Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

ΜΑΡΤΥΣ ΟΥΑΡΟΣ ΚΑΙ ΟΣΙΑ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ

ΜΑΡΤΥΣ ΟΥΑΡΟΣ ΚΑΙ ΟΣΙΑ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ

     Ο άγιος Ούαρος ήταν γόνος ευλαβούς και αρχοντικής οικογένειας. Υπηρετούσε τον ρωμαϊκό στρατό, στην Αίγυπτο, την εποχή του Μαξιμιανού (περί το 304). Το θάρρος και η αρετή του είλκυσαν την εύνοια του αυτοκράτορα, αλλά οι τιμές δεν στάθηκαν ικανές να ελαττώσουν τον θαυμασμό και το πόθο του να μιμηθεί τον ζήλο των αγίων μαρτύρων.

     Παράλληλα με την άσκηση των άλλων αρετών, ο άγιος συνήθιζε να επισκέπτεται επτά οσίους ασκητές, οι οποίοι βρίσκονταν στη φυλακή εξαιτίας της πίστεώς τους στον Χριστό. Ενώ όμως πλησίαζε η ημέρα της δίκης τους, ο ένας από αυτούς απεβίωσε. Ο Ούαρος θεώρησε το γεγονός αυτό ως ξεκάθαρο θεϊκό σημείο, που του υποδείκνυε τον τρόπο να υπερνικήσει τη δειλία, η οποία τον εμπόδιζε να παραδοθεί μόνος του στους δημίους. Αποφάσισε τότε να συγκαταλεχθεί μεταξύ των ασκητών και να παρουσιασθεί ενώπιον του κριτή στη θέση του αποβιώσαντος οσίου. Όταν προχώρησε και φανέρωσε αποφασιστικά την ταυτότητά του, ο δικαστής δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την έκπληξή του και ξέσπασε σε ασυγκράτητη οργή. Ο άγιος όμως του δήλωσε ότι τίποτε στον κόσμο δεν θα μπορούσε να τον πείσει να προτιμήσει τις ηδονές του κόσμου τούτου από τα αιώνια αγαθά, που επιφυλάσσονται στους πιστούς στρατιώτες του Κυρίου. Αγανακτισμένος τότε ο δικαστής, διέταξε να τον κρεμάσουν και να του θραύσουν τα οστά, κτυπώντας τον με χοντρά μαστίγια.

     Τη δύσκολη αυτή ώρα, ο άγιος έστρεψε το βλέμμα του προς τους έξι άλλους ασκητές, που παρευρίσκονταν εκεί, και τους ζήτησε να προσευχηθούν στον Θεό, ώστε να βρει τη δύναμη να αντέξει το μαρτύριο, διότι «το πνεύμα είναι πρόθυμο, η σάρκα όμως αδύναμη» (Ματθ. 26, 41). Μόλις οι όσιοι άνδρες ύψωσαν τα χέρια τους προς τον ουρανό και προσευχήθηκαν με θέρμη στον Κύριο, ο Ούαρος αισθάνθηκε ένα χέρι να τον στηρίζει και να τον προφυλάσσει από τα κτυπήματα του μαστίγιου. Ήταν η Χάρις του Αγίου Πνεύματος που τον σκέπαζε, οπότε ο αβάσταχτος πόνος του μαρτυρίου εξαλείφθηκε, και με χαρά πλέον ο άγιος άντεχε απαθώς τα βασανιστήρια. Η ήρεμη αυτή παρρησία του, πολλαπλασίασε την οργή και μανία των διωκτών, οι οποίοι, αφού τον έδεσαν και τον έριξαν κάτω, έσκισαν τα πλευρά του τόσο βαθειά, ώστε τα σπλάχνα του χύθηκαν στο χώμα. Τέλος, τον κρέμασαν πάλι, και μετά από πέντε ώρες ο Ούαρος παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο, αφού προηγουμένως βρήκε τη δύναμη να ενθαρρύνει τους συντρόφους του.

     Μια ευλαβής χήρα γυναίκα, η Κλεοπάτρα, που καταγόταν από την Παλαιστίνη, παρευρέθη στο μαρτύριο του αγίου Ούαρου. Όταν ήλθε η νύχτα, πήγε μαζί με τον νεαρό γιο της και άλλους χριστιανούς και έλαβε το τίμιο λείψανο και το ενταφίασε στο υπόγειο της κατοικίας της. Αφού πέρασαν πολλά χρόνια, η Κλεοπάτρα θέλησε να επιστρέψει στην πατρίδα της και πήρε μαζί της το τίμιο λείψανο, λέγοντας πως ήταν το σκήνωμα του κοιμηθέντος συζύγου της. Κατέθεσε με ευλάβεια το λείψανο σε τόπο κοντά στο όρος Θαβώρ. Η ιστορία και η αγιότητα του μάρτυρος έγιναν γνωστά και σύντομα άρχισαν να προστρέχουν πλήθη πιστών για να λάβουν από τον άγιο τη θεραπεία των πόνων τους.

     Πολύ νωρίς, με τη φροντίδα, τους κόπους και τα έξοδα της Κλεοπάτρας, κτίσθηκε ναός προς τιμήν του αγίου, και ήλθε η επίσημη ημέρα των εγκαινίων. Όλη εκείνη την ημέρα η Κλεοπάτρα και ο γιος της υπηρετούσαν ακατάπαυστα τους προσκυνητές, αλλά ξαφνικά και ανεξήγητα το παιδί αρρώστησε και σε λίγη ώρα πέθανε. Κλαίγοντας τότε η απαρηγόρητη μητέρα, τοποθέτησε το άπνοο σώμα του παιδιού της επάνω στον τάφο του αγίου μάρτυρος Ούαρου και τον ικέτευσε να μεσιτεύσει γι’ αυτό, θυμίζοντας του γοερά και πικραμένα όλες τις μεγάλες υπηρεσίες που του είχε προσφέρει με αφοσίωση για πολύ καιρό. Εν συνεχεία, εξουθενωμένη από τον πόνο και τον κόπο, έπεσε και αποκοιμήθηκε μέσα στον περικαλλή ναό του μάρτυρος και τότε ήταν που είδε σε όραμα τον άγιο να κρατά στοργικά στην αγκαλιά του τον γιο της, να φορούν και οι δυο τους ολόλαμπρα ενδύματα, περιβαλλόμενοι με θεϊκή δόξα.

