Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 23 Μαρτίου 2017

ΟΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ

ΟΙ ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ


     Το 1929, όταν ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897–1959) πέρασε από τη Θεσσαλονίκη, γνώρισε κάποιες ενάρετες χήρες, Μικρασιάτισσες, που είχαν μέσα τους πόθο και δίψα Θεού. Από τότε αλληλογραφούσε μαζί τους και προσπαθούσε να τις καθοδηγήσει προς την τελειότητα της προσευχής, στην πλήρη αφοσίωση και τη λατρεία του Θεού. Κι εκείνες, γευόμενες τους γλυκούς καρπούς της προσευχής, άρχισαν να επιζητούν το άγιο και αγγελικό Σχήμα.

     Τα γράμματα του Γέροντα Ιωσήφ προς αυτές ήταν απλά και ανεπιτήδευτα, αλλά γεμάτα σοφία και πολλή αγάπη. Σε κάποια απ’ αυτά έγραφε: «Ζήτησες, τέκνο του αγαθού μας Θεού, να μάθεις αν ο Κύριος θέλει να λάβεις το άγιο Σχήμα. Εσύ, αδελφή μου, από τότε που είδες και γνώρισες τον κόσμο, βαδίζεις στο δρόμο του Θεού και δεν ζήτησες ποτέ σου τίποτε άλλο εκτός από το θέλημα του Κυρίου. Λοιπόν, μην αμφιβάλλεις ότι έφτασε πια ο καιρός να φορέσεις κι εσύ το άγιο Σχήμα, αφού και, δίχως το Σχήμα, είσαι ήδη καλογριά· και τώρα που γέρασες, τι έργα ζητάς (να βρεις στον εαυτό του που να σε καθιστούν άξια να λάβεις το Σχήμα);»!

     Τελικά, το 1930, για να τις βοηθήσει καλύτερα, αποφάσισε να τις μαζέψει και να μείνει για λίγο μαζί τους. Του παραχωρήθηκε ένα άδειο μοναστήρι που ήταν σ’ ένα έρημο χωριό, τη Γεροβίτσα, που βρίσκεται κοντά στο Ζύρνοβο της Δράμας, το σημερινό Κάτω Νευροκόπι. Το μοναστήρι ήταν κατεστραμμένο, σχεδόν ερείπιο, γι’ αυτό και φώναξε τον αδελφό του, τον Λεονάρδο, από την Αθήνα, να τον βοηθήσει στα κτισίματα.

     Εκεί, στο Ζύρνοβο, έκανε πέντε μοναχές: την Θεοδώρα, που ήταν μια αγιασμένη ψυχή, την οποία και όρισε ως ηγουμένη· την Ευπραξία, που ανέλαβε την ηγουμενία μετά την κοίμηση της Θεοδώρας· μια άλλη δεύτερη Ευπραξία· την «Κλαιο-Μαρία»*, που όλο έκλαιγε από την πολλή κατάνυξη που είχε· και, τέλος, την Φεβρωνία.

     Οι μοναχές του Γέροντος Ιωσήφ ήταν πολύ ενάρετες ψυχές και όλες Πόντιες. Τις έμαθε τη νυκτερινή ακολουθία με τη Νοερά Προσευχή. Κι αυτές έλεγαν το Όνομα του Χριστού, μοιρολογώντας στα τούρκικα: «Ζακλίμ Ιησού! Ζακλίμ Ιησού!», δηλαδή «Γλυκύτατε Ιησού! Γλυκύτατε Ιησού!».


     Αγρυπνούσαν γονατισμένες κι έλεγαν λόγια στον Χριστό με πολύ κλαυθμό, η μια ξεχωριστά από την άλλη, στα κελάκια τους. Πήγαινε ο Γέροντας με το κομποσχοίνι να τις επισκεφθεί, να δει αν αγρυπνούσαν ή όχι, και δεν τον έπαιρναν είδηση από τον πολύ κλαυθμό και την κατάνυξη που είχαν!

     Η μοναχή Θεοδώρα είχε πολλή «πνευματική συγγένεια» με τον Γέροντα Ιωσήφ. Ο ίδιος αναφέρει σε μια από τις επιστολές του ότι και την αναπνοή της αισθάνθηκε κάποτε νοερά. Ενώ, δηλαδή, εκείνος ήταν πλέον στο Άγιον Όρος και προσευχόταν, ξαφνικά, τρόπον τινά «έφυγε» ο τόπος –διότι η Χάρη του Θεού δεν γνωρίζει περιορισμό από τόπο και χρόνο–, και την αισθάνθηκε δίπλα του, ενώ εκείνη ήταν έξω στον κόσμο.


     Ανάμεσα στις χήρες που έκειρε μοναχή ο Γέροντας ήταν και μια εξαιρετικά αγία ψυχούλα, η οσιότατη Ευπραξία. Ενώ ακόμα εκείνη ήταν λαϊκή στη Θεσσαλονίκη και ο Γέροντας Ιωσήφ με τον πατέρα Αρσένιο (τον συνασκητή του) στη Δράμα, αυτή είπε στις γνωστές της:
     –Είδα έναν Γέροντα, έτσι και έτσι, και αυτός θα με κάνει καλόγρια...
     –Άντε βρε, της είπαν αυτές, που πιστεύεις στα όνειρα!
     –Δεν ξέρω· έτσι είδα… απαντά αυτή.
     Πράγματι, όταν έφθασε ο Γέροντας Ιωσήφ στη Θεσσαλονίκη, κατά θεία συγκυρία, συναντήθηκαν και τελικά την έκειρε μοναχή με το όνομα Ευπραξία! Επειδή όμως ήταν Πόντια, Τραπεζούντια, δεν ήξερε τα Ελληνικά καλά και, αντί να λέει «Ευπραξία», έλεγε «Απραξία».
     –Πώς εκλήθης, αδελφή; τη ρωτούσαν.
     Κι εκείνη απαντούσε:
     –Απραξία!

     Όταν έγινε μοναχή, ακόμα και το Ψαλτήρι στα τούρκικα το διάβαζε. Όταν διάβαζε το «Ωρολόγιον» καθώς και άλλα εκκλησιαστικά βιβλία, δεν καταλάβαινε και γι’ αυτό έκλαιγε συνέχεια και παρακαλούσε θερμά τον Θεό να τη φωτίσει να «γινώσκῃ ἃ ἀναγινώσκῃ», δηλαδή να καταλαβαίνει αυτά που διαβάζει (πρβλ. Πράξ. 8, 30). Ένα βράδυ, μετά από ποταμούς δακρύων, είδε στον ξύπνιο της τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο που της έδωσε κάτι να πιει μ’ ένα κουταλάκι. Όταν ξύπνησε, αισθάνθηκε ότι μπορούσε πια να διαβάζει ο,τιδήποτε και να το καταλαβαίνει πλήρως! Αμέσως, πήρε το «Ωρολόγιον» και τα βιβλία της Εκκλησίας στα χέρια της, τα διάβαζε και τα καταλάβαινε όλα!


     Η Γερόντισσα Ευπραξία ήταν πολύ ασκητική, αλλά η μεγαλύτερη αρετή της ήταν ότι είχε πολλή πίστη στον Γέροντα. Ό,τι της έλεγε ο Γέροντας, το δεχόταν σαν αποκάλυψη!
     Μάλιστα, συχνά συνέβαινε και η ακόλουθη χαριτωμένη μεταξύ τους στιχομυθία: πριν ξεκινήσει την αγρυπνία της, πήγαινε στον Γέροντα Ιωσήφ και του έλεγε:
     –Γέροντα, πες τώρα «να έχω προσευχή».
     –Άντε, θα έχεις προσευχή.
     –Όχι «έτσι», Γέροντα! Δεν το είπες με την καρδιά σου. Πες, πες, πες! του ξαναλέει.
     –Άντε, θα έχεις πλημμύρα προσευχής! της λέει ο Γέροντας.
     –Ε, τώρα, ευχαριστώ, Γέροντα!
     Και πώς ο Θεός σφραγίζει πραγματικά το στόμα του Γέροντα! Πράγματι, με το που της έλεγε έτσι, μια πλημμύρα Χάριτος τής ερχόταν!
     Τόση πίστη είχε η αγαθή Γερόντισσα Ευπραξία προς τον Γέροντά της, που έλεγε:
     –Γέροντα, να σε πάρω στον ώμο μου, να σ’ έχω στον ώμο μου και, τότε, δεν φοβάμαι. Και στα Ιεροσόλυμα πηγαίνω περπατώντας!
     Κι επειδή είχε αυτή την ευλάβεια προς τον Γέροντά της, είχε πετύχει πολλά στην προσευχή. Έκανε πολλή ώρα καρδιακή προσευχή κι έφθασε σε μεγάλη απάθεια και σε υψηλή πνευματική κατάσταση. Όταν έμπαινε ο Γέροντας καμιά φορά στο κελί της, τη σκουντούσε και συνερχόταν, δηλαδή βρισκόταν σε προστάδιο θεωρίας. Σίγουρα θα είχε και εκστάσεις. Ήταν βέβαια πάντοτε καλής προαίρεσης, αγιασμένη και μυροβλυσμένη.
     Γι’ αυτό κι έλεγε ο Γέροντας πως η μοναχή Ευπραξία είχε τόση Χάρη απ’ τον Θεό, που στο μοναστήρι όταν ήταν, έβγαλε και δαιμόνιο από ένα παιδάκι.


     Να, τι είχε γίνει ακριβώς:
     Είχε έρθει ένα παιδί στο ναό του μοναστηριού κατά τη θεία Λειτουργία. Όταν τελείωσε η θεία Λειτουργία, το παιδί πλησίασε τον ιερέα, παρακαλώντας τον να του διαβάσει κάποια ευχή και να το σταυρώσει, διότι είχε δαιμόνιο.
     Ο ιερέας είπε στο παιδί:
     –Παιδί μου, πήγαινε σ’ εκείνη τη μοναχή να σε σταυρώσει· εκείνη έχει τη δύναμη να γίνεις καλά.
     Το παιδί έκανε υπακοή και πήγε και την παρακάλεσε:
     –Γερόντισσα, σταύρωσέ με!
     –Παιδί μου, του λέει τότε αυτή, στον ιερέα να πας· εκείνος έχει τη Χάρη και τη δύναμη. Εγώ είμαι μια απλή μοναχή.
     –Μα, λέει αμέσως το παιδί, εκείνος μ’ έστειλε σ’ εσένα να με σταυρώσεις. Σταύρωσέ με, σε παρακαλώ, αδελφή! Είναι τόσο δύσκολο;
     Ήρθε σε δύσκολη θέση η αγαθή Γερόντισσα, αλλά τι να κάνει μπροστά στην τόση επιμονή του παιδιού; Το σταύρωσε κι αμέσως το δαιμόνιο «όπου φύγει-φύγει»! Και το παιδί θεραπεύτηκε εντελώς.


     Ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης (1912–1998) γνώρισε εξ ιδίας πείρας τη Χάρη που είχαν οι ευλαβείς αυτές Γερόντισσες και κάποτε διηγήθηκε τις ακόλουθες ιστορίες για την αδελφή Ευπραξία.
     «Κάποτε, περίμενα τον Γέροντα Ιωσήφ να έλθει απ’ έξω (από τον κόσμο προς το Άγιον Όρος). Είχε βγει έξω τη Διακαινήσιμο Εβδομάδα. Εν τω μεταξύ, είπε ο Γέροντας στις μοναχές:
     –Βρήκα ένα παπαδάκι καλό! (για μένα τό ’λεγε).
     Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα Ευπραξία με τις άλλες και μού ’πλεξαν ένα σκουφάκι. Όταν ήρθε ο Γέροντας (μέσα στο Όρος), πήγε (κατευθείαν) στις «αλυκές» και δεν ανέβηκε πάνω στο καλυβάκι του, όπως συνήθιζε. Έτσι, κατεβήκαμε όλοι κάτω. Βγήκε στο λιμάνι από τη βάρκα και πλησίασα κοντά του.
     –Φόρεσε αυτό το σκουφάκι! μου λέει.
     Μόλις το φόρεσα, πήρα Χάρη, ενέργεια πνευματική, άναψα από προσευχή και θείο έρωτα.
     –Τι σκουφί είναι αυτό, Γέροντα; ρώτησα έκπληκτος.
     –Νά ’ξερες, λέγει ο Γέροντας Ιωσήφ, τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα σ’ αυτό το σκουφάκι! Αυτά είναι “κειμήλια”!»**.

     Με τόση άσκηση και προσευχή πέρασαν όλη τους τη ζωή οι άγιες αυτές ψυχές. Πραγματικά διαμάντια! Η τελευταία από τις πέντε γερόντισσες που πέθανε, ήταν η Ευπραξία· έζησε περίπου 100 έτη.
     Ήταν στη Θεσσαλονίκη και, όταν ήλθε το τέλος της, είδε τους δαίμονες που ήλθαν να την πάρουν.
     Γύριζε προς τ’ αριστερά κι έλεγε:
     –Γκιτ! Γκιτ! Δηλαδή «φύγε!» στα τούρκικα κι έδιωχνε τους δαίμονες μ’ ανοιχτά μάτια και μ’ όλα τα λογικά της.
     Μετά, γύριζε προς τα δεξιά και, βλέποντας τους Αγγέλους, έλεγε:
     –Γκελ! Γκελ! Δηλαδή «Ελάτε! Ελάτε!».
     Και έτσι εκοιμήθη η τελευταία καλόγρια του οσίου Γέροντα Ιωσήφ του Ησυχαστή.


     Μια μοναχή, κάποτε, έγραψε στον Γέροντα ότι είναι άρρωστη και ότι, αν δεν κάνει εγχείρηση, θα πεθάνει. Αλλά επειδή η ασθένεια ήταν γυναικολογική, δεν ήθελε ο Γέροντας να γίνει εγχείρηση κι έκανε πολλή προσευχή γι’ αυτήν. Πάνω στην προσευχή πήρε την πληροφορία ότι η ασθένεια θα περάσει και έτσι της έγραψε τελείως αντίθετα από τη γνώμη του γιατρού, ότι δηλαδή θα ζήσει και χωρίς εγχείρηση.
     Εκείνη, ξανάγραψε στον Γέροντα ότι, αν δεν κάνει εγχείρηση, όπως της είπε ο γιατρός, θα πεθάνει.
     Ο Γέροντας όμως επανέλαβε:
     –Έχε πίστη, άφησέ τα όλα στον Θεό.
     Και, τελικά, η μοναχή τού έστειλε απάντηση ότι η ασθένειά της υποχώρησε.
     Στις αρχές ο Γέροντας Ιωσήφ ήταν ανυποχώρητος στον τομέα της αρρώστιας και των γιατρών. Αργότερα, όμως, προς τα τέλη της ζωής του, υποχωρώντας στις παρακλήσεις των υποτακτικών του, δέχτηκε φαρμακευτική περίθαλψη και είδε την ωφέλεια από τα φάρμακα, ομολογώντας ο ίδιος: «Ήλθαν κοντά μου πολλοί άρρωστοι, οι οποίοι με προσευχή και νηστεία θεραπεύτηκαν. Τώρα, όμως, δεν μ’ ακούει ο Κύριος, ακριβώς για να μάθω κι εγώ τα φάρμακα και τους γιατρούς και να γίνω συγκαταβατικός προς τους άλλους. Διάβασα και τις επιστολές του αγίου Νεκταρίου και είδα πόσο πρόσεχε (έδινε σημασία) στους γιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσο μεγάλος άγιος! Ενώ, εγώ, ο φτωχός ασκητής, γέρασα μέσα στην έρημο κι ήθελα όλο μόνο με την πίστη να θεραπεύω. Τώρα, όμως, μαθαίνω κι εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η θεία Χάρη».


     Κάποτε, επισκέφθηκε ο Γέροντας ένα άλλο μοναστήρι, εκεί κοντά στη Δράμα και, επειδή πέρασε η ώρα, έτυχε να κοιμηθεί στον ξενώνα. Οι διακονήτριες μοναχές, που φρόντιζαν το κελί του Γέροντα, παρατήρησαν ότι όπως ακριβώς έστρωναν το κρεβάτι του, έτσι και το έβρισκαν την επομένη. Διότι, ο Γέροντας Ιωσήφ και ο συνασκητής του, ο πατήρ Αρσένιος, δεν κοιμούνταν στο πλευρό ούτε καν σε κρεβάτι, για άσκηση. Όταν όμως το έμαθε αυτό η ηγουμένη της μονής, τον κάλεσε και του είπε:
     –Ξέρεις να κάνεις υπακοή, Γέροντα;
     –Ξέρω!
     –Λοιπόν, από σήμερα θα ξαπλώνεις στο κρεβάτι, όταν ξεκουράζεσαι.
     Δυσκολεύτηκε λίγο εσωτερικά ο Γέροντας να εγκαταλείψει την άσκησή του, αλλά αποφάσισε να κάνει υπακοή. Για πρώτη φορά, ύστερα από χρόνια, κοιμήθηκε σε κρεβάτι. Και, τι συνέβη; Όταν ξύπνησε για την αγρυπνία του, είχε τόση διανοητική διαύγεια και ψυχική άνεση, που θαύμαζε τη δύναμη της υπακοής. Στη συνέχεια, όλη η αγρυπνία του πέρασε με πολλή επιτυχία. Και τότε ήταν που είπε στον πατέρα Αρσένιο:
     –Από σήμερα θα ξεκουραζόμαστε σε ξύλινα κρεβάτια.


     Η ζωή του Γέροντα Ιωσήφ, εκεί στη Δράμα, δεν διέφερε σε τίποτα από τη ζωή του στο Άγιον Όρος. Ζούσε με σκοπό την «ατέλεστη τελειότητα». Έτσι, μόλις άκουγε ότι κάποιος ήταν προχωρημένος στην αρετή, αμέσως έσπευδε να τον συναντήσει προς ωφέλειά του. Ενώ λοιπόν ήταν στο μοναστήρι, πήγαν κάποιοι και του είπαν:
     –Είναι μια μοναχή, στη Δράμα, που προφητεύει και λύνει όλα τα προβλήματα.
     –Θα πάω να τη δω! είπε ο Γέροντας.
     Αυτή η μοναχή μιλούσε δήθεν με την Παναγία, που της «προέλεγε» τα πάντα, ακόμα και για ανθρώπους που θα την επισκέπτονταν. Έτσι, πήγαινε προς αυτήν πολύς κόσμος.
     Πάει ο Γέροντας και της λέει:
     –Πώς πήρες αυτή τη Χάρη;
     –Είναι από τον Θεό, από το Άγιο Πνεύμα! ισχυρίστηκε εκείνη.
     –Και καταλαβαίνεις τις σκέψεις;
     –Ναι.
     –Θα βάλω μια σκέψη μέσα στην καρδιά μου, κι αν τη βρεις, εντάξει. Αν δεν τη βρεις, θα μουγγαθείς.
     Έβαλε ο Γέροντας στο νου του μια βρισιά κατά του διαβόλου, διότι κατάλαβε ότι ο διάβολος ήταν αυτός που της έλεγε όλα τα «προφητικά».
     –Πες μου τώρα τη σκέψη μου!
     Αυτή όμως βουβάθηκε. Δεν μπορούσε να μιλήσει καθόλου.
     –Μίλα!
     Δεν μπορούσε να μιλήσει.
     –Άμα μετανοήσεις και σταματήσεις να κάνεις προφητείες με τον διάβολο, θα σε σταυρώσω και θα γίνεις καλά.
     Αυτή ένευσε θετικά ότι δέχεται και τότε ο Γέροντας Ιωσήφ τη σταύρωσε, λύθηκε το στόμα της, και της είπε:
     –Είσαι πλανεμένη από εγωισμό και από οίηση. Να κοιτάξεις τις αμαρτίες σου και να μην το ξανακάνεις αυτό!
     Η μοναχή έγινε καλά, αλλά δυστυχώς μετά από λίγο καιρό ξαναγύρισε στην πλάνη της.


     Ο τότε οικείος Μητροπολίτης πολύ χαιρόταν με την ίδρυση της γυναικείας μονής από τον Γέροντα Ιωσήφ, διότι ήταν πνευματικός άνθρωπος. Με το ορθόδοξο φρόνημα που τον διέκρινε, πίστευε ακράδαντα ότι η λειτουργία μοναστηριών θα έφερνε πολλή ωφέλεια στο ποίμνιό του.
     Συνέβη όμως κάποια πρόσωπα, που δεν συμπαθούσαν τον Γέροντα, να τον συκοφαντήσουν πολύ άσχημα στον επίσκοπο για ζητήματα ηθικής φύσεως, όπως συνέβη και στον άγιο Νεκτάριο. Ο Μητροπολίτης, κατά παραχώρηση Θεού, ως άνθρωπος κι αυτός, παρασύρθηκε. Έδωσε βάση στις διαβολές χωρίς να τις ερευνήσει και, έτσι, άρχισε να καταδιώκει τον Γέροντα και να τον εμποδίζει στο έργο του.

     Ο Γέροντας κατανόησε τη θέση του ευλαβούς Μητροπολίτου και, για να μη δώσει συνέχεια στην υπόθεση, πήγε και κρύφτηκε σ’ ένα γνωστό του σπίτι. Εκεί, διάλεξε μια ήσυχη γωνιά και ησύχαζε σαν να ήταν μέσα σε σπήλαιο. Ανησυχούσε όμως πολύ, διότι δεν γνώριζε τι ν’ απέγιναν οι μοναχές του, αν τις έδιωξαν ή όχι. Και ενώ έτσι ανησυχούσε, συνέβη και χειρότερος πειρασμός: έμαθε ότι οι κομιτατζήδες πήγαν στο μοναστήρι, όπου ήσαν οι μοναχές του.
     Έτσι, λοιπόν, με μεγάλη αγωνία και πόνο έκανε πολλή προσευχή όλη την ημέρα. Το βράδυ, εξαντλημένος από την αγωνιώδη προσευχή και μισοξυπνητός όπως ήταν, βλέπει τον άγιο Νικόλαο, προς τιμήν του οποίου ήταν αφιερωμένο το μοναστήρι, να του λέγει:
     –Μη στενοχωριέσαι! Εγώ έχω υπό την προστασία μου τις μοναχές σου.
     Συνήλθε αμέσως και αισθάνθηκε παρηγοριά· δεν έφυγε τελείως ο φόβος και η αγωνία. Σε λίγο, εξαντλημένος από την κόπωση κι από τη στενοχώρια, μόλις βυθίστηκε για λίγο στον ύπνο, του εμφανίζεται η Παναγία και τον ασπάσθηκε· από δε τα φορέματά της εξέρχονταν άρρητη ευωδία.
     Ο Γέροντας τότε βρέθηκε σε κατάσταση απερίγραπτης μακαριότητας. Ο φόβος και η αγωνία του εξαφανίστηκαν εντελώς και για μήνες αισθανόταν την υπερκόσμια αυτή ευωδία των πάνσεπτων ενδυμάτων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Λίγες ημέρες αργότερα, πληροφορήθηκε πως οι μοναχές του διαφυλάχθηκαν σώες και αβλαβείς από τους πειρασμούς.


     Εν τω μεταξύ, είχε ήδη συμπληρώσει πάνω από δύο χρόνια εκεί στη Δράμα. Πέθαναν δύο από τις μοναχές του κι απέμειναν τρεις. Κι επειδή ο επίσκοπος συνέχιζε να τις κυνηγάει, μετέβησαν στην Ουρανούπολη. Εκεί, οι καλόγριες είχαν ένα μύλο και από την εκεί εργασία τους συντηρούνταν.

     Όμως, όσο καιρό έμεινε έξω από το Άγιον Όρος ο Γέροντας Ιωσήφ δεν γευόταν τη Χάρη της θεωρίας όπως παλιά στην έρημο· γι’ αυτό γύρισε και είπε στον πατέρα Αρσένιο:
     –Τι κάνουμε; Ήρθαμε να σώσουμε τον κόσμο, να κάνουμε καλογριές και, τώρα, πού είναι ο Θεός; Έχασα τον Θεό μου!
     Έτσι, πήρε την αμετάκλητη απόφαση να γυρίσει οριστικά στην πολυπόθητη έρημο του Αγίου Όρους. Αλλά δεν μπορούσε και να παρατήσει τις μοναχές του· γι’ αυτό τις είπε: «Τώρα δεν μπορώ να συνεχίσω να ζω άλλο μαζί σας. Θα πάω στο Άγιον Όρος να ζήσω σαν ασκητής. Θα μου κάνετε απόλυτη υπακοή και θα επικοινωνούμε με γράμματα». Και, όπως αποδείχθηκε, η αλληλογραφία κάλυψε πλήρως τις πνευματικές τους ανάγκες και όλες τους είχαν οσιακό τέλος μέσα στις οικογένειές τους…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΗΣ


※
[Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου:
«Ο Γέροντάς μου,
Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης
(1897–1959)»,
κεφ. 2ο, §ζ΄, σελ. 97–107,
Έκδοσις Ιεράς Μονής Αγίου Αντωνίου
Αριζόνας USA, 2008.
*Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία:
«Μοναζουσών Σύναξις»
–Θαυμαστόν γυναικείον Γεροντικόν
του 20ου αιώνος»–
κεφ. 9ο και 12ο,
σελ. 195–198 και 211–212,
Εκδοτική Παραγωγή «Επτάλοφος»,
Αθήναι, Απρίλιος 20051.
**Ιωσήφ Ιερομονάχου:
«Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,
μέρος Β΄, §8, σελ. 204–205,
Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Άγιος Εφραίμ»,
Κατουνάκια, Αγίου Όρους
Ιούνιος 20001.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, προσάρτηση
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

«ΜΙΑ ΕΥΧΗ»

«ΜΙΑ ΕΥΧΗ»


     Τελείωσε ο εσπερινός και σε λίγο θα έφευγα. Όλες οι ευχές ειπώθηκαν, όλα τα τροπάρια ψάλθηκαν, όλα τα στιχηρά, τα δοξαστικά και τα απόστιχα ακούστηκαν από τους ευλαβείς διακονητές του αναλογίου. Οι άγγελοι του Θεού δεν άφησαν ακίνητο κανένα σφαιρικό κουδουνάκι που είναι δεμένο στις αλυσίδες του θυμιατού· και ο αβαρής καπνός της θυμίασης σα χάδι άγγιξε τους όρθιους και σιωπηλούς προσκυνητές πριν ανέλθει προς τα ουράνια δώματα. Το πέρασμα του παπά θεωρείται κατά βάση ειρηνικό, συντρίβει με χριστοτερπνότητα τα μέσα μας αμέτρητα κύματα. Πώς χαίρονται οι ψυχές, όταν τους προσεγγίζει η χάρη της λατρείας! Τα κλειστά μάτια διακρίνουν το μυστικό φως, τ’ αυτιά ακούνε καθαρά το φτερούγισμα του Πνεύματος. «Νυν απολύεις» λέμε κι ακούμε όλοι συγκινημένοι, μα κανένας μας δεν «απολύεται», κανένας δε σβήνει και δε χάνεται. Είμαστε όλοι συναγμένοι «επί το αυτό», μέσα στο υπέροχο «Μαζί» της θείας ενότητας και, από εκεί, διαισθανόμαστε έστω και αμυδρά τα βάθη του Θεού, τις καρδιές των άλλων αδελφών που στέλνουν ύμνους προς τη θεία δόξα με το άρμα των παλμών τους.

     Ο ναός, με τα ολιγοστά φώτα των κανδηλιών του, θα υποδεχόταν σε λίγο πανέτοιμος τη βιαστική νύχτα που ερχόταν με την ίδια πάντοτε αδημονία της εναλλαγής της μέρας με της νύχτας. Λες και τα σκοτάδια ή τα όνειρα δίδονται για την καταστολή της μόνιμης πια ανησυχίας του κόσμου, μιας ανησυχίας που δεν έχει νόημα και τελειωμό. Μια ζωή ετούτος ο κόσμος παραλύει μες στα ανήμερα σκοτάδια που ο ίδιος ανακαλεί ή ανανεώνει. Ο δε λαός του Θεού στο ιλαρό φως του προσώπου Του έμαθε με πίστη να κραταιώνει την καρδιά του.


     Βασικά, δεν υπάρχει σκοτάδι που να μη διώκεται με την ακολουθία και τις ευχές της Εκκλησίας. Το λιβάνι με το λεπτό άρωμά του είχε γεμίσει τον ιερό χώρο κι έκαμνε τη ψυχή του ταπεινού προσκυνητή να μη θέλει να φύγει, να μη θέλει να πάει πουθενά. Και πού αλλού έχει να πάει; Υπάρχει άλλη εστία και άλλη κιβωτός γεμάτη από τέτοια θαλπωρή, γλυκύτητα και ζωογόνηση εκτός από την Εκκλησία; Η ουρανοστάλακτη λατρεία της δεν μας αφήνει να δρασκελίσουμε στις ρύμες του κόσμου δίχως νόστο προς αυτή. Η θεία αγάπη πληγώνει λίγο πριν σε θεραπεύσει· κι αν σου δώσει την ίαση σε μαθαίνει πάντα να γυρεύεις το σεπτό της μαρτύριο· μαζί της όλα τα διεστώτα γίνονται ένα εντός σου και, έτσι, ζεις και πεθαίνεις ελεύθερα.

     Βγήκα από το ιερό. Το παπαδάκι που έχω –ή μάλλον που μού ’δωσε ο Θεός– κάμνει τριγύρω από μένα ζωηρές και σβέλτες περπατησιές που μοιάζουν με φτερουγίσματα ενός αθώου περιστεριού. Τα χείλη του, κουτσά-στραβά, επαναλαμβάνουν όσα τροπάρια άκουσε κατά τη διάρκεια του εσπερινού. Οπωσδήποτε συνοδεύομαι από ένα χειρουβικό και τρυφερό καναρίνι· αυτό είναι κάτι που πρέπει πια να το πάρω απόφαση!


     Ήταν να φύγω, αλλά δεν έφυγα. Αλλά και πότε μπορεί κανείς να «φύγει» από το ναό του Κυρίου; Αφού αυτός ο ίδιος ο ναός «φυτεύεται» μέσα μας, αφού αυτό το εσώτατο είναι μας γίνεται με τη σύναρση της Χάριτος ένας άλλος περικαλλής ναός! Η καρδιά των Ορθοδόξων είναι κυριολεκτικά δεμένη με τη θέα, την ύπαρξη και το ρόλο που αυτός επιτελεί στην πνευματική τους ανάπτυξη και στερέωση. Τώρα όμως κοντοστάθηκα στη φωνή ενός νέου. Ένα παλικάρι μέσα στο ειρηνικό μισοσκόταδο του ναού ζητούσε να του διαβάσω «μια ευχή». Αναρωτήθηκα από μόνος μου «ποια ευχή να θέλει άραγε;», μα έκαμα λάθος στην εσπευσμένη «πρόβλεψη» που προχώρησα αδαώς: τελικά, ναι, ακόμη να μου έρθει εκείνο το χάρισμα της προφητείας! Ο συγκεκριμένος νέος δε ζητούσε μια συνηθισμένη ευχή «για βασκανία» ή «για ασθένεια». Άφησα τη σεμνή και ευγενική φωνή του να αποτυπωθεί ευκρινώς στην καρδιά μου:
     –Πάτερ, θα ήθελα, αν μπορείτε, να μου διαβάσετε μια ευχή.
     –Πολύ ευχαρίστως. Για ποιο πράγμα θα θέλατε να σας διαβάσω ευχή;
     –Πάτερ, αύριο φεύγω. Πάω στη Γερμανία. Μεταναστεύω. Δε βρήκα εδώ δουλειά κι έτσι φεύγω. Καταλαβαίνετε. Και θα ήθελα τώρα, αν είναι δυνατό, μια ευχή να μου διαβάζατε…

     Πόνος είναι εκείνο το δριμύ σάρωμα που ένιωσα ή το σάρωμα ήταν εκείνος ο σπαθάτος πόνος; Βουβή και δίκοπη η ολόψυχη συμπάθεια που γιγάντωσε μέσα μου. Τα σωθικά άρχισαν να συντρίβονται αθόρυβα. Το λευιτικό άλγος στον πόνο των αδελφών, γίνεται πάντα διπλό, τριπλό για να μη πω και «εκαντοπλασίονα». Έχουμε πολλούς ισχυρούς λόγους από τους οποίους σπαράζει ο κόσμος μας και αυτό μπορεί να το προδώσουν μόνο τα μάτια. Η Πατρίδα μου καίγεται και μεταναστεύουν με βία τα παιδιά της. Τα παιδιά της εξαιτίας των ξένων γίνονται οι πιο ξένοι μέσα στην ίδια τους την Πατρίδα. Και, στο τέλος, με αβάσταχτο πόνο, αναγκαστικά αυτά τα παιδιά κουβαλάνε μέσα τους μια Πατρίδα στα ξένα που ξαμολιούνται με πίκρα. Κύριε, επίβλεψε σ’ εμάς! Δες λίγο ετούτη την Πατρίδα που τη ρημάξανε και τη ρημάζουνε! Πρόσεξε τα φτωχά της παιδιά που τα σκορπίζουνε στους πέντε ανέμους με πανάρχαιο μίσος. Πολλές αλγεινές σκέψεις φόρτωσαν το νου και ρίπισαν τη στιγμή. Μα εγώ έπρεπε να κυριαρχήσω σ’ αυτές και σ’ εμένα και να βρω οπωσδήποτε «μια ευχή».


     Μπαίνω μέσα στο ιερό και βρίσκω κατευθείαν το «Ευχολόγιο». Ψάχνω βιαστικά στις σελίδες του με την ελπίδα να διαψεύσω τη μνήμη μου: δε θυμάμαι να υπάρχει μια τέτοια ευχή· ψάχνω στα «περιεχόμενα», μα ευχή πουθενά! Τώρα; Αυτό το σεμνό και καλό παιδί περιμένει «μια ευχή» και η εκκλησία δεν έχει να του δώσει τίποτα; Αυτός ο πιστός νέος ζητά «μια ευχή» για να πολεμήσει με τη δύναμή της τον πόνο της φυγής του κι εμείς θα του πούμε πολύ απλά ότι «δεν έχουμε»; Αυτό παλικάρι έχει μια μάνα που από αγάπη τού δίνει ό,τι της ζητήσει κι εμείς να μην έχουμε να του δώσουμε τίποτε από αγάπη, μια αγάπη που να υπερέχει κάπως όλων των υπόλοιπων αγαπών; Να μην έχουμε να του προσφέρουμε να ψέλλισμα, ένα ψίθυρο, έναν λόγο για κατευόδιο, ένα κάτι τελοσπάντων για αδελφικό ξεπροβόδισμα! Τα διλλήματα έκαμναν χορό μέσα μου.

     Πόσο αποκαρδιωτικά και απελπιστικά τυπικοί και ξεροί γινόμαστε καμιά φορά! Πόσο χονδροειδώς ανευέλικτοι και δυσκίνητοι! Προέχει για πολλά ζητήματα μέσα μας η στείρα πιστότητα στο γράμμα, το ανώφελο κόλλημα σε μια παράδοση που ούτως ή άλλως μας θέλει ελεύθερους, παρά η θαρρετή πρόκριση του γενναιόδωρου τρόπου της αγάπης! Αυτά, έλεγα θεωρώντας εμένα εκείνη την αγωνιώδη στιγμή πνιγμένο στη ρηχότητά μου. Τα δευτερόλεπτα όμως περνούν εις βάρος της φιλαδελφίας. Κλείνω με φόρα το βιβλίο και τερματίζω τα διλήμματα. Ο πάταγος που έγινε, πραγματικά δεν ακούστηκε από κανέναν.


     Βγήκα έξω. Τον κοίταξα πατρικά και αποφασιστικά στα μάτια. Τον ρώτησα πώς τον λένε. Μου είπε το όνομά του: «Λεωνίδας». Προβλέπεται να ξεχάσω αυτό το όνομα μόλις πεθάνω κι ύστερα. Εκτός από την ευχή που δίδεται την α΄ μέρα από τη γέννηση του παιδιού, γενικά δεν υπάρχει ευχή της Εκκλησίας που να μη ζητάει το όνομα για το οποίο θα διατυπωθεί το αίτημα της ικεσίας από τα χείλη του ιερέως. Μήπως άραγε ο Θεός δεν γνωρίζει τα πρόσωπα, το είναι μας, την ύπαρξή μας και τ’ όνομά μας; Ω σχολαστικέ και βραδύνοα εαυτέ μου! Μα, δεν είναι για τον Θεό το ζήτημα να «ονομασθεί» ο «δούλος», για τον οποίον θα ευχηθούμε. Είναι για μας. Πρωτίστως για μας. Για να ξέρουμε και για να μας γίνει ανεξάλειπτη συνείδηση ότι, για τον Θεό και για το μυστήριο της Εκκλησίας και της Προσευχής, είμαστε όλοι πρόσωπα, πρόσωπα επάξια ονοματοδοσμένα και επώνυμα και ποτέ ανώνυμα. Άλλωστε, ο ίδιος ο Χριστός καλεί όλα τα λογικά Του πρόβατα «κατ’ όνομα», γιατί αυτή η κλήση προϋποθέτει και φέρει την οικειότητα μιας εγκάρδιας και αληθινής σχέσεως, ένα άλλο αξίωμα που λείπει παντελώς από τα άλογα όντα της κτίσεως. Επειδή αγαπάμε, μνημονεύουμε· και επειδή μνημονεύουμε, καταργούμε, με το όνομα του προσώπου του αδελφού, το ανώνυμο και το απρόσωπο της άγνοιας και της αγνωσίας της ψυχρότητας και της σκληρότητας του κόσμου, όλη την αφιλαδελφία, τη μισαδελφία και τη μισανθρωπία που τον συνέχει πέρα ως πέρα.


     Πήγαμε στην εικόνα της Παναγίας στο τέμπλο, εκεί στην εικόνα της Μεγάλης Μάνας, της Μάνας όλων των κατατρεγμένων, όλων των πονεμένων, όλων των τσακισμένων, όλων αυτών που δοκιμάζονται στο βίο ποικιλοτρόπως. Άφησα έμενα –τον εξαιτίας των αμαρτάδων μου εξακολουθητικά σκλάβο– για πρώτη φορά ελεύθερο, ίσως και θρασύ. Της ζήτησα να σκεπάσει τον δούλο της με το μητρικό της μαφόρι. Μία-μία, οι λέξεις που ζητούσα διακαώς έρχονταν σα σταγόνες μιας αθέατης βροχής, σα διέξοδο δροσοβόλας αναπνοής στην ασφυξία μου:
     «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, διά πρεσβειών της παναχράντου σου Μητρός Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, της μόνης ελπίδος, προστασίας και σωτηρίας των ψυχών ημών, επίβλεψον νυν εν ευμενεία επί τον δούλον σου [Λεωνίδαν] και ευλόγησον την προκειμένην έξοδον αυτού εκ της συγγενείας αυτού, εκ της πατρώας γης και εκ της φιλτάτης Πατρίδος αυτού· τήρησον την δοκιμαζομένην καρδίαν αυτού τη ση χάριτι και ειρήνη· κατεύθυνον εις το αγαθόν τα διαβήματα αυτού· ευόδωσον πάν έργον αυτού και ενίσχυσον αυτόν εις πάσαν εργασίαν προς πορισμόν εν τω βίω αυτού, παράσχου δε αυτώ πάντα τα της σης αφράστου αγάπης αδαπάνητα δωρήματα, αποστελλόμενος αυτώ άγγελον φωτεινόν, ειρηνικόν, ιλαρόν, κραταιόν φύλακα της ψυχής και του σώματος αυτού, επί πάσας τας ημέρας της ζωής αυτού. Ότι συ ει ο Θεός ημών, Θεός του ελεείν και σώζειν ημάς, και σοι την δόξαν αναπέμπομεν τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».


     Ξέρω μόνο δυο πράγματα να πω μετά απ’ όλο αυτό που συνέβη σ’ εκείνον τον εσπερινό: ότι ποτέ μου δεν «εζήλωσα δόξαν» φιλολόγων, υμνογράφων και ευχολογιογράφων και ότι ειλικρινά αυτή η «ευχή» γι’ αυτό το παλικάρι δεν έχει τελειώσει ακόμη…

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 12 Μαρτίου 2017

Ο ΚΗΡΥΞ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Ο ΚΗΡΥΞ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ


     Σήμερα, την Β΄ Κυριακή των Νηστειών, η αγία Εκκλησία μας, προβάλλει τη μορφή ενός μεγάλου νηπτικού και θεολόγου Πατέρα, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Πραγματικά, όσο κανείς άλλος, αυτός ο ιερός Πατήρ είναι ο εκλεκτότερος και ευγλωττότερος «κήρυξ της χάριτος και του φωτός», τόσο απαραίτητος και αναγκαίος για την απρόσκοπτη πορεία μας μέσα στον κόσμο και για τον από μέρους μας βαθύτερο ενστερνισμό των αληθειών της Ορθόδοξης Πνευματικότητας.

     Το βασικό και κύριο χαρακτηριστικό της «κοιλάδας του κλαυθμώνος» που ζούμε όλοι μας, δηλαδή αυτού του κόσμου του ψεύτη και απατεώνα, είναι το πνευματικό σκοτάδι, ο ζόφος των παθών και η καταχνιά των ψυχών· τούτη η τραγική έλλειψη φωτός είναι στην ουσία και τεκμηριωμένα η απουσία αγάπης και αλήθειας από τη ζωή μας, και πιο συγκεκριμένα η απουσία της αγάπης και της αλήθειας του Θεού. Πορευόμαστε εν πολλοίς μέσα στο σκοτάδι της αθεότητας ή της εμπάθειας, συμπορευόμαστε με μια φρικτή ανομολόγητη τυφλότητα και, παρόλα αυτά, δεν επιθυμούμε και δεν ποθούμε το Φως του Χριστού, γιατί είμαστε δεμένοι με την πονηρία των έργων, όντες, δυστυχώς, θλιβεροί υποδοχείς των δαιμονικών ενεργειών που εισέρχονται συνεχώς μέσα μας, φυγαδεύοντας κάθε φέγγος της Χάριτος από την καρδιά μας.

     Το Άκτιστο Φως του Χριστού δεν είναι φαντασία, δεν είναι εικασία, δεν είναι εύρημα, δεν είναι θεώρημα, δεν είναι ανάπτυξη και διατριβή, δεν είναι λόγος, δεν είναι θέμα λόγου, δεν είναι αξίωση και βραβείο, δεν είναι θρησκευτικό παραμύθι και εύκολο αφήγημα. Είναι το Φως που βρήκαν, ως ανέλπιστη δωρεά και αποκάλυψη, με την πείρα, την εμπειρία και τη ζωή τους, όλοι οι άγιοι και οι αγωνιστές της Πίστεως· είναι το Φως που περιέπει και θάλπει ευγενώς όλα τα κατά Χριστόν έργα μας, όλες τις διαθέσεις μας, όλη την άσκηση και τον αγώνα μας· έναν βαθύτατα προσωπικό αγώνα που εμφορείται από τον διαρκή και ασίγαστο πόθο να αγαπήσουμε και να αρέσουμε στον Θεό και, μάλιστα, όσο είναι δυνατόν από τη χοϊκή μας μεριά, να ομοιωθούμε ενθεωτικά προς Αυτόν· είναι το Φως των Πατέρων, των Ασκητών, των Ευχετών, των Ησυχαστών· είναι το Φως του Παραδείσου· της πείρας και της μέθεξης των μετανοούντων, των ελεούντων, των αγαπώντων, των καθαρμένων, των φωτισμένων, των θεωμένων.


     Γι’ αυτό το υπερούσιο και υπερκόσμιο Φως, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, πέρασε όλη του τη ζωή με αμείωτη και αμετεώριστη προσευχή, με νηστεία, με ανεκδιήγητες στερήσεις, με ιερές μεθέξεις, με τιτάνιους αγώνες που σφράγισαν, διατράνωσαν και πιστοποίησαν την παντοτινή αλήθεια αυτού του Θαβωρείου Φωτός, που είναι το Άκτιστο Φως που απαυγάζεται από αυτό το Πρόσωπο του Ζώντος Χριστού.

     Οι αιρετικοί, όσο και να θέλουν να ονομάζονται χριστιανοί, ωστόσο στερούνται σοβαρά της εμπειρικής αλήθειας αλλά και της γεύσεως αυτού του Φωτός και, έτσι, δεν μπορούν, λόγω της ανεπαίσθητης γι’ αυτούς ζοφερότητας της κατάστασής τους, να δεχθούν, να οικειοποιηθούν και να αφομοιώσουν μέσα στην καρδιά τους το ανέσπερο Φως της Χάριτος. Δεν εξαιρούμε εμείς αυτούς από τη μέθεξη του αιωνίου Φωτός· εξαιρούνται αυτοί από των φωτιστικών μυστικών εμπειριών των Αγίων και της Εκκλησίας των Αγίων με τις διάφορες προλήψεις, τις πλάνες και τις κακοδοξίες που διατηρούν αυτοί κατά κανόνα άσβεστες και αμετάκλητες από την καρδιά τους, παγιώνοντας ταυτόχρονα έτσι την πνευματική τους τυφλότητα. Αν η αντίληψη, η θέση και η προσωπική μας έκφραση, αν η προσωπική μας εμβίωση περί των δογμάτων–αποκαλύψεων του Θεού στερούνται ή αποκλίνουν έστω και ελάχιστα της θείας αληθείας, είναι τότε εκ των πραγμάτων αδύνατη από μας κάθε απλανή ιδέα, κάθε καθαρή γεύση και αληθινή συνάντηση με το ανέσπερο αιώνιο Φως του Χριστού. Το φως του Χριστού δεν στέφει και πολύ περισσότερο δεν δικαιώνει ποτέ την ανθρώπινη πλάνη, τους ανθρώπους που Το αμαυρώνουν και Το αδικούν με την τυφλότητα του εγωισμού και της υπερηφάνειας τους.

     Για όλα αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, θυσίασε τον εαυτό του σε θαυμαστούς, ισόβιους και μακρούς αγώνες, σε μεγάλες ενστάσεις και πάλες εναντίον των βαρλααμιστών αιρετικών, εκείνων των συμβατικών και χλιαρών πιστών που δεν γνώριζαν τι –ή μάλλον Ποιον Θεό– πιστεύουν, εκείνων των ανθρώπων που ζούσαν το μυστήριο και το κάλλος της πίστεώς μας πολύ φτωχά και επιδερμικά: στην περιοχή του ανεπαρκούς εγκεφάλου τους, με τη παιδαριώδη νοησιαρχία των φρούδων στοχασμών τους. Ασφαλώς ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έγινε ο ασυγχώρητος εχθρός τους, όταν κατέδειξε καθαρά και σθεναρά από τη μία το μέγεθος της ασοφίας των δήθεν φιλοσόφων, των πολέμιων των Ησυχαστών, και από την άλλη το βάθος και το μεγαλείο της ζωής της Προσευχής, της Νήψης, της Ησυχίας, της θεοφόρας ζωής που πηγάζει από τη μακαρία και άρρητη ένωση με τον Θεό, της ζωής που αρνούνταν στο τέλος να την αντιληφθούν και να τη δεχθούν, ποιοι άραγε; Οι οπαδοί μιας πίστης που δεν είναι πίστη, αλλά διανοιοκεντρική παρατήρηση και αναιμικός στοχασμός. Ο Πρώτος Νους, ο Θεός, είναι αδύνατο να γίνει παιγνιώδες αντικείμενο της διανοίας των ανθρώπων που πιστεύουν εγκεφαλικά. Το ψέμα αυτής της αναπηρικής όσο και τραγικής «πίστης» πλάνεψε σαρωτικά το τότε θρησκευτικό και πολιτικοκοινωνικό σύστημα της εποχής. Ο ίδιος ο θεοφόρος Πατήρ, πιστός στα ουράνια βιώματά του, βρέθηκε μόνος, στο περιθώριο του μίσους των αθεολόγητων και θεομάχων· διώχθηκε, αφορίστηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε, αιχμαλωτίστηκε ακόμη και από τους σελτζούκους οι οποίοι ζητούσαν λύτρα για την απελευθέρωσή του· αλλά πάντα ακατάβλητος, εδραίος και ανδρείος, άντεξε κάθε μαρτύριο, διωγμό και υπονόμευση, ακροώμενος τη φωνή της ανάγκης της Εκκλησίας, βγήκε με τόλμη και θάρρος μπροστά και, με τη δύναμη του υπερκόσμιου Φωτός που ενοικούσε βαθιά μέσα του, νίκησε μια για πάντα· και μαζί του νίκησε σύμπασα η φωτοφόρα Ορθοδοξία καθώς και τα φωτόμορφα τέκνα της Εκκλησίας.


     Με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γνωρίζουμε την αξία και τη δύναμη της Ευχής –το κομποσχοίνι δεν είναι φετίχ και αντικείμενο επίδειξης, δεν το έχουμε για να μουδιάζει τα νεύρα μας και να κοιμίζει τις τυραννικές μας ιδέες, αλλά για να ανασταίνει κυριολεκτικά τις ψυχές μας· με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αναπολούμε την ιερή και πολύτιμη ησυχία της καρδιάς μας, μέσα στην οποία εκφράζεται αγαπητικά η πιο γλυκιά μεταρσίωση της λατρείας μας –γιατί, αν δεν έχουμε ησυχία στο νου, ησυχία στην καρδιά και ησυχία στη λατρεία μας, δεν θα μπορούμε ποτέ να κατανυχθούμε και να αισθανθούμε το θείο· με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχίζουμε νύχτα-μέρα και μέρα-νύχτα, να παλαβώνουμε και να μεθάμε για τον Θεό που άλλοτε μας κρύβεται και άλλοτε μας προσκαλεί δυναμικά στην αγάπη Του· με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αρχίζουμε επιτέλους να αισθανόμαστε γόνιμα και λυσιτελώς το απαίσιο σκοτάδι των πολλών και αμέτρητων αμαρτιών μας, να στεκόμαστε όρθιοι και με ιερή ελπίδα μπροστά στη θεία αγάπη, και, μιμούμενοι όσο μπορεί ο καθένας τον ιερό Πατέρα μας, να φωνάζουμε με ασίγαστο παλμό, με στεντόρειο πόθο, με ελπίδα και με ζέση καρδιάς: «Φώτισόν μου το σκότος! Φώτισόν μου το σκότος!».

     Και όλη η αθεώρητη υπομονή, η απαντοχή, η καρτερία, η προσμονή, η σιωπή, η θλίψη, η άσκηση, η συντριβή και το μαρτύριο γι’ αυτό το παμπόθητο Φως δεν προδίδει ποτέ κανέναν και καμιά καρδιά. Έρχεται μυστικά, δίχως γδούπο, δίχως θόρυβο, δίχως κατηγοριοποίηση, δίχως σχόλιο και παρατήρηση. Έρχεται και θα έρθει, αρκεί εμείς να μη παύσουμε να ζούμε με ταπείνωση, με ευχή, με πίστη, ευσέβεια, φόβο και πόθο Θεού.


     Αυτή την πανώρια Πατερική μορφή, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, και το σπάνιο παράδειγμα του φιλοκαλικού τρόπου και του προσευχητικού ήθους που αυτή σκορπάει με παραδείσια χάρη προς όλους τους πιστούς, ας την εγκολπωθεί το είναι μας και η ψυχή μας στον αγώνα και στις διάφορες αντιξοότητες που συναντάμε κάθε ώρα και στιγμή, κάθε στιγμή της στιγμής.

     Μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, καταλαβαίνουμε ότι η Ορθοδοξία δεν είναι ένα ευτελές ή ελλιπές σύστημα μιας χιλιοειπωμένης και βαρετής θεωρίας, μια ανέξοδη και εύκολη ηθική που εφησυχάζει ή φαρισαιοποιεί πολλούς, αλλά η ακραιφνή πνευματικότητα, η ζωή και η μέθεξη, ο τρόπος και ο βίος που τείνουν ακόρεστα προς τον Λόγο ή εμφαίνουν δυναμικά Χριστό· είναι η συγκλονιστική εμπειρία εκείνου του Φωτός που συνοδεύει την αισθαντική και απόρρητη εγγύτητα του Θεού προς εμάς, όταν νοερά και αισθαντικά έρχεται ο Γλυκύς Ιησούς Χριστός και γίνεται, με τον τρόπο που μόνο Εκείνος γνωρίζει, ο πανεράσμιος ένοικος της καρδιάς μας.

     Οι πρεσβείες του μεγάλου Αγίου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, να συνοδεύουν την καρδιά μας, να μας ενισχύουν στον αγώνα μας και να φρουρούν ολάκερη τη ζωή μας. Το «Φώτισόν μου το σκότος!», η δική του μεγάλη θεοδιψιακή προσευχή να γίνει για μας ιερός πλοηγός και ευλαβική πυξίδα που θα μας βγάλει και θα μας βγάζει συνεχώς από τα χίλια-δυο ανείπωτα σκοτάδια που σπαράζουν, διχάζουν και τελματώνουν το είναι μας. Αμήν. Γένοιτο.

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.