Τὸ Εἰλητάριον «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19)



Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΓΓΥΤΗΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ

ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΓΓΥΤΗΤΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ


     Τόσα και τόσα θαυμαστά γεγονότα γίνονταν και ακούγονταν για τους μεγάλους νεοφανείς Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη, ήδη από τον Ιούνιο του 1959, εκεί στον λόφο των Καρυών, στη Θερμή της Μυτιλήνης και, παρ’ όλ’ αυτά, υπήρχαν και άνθρωποι της εκκλησίας που δίσταζαν να πιστέψουν στην αγιότητά τους. Σύμφωνα με την αφήγηση και εξιστόρηση της Μαρίας Τσολάκη, μεταξύ αυτών των ανθρώπων ήταν και η Χρυσομάλλη Μπάκα, 70 χρονών γυναίκα. Πήγαινε στις Καρυές, αλλά από μέσα της δεν ήθελε να πιστέψει. Φαίνεται, τα θεωρούσε υπερβολικά όσα ακούγονταν. Δεν έλεγε τίποτα, αλλά κρατούσε αποστάσεις. Στεκόταν αδιάφορα μέχρι που πίστεψε.

     Μπορεί ο Θεός να δώσει ένα σημάδι στον άνθρωπο, για να αλλάξει μυαλά. Κάτι τέτοιο έγινε και στη Χρυσομάλλη. Είχε αρρωστήσει το παιδί της και το φρόντιζε στο σπίτι. Ήταν 12 Απριλίου. Μόλις αποκοιμήθηκε το παιδί, πήρε ένα βιβλίο να διαβάσει. Κατά τις 10:30 το βράδυ, σηκώθηκε να πάει να κλείσει την εξώπορτα για να κοιμηθεί. Το σπίτι της ήταν απέναντι από την εκκλησία. Κλείνοντας την εξώπορτα, πέρασε κι από την αποθήκη τους, κάτι να τακτοποιήσει. Όταν τελείωσε και έκλεισε την αποθήκη, καθώς περπατούσε για το σπίτι, κοίταζε κάτω μη τυχόν και σκοντάψει. Βλέπει τότε μπροστά της από κάτω προς τα πάνω έναν παπά. Καταλάβαινε ότι της έκλεινε τον δρόμο. Δεν μπορούσε να προχωρήσει. «Παναγία μου!», φώναξε, «Τι είναι αυτό που μου συμβαίνει;». Ο παπάς περιλουζόταν από ένα φως. Διέκρινε πεντακάθαρα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ο σταυρός που φορούσε στο στήθος του έλαμπε.


     Της έκανε εντύπωση η εμφάνισή του. Ήταν ψηλός, με πλάτες ανοιχτές, πρόσωπο στρογγυλό. Όμορφος ιερέας, από σαράντα χρονών και πάνω. Τα φρύδια του ήταν έντονα μαύρα, όπως τον είχε δει και η Μαρία Τσολάκη και άλλοι. Αμυγδαλωτά μάτια, γεμάτα φως. Το χρώμα τους πράσινο και γαλάζιο. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που είδα, που δεν το περίμενα να το δω. Γύρω από το κεφάλι του είχε ένα φωτοστέφανο», έλεγε η Χρυσομάλλη.

     Την κοίταζε ήρεμα και γαλήνια. Η Χρυσομάλλη πάγωσε, κόλλησε στην πόρτα της αποθήκης. Δεν τολμούσε να κουνηθεί, ούτε μπροστά ούτε πίσω. Κόπηκαν οι δυνάμεις της. Σήκωσε σιγά-σιγά το χέρι της, σταυροκοπήθηκε και ψιθύρισε σιγανά: «Ο άγιος Ραφαήλ είναι! Παναγία μου, μη τυχόν και ήλθε να με τιμωρήσει, επειδή είχα αμφιβολίες για την αγιότητά του; Οι Άγιοι όμως δεν κάνουν κακό…». Και τόλμησε να πει: «Άγιέ μου, διατηρούσα αμφιβολίες, γιατί άκουγα τόσοι και τόσοι σ’ έβλεπαν κι εγώ δεν είχα δει τίποτα. Τώρα που σε βλέπω, σε πιστεύω!». Όσο τα έλεγε αυτά ψιθυριστά, τον κοίταζε στα μάτια πανικόβλητη και ξανάλεγε: «Τι είναι αυτό που με βρήκε, Παναγία μου!».


     Ο άγιος Ραφαήλ την κοίταξε μ’ ένα γλυκύτατο χαμόγελο και την ηρέμησε. Τότε κι αυτή ένιωσε να παίρνει ξανά δυνάμεις. Σιγά-σιγά ο Άγιος παραμέρισε, της έκανε τόπο να μπει στο σπίτι της και χάθηκε από τα μάτια της. Όταν κατόπιν ειδωθήκανε η Χρυσομάλλη με την Μαρία Τσολάκη άρχισε να λέει η πρώτη καταλεπτώς: «Το γλυκό του χαμόγελο δεν το έχω ξαναδεί στη ζωή μου! Τόσο γλυκό χαμόγελο, που ούτε στα μικρά παιδιά δεν βλέπεις. Ήταν γεμάτος συμπάθεια και αγάπη. Βλέποντάς τον να με κοιτάζει, παραξενεύτηκα, που έλεγαν οι άλλοι ότι “είναι αυστηρός”. Εγώ αμφέβαλλα, χωρίς να κοροϊδεύω ή να λέω λόγια. Από μέσα μου είχα καλή διάθεση, αλλά δεν ήξερα πώς γίνονται αυτά. Έτρεμα από συγκίνηση. Έτρεξα μέσα στο σπίτι και σταυροκοπιόμουν συνέχεια. Ευχαριστούσα τον Άγιο, που εμφανίστηκε και σε μένα. Έτσι έπαψα να αμφιβάλλω, που ήταν αμαρτία, χωρίς να το καταλαβαίνω. Ποτέ μου δεν θα ξεχάσω την ομορφιά του προσώπου του. Το ύψος του. Τα μεγάλα του μάτια. Το φως που τον περιτριγύριζε…».

     Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να πιστεύει ή να μην πιστεύει. Έχει το δικαίωμα της επιλογής. «Δεν είναι για όλους η Πίστη» (Β΄ Θεσσ. 3, 2). Και, εκτός αυτού, όπως φανερώνει ο Κύριος για άλλη περίπτωση, «δεν μπορούν να χωρέσουν το λόγο (της Πίστης) όλοι, αλλά μόνο εκείνοι που τους τον έδωσε ο Θεός» (Ματθ. 19, 11). Από αυτούς που απιστούν, όσοι είναι καλοπροαίρετοι και ευάγωγοι πνευματικά, ο Κύριος τούς φωτίζει και τους δίδει αφορμές, ώστε να μεταλλάξουν τη γνώμη τους και να εγκαταλείψουν την απιστία.


     Διηγείται η ίδια η Μαρία Τσολάκη:
     «Στις 18 Απριλίου 1961 το βράδυ, είδα ότι βρισκόμουν στην εκκλησία του χωριού μας. Στεκόμουν μπροστά στο προσκυνητάρι των Εισοδίων, ο παπα-Θυμής με το πετραχήλι στο αναλόγι έψαλε τη Δοξολογία πολύ ωραία. Όταν ακούω τη Δοξολογία γίνομαι άλλος άνθρωπος, τόσο πολλή χαρά αισθάνομαι. Ξαφνικά πάγωσα. Είδα στην Ωραία Πύλη να ξεπροβάλλει ο άγιος Ραφαήλ με τα καλά του άμφια. Και ο παπα-Θυμής φοβήθηκε. Σκεφτήκαμε να κρυφτούμε. Ο άγιος Ραφαήλ, και να θέλεις να του ξεφύγεις, δεν μπορείς, προχώρησε και ήλθε κοντά μας: “Μη φοβάσθε. Δεν πρέπει να φοβάσθε”.

     »Ανέβηκε στο δεσποτικό θρόνο και άρχισε να λέει στον παπά μας: “Τώρα στο χωριό όλοι πίστευσαν, υπολείπονται περί τους δέκα. Και άλλοι πέντε είναι χλιαροί, άλλοτε πιστεύουν για λίγο και στη συνέχεια απιστούν. Πάνε από ’δω κι από ’κει. Δεν είναι σταθεροί. Στην ουσία δεν πιστεύουν. Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη· να κάνεις κήρυγμα για μας ότι είμαστε ακόλουθοι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σφαγιασθήκαμε για τη δόξα Του. Μετέχουμε στο θρίαμβο της Εκκλησίας. Να τους πεις να πιστέψουν ότι είμαστε άγιοι και βοηθάμε όσους μας επικαλούνται από την καρδιά τους. Ο Κύριος κάνει αποδεκτά τα αιτήματά μας. Αρκεί εκείνοι που μας παρακαλούν να αγωνίζονται για να εφαρμόσουν στη ζωή τους το θέλημά Του”.


     »”Τότε που μαρτύρησα, ήμουν 53 ετών. Μαζί με μας μαρτύρησαν το κοριτσάκι του Προεστού, ο Προεστός και ο Δάσκαλος. Το κοριτσάκι, αφού τού ’κοψαν το ένα του χέρι και το πόδι, το έκαψαν ζωντανό. Η μητέρα της, όταν είδε το μαρτύριο της θυγατέρας της, έπαθε συγκοπή και την έθαψαν εκεί. Τους άλλους δύο τους έσφαξαν”.
     »Συνέχισε και είπε τότε πότε έφτασε στο νησί μας: “Από τη Λέσβο είχα περάσει για πρώτη φορά, πριν πάρουν την Κωνσταντινούπολη οι Τούρκοι”. Είπε κι άλλο: “Εμείς δεν έχουμε ανάγκη να πιστέψουν οι Θερμιώτες. Εκείνοι έχουν ανάγκη από τις πρεσβείες μας. Για εκείνους που δεν θα πιστέψουν, δεν θα έχουμε δικαίωμα να επέμβουμε για να τους βοηθήσουμε, όταν θα μας χρειασθούν”.


     »Πράγματι, είναι να λυπάται κανείς. Τώρα που τα θυμάμαι, κατάλαβα ότι όσοι κορόιδευαν ή ειρωνεύονταν τους Αγίους δεν είχαν καλό τέλος. Ονόματα δεν θα πω, τα παιδιά των περισσότερων πιστεύουν. Στο χωριό μας γνωρίζουν οι πάντες, τι και πώς έγινε. Άλλους οι Άγιοι τούς θεράπευαν και άλλους τούς ξεχρέωναν για την απιστία με μια αρρώστια, με μια ταλαιπωρία, μέχρι να συνέλθουν. Οι Άγιοι από αγάπη τούς ευεργέτησαν, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο».

† ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΓΟΥΜΕΝΙΣΣΗΣ, ΑΞΙΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΚΑΙ ΠΟΛΥΚΑΣΤΡΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ


[Μητροπολίτου
Γουμενίσσης, Αξιούπολεως και Πολυκάστρου
Δημητρίου (Μπεκιάρη):
«Η αποκάλυψη και οι εμφανίσεις
των αγίων νεοφανών μαρτύρων
Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης»,
κεφ. 3ο, §21, §23, σελ. 403–405, 406–407,
Έκδοση Ανδρώας Κοινοβιακής Μονής
Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης,
Γρίβα Γουμενίσσης, Απρίλιος 2013.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

«ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ! ΓΙΑΤΙ;»

«ΜΟΥ ΠΗΡΕΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ! ΓΙΑΤΙ;»


     Μια γυναίκα, που είχε χάσει το παιδί της, επισκέφθηκε τον όσιο Γαβριήλ, τον δια Χριστό σαλό και ομολογητή (1929–1995), και τον ρώτησε:
     –Γιατί κάποιοι φεύγουν νέοι απ’ αυτή τη ζωή;

     Και ο όσιος του Θεού τής είπε τα εξής:
     –Σ’ ένα χωριό, μια πιστή γυναίκα που έχασε τον μονάκριβο γιο της, παραπονέθηκε στον Θεό:
     «Εγώ, για την αγάπη Σου, άντεξα πολλά: προσβολές, φτώχιες, δυσκολίες. Σ’ αυτό το μέρος που μένω, κανείς δεν είναι πιστός εκτός από μένα. Όμως Εσύ μου πήρες το παιδί μου. Γιατί;».

     Εκείνη τη νύχτα λοιπόν είδε ένα όνειρο:
     Οι Άγγελοι την πήγαν στον Κύριο και Του μετέφεραν τα παράπονά της.
     Τότε, ακούστηκε η φωνή του Κυρίου:
     «Ρωτήστε τη γυναίκα τι θέλει;».
     «Φέρε το παιδί μου πίσω!», απάντησε η γυναίκα.
     «Θέλεις να δεις το παιδί σου;», ρώτησε ο Κύριος.
     «Μητέρα είμαι! Και βέβαια το θέλω!», είπε κλαίγοντας εκείνη.
     «Να της δείξετε το παιδί της!», έδωσε εντολή ο Κύριος.
     Έφεραν το παιδί και η μητέρα χάρηκε.

     «Τώρα, τι Μου ζητάς;», ρώτησε ο Κύριος.
     «Γιατί τον πήρες;», Του παραπονέθηκε η γυναίκα.
     Τότε ο Κύριος έδωσε εντολή στους Αγγέλους:
     «Να της δείξετε τι θα έκανε ο γιος της, αν δεν τον έπαιρνα Εγώ».

     Και, ξαφνικά, σαν σε ταινία, η γυναίκα είδε τις φοβερές αμαρτίες που θα διέπραττε ο γιος της και μετά τις φωτιές της κόλασης!
     «Να τον ξαναγυρίσετε στον Παράδεισο!», άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί τον Κύριο η γυναίκα.
     Ο Κύριος έδωσε εντολή να ξαναγυρίσουν πάλι το παιδί στον Παράδεισο.
     Και της είπε τότε ο Κύριος:
     «Για την καλοσύνη σου και για την αγάπη σου πήρα τον γιο σου κοντά Μου. Μη νομίζεις πως δεν ξέρω πότε και ποιον πρέπει να πάρω».

ΟΣΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ
Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ
ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
(1929–1995)


[Μαλχάζι Τζινόρια:
«Ο Άγιος Γαβριήλ
ο διά Χριστόν Σαλός και Ομολογητής»,
μέρος γ΄, κεφ. 1ο, σελ. 210–211,
Μετάφραση: Νάνα Μερκβιλάτζε,
Γλωσσική επιμέλεια: Φανή Ροπόκη,
Αθήνα, Μάιος 2013.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

ΝΑ ΚΟΠΑΣΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ

ΝΑ ΚΟΠΑΣΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ


     Η Πίστη μας, μέσα στον καθαρμό της αλήθειας της, ενδέχεται κάποτε να είναι βασανιστικά απαιτητική με μας. Με μας που εμμένουμε στην άγνοια, την αγνωσία, τη χλιαρότητα, τη μαλθακότητα, την απειρία. Το μυστήριό της ζητά και αξιώνει υπερβάσεις, ανοίγματα και βηματισιές που δεν τις χωράει και δεν τις βαστάει ο νους. Μαζί της η καρδιά διακυβεύει πρωτόγνωρα τη λογική και την ασφάλειά της. Ίσως να τα χάνει όλα, ίσως όμως και να χάνεται κι αυτή. Φόβοι, δειλίες και αδυναμίες, θεωρίες, λογικές και εκτιμήσεις, είναι ανάγκη να μεριαστούν στα σοβαρά. Κι εμείς να μείνουμε μόνοι, απορημένοι και παραιτημένοι μέσα στον «ενάντιο άνεμο», στο ανεξήγητο μένος των περιστάσεων, στο άγριο «γιατί» των δοκιμασιών και των τραυμάτων μας και, κάπου σε μια απρόσμενη εξέλιξη των προσωπικών και της επίγνωσής μας, να βρεθούμε έκπληκτοι έχοντας αδιάσειστη μεσ’ στην καρδιά μας την ανέλπιστη θεωρία Του. 

     «Θαρσεῖτε, Ἐγώ εἰμι», ακούμε και νιώθουμε παρά καταλαβαίνουμε. Κινδυνεύουμε, γιατί οι μέσα μας ισορροπίες καταρρέουν με πάταγο που ακούμε μόνο εμείς. Πρέπει να γίνουν ή να κάνουμε αρμονία τις αντινομίες που υιοθετούμε αμέριμνα. Πέφτουμε από αυτό που μας κρατούσε μέχρι τώρα όρθιους. Και καλούμαστε να ορθοποδήσουμε επάνω σε ό,τι πάει κόντρα σε κάθε ευστάθεια. Αν έστω για λίγο αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε, τότε θα πάψουμε οριστικά να νιώθουμε. Η καταχνιά της τρικυμίας της μοναξιάς μας σχίζεται στα δύο, η ανείπωτα ψυχότροφη φωνή Του κομίζει δυναμικά την ειρήνη και την ασφάλεια που χάσαμε εξαιτίας των τυραννικών φαντασμάτων του υγρού και άστατου εαυτού μας. Ένα ιδιαίτερο σκίρτημα προειδοποιεί μέσα μας την αλήθεια της σωτηρίας. Δεν είμαστε προορισμένοι από τη φύση μας για την απώλειά μας. Δεν είναι ψυχολογική υποστήριξη αυτό. Δεν είναι τρικ θετικότητας. Είναι αψευδής ανακαίνιση της Χάριτος, που είναι η μόνη που μπορεί να σαρώνει όλη τη δαιμονική αντάρα των τελμάτων που δοκίμαζε για χρόνια η μοναχική μας καρδιά. Οι αναπνοές γλιστρούν και φεύγουν μαζί με τις δυνάμεις μας. Είμαστε αλύτρωτοι μάρτυρες του μαρτυρίου του χαμού μας. 

     Κι Αυτός, παρά την αφόρητη εσχατιά των στιγμών, παρά το σπαραγμό της ενδοθαλάσσιας οδύνης μας, παρά το δισταγμό ή την άρνηση της ανόητης λογικής μας, μας καλεί και συγκατανεύει να Τον πλησιάσουμε και να κάνουμε ό,τι Αυτός κάνει. Μετά την αγωνιώδη πείρα της «παναδυναμίας» μας, εκεί στην αρχή του βέβαιου καταποντισμού μας, πορευόμαστε για να γευθούμε ελεύθερα το θαύμα που μας προσφέρει η παρουσία Του και η κοινωνία μαζί Του. Τολμούμε να περπατήσουμε πάνω στα μελανά κύματα τούτης της ζωής που βασανίζουν την ύπαρξή μας. Αναρίθμητες οι συνειδητοποιήσεις έρχονται ορμητικά σα σκληρές ριπές κατά πάνω μας. 

     Δεν σωζόμαστε από αιφνίδιο θείο οίκτο, επειδή είμαστε τα ανήμπορα θύματα των περιπετειών και των σφαλμάτων μας. Σωζόμαστε επειδή είμαστε, δίχως να ξέρουμε ποτέ πόσο και γιατί, οι εκλεκτοί της ακατανόητης αγάπης Του, που δεν αφήνει κανέναν καλοπροαίρετο στη δίνη της απώλειάς του. Η πολλά υποσχόμενη ασφάλεια του πλοιαρίου μας ήταν τελικά μια καταραμένη αυταπάτη, μια μουχλιασμένη ιδέα, μια πανάθλια χίμαιρα και μια χαλεπή ουτοπία. Τώρα ή θα πνιγούμε μέσα στον τέλειο φόβο μας ή θα δρασκελίσουμε στο υπερφυσικό της αγάπης Του. Φοβούμαστε ν’ αφήσουμε τους φόβους μας. Ενδοιάζουμε φοβερά στο να πάψουμε να σκιαζόμαστε. Συνηθίσαμε να μας διασαλεύουν οι παφλασμοί των πιο άγριων κυμάτων των πειρασμών και των θλίψεων, που γεννούν πρωτίστως οι αμαρτίες μας. Είπαμε αδιάφορα ή μάλλον συνθηκολογήσαμε με κάθε αδράνεια: «Έτσι είναι η ζωή». Κι όμως η ατόφια και άπεφθη ζωή δεν είναι καθόλου «έτσι» και, το δίχως άλλο, βρίσκεται σ’ εκείνη την απίστευτη και αδιανόητη δρασκελιά της Πίστης, που ταπεινώνει κάθε νόμο, κενό, φόβο, μοναξιά, ανημποριά και απώλεια. 

     Να Τον κοιτάμε, δίχως να Τον αφήσουμε ποτέ να δραπετεύσει από την εγκάρδια θέα μας: αυτή είναι η δική μας άσκηση, ευθύνη και χαρά. Γιατί η αγάπη τα έχει και τα τρία αυτά στο ακέραιο. Ή θα αγαπάς και θα αναθαρρεύεις προσηλωμένος στη θεωρία του Αγαπημένου ή θα φοβάσαι και θα προσέχεις γιγαντώνοντας πιότερο τα κύματα και τον άνεμο που αγαπούν τον καταποντισμό σου· την κάθε μικρή ή μεγάλη έλλειψη θεϊκού έρωτα από μέσα σου. «Καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον, ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος». Πάντα η ταπεινή ψυχή εύχεται και υπερεύχεται μέσα από τις πράξεις, τα λόγια, τα νεύματα, τα σκιρτήματα, τις λαχτάρες και τις διαθέσεις της: Άμποτε να έρθει, να εμφανιστεί και να μπει Αυτός στο πλοίο της ψυχής, της καρδιάς, της ζωής, όλης μου της ύπαρξης και του αγώνα μου. Για να κοπάσει ο άνεμος του κακού κι η παραζάλη του πόνου μου…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Η ΑΔΕΛΦΗ ΒΡΥΑΙΝΗ

Η ΑΔΕΛΦΗ ΒΡΥΑΙΝΗ


     «Και το λεπτό ακόμη να το εκμεταλλεύεστε, να βαδίζετε με την ώρα, με το λεπτό, κομποσχοινάκια πιο πολλά, μετανίτσες πιο πολλές, ανάγνωση περισσότερη. Να αποφεύγετε την αργολογία, διότι με την αργολογία χάνει ο άνθρωπος, σβήνει το μεγαλείο από την ψυχή του ανθρώπου. Και ένα κόμπο ακόμη αν έχουμε παραπάνω, κι αυτόν μας τον γράφει ο Άγγελος. Ένα κομποσχοινάκι, ένα καλό λογισμό να τον βάλουμε στην άκρη. Όλα αυτά ο Χριστός μάς τα αποταμιεύει κι όταν θα ’ρθεί η ώρα για να φύγεις, έχεις τις βαλίτσες σου έτοιμες, τις φορτώνεσαι χωρίς κόπο και μόχθο και περνάς ανεμπόδιστα τα τελώνια. Να μη φεύγει ο νους μας από την μνήμη του Θεού ούτε δευτερόλεπτο.

     »Να βλέπουμε μόνο και μόνο τον εαυτό μας. Τον νου μας να τον πηγαίνουμε συνέχεια στον θρόνο του Θεού. Θέλουμε να βοηθήσουμε τον εαυτό μας; Να πηγαίνουμε συνέχεια στον θρόνο του Χριστού. Απ’ τον θρόνο του Χριστού, στον θρόνο της Παναγίας· και να λέμε λογάκια στην Κυρία Θεοτόκο, να την ευχαριστούμε που μας ανέχεται, που μας δίνει το φαγάκι μας, τον ύπνο μας. Αυτό το μεγαλείο πού θα το βρούμε; Πουθενά.


     »Θα σας πω και κάτι άλλο που είδα. Τα δίνει ο Θεός, για να ξέρω να σας κυβερνήσω και να δούμε πώς θα σωθούμε. Έφθασα σε μια μάνδρα που ήταν ατελείωτη. Μέσα ήταν όλο γραφεία. Γραφεία εδώ, γραφεία εκεί, όλο γραφεία. Κι εκεί λοιπόν μου ’κάναν έλεγχο τα κομποσχοινάκια μου. Προτού μπω, είδα ότι είχα τρεις λίρες χρυσές στα χέρια μου και τις έπαιζα και μου λέει ο λογισμός ότι είναι τα τάλαντα αυτά, η Χάρις του Θεού. Αυτό το χρυσάφι το έχει αυτός που θα κάνει το θέλημα του Θεού. Μπαίνω λοιπόν μέσα και άρχισαν να μου τα κάνουν όλα έρευνα, την αγρυπνία μου, την νηστεία μου, τα κομποσχοίνια. Άλλος σφράγιζε, άλλος δεν σφράγιζε. Και με καθυστερούσαν και ήθελα να φύγω. Μετά λοιπόν έφυγα με δυσκολία και βρέθηκα σε μια εξέδρα μετέωρη που δεν είχε βάσεις. Κρεμόταν στον ουρανό. Από ’δω να είναι ο “βρυγμός των οδόντων”, μια κόλαση απέραντη, ούτε να την φανταστεί κανείς· κι απ’ την άλλη ήταν ένα τάγμα Αγγέλων και Αγίων και στην μέση ήταν ο Χριστός μας, που καθόταν σ’ ένα μαρμάρινο θρόνο και το πρόσωπό Του από την λάμψη δεν μπορούσα να το αντικρίσω. Κι εγώ καθόμουν απ’ την δεξιά πλευρά. Κάτω δε ήταν χάος μαύρο. Κι έβλεπες λοιπόν τσουβαλιές οι δαίμονες να ρίχνουν ψυχές σ’ αυτό το στόμιο μέσα. Εν ριπή οφθαλμού ’πέφταν οι τσουβαλιές. Να ρίχνουν καλογέρους, να βλέπεις αρχιερείς, χίλιοι δυο· και λέω με τον νου μου, πόσοι δαίμονες υπήρχαν και πόσες τσουβαλιές έριχναν μέσα σ’ ένα δευτερόλεπτο! Έρχονταν ένας-ένας να κριθούν στον Χριστό, παπάδες, δεσποτάδες, και ξεπηδούσαν λέοντες απ’ το χάος εκείνο και τους άρπαζαν από τα πόδια και τους έριχναν μέσα στην αφάνεια. Κι έλεγα: “Αχ, Χριστέ μου! Τι θα γίνει;”. Φοβόμουν κιόλας, επειδή βρισκόμουν μεταξύ αφάνειας και στεριάς· και ξύπνησα. Είχα μια βδομάδα να φάω απ’ το κλάμα και τον οδυρμό. Πόσο έκλαψα, πόσο θρήνησα, τι να σας πω! Μετά απ’ αυτό που είδα, δεν κοιτούσα τίποτα γύρω μου. Ήρθε μια αλλοίωση στην ψυχή μου, σαν να έσβησε ο κόσμος από μπροστά μου. Σκέψου, ο Δίκαιος Κριτής! Όλα είναι μια πραγματικότητα. Μας τα δείχνει αυτά ο Θεός, μόνο και μόνο για να μας συνεφέρει…


     »Η ώρα του θανάτου είναι πολύ δύσκολη. Εκείνη την ώρα τρέχουν οι Άγγελοι να πάρουν την ψυχή, τρέχουν και οι δαίμονες με τα χειρόγραφα και γίνεται πόλεμος, γίνεται μάχη. Παρουσιάζει ο Άγγελος τα δικά του χειρόγραφα, λέει: “Έχει εξομολογηθεί, έχει τόσες αρετές, έχει εκείνο, έχει το άλλο”. Πηγαίνει και ο δαίμονας με τα δικά του και ανάλογα παίρνουν την ψυχή ή οι Άγγελοι ή οι δαίμονες.

     »Μια αδελφή δυσκολεύτηκε, γιατί ένα βράδυ δεν είπε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Σκεφτείτε! Η αδελφή Βρυαίνη, όταν κόντευε να πεθάνει, ανακάθισε στο κρεβάτι και εμείς της κρατούσαμε την πλάτη κι έλεγε:
     –Δεν έχω λόγους να ευχαριστήσω τον μεγάλο μου αδελφό.
     –Ποιος είναι; Τι σου έκανε; τη ρωτάω.
     –Είναι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ. Πολύ με βοήθησε, πάρα πολύ. Δεν έχω λόγους να ευχαριστήσω και τον μικρό μου αδελφό.
     –Ποιος είναι ο μικρός σου αδελφός;
     –Ο φύλακας Άγγελος της ψυχής μου. Δεν έχω λόγους να ευχαριστήσω τον Γέροντά μου, δεν έχω λόγους να ευχαριστήσω την Γερόντισσά μου. Ένα πράγμα μόνο δεν βλέπω μπροστά μου, Γερόντισσα· που δεν μ’ άφηνες να πλένω τα πιάτα.
     »Επειδή ήταν ασθενής, δεν την άφηνα. Όλες οι εργασίες που έκανε πέρασαν από μπροστά της και ήταν όλες διαμαντένιες.
     »Μετά λέει:
     –Πες τις αδελφές να μην οκνεύουν (=να μην τεμπελιάζουν), γιατί η οκνηρία είναι το μεγαλύτερο θανάσιμο αμάρτημα.

     »Όλα, ό,τι κάνει κανείς, όλα τα βλέπει μπροστά του διαμαντένια. Ό,τι εργάζεται κανείς δεν πάει χαμένο. Ο Θεός όλα τα πληρώνει. Όσο κοπιάζει κανείς περισσότερο, άλλο τόσο παίρνει Χάρη. Είχε πολλή αγάπη η αδελφή Βρυαίνη στον φύλακα Άγγελο της ψυχής, πολλή αγάπη στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και στην Παναγία. Μας είπε πολλά πράγματα και τελείωσε με το “Ιησού! Ιησού!”. Όλες οι νοσοκόμες έλεγαν πως, “τέτοιο θάνατο δεν είδαμε μέχρι τώρα!”».

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ
(ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, 1921–1995)

[«Λόγια Καρδιάς»
–Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου
(1921–1995)–
Μέρος 2ο , Λόγος 36ος και 40ος,
(Παραμονή Αγίων Πάντων 1986
και 26 Δεκεμβρίου 1987),
σελ. 349–350 και 383–385,
Έκδοση Ιεράς Μονής
Παναγίας Οδηγητρίας
Πορταριά Βόλου, 2013.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Η ΠΟΡΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


     Νίκαια, 829 μ.Χ.
     Η διαταγή ήταν ξεκάθαρη. Την ήξεραν όλοι. Πώς όχι; Άλλωστε τη διαλαλούσε συχνά ο ντελάλης στους δρόμους και τις πλατείες.
     Ο κραταιός αυτοκράτορας, ο μεγάλος Θεόφιλος, τους ξαναθύμισε τη βασιλική διαταγή:
     «Όποιος εξακολουθούσε να έχει στο σπίτι του εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων της Εκκλησίας και να προσκυνά τα μπογιατισμένα ξύλα σαν τους ειδωλολάτρες, να συλλαμβάνεται, να φυλακίζεται, να δημεύεται η περιουσία του και να εξορίζεται. Κι αν δεν μετανιώνει, να θανατώνεται χωρίς έλεος».
     Το νόμο του αυτοκράτορα τον γνώριζαν πόσο σκληρός ήταν, μα της καρδιάς και της πίστης το νόμο δε γνώρισε ο αυτοκράτορας πόσο ήταν και είναι δυνατός.


     Είχε νυχτώσει για τα καλά στη Νίκαια, την ένδοξη πόλη της μεγάλης αυτοκρατορίας. Με το σκοτάδι σιγά-σιγά χάνονταν οι θόρυβοι του κόσμου και της βιοπάλης. Τρεμόσβηναν τα φώτα, κι ο ύπνος ερχόταν να παραλάβει τις κουρασμένες ψυχές, να τις αναπαύσει για λίγο. Μα αυτοί αντιστέκονταν στον ύπνο. Κάθε βράδυ, μόλις το σκοτάδι έπεφτε για τα καλά, ξεκινούσαν. Ήταν δύο. Μία γυναικεία φιγούρα μαυροντυμένη, με κατεβασμένο χαμηλά το μαντήλι, κι ένα παλικάρι. Οι δυο σκιές γλιστρούσαν βιαστικά στο σοκάκι και έμπαιναν με προφύλαξη μέσα σ’ ένα μικρό χτίσμα. Αναζητούσαν μεσ’ το σκοτάδι το μεγάλο Θησαυρό τους. Μια γλυκύτατη και θαυματουργική εικόνα της μεγάλης Μάνας, της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο νέος άναψε ένα κερί. Σεβαστικά πλησίασαν και οι δύο. Το γλυκύτατο πρόσωπο φωτίστηκε. Ξεπρόβαλαν τα μεγάλα μάτια με τη χαρμολύπη στις κόγχες τους, το πάνσεπτο μικρό στόμα, το ποθεινότατο πρόσωπο του Υιού της.
     Η χήρα μάνα γονάτισε. Από πίσω κι ο γιος. «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ μας!». Είπαν κι άλλα. Είπαν πολλά με την καρδιά και τα χείλη. Σ’ Εκείνη και τον γλυκύτατο Υιό της είχαν αποθέσει όλη τους τη μέριμνα και την ελπίδα. Εκεί έρχονταν κάθε βράδυ αψηφώντας τη διαταγή. Μόνο εκεί, μόνοι, με το Θεό μόνο, ένοιωθαν ότι ζούσαν πραγματικά.


     Δεν έμειναν όμως για πάντα αόρατοι. Οι άνθρωποι του αυτοκράτορα έκαναν καλά τη δουλειά τους. Τους είδαν; Τους πρόδωσαν; Πάντως την άλλη μέρα ήρθε διαταγή να παρουσιαστούν.
     Σπάραξε η καρδιά της μάνας. Όχι για κείνη. Μα για την εικόνα και για το παιδί της. Η ίδια ήταν αποφασισμένη. Μεσολαβούσε μια νύχτα ακόμη. Ίσως η τελευταία σωτήρια νύχτα. Έπρεπε να παρθούν σκληρές, μα δυναμικές αποφάσεις. Γονάτισε. Έκαμε την προσευχή της. Ο αέρας σφύριζε δυνατά. Πέρα μακριά το κύμα ξεσπούσε αγριεμένο. Ήταν σαν να την παρακαλούσε. Η μεγάλη απόφαση πάρθηκε.
     –«Πάμε», είπε στο γιο της. «Πάμε ν’ αποχαιρετίσουμε την Παναγία».
     Γλίστρησαν ξανά και χώθηκαν στα σκοτάδια. Μετά από πολλή ώρα, τρεις σκιές στέκονταν στην παραλία. Η μία ήταν η Παναγία. Αγκάλιασαν την εικόνα. Την ασπάστηκαν. Την αποχαιρέτησαν χύνοντας δάκρυα πικρά. Ύστερα τη σήκωσε στην αγκαλιά της η μάνα. Έβαλε όση της απέμεινε δύναμη, ανέβηκε σε μια πέτρα και πέταξε την εικόνα στο κύμα.
     –«Συγχώρα με, Παναγία μου! Όσο μπόρεσα σε φύλαξα. Τώρα φυλάξου μόνη σου!...».


     Βαρύς ακούστηκε ο παφλασμός στα νερά. Η μεγάλη εικόνα στροβιλίστηκε δυο-τρεις φορές και ύστερα σηκώθηκε ορθή. Ήταν σαν να περπατούσε στα κύματα γυρισμένη προς το μέρος τους. Φαινόταν καθαρά στο σκοτάδι, σα φωτεινή στήλη. Έφυγε προς τα δυτικά. Έμειναν ακίνητοι με θολωμένα από τα δάκρυα μάτια να τη βλέπουν ν’ αρμενίζει και να μακραίνει. Κι όταν στο τέλος έμεινε μια φωτεινή κουκίδα, ένα πολύ μικρό αστεράκι και χάθηκε στο βάθος του ορίζοντα, «στο καλό, Παναγιά μου!», σιγομουρμούρισαν κάνοντας το σταυρό τους και κοιτάχτηκαν μάνα και γιος στο πρόσωπο.
     Και τώρα; Τι θα γινόταν τώρα; Πρώτη έλυσε η μάνα τη σιωπή.
     –«Φύγε, παιδί μου! Φύγε να σωθείς. Δεν υπάρχει τόπος εδώ για μας. Εγώ θα μείνω να μαρτυρήσω την πίστη στο Χριστό. Εσύ όμως είσαι νέος. Πρέπει να ζήσεις. Φύγε. Από χωριό σε χωριό κι από βουνό σε βουνό. Η Παναγία θα σου δείξει τόπο να σταθείς».
     Στανικώς και με παρακάλια έκαμε το παιδί της να φύγει. Η μάνα έμεινε να κοιτάζει μια τη στράτα που χάθηκε ο γιος, μια τα κύματα πού ’κρυψαν την εικόνα.
     «Παναγία μου! Φύλαξέ τον και φυλάξου!», ήταν ο τελευταίος της λόγος. Ύστερα πήρε τον δρόμο για τον κριτή.


     Ο γιος σώθηκε. Πέρασε τόπους πολλούς, χωριά και πολιτείες. Πουθενά δεν αναπαύτηκε. Ήθελε να ριζώσει κάπου με ξάγναντο τη θάλασσα, ν’ αντικρίζει απέναντι την πατρίδα, να αναζητεί στα κύματα την Παναγία, που πίστευε πως θα ’ρχόταν κάποτε από το πέλαγος.
     Έφτασε στο Άγιον Όρος. Έγινε μοναχός και ηγούμενος στη Μονή Ιβήρων. Μεγάλωσε, άσπρισαν τα μαλλιά και τα γένια του και η Παναγία δεν είχε ακόμη φανεί. Έκλεισε μια μέρα τα μάτια του μ’ αυτή τη λαχτάρα και την προσμονή.
     Οι πατέρες στη Μονή των Ιβήρων ήταν προϊδεασμένοι. Γνώριζαν για το μεγάλο Θησαυρό που είχε πέσει στη θάλασσα. Δεν ήξεραν όμως πού βρήκε αραξοβόλι. Ώσπου κάποιο βράδυ, το έτος 1004, ημέρα Τρίτη της Διακαινησίμου, παρουσιάστηκε στη θάλασσα ένα εξαιρετικό φαινόμενο. Οι μοναχοί πλησίασαν στην παραλία και έβλεπαν καθαρά ένα πύρινο στύλο να στέκεται πάνω σε μια εικόνα της Παναγίας.
     Θερμά παρακαλούσαν την Παναγία να τους χαρίσει την αγία εικόνα της. Μα όσο πλησίαζαν με τα πλοιάρια, τόσο εκείνη απομακρυνόταν.


     Ο Γέροντας Γαβριήλ ήταν Ιβηρίτης. Αυτόν διάλεξε η Παναγία. Εμφανίστηκε σε όραμα λέγοντάς του:
     –«Γαβριήλ, πιστὲ δοῦλε τοῦ ἠγαπημένου Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου, κοινοποίησον τῷ προεστῶτι καὶ τοῖς ἀδελφοῖς ὅτι βούλομαι νὰ δώσω αὐτοῖς τὴν εἰκόνα μου, ὅπως σκέπῃ καὶ βοηθῇ αὐτοῖς. Εἴσελθε εἰς τὴν θάλασσαν καὶ περιπάτησον ἐπὶ τῶν κυμάτων, ἐπεὶ φέρεις τὸ ὄνομα τοῦ νυμφαγωγοῦ μου Ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, καὶ τότε γνωρίσουσι πάντες τὴν ἐμὴν θέλησιν καὶ εὐδοκίαν πρὸς τὸ μοναστήρι σας».


     Κόντευε να ξημερώσει. Αγνάντεψε κατά τη θάλασσα. Ένα φως ακίνητο έφεγγε στα νερά της. Γρήγορα πήρε τον κατήφορο. Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στην παραλία. Περπάτησε πάνω στα κύματα και γονυπετής παρέλαβε τον ανεκτίμητο Θησαυρό.
     Στο μεταξύ είχαν κατέβει και οι άλλοι πατέρες. Όλη η συνοδεία, με τα εξαπτέρυγα και τα θυμιατά. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα. Τέτοια χαρά δεν είχε ξαναγίνει στην Ιβήρων. Την απέθεσαν στην εκκλησία. Γύρω της όλα λαμποκοπούσαν. Οι μοναχοί και οι ιερομόναχοι. Οι άγιοι απ’ τις τοιχογραφίες. Τα έμψυχα και τα άψυχα. Όλα τραγουδούσαν: «Καλώς ώρισες, Κυρά, στο σπίτι το δικό σου!».
     Μα η χαρά τους δοκιμάστηκε πολύ, όταν την άλλη μέρα δεν βρήκαν την εικόνα στη θέση της. Έψαξαν με πόνο κι αγωνία, ώσπου τη βρήκαν στα τείχη της Μονής, πάνω από την πόρτα. Τη μετέφεραν και πάλι στο ναό. Μα Εκείνη επέστρεψε ξανά στα τείχη.
     Την απορία τους την έλυσε η ίδια η Παναγία σε όραμα του οσίου Γέροντα Γαβριήλ.
     –«Εἰπέ τοῖς ἀδελφοῖς ἵνα μή μὲ ἐνοχλοῦν τοῦ λοιποῦ, καθότι ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φυλάττωμαι ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἵνα ἐγὼ φυλάττω ὑμᾶς, οὐ μόνον εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν καὶ νὰ ἐλπίζωσιν εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Υἱοῦ μου καὶ Δεσπότου ἅπαντες οἱ ἐν τῷ ὄρει τούτῳ ἐναρέτως μετ’ εὐλαβείας καὶ φόβου Θεοῦ ζῶντες μοναχοί».
     Γέμισαν οι πατέρες από ανεκλάλητη χαρά και ψυχική αγαλλίαση, σαν άκουσαν το λόγο αυτό.


     Έκτισαν παρεκκλήσιο δίπλα στην πύλη της Μονής και τοποθέτησαν εκεί, σε ιδιαίτερο λαμπρό προσκυνητάρι, τη θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Πορταΐτισσας.
     Και από τότε, όποιος Αγιορείτης ή προσκυνητής περνάει την πόρτα της Μονής των Ιβήρων σταματά με σέβας και ευγνωμοσύνη μπροστά στην Υπεραγία Θεοτόκο χαιρετίζοντάς την αγαπητικά:
     «Χαῖρε Πύλη ἀδιόδευτε
     »Χαῖρε ἡ Θύρα τοῦ Παραδείσου
     »Χαῖρε, Νύμφη Ἀνύμφευτε».


[Ορθόδοξο μηνιαίο Περιοδικό
φοιτητών και επιστημόνων
«Η δράσις μας»,
Έτος Μα΄, Τεύχ. 400, σελ. 222–223,
Ιούλιος–Αύγουστος 2002,
Ομότιτλο άρθρο που σαν υπογραφή
φέρει το μονόγραμμα «Ι».
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΑΠΗ, Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ

ΑΓΑΠΗ, Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ


     Από το Συναξάρι της 18ης Αυγούστου, του οσίου Αρσενίου του εν Πάρω (1800–1877), επιλέγουμε ένα μικρό πλην όμως άκρως ωφέλιμο απόσπασμα:
     «… Εκτός από τις εθελούσιες κακοπάθειες της ασκήσεως, ο όσιος Αρσένιος χρειάστηκε να δοκιμάσει και θλίψεις προερχόμενες από τους προκρίτους του νησιού, ακόμα και από τον μητροπολίτη, ο οποίος τον έπαυσε προσωρινά από τα ιερατικά καθήκοντά του.
     Ωστόσο χαιρόταν για τις θλίψεις αυτές, όπως ο άγιος Παύλος (βλ. Β΄ Κορ. 7, 4) και προσευχόταν για τους εχθρούς του. Υπέφερε επίσης για τις ταραχές και διχοστασίες ανάμεσα στις μοναχές της Μονής Μεταμορφώσεως, σε σημείο που αφού οι επιπλήξεις του παρέμεναν άκαρπες, αποφάσισε να τις εγκαταλείψει στην κακή τους θέληση. Στον δρόμο όμως συνάντησε τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, ο οποίος τον παρότρυνε να υπομένει τις αμαρτίες και τα πάθη των πνευματικών του τέκνων, όπως ο Χριστός υπομένει τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, και έτσι ο Αρσένιος αποφάσισε να επιστρέψει στην μονή…».

     Δοκιμάζουμε ουκ ολίγες θλίψεις από τους «προκρίτους», τους «προϊσταμένους» και τους «διοικητές» της μικρής και μεγάλης, της προσωπικής, διαπροσωπικής και αχανούς κοινωνίας, από τις μωρές, απάνθρωπες και απρόσωπες εξουσίες της, από κάθε έναν που επιβουλεύεται δολερά, σκληρά και άσοφα την ελευθερία και την ειρήνη μας και, για πολλούς και περιπεπλεγμένους λόγους, γίνεται εύκολα και αιφνίδια, ένας αδυσώπητος «μάστορας» και «αφέντης» στη ζωή και πορεία μας.
     Αντί να απολαύσουμε την ποθητή ενότητα, τη γαλήνη και την ξεκούραση, λαμβάνουμε πικρότατη πείρα των «ταραχών» και των «διχοστασιών» που επικρατούν σήμερα σε κάθε σχέση με τα όποια πρόσωπα. Και τα πρόσωπα ως συνήθως έχουν αμετάβλητους λογισμούς και ανυποχώρητες διαθέσεις. Άσπρο εμείς–μαύρο οι άλλοι. Η ενότητα, η συμψυχία και η ανιδιοτέλεια ως επί το πλείστον ανύπαρκτες. Μια βάρβαρη αρένα έχουν καταντήσει σχεδόν όλα τα συναπαντήματά μας, γιατί διαπιστώνουμε έντρομοι ότι αυτό που επικρατεί παντού είναι ένας πόλεμος «κακών θελημάτων». Κάθε άνθρωπος και ένα σκαιό θέλημα, μια πείσμωνα απαίτηση, μια οχληρή ισχυρογνωμοσύνη, μια παράλογη ιδέα, μια ανεδαφική πρόληψη και μια ανομολόγητη πλάνη. Ποιος να εγκαταλείψει τον εαυτό του, τον ταυτισμένο βαθιά υπαρξιακά με τα στρεβλά θελήματα και τις αγιάτρευτες εμμονές του, προκειμένου να ακούσει την καρδιά του άλλου; Κανένας δεν αντέχει κανέναν, κανένας δεν ακούει κανέναν, κανένας δεν αναγνωρίζει κανέναν. Πώς να σταθεί λοιπόν μέσα στη βαβελική και φαύλη κοινωνία μας η αγάπη και η υψηλότερη έκφρασή της που είναι η συγχώρεση; Το θέμα από μόνο του είναι όντως ένα τραγικό αδιέξοδο.
     Αν στραφούμε όμως, ολόψυχα και αδίβουλα, στον καρδιακό χριστιανισμό θα βρούμε συγκλονιστικές απαντήσεις που δεν φανταζόμασταν ότι υπάρχουν για μας. Η ζωή μας αν δεν ιχνηλατεί βαθμιαία τον Χριστό, αν δεν αποτελεί εγκάρδια μίμηση της ζωής Του, αν δεν ακολουθεί έμπρακτα τα βήματά Του, τότε θα είναι μια αβίωτη ζωή που σε πολλά επίπεδα έχει ήδη συνθηκολογήσει με την κόλαση, η οποία πάλι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απουσία αγάπης και η παρουσία απόγνωσης.
     Η υπομονή στις θλίψεις δεν είναι ένας ψυχολογικός πειθαναγκασμός: είναι μυστήριο που ανάγεται στο ίδιο το πρόσωπο του Χριστού, είναι η ακατάλυτη δύναμη των αγίων Του που έγιναν ένα μ’ Αυτόν. Η συγχώρεση πάλι δεν είναι μια στείρα ηθική εντολή που μας κάνει αυτόματα «καλύτερους» και «ανώτερους» ανθρώπους έναντι των άλλων: είναι η οντολογική μας κατά Χριστόν ανάπτυξη και καταξίωση, γιατί μόνο στη θεϊκή αγάπη εμείς βρίσκουμε την πλήρη αποκατάστασή μας. Το θέλημα στον άνθρωπο συνιστά φιλαυτία και, με δαύτη, κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να ακούσει τη φωνή και το κέλευσμα του διπλανού του, κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τα αιτήματα της καρδιάς του άλλου, κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στην ενότητα των προσώπων που είναι το χαρακτηριστικό της εν Χριστώ ζωής, ο τρόπος της παραδείσιας αγάπης.
     Παύουν όλα τα παραπάνω να είναι λόγια και θεωρίες, πότε; Όταν εμείς λάβουμε μέσα μας αισθαντικά τις αιώνιες εμπνεύσεις και ενισχύσεις που αποζητά η καρδιά μας και που δίνονται είτε από τον Ίδιο τον Χριστό είτε από τους αγίους Του. Ο σημερινός άνθρωπος έχει ανάγκη από τούτη την έμπνευση του Πνεύματος, για να αρχίσει επιτέλους να αγαπάει. Αλλά η έμπνευση του Πνεύματος δεν κατέρχεται παρά μόνο όταν δει «κάτι» μέσα μας, μέσα στην κρυμμένη και αφανή μας προαίρεση, «κάτι» που να την ελκύει δυνατά. Ο εμπνευσμένος εσωτερικά άνθρωπος δεν δύναται να έχει αγάπη δίχως υπομονή και συγχώρεση, γιατί δεν υπάρχει ποτέ αγάπη χωρίς αυτά τα δύο. Ο εμπνευσμένος άνθρωπος αγαπά αληθινότερα και καλύτερα, γιατί η υπομονή και η συγχώρεση δεν καλλιεργούν ποτέ μέσα του το θέλημα, τη φαντασία και την αυταπάτη. Και η έμπνευση αυτή είναι περισσότερο μια ακαταμάχητη τρέλα, παρά μια αναγκαία λογική ώθηση. Κι όταν αγαπά κανείς εμπνευστικά, τότε μόνο μπορεί να υπομένει, τότε μόνο επιθυμεί να συγχωρεί την κακότητα· προσπερνά το σάλο, την ταραχή, την ποταπότητα και την ακαταστασία και επιστρέφει δριμύς και χαλκέντερος πίσω στη δική του «μονή», πίσω στο αγαπημένο μετερίζι του αγώνα του, ανανεωμένος και δυνατός. Να μας δίνει η αγάπη του Χριστού κάθε έμπνευση και κραταίωση στην καρδιά, ώστε να συνεχίσουμε με ενότητα, υπομονή, ανδρεία και αγάπη την πορεία μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.