     Ο άγιος την μάλωσε για την ολιγοπιστία της και τη διαβεβαίωσε ότι είχε πάρει ο ίδιος τον γιο της υπό την προστασία του. Αλλά και το παιδί πρόσθεσε ότι με κανέναν τρόπο δεν επιθυμούσε να αφήσει την πανευφρόσυνη αιώνια ζωή, για να επιστρέψει πίσω στην πρόσκαιρη, άχαρη και περίλυπη. Όταν η Κλεοπάτρα ζήτησε να την πάρουν κι εκείνη μαζί τους, ο άγιος Ούαρος τη συμβούλευσε να επιμεληθεί υπομονετικά τη σωτηρία της και να δουλεύσει ακόμη για τη ψυχή της· ύστερα την ευλόγησε και χάθηκαν από τα δακρυσμένα μάτια της.

     Μόλις ξύπνησε η ευλαβής γυναίκα, έντυσε το σκήνωμα του γιου της με γιορτινά ενδύματα και γεμάτη χαρά το ενταφίασε. Κατόπιν, μοίρασε όλα τα αγαθά της στους φτωχούς και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του ναού. Με τις νηστείες, τις αγρυπνίες, τις ελεημοσύνες και τις προσευχές της ζούσε τόσο θεάρεστα, ώστε αξιώθηκε να βλέπει κάθε Κυριακή τον γιο της εξαστράπτοντα στην ολόφωτη επουράνια κατοικία του. Αφού πέρασε έτσι για επτά χρόνια, παρέδωσε τη ψυχή της στον Κύριο και συνάντησε τον άγιο Ούαρο και τον γιο της μέσα στην άφθαρτη δόξα των εκλεκτών του Θεού.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ—

Τοῦ Μάρτυρος.

Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Τῶν Μαρτύρων ζηλώσας τὰ κατορθώματα, μαρτυρικῶς ἠγωνίσω ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρὸν παμμάκαρ Οὔαρε· ἐν γὰρ ἰκρίῳ προσδεθείς, πρὸς τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς, νομίμως ἀπεκατέστης, πρεσβευτικῇ χορηγίᾳ, καταφαιδρύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Τῆς Ὁσίας.

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

σίως τὸν βίον σου, διαγαγοῦσα σεμνή, τὴν χάριν ἐτρύγησας, ἐκ τῆς ἁγίας σοροῦ, Οὐάρου τοῦ Μάρτυρος· ὅθεν τῆς οὐρανίου, μετασχοῦσα εὐκλείας, πρέσβευε τῷ Σωτῆρι, Κλεοπάτρα Ὁσία, δοθῆναι ἡμῖν πᾶσι, πταισμάτων συγχώρησιν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΑ—

Τοῦ Μάρτυρος.

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Τὸν Σταυρὸν ὡς θώρακα, ἐνδεδυμένος παμμάκαρ, τῶν τυράννων ἤμβλυνας, τὰς πονηρὰς μεθοδείας· ἤνεγκας, τὰς ἀνυποίστους σαρκὸς βασάνους· ἤνυσας, τοὺς θείους ἄθλους γενναιοφρόνως· διὰ τοῦτο ἐκοσμήθης, θείῳ στεφάνῳ θεόθεν Οὔαρε.

Τῆς Ὁσίας.

Ἦχος β΄. Τοῖς τῶν αἱμάτων.

Τοῖς ἐναρέτοις σου τρόποις θεόληπτε, θεοπρεπῶς τὴν ζωήν σου κοσμήσασα, καθάπερ ἐλαία κατάκαρπος, ἐν ταῖς αὐλαῖς τοῦ Θεοῦ ἀνεβλάστησας· διὸ Κλεοπάτρα τιμῶμέν σε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΑ—

Τοῦ Μάρτυρος.

Σύμμορφος ἐγένου τοῖς Ἀθληταῖς, Οὔαρε τρισμάκαρ, ἀριστεύσας περιφανῶς· ὅθεν οὐρανίων, ἀξιωθεὶς χαρίτων, ὑπέρμαχος γνωρίζῃ, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Τῆς Ὁσίας.

Κλέος ἐκομίσω παρὰ Θεοῦ, Μῆτερ Κλεοπάτρα, τῇ ὁσίᾳ σου βιοτῇ, καὶ τῆς αἰωνίου, ζωῆς ἀξιωθεῖσα, μνημόνευε τῶν πίστει, μνημονευόντων σου.

 

 

[ (1) Ιερομονάχου

Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,

Τόμος 2ος (Οκτώβριος),

σελ. 211–213.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήναι, Οκτώβριος 20092.

(2) «Ευεργετινός»

(Λόγοι και Διδασκαλίες

Αγίων Πατέρων)·

Τόμος Δ΄, Υπόθεση ΙΒ΄ (12η),

§2, σελ. 163–166.

Μετάφραση:

Δ. Χρισταφακόπουλος.

Εκδόσεις

«Το Περιβόλι της Παναγίας»·

Θεσσαλονίκη, 20101.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου