Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ

     Ο άγιος πατήρ ημών Τύχων ήταν γιος ταπεινών χριστιανών της Αμαθούντος, πόλης της νότιας Κύπρου. Αφιερωμένος παιδιόθεν στον Θεό, μεγάλωσε μέσα στην ευσέβεια και έγινε αναγνώστης στον ναό. Ο πατέρας του ήταν αρτοποιός και ανέθετε σε αυτόν να πηγαίνει στην πόλη να πουλά τα ψωμιά. Ο Τύχων όμως, βάζοντας σε πράξη τις ευαγγελικές εντολές, τα έδινε όλα χάρισμα στους φτωχούς. Όταν το έμαθε αυτό ο πατέρας του, εξοργίσθηκε. Το παιδί τού απάντησε ότι το μόνο που έκανε ήταν να δανείζει τα ψωμιά στους φτωχούς και ότι θα λάβαινε πίσω στο εκατονταπλάσιο τα χρωστούμενα, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου. Και πράγματι, ο λόγος του παιδιού έγινε πράξη καθότι βρέθηκαν, με θαυμαστό και ανεξήγητο τρόπο, οι αποθήκες του σπιτιού γεμάτες σιτάρι.

     Μετά τον θάνατο του γονιού του, μοίρασε τα υπάρχοντά του· και, απορρίπτοντας τις μέριμνες του κόσμου, για να σηκώσει τον γλυκύ και ελαφρύ ζυγό του Χριστού, παρουσιάσθηκε στον επίσκοπο Μνημόνιο. Εκείνος, διακρίνοντας τα προσόντα του νέου, τον χειροτόνησε διάκονο και του ανέθεσε τη διαχείριση των εκκλησιαστικών αγαθών και τη διδασκαλία του λαού. Με λόγους γεμάτους φλόγα και θεϊκή αγάπη, ο Τύχων ανασκεύαζε εύκολα τις πλάνες των εβραίων και των ειδωλολατρών και πολλούς μεταξύ αυτών οδηγούσε στον επίσκοπο για να βαπτισθούν. Όταν εκοιμήθη ο Μνημόνιος, ο Τύχων χειροτονήθηκε επίσκοπος Αμαθούντος από τον άγιο Επιφάνιο [12 Μαΐου] και έκτοτε διέλαμψε στο λυχνάρι της Εκκλησίας, άλλους πείθοντας για την ευαγγελική αλήθεια με αδιάσειστα επιχειρήματα και άλλους με λαμπρά θαύματα. Εξέβαλλε δαιμόνια, θεράπευε ασθενείς του σώματος και του πνεύματος, και έκανε τα αδύνατα δυνατά με τη Χάρη του Θεού που ενεργούσε διά μέσω αυτού. Επειδή ορισμένοι ειδωλολάτρες παρέμεναν προσκολλημένοι στη λατρεία των ψευδών θεών, ο άγιος εισέδυσε στον ναό τους και γκρέμισε τα άψυχα ξόανα. Κρατώντας ένα μαστίγιο στο χέρι έδιωξε την ιέρεια της Αρτέμιδος, Ανθούσα, η οποία τον είχε καθυβρίσει. Αυτή η ίδια αργότερα, αντιλαμβανομένη ότι η δύναμη του Θεού ήταν με τον άγιο, ομολόγησε τον Χριστό και βαπτίσθηκε παίρνοντας το όνομα Ευανθία. Μια μέρα ψεκτής εορτής, οι ειδωλολάτρες οργάνωσαν μια πομπή με το άγαλμα της θεάς της Κύπρου, εν μέσω χορών και αισχροτήτων. Τη στιγμή όμως που περνούσαν κοντά από την εκκλησία, βγήκε ο άγιος Τύχων, συνέτριψε το άγαλμα και ανέτρεψε με τέτοιον τρόπο τις δεισιδαιμονίες των ειδωλολατρών, ώστε όλοι τους μεταστράφηκαν και ζήτησαν να βαπτισθούν. Μια άλλη φορά, ο άγιος επίσκοπος κατηγορήθηκε από δύο εθνικούς, τον Καλύκιο και την Κλεοπάτρα, και χρειάσθηκε να παρουσιασθεί ενώπιον του διοικητή του νησιού. Απάντησε στον δικαστή ότι όντας δούλος του φιλάνθρωπου Θεού δεν μπορούσε να αποφύγει να Τον μιμείται και να ευσπλαχνίζεται όλους εκείνους που βρίσκονταν στα σκοτάδια της πλάνης, διδάσκοντάς τους ότι υπάρχει μόνο ένας αληθινός Θεός. Προσέθεσε ότι θεωρούσε τους εθνικούς ως ασθενείς, τους οποίους είχε εκ Θεού αποστολή να γιατρέψει και ότι ήταν καθόλα έτοιμος ο ίδιος να υποστεί τις ύβρεις και την κακομεταχείριση εκ μέρους τους, ως ισχνό αντίκρισμα των όσων είχε υποφέρει ο Κύριος για τη Σωτηρία μας. Εντυπωσιασμένος από την ήρεμη παρουσία του αγίου, ο κριτής τον άφησε ελεύθερο, πολλοί δε μεταξύ των παρευρισκόμενων μεταστράφηκαν εξαιτίας των λόγων αυτών.

     Ο άγιος Τύχων είχε ένα χωράφι στο οποίο φύτεψε ένα αμπέλι. Μια μέρα, λίγο πριν την εκδημία του, πήγε εκεί να επιβλέψει την εργασία των αμπελουργών που κλάδευαν τα ξερά κλήματα. Μάζεψε από κάτω ένα από αυτά που είχαν μαζευτεί για να καούν, το προσέφερε στον Χριστό και ζήτησε τούτο το ξερό κλήμα να λάβει ζωή και να βγάλει, πριν την εποχή του, γλυκείς και άφθονους καρπούς. Έπειτα το φύτεψε στο χώμα, διαβεβαιώνοντας τους παρευρισκομένους ότι το θαύμα αυτό θα συνεχιζόταν στο διηνεκές, εις μαρτυρίαν της αόρατης παρουσίας του ποιμένα τους και των άγρυπνων προσευχών του. Πράγματι, μετά την κοίμηση του αγίου, κάθε χρόνο, ενώ την παραμονή της μνήμης του, που τελείται στις 16 Ιουνίου, τα σταφύλια ήταν ακόμη άγουρα, όπως είναι φυσικό την εποχή αυτή, αίφνης κατά τη διάρκεια της Αγρυπνίας ωρίμαζαν· και τη στιγμή της θείας Λειτουργίας βρίσκονταν μαύρα και ζουμερά, για να αναμειχθούν στην ιερή Θυσία. Οι πιστοί αποκόμιζαν μαζί τους ρώγες προς ευλογίαν των αμπελικών τους και άλλες για την ίαση των ασθενών.

     Όταν ο άγιος Τύχων έλαβε παρά του Θεού την αγγελία της εκδημίας του, επισκέφθηκε τους χωρικούς που βρίσκονταν στα χωράφια τους για τη συγκομιδή του κριθαριού. Αυτοί έσπευσαν να λάβουν την ευλογία του και άκουσαν μια υπερκόσμια φωνή που καλούσε τον άγιο να εισέλθει στη Βασιλεία των Ουρανών. Τρεις ημέρες αργότερα ο άγιος ποιμένας έπεσε άρρωστος, αυτός που τόσα χρόνια σήκωνε, με την προσευχή και τα θαύματά του, όλους όσοι ασθενούσαν. Παρηγόρησε τη μητέρα του που έκλαιγε στο προσκέφαλό του, υπενθυμίζοντάς της ότι πρέπει να ζούμε εδώ κάτω στη γη με την προσδοκία της Αναστάσεως· κατόπιν, συγκέντρωσε γύρω του τα πνευματικά του τέκνα, κληρικούς και λαϊκούς, εγκωμιάζοντας τους χριστιανούς που με τη ζωή τους γίνονται παιδιά του Θεού και αδελφοί του Χριστού, καλούμενοι να ακολουθήσουν τα βήματά Του, χωρίς να αφεθούν να πλανηθούν από τις ψυχόλεθρες σαγήνες του βίου τούτου. Αφού παρέμεινε κλινήρης για τρεις μέρες, ο άγιος πατήρ ημών Τύχων έγινε μετά χαράς δεκτός στις ουράνιες αυλές, ενώ όλο το νησί πενθούσε. Κατά την κηδεία του, που τελέστηκε από όλους τους επισκόπους και τους ιερείς του νησιού και με την παρουσία μεγάλου πλήθους λαού, το σκήνωμά του εξέπεμπε φως και ανέδιδε ουράνια ευωδία.

     Πιστός στην επαγγελία του, ο άγιος Τύχων, δεν έπαψε να αγρυπνά για το ποίμνιό του. Θεράπευσε μια λεπρή και ελευθέρωσε από το δαιμόνιο ένα κωφάλαλο παιδί με τον εξής τρόπο: καθώς οι γονείς του παιδιού απομακρύνονταν θλιμμένοι από τον ναό του αγίου, αφού προηγουμένως είχαν προσευχηθεί επί ώρα για τη θεραπεία του, αποδίδοντας την αποτυχία της παρακλήσεώς τους στις αμαρτίες τους, εμφανίσθηκε σε αυτούς ο άγιος Τύχων, με τη μορφή ιερέως, και τους παρότρυνε στοργικά να εγκαρτερήσουν. Τότε ο δαίμονας έκανε να σφαδάξει άγρια το παιδί και το εγκατέλειψε μια για πάντα κράζοντας: «Ω, Τύχων! Η παρρησία σου προς τον Θεό είναι αυτή που μ’ εκδιώκει!»· και παρευθύς το παιδί άρχισε να λαλεί ευκρινώς.

—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Θείας ἔτυχες, ἱερατείας, νεύσει κρείττονι, ἐκλελεγμένος, ὡς θεράπων τῆς Τριάδος ἐπάξιος· σὺ γὰρ τῶν ἔργων ἐκλάμπων ταῖς χάρισι, τὴν Ἐκκλησίαν ἐστήριξας θαύμασι. Τύχων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἐν ἀσκήσει Ἅγιε, θεοφιλεῖ διαπρέψας, Παρακλήτου δύναμιν, ἐξ ὕψους καθυπεδέξω, ξόανα, καθαιρεῖν πλάνης λαοὺς δὲ σώζειν, δαίμονας, ἀποδιώκειν νόσους ἰᾶσθαι. Διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, ὡς Θεοῦ φίλον, Τύχων μακάριε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ κοινωνός, χαίροις τὸ δοχεῖον, τῶν τοῦ Πνεύματος ἀγαθῶν· χαίροις ὁ τῆς Κύπρου, ἀνέσπερος δᾳδοῦχος, ὦ Τύχων Ἀμαθοῦντος, ποιμὴν μακάριε.


 

 

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμος (Ιούνιος),

σελ. 203–206.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Θεώρηση κειμένου:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Δευτέρα 15 Ιουνίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ, ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΠΠΩΝΟΣ

     Ο άγιος Αυγουστίνος γεννήθηκε το 354 στην Ταγάστη, μικρή πόλη της Νουμιδίας (σημ.: Σουκ Αράς, στην Αλγερία). Ο πατέρας του, Πατρίκιος, μικρός γαιοκτήμονας που ανήκε στους επιφανείς της πόλης, παρέμεινε ειδωλολάτρης μέχρι λίγο από τον θάνατό του, αλλά η μητέρα του, αγία Μόνικα [4 Μαΐου], ήταν μια ένθερμη χριστιανή που τον ενέγραψε, από παιδί ακόμη, στους Κατηχουμένους και τον έπαιρνε τακτικά μαζί της στην εκκλησία για να τον καταρτίσει βαθμιαία στα Μυστήρια της Πίστεως. Η Βάπτιση, ωστόσο, όπως ήταν το επικρατέστερο έθος τότε, αναβλήθηκε για αργότερα και το παιδί, όντας πολύ ζωηρό και απείθαρχο στις επιτιμήσεις της μητέρας του, απομακρύνθηκε από την Πίστη. Προικισμένο με λαμπρή ευφυΐα, απέκτησε γρήγορα μεγάλη ευχέρεια στη λατινική γλώσσα, αλλά επέδειξε επίμονη άρνηση να μάθει την ελληνική και η έλλειψη αυτή θα παρέμενε ένα κενό στη θεολογική σκέψη του. Δεκαεπτά ετών εστάλη στην Καρχηδόνα, τη μητρόπολη της Αφρικής, να παρακολουθήσει μαθήματα ρητορικής. Οι πειρασμοί της πόλης και οι κακές συναναστροφές τον οδήγησαν σε άστατο βίο, ενώ συνδέθηκε με μια χριστιανή η οποία του χάρισε έναν γιο, τον Αδεοδάτο (372). Χάρη στην ανάγνωση του Κικέρωνα, απομακρύνθηκε από τις μάταιες σπουδές νομικής και ρητορικής για να στραφεί στην αναζήτηση της Αληθείας και της Σοφίας· απογοητευμένος όμως από τη φαινομενική ξηρότητα της Βίβλου, έδειξε μεγαλύτερη συμπάθεια για τη διδασκαλία των μανιχαίων, που φάνηκε σε αυτόν να συμφιλιώνει τον Χριστό με την επιθυμία του να αποκτήσει τη σοφία αποκλειστικά μέσω του λογικού και της νόησης. Έμελλε να παραμείνει εννέα χρόνια αιχμάλωτος στα δίχτυα αυτής της τόσο χονδροειδούς αιρέσεως.

     Μετά από σύντομη παραμονή στην Ταγάστη, όπου δίδασκε γραμματική, αναχώρησε πάλι για την Καρχηδόνα, με σκοπό να ανοίξει μια σχολή ρητορικής. Σύντομα όμως η κακή συμπεριφορά των εκεί μαθητών του τον έκανε να αηδιάσει με το επάγγελμα αυτό και αφού έχασε τελείως τις ψευδαισθήσεις που έτρεφε σχετικά με τον μανιχαϊσμό, μετά από μια συζήτηση που είχε με έναν από τους επισκόπους τους, τον Φαύστο, με το πνεύμα ανήσυχο και διψασμένο για αληθινή και απαραχάρακτη σοφία, πήρε το πλοίο για τη Ρώμη, όπου άνοιξε άλλη σχολή, η οποία κι αυτή με τη σειρά της δεν είχε επιτυχία. Μετά την ανάρρωσή του από βαριά ασθένεια, απέκτησε θέση δημοσίου ρήτορα στο Μιλάνο, όπου και εγκαταστάθηκε ονειρευόμενος ακόμη μια λαμπρή σταδιοδρομία στη διοίκηση (384). Εκεί γνωρίσθηκε με τον επίσκοπο άγιο Αμβρόσιο [7 Δεκ.], ο οποίος τον κατέκτησε με την πραότητα και τη χάρη του, κυρίως όμως με τη λαμπρή ευγλωττία του και τις άκρως πνευματικές ερμηνείες της Αγίας Γραφής, που άνοιξαν την καρδιά του στο αθέατο και εκπληκτικό βάθος του Λόγου του Θεού. Η Μόνικα, που είχε έλθει να τον βρει, τον έπεισε να εγκαταλείψει την παλλακίδα του και μάταια προσπάθησε να του εξασφαλίσει έναν καλό γάμο. Η φιλοσοφία, όπως και οι κοσμικές απολαύσεις, είχαν απογοητεύσει τόσο τον Αυγουστίνο, ώστε με οδύνη και αγωνία αναζητούσε την πηγή της αληθινής ευδαιμονίας. Η ανάγνωση των νεοπλατωνικών φιλοσόφων τον έκανε να εγκαταλείψει τελεσίδικα τον μανιχαϊσμό και του επέτρεψε να στραφεί με δύναμη σε μια εσωτερική αναζήτηση του πνευματικού βίου. Σε αντιδιαστολή, ωστόσο, με τους φιλοσόφους αυτούς, αυτή η εσωστρέφεια δεν ήταν γι’ αυτόν μια μάταιη ή κούφια θεωρητική αναζήτηση, αλλά έπαιρνε τη μορφή μιας διάπυρης ζήτησης του Σαρκωθέντος Θεού, τον Οποίον αποδεχόταν διανοητικά, αλλά τον Οποίον η κουρασμένη καρδιά του δεν ένιωθε ακόμη. Τότε ήταν που άκουσε να γίνεται λόγος για τον «Βίο του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου» [17 Ιαν.], τον οποίο συνέγραψε ο άγιος Αθανάσιος [18 Ιαν. και 2 Μαΐου] κατά την εξορία του στη Δύση και ο οποίος στάθηκε αφορμή για ηχηρές μεταστροφές μεταξύ των ευγενών.

     Λίγο αργότερα, ενώ βρισκόταν στον κήπο του με τον φίλο του Αλύπιο, κλαίγοντας ειλικρινά για τον βίο του, άκουσε μια παιδική φωνή από ένα γειτονικό σπίτι να τραγουδά μελωδικότατα: «Λάβε και ανάγνωθι!», δηλαδή «Πάρε και διάβασε!». Άνοιξε το βιβλίο με τις «Επιστολές» του Αποστόλου Παύλου, που ήταν εκεί πρόχειρο, και έπεσε στο εξής καίριο εδάφιο: «Η ζωή μας ας είναι κόσμια, τέτοια που να ταιριάζει στο Φως. Ας πάψουν μεταξύ σας τα φαγοπότια και τα μεθύσια, η ασύδοτη και ακόλαστη ζωή, οι φιλονικίες και οι φθόνοι. Ντυθείτε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μην αφήνετε τον αμαρτωλό εαυτό σας να σας παρασύρει στην ικανοποίηση των επιθυμιών σας» (Ρωμ. 13, 13-14). Τα σκοτάδια της αμφιβολίας διαλύθηκαν αμέσως και ένα γλυκό φως έλουσε την καρδιά του με χαρά πρωτόγνωρη. Αφού εγκατέλειψε για πάντα το επάγγελμα του «λογοπράτου», πέρασε λίγους μήνες αποσυρμένος σε εξοχικό κτήμα μαζί με την αγία μητέρα του, ενίους συγγενείς και κάποιους φίλους αναλαμβάνοντας από μια ασθένεια, την οποία είχε επιδεινώσει η συγκίνηση της μεταστροφής του. Σε αυτό το εμβρυώδες μοναστήρι, όπου επιθυμούσε να διάγει βίο παρόμοιο με εκείνο της αποστολικής κοινότητας της Ιερουσαλήμ, ο Αυγουστίνος συνδύασε την προσευχή, τη μελέτη των Γραφών και τις φιλοσοφικές συζητήσεις. Επιστρέφοντας στο Μιλάνο ακολούθησε αυστηρή και αποτραβηγμένη βιοτή, πριν βαπτισθεί από τον άγιο Αμβρόσιο στις 24 Απριλίου του 387, μαζί με τον Αλύπιο και τον γιο του Αδεοδάτο. Κατόπιν μετέβη στην Όστια, με την αγία Μόνικα, με σκοπό να επιστρέψει στην Αφρική για να ασπασθεί τη μοναχική πολιτεία.

     Ένα βράδυ, ενώ συζητούσαν με τους αγκώνες ακουμπισμένους σε ένα παράθυρο, συνεπαρμένοι αίφνης από την ορμή των γεμάτων ευλάβεια λόγων τους και, ανοίγοντας άπληστα το στόμα της καρδιάς τους στα νάματα της ουράνιας Πηγής, βρέθηκαν μεταρσιωμένοι σε ένα είδος έκστασης, υπεράνω των ορατών και αοράτων κτισμάτων, ερχόμενοι σε άφραστη κοινωνία με την αιώνια Σοφία· ήταν μια στιγμή υπέρτατης πνευματικής θεωρίας που τους φάνηκε να είναι μία πρόσκληση να γευθούν εδώ κάτω την αιώνια ζωή, κατά τον ευαγγελικό λόγο: «Έλα κι εσύ στη χαρά του Κυρίου σου!» (Ματθ. 25, 21). Ο άγιος Αυγουστίνος διηγήθηκε αυτή του τη θεϊκή εμπειρία, που έγινε αφορμή για μια φλογερή μεταστροφή του, στις περιβόητες «Εξομολογήσεις» του, ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας θρησκευτικής λογοτεχνίας. Η αγία Μόνικα εκοιμήθη λίγο αργότερα και ο Αυγουστίνος, αναβάλλοντας τα σχέδιά του, παρέμεινε για κάποιο διάστημα ακόμη στην Ιταλία για να γράψει απολογητικά έργα κατά των μανιχαίων.

     Τον Σεπτέμβριο του 388 επέστρεψε στην Ταγάστη, μαζί με τον Αλύπιο και τον Αδεοδάτο, οποίος σε λίγο πέθανε. Ο Αυγουστίνος πούλησε όλα τα υπάρχοντά του για να μοιράσει το αντίτιμο στους φτωχούς και επί τρία χρόνια αφιερώθηκε στην οργάνωση μιας μονής μαζί με τους φίλους και μαθητές του. Στη νηστεία και την προσευχή συνήψε τη μελέτη του Νόμου του Θεού, νυχθημερόν· και ό,τι ο Κύριος τον έκανε να κατανοεί, το μετέδιδε με τις συζητήσεις σε όσους ήσαν παρόντες και στους απόντες με επιστολές. Μια μέρα που είχε μεταβεί στην Ιππώνα, κατόπιν αιτήματος ενός αυτοκρατορικού λειτουργού που επιθυμούσε να τον ακούσει πριν ο ίδιος μεταστραφεί, ο γέροντας επίσκοπος Ουαλέριος τον παρουσίασε στο εκκλησίασμα. Και ενώ ο ιεράρχης εξέφρασε την ανάγκη που υπήρχε να χειροτονηθεί ένας ιερέας, ο οποίος να τον βοηθά στο κήρυγμα στα λατινικά, διότι ο ίδιος ήταν ελληνόφωνος, οι πιστοί άρπαξαν κυριολεκτικά μέσα σε επευφημίες τον Αυγουστίνο, αναγκάζοντάς τον να δεχθεί στην ιερατική κλήση του Θεού. Με πολλά δάκρυα μπροστά στον κίνδυνο που παρουσιάζει το ποιμαντορικό λειτούργημα, δέχθηκε τελικά «να εγκαταλείψει τον Θεό για χάρη του Θεού», δηλαδή να απαρνηθεί τη γλυκιά ερημία του μοναστηριού για να υπηρετήσει το Σώμα του Χριστού, που είναι η αγία Του Εκκλησία. Πέτυχε ωστόσο μια αναβολή μερικών μηνών, ώστε να προετοιμαστεί εσωτερικά για το λειτούργημά του με τη μελέτη της Γραφής, και μετά τη χειροτονία του ο επίσκοπος τού παραχώρησε ένα κομμάτι γης κοντά στην εκκλησία για να ιδρύσει εκεί ένα νέο μοναστήρι, τη «Μονή του Κήπου», απ’ όπου εξήλθαν δέκα περίπου επίσκοποι.

     Περί τα τέλη του έτους 395, χειροτονήθηκε επίσκοπος και διαδέχθηκε λίγο αργότερα τον Ουαλέριο, στην έδρα της Ιππώνος. Τοποθετημένος στον θρόνο της μικρής αυτής επισκοπής, αλλά φωτίζοντας όλη την Εκκλησία της Αφρικής μέχρι τις εσχατιές του λατινικού κόσμου με τη διδασκαλία του, ο άγιος Αυγουστίνος υπήρξε επί τριάντα πέντε χρόνια το υπόδειγμα του «Καλού Ποιμένος» (πρβλ. Ιωάν. 10, 11 και 14), προσφέροντας τη ζωή του για το ποίμνιό του και λογαριάζοντας τον εαυτό του «δούλο των δούλων του Θεού». Κήρυττε ακαταπόνητα κάθε μέρα (σώζονται περί τους οκτακόσιους λόγους του), θίγοντας όλα τα ζητήματα με απαράμιλλη ζωντάνια και τέχνη, επιδιώκοντας να μεταδίδει στους ακροατές του την αγάπη του Θεού και των ουρανίων αγαθών της Σωτηρίας. Κατά τη διάρκεια της ημέρας έλυνε διαφορές, φρόντιζε άγρυπνα για τη διοίκηση της Εκκλησίας, μεριμνούσε για τους φτωχούς – ενώ τη νύχτα γινόταν ξανά μοναχός, αφιερωμένος ολόκληρος στην εν προσευχή αγάπη του Νυμφίου του. Ζούσε στην επισκοπή του από κοινού με τον κλήρο του, για τον οποίο συνέταξε έναν μοναχικό «Κανόνα» (από τον οποίο προέρχεται ο δυτικός θεσμός των Κανονικών), προσαρμοσμένο στις συνθήκες τους, αλλά απαιτώντας την αυστηρή τήρηση της ακτημοσύνης και των ευαγγελικών αρετών.

     Η φλογερή αγάπη του για την ενότητα της Εκκλησίας δεν τον άφηνε ούτε στιγμή αδιάφορο απέναντι σε καμία από τις υποθέσεις που τάρασσαν τότε τη Χριστιανοσύνη. Συμμετείχε σε συνόδους και περιόδευε στη Ρωμαϊκή Αφρική, που σπαρασσόταν τότε από διαιρέσεις, βάζοντας όλη την τέχνη και τη δεξιότητά του στην υπηρεσία της Αληθείας. Έγραψε περί τα εκατό συγγράμματα, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι αφιερωμένα στον αγώνα κατά των σχισματικών, αιρετικών και εθνικών. Μετά τη λαμπρή ανασκευή του μανιχαϊσμού, κατηύθυνε τον αγώνα του κατά των σχισματικών νοβατιανών, οι οποίοι αξίωναν να υποτάσσουν την εγκυρότητα των ιερών μυστηρίων στην αρετή του λειτουργού και επί έναν αιώνα έσπερναν ολέθρια ζιζάνια στην Εκκλησία της Αφρικής, εγκαθιστώντας εκεί μια παράλληλη ιεραρχία. Καθώς όλες οι προσπάθειες και τα επιχειρήματα του αγίου επισκόπου να τους επαναφέρει στους κόλπους της Εκκλησίας προσέκρουαν στο αδιάλλακτο μίσος τους, αποφάσισε με βαριά καρδιά να προσφύγει στην κοσμική εξουσία, χωρίς όμως ποτέ να δικαιώσει τις πράξεις βίας. Καθώς ήταν πολλοί εκείνοι που απέδιδαν στους χριστιανούς την ευθύνη για την πτώση της Ρώμης (410), ο Αυγουστίνος συνέγραψε ένα μεγάλο έργο, την «Πολιτεία του Θεού», έναν μεγάλης εμβέλειας στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ιστορία, όπου δείχνει ότι η Εκκλησία περνώντας μέσα από τις περιπέτειες και μεταπτώσεις του βίου της, βρίσκεται καθ’ οδόν προς την αιώνια Βασιλεία. Εν συνεχεία, υποχρεώθηκε να αγωνισθεί εναντίον της αιρέσεως του πελαγιανισμού. Η αίρεση αυτή που μείωνε τον ρόλο της θείας Χάριτος και πρέσβευε ότι ο άνθρωπος μπορούσε να καταφέρει με τις δικές του δυνάμεις να μην αμαρτάνει, αρνούνταν εξάλλου τη μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος και διακήρυσσε άχρηστο τον νηπιοβαπτισμό. Ο Αυγουστίνος προσπάθησε να ανατρέψει το δόγμα αυτό για να υπερασπίσει την Πίστη της Εκκλησίας· παρασυρμένος όμως από τις αναγκαιότητες της αντιπαράθεσης και από το λάβρο για λογικές διασαφήσεις πνεύμα του, εδραίωσε, μεταξύ ανθρώπινης φύσης και θείας Χάριτος, μια υπερβολικά αυστηρή αντίθεση, που θα επρόκειτο να έχει αργότερα ολέθριες συνέπειες στη Δύση. Ας σημειωθεί δε, ότι η διαμάχη αυτή δεν είχε κανένα αντίκτυπο στην Ανατολή, διότι οι Έλληνες Πατέρες, που αγνοούσαν εν πολλοίς τον Αυγουστίνο, συνελάμβαναν τη σχέση αυτή μεταξύ φύσεως και θείας Χάριτος ως μία «συνέργεια». Η επιθυμία του Αυγουστίνου να βυθομετρήσει καθ’ υπερβολήν το μυστήριο της θείας προγνώσεως, τον οδήγησε σε μια υπερβολική αντίληψη του προορισμού, η οποία σ’ εκείνον διατηρούσε μια Ορθόδοξη σημασία, καθ’ όσον κατανοούνταν ως συνέπεια ελεύθερων ενεργειών, προεγνωσμένων προ αιώνων από τον Δημιουργό, αλλά όχι και προκαθορισμένων από Αυτόν. Η διδασκαλία του ωστόσο αποτέλεσε πηγή διάφορων δυτικών αιρέσεων περί του απολύτου προορισμού, όπως ο καλβινισμός. Τελικά, κατόρθωσε να καταδικασθούν οι πελαγιανιστές από τις Συνόδους της Καρχηδόνος (411) και Ρώμης (417), η αίρεση όμως δεν εξαλείφθηκε. Όταν οι Βάνδαλοι, προερχόμενοι από την Ισπανία, άρχισαν να εισβάλλουν στη χριστιανική Αφρική, ερημώνοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, ο άγιος επίσκοπος αναλώθηκε δίχως να λογαριάζει κόπους και ενέργεια προκειμένου να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί ακόμη.

     Μετά από σαράντα έτη φιλόθεης επισκοπείας και αποστολικών μόχθων, έβλεπε με βαθύ πόνο να αναγεννιέται η ειδωλολατρία μέσα στα αιματοβαμμένα ερείπια και να επιβάλλεται η αίρεση του αρειανισμού από τους κατακτητές. Η Ιππώνα πολιορκούνταν ήδη επί τρεις μήνες, όταν ο Αυγουστίνος προσβλήθηκε από ισχυρό πυρετό. Είχε βάλει να κρεμάσουν στους τοίχους του δωματίου του τους Ψαλμούς της μετανοίας, και με τη θέρμη νεοφύτου παρέδωσε την άλκιμη ψυχή του στον Κύριο στις 28 Αυγούστου του 427.

     Ωθούμενος, τόσο από την πνευματική του διάπλαση όσο και από τις ειδικές περιστάσεις της προσωπικής του μεταστροφής, να θεωρήσει τις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό από μία «ψυχολογική» οπτική, διαφορετική από εκείνη που είχε υιοθετήσει η πατερική παράδοση, ο άγιος Αυγουστίνος έδωσε σε όλη τη θεολογία του μια προσωπική χροιά, η οποία επηρέασε τη διδασκαλία του για την Αγία Τριάδα, για το προπατορικό αμάρτημα, για τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπινης φύσης και θείας Χάριτος, όπως προαναφέρθηκε. Ενόσω οι θέσεις αυτές θεωρούνταν ως προσωπικές θεολογικές απόψεις («θεολογούμενα»), δεν έθεταν εν αμφιβόλω τη θέση του Αυγουστίνου στη χορεία των Ορθοδόξων αγίων. Μόνον όταν υιοθετήθηκαν ως επίσημο και αποκλειστικό δόγμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας (συγκεκριμένα το filioque) αποτέλεσαν βασικό ζήτημα διάστασης μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Αν μπορεί λοιπόν δικαίως να τιμάται ο άγιος Αυγουστίνος ως Ορθόδοξος άγιος, η εν Εκκλησία τιμή αυτή αφορά λιγότερο τον θεολόγο και περισσότερο τον ποιμένα, καθώς και την αναντίρρητη προσωπική αγιότητά του. Ο άγιος Φώτιος [6 Φεβρ.] έγραφε σχετικά: «Γνωρίζοντας ότι ορισμένοι εκ των Πατέρων και Διδασκάλων μας παρέκκλιναν της Πίστεως, όσον αφορά κάποια δόγματα, (εμείς) δεν δεχόμαστε ως δόγμα αυτό στο οποίο (εκείνοι) παρέκκλιναν, παρά ταύτα συνεχίζουμε να ασπαζόμαστε (τιμητικά) τους (θείους αυτούς) ανθρώπους» (Επιστ. 24, 20, PG 102, 813). Ορισμένοι για τον λόγο αυτό αποδίδουν στον άγιο Αυγουστίνο τον τίτλο του «μακαρίου» ή του «ιερού»· καθώς όμως παρόμοιες διακρίσεις δεν υφίστανται στην Ορθόδοξη αγιολογική παράδοση, αρκεί εδώ να κάνουμε αυτή τη διάκριση μεταξύ του βίου του και της άτυχης μετά θάνατον εξέλιξης της θεολογίας του. Με βάση την υπόδηλη αυτή διάκριση ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης [14 Ιουλ.] εισήγαγε τη μνήμη του κατά την ημέρα αυτή μετά τον άγιο Ιερώνυμο [15 Ιουν.], ενώ παραδοσιακά στη Δύση μνημονεύεται στις 28 Αυγούστου. Λίγο καιρό πριν, ο άγιος Δημήτριος Ροστώφ [21 Σεπτ.] είχε εισαγάγει τη μνήμη του αγίου στο «Μέγα Μηνολόγιό» του, αλλά η πρωτοβουλία αυτή επέσυρε τους μύδρους των τότε θεολόγων της Μόσχας, οι οποίοι θεωρούσαν σφαλερώς ότι κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με την επικύρωση της λατινικής θεολογίας.

     Αν η θεολογία του αγίου Αυγουστίνου έδωσε αφορμή για παρεκκλίσεις από την ορθότητα του πνεύματός της στη μεσαιωνική Δύση, εντούτοις δεν μπορεί να του καταλογισθεί ότι ο ίδιος υπήρξε στη ζωή του αιρετικός, διότι πάντοτε υπέβαλλε ταπεινά τους ιερούς στοχασμούς του στην κρίση της Εκκλησίας, ενώ στην κατακλείδα του έργου του «Περί Αγίας Τριάδος» έγραφε χαρακτηριστικά: «Κύριε, Θεέ ενοειδή, Θεέ τριαδικέ, όλα όσα έγραψα στα βιβλία μου προέρχονται από Σένα, κι αν ο,τιδήποτε προέρχεται από μένα, ζητώ συγχώρεση από Σένα και τους ανθρώπους Σου!» (De Trinitate XV, 28, PL 42, 1098).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος γ΄. Θείας πίστεως.

Θείου Πνεύματος, λαμπρὸν δοχεῖον, καὶ τῆς πόλεως, Θεοῦ ἐκφάντορ, ἀνεδείχθης Αὐγουστῖνε μακάριε· καὶ τῷ Σωτῆρι ὁσίως ἱέρευσας, ὡς Ἱεράρχης σοφὸς καὶ θεόληπτος. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος. 

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Ὡς τῆς σοφίας κεκτημένος τὴν λαμπρότητα, τῆς εὐσεβείας ἀνεδείχθης θεῖον ὄργανον, Ἱεράρχα Αὐγουστῖνε, Χριστοῦ θεράπον. Ἀλλ’ ὡς μύστης τῆς ἐνθέου ἀγαπήσεως, ἀναπτέρωσον ἡμᾶς πρὸς θεῖον ἔρωτα, τοὺς βοῶντάς σοι· Χαίροις Πάτερ θεόληπτε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις Αὐγουστῖνε Πάτερ σοφέ, Πνεύματος Ἁγίου, τὸ δοχεῖον τὸ ἐκλεκτόν· χαῖρε Ἱεράρχα, καὶ πρόεδρε Ἱππῶνος, ἡμῶν δὲ πρὸς τὸν Κτίστην, πρέσβυς εὐπρόσδεκτος.



 

 

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμος (Ιούνιος),

σελ. 192–202.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Θεώρηση κειμένου:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]









Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ

     Ο όσιος πατήρ ημών Ιερώνυμος γεννήθηκε το 347 στη Στριδώνα της Δαλματίας (κοντά στη σημερινή Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας) στους κόλπους χριστιανικής οικογενείας. Σε ηλικία δώδεκα ετών εστάλη στη Ρώμη για να σπουδάσει κοντά σε έναν περίφημο γραμματικό, τον Δονάτο, ο οποίος αφύπνισε μέσα του την έφεση για τη ρητορική, από την οποία έμελλαν να διαποτιστούν όλα τα έργα του. Ο νέος, προικισμένος με φλογερή ιδιοσυγκρασία και τεράστια μνήμη, μελετούσε με μεγάλο ενθουσιασμό και δήλωνε ακόρεστη επιθυμία για γνώση. Συχνές επισκέψεις στους τάφους των μαρτύρων στις κατακόμβες, του ενέπνευσαν θερμό ζήλο για τον Χριστό· ωστόσο, παρασυρμένος από τις συναναστροφές του, η νεότητά του υπήρξε ουχ ήττον άστατη και θυελλώδης, γεγονός για το οποίο μετάνιωσε αργότερα πικρά. Στην ηλικία των είκοσι ετών περίπου, λίγο μετά τη βάπτισή του, αναχώρησε από τη Ρώμη για τους Τρεβήρους (σημ. Τρίερ), έδρα τότε της αυτοκρατορικής αυλής, με σκοπό να σταδιοδρομήσει στη διοίκηση. Εκεί ήταν που ένιωσε την ακαταμάχητη κλήση του Θεού: να εγκαταλείψει τα πάντα και να μπει στην υπηρεσία Του. Μετέβη τότε στην Ακυληία, όπου μαζί με τον φίλο και συμμαθητή του Ρουφίνο, σύχναζε σε έναν κύκλο κληρικών και λαϊκών που επιδίδονταν σε ευσεβείς διαλογισμούς, συγκροτώντας, όπως έλεγε, «έναν χορό μακαρίων». Ακολουθώντας ήδη βίο ασκητικό με όλη τη φλόγα ενός χαρακτήρα που αρνιόταν κάθε συμβιβασμό, αποφάσισε να μιμηθεί το παράδειγμα του πατριάρχη Αβραάμ και εκείνων που αυτοεξορίσθηκαν από αγάπη για τον Θεό και πήρε το πλοίο για την Ανατολή.

     Φθάνοντας στην Αντιόχεια, πέρασε τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή νηστεύοντας και μελετώντας ενδελεχώς τους προφήτες, διανθίζοντας, ωστόσο, τους διαλογισμούς του με την ανάγνωση κλασικών συγγραφέων. Στα μέσα της Τεσσαρακοστής προσβλήθηκε από ισχυρό πυρετό· και, φθάνοντας στα πρόθυρα του θανάτου, αρπάχθηκε εν πνεύματι και είδε εαυτόν παρουσιαζόμενο ενώπιον του θεϊκού Βήματος. Καθώς δήλωνε τη χριστιανική ιδιότητά του, ο Κριτής τού απάντησε: «Ψεύδεσαι! Είσαι οπαδός του Κικέρωνα και όχι χριστιανός!» και έδωσε εντολή να τον κτυπήσουν με βέργες. Τυπτόμενος έτσι από τη συνείδησή του, ο Ιερώνυμος έδωσε τον εξής όρκο: «Κύριε, αν ποτέ έχω στην κατοχή μου θύραθεν βιβλία, ή τα διαβάζω, σημαίνει ότι θα Σ’ έχω αρνηθεί!». Έκτοτε αφιερώθηκε αποκλειστικά στη μελέτη της Αγίας Γραφής. Και δίχως να συμβουλευθεί κανέναν, τράβηξε βαθιά στην έρημο της Χαλκίδος (νοτιοανατολικά της Αντιόχειας) ποθώντας να μιμηθεί τα παλαίσματα του αγίου Αντωνίου (375). Είχε όμως υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις του· και παρά τις νηστείες και τις σκληραγωγίες που επέβαλε στον εαυτό του, δοκιμαζόταν σκληρά από λογισμούς και αναμνήσεις του παρελθόντος βίου του. Ενώ εξαντλούσε τη φρυγμένη από τον ήλιο σάρκα του με την άσκηση, εν μέσω σκορπιών και αγριμιών, πίστευε ότι βρισκόταν μέσα στις απολαύσεις της Ρώμης, περιτριγυρισμένος από νεαρές ακόλαστες γυναίκες. Για να πολεμά την ακηδία, τελειοποίησε τις γνώσεις του στην ελληνική γλώσσα και με πολύ κόπο έμαθε εβραϊκά και αραμαϊκά, ενώ διατηρούσε αλληλογραφία με φίλους του στην Ακυληία. Στις δοκιμασίες αυτές, ο Θεός τού χάρισε ουράνιες παραμυθίες, αλλά παρά ταύτα χρειάστηκε σύντομα να εγκαταλείψει την έρημο, την ειρήνη της οποίας διατάρασσαν οι έριδες των μοναχών γύρω από το θέμα του σχίσματος της Εκκλησίας της Αντιοχείας (βλ. άγιος Μελέτιος [12 Φεβρ.]). Προσκείμενος ευνοϊκά απέναντι στον Παυλίνο, ο