεστούν τον Θεό.«

     »Αυτή τότε άρχισε να κλαίει και να μου λέει ότι θ’ αυτοκτονήσει. Τη ρωτάω: “Είσαι Χριστιανή Ορθόδοξη;”. Κι αυτή μου απάντησε: “Ναι, είμαι”. Τότε της λέω: “Στον Χριστιανισμό δεν υπάρχει αυτοκτονία· υπάρχει μετάνοια”. Αυτή μου λέει: “Και τι θα κάνω τώρα, πάτερ;”. Κι εγώ της απάντησα: “Να εξομολογηθείς, να μετανοήσεις και ν’ αλλάξεις ζωή”.«

     »Και αφού της αποκάλυψα ότι είμαι και Εξομολόγος–Πνευματικός, συμφωνήσαμε να συναντηθούμε σε μια καθορισμένη ώρα σε κάποια εκκλησία της Θεσσαλονίκης για την Εξομολόγηση. Και μου εξομολογήθηκε, η καημένη η κοπέλα, ότι ήταν πολύ σεμνή στον τόπο της, αλλά κάποιος νέος από την Καλαμάτα την παραπλάνησε στην αμαρτία και από τότε πήρε τον κατήφορο προς την απώλεια. Και αφού την εξομολόγησα και της διάβασα Συγχωρητική Ευχή, την συμβούλεψα να προσέχει από τούδε και στο εξής και να μην αμαρτάνει. Κι έτσι την απέλυσα εν ειρήνη…».

     Μ’ αυτό τον τρόπο, ο Γέρων Ευδόκιμος, ως αγνός και καθαρός αγωνιστής του Χριστού, νίκησε τον δαίμονα της φιληδονίας και της πορνείας και φάνηκε γνήσιος και ανόθευτος δούλος του Θεού, τόσο σαν Ιερέας όσο και σαν Μοναχός. Και, τελικά, εκεί που ο διάβολος τού ’στησε την παγίδα για να τον συλλάβει και ν’ απολεσθεί, ο Γέροντας έλαβε από τούτη την παγίδα το στεφάνι. Εκεί που ο πειρασμός τού ’ριξε το αγκίστρι με το δόλωμα, αυτός πήρε το δόλωμα, το καταπάτησε και το κυρίευσε· δηλαδή καταφρόνησε την ηδονή που του προσφέρθηκε και επιπλέον έσωσε και τη νεαρή κόρη. Την επομένη, λίαν πρωί, πήρε το λεωφορείο για τη Χαλκιδική και για τ’ Άγιον Όρος και «συνέχισε χαρούμενος το δρόμο του» (πρβλ. Πράξ. 8, 39), δοξάζοντας τον Θεό που, όχι μόνο τον διαφύλαξε άτρωτο από τα βέλη της σαρκικής αμαρτίας, αλλά και τη νέα, που είχε πέσει σε πτώσεις στη ζωή της, την οδήγησε, με τη θεία Χάρη, στην ανόρθωση και τη μετάνοια…

ΒΛΑΣΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ


※
[(1) Βλασίου Μοναχού:
«Αθωνικόν Λειμωνάριον»
(Διηγήσεις και αποφθέγματα
Γερόντων του Αγίου Όρους),
Κεφ. ΙΗ΄, §2, σελ. 91–94,
Έκδοσις Ο.Χ.Α. «Λυδία»,
Θεσσαλονίκη 1998.
Εκτενή βίο του οσίου Γέροντος
βλέπε και στο:
(2) «Από την ασκητική και ησυχαστική
αγιορειτική παράδοση»,
Μέρος 1ο, Συναξάρι Κ΄,
σελ. 234–253,
Άγιον Όρος, 20111.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου,
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

ΑΡΡΩΣΤΟΙ

ΑΡΡΩΣΤΟΙ


Είμαστε άρρωστοι,
γιατί ακόμα και η ευγένεια του Θεού
μας πληγώνει…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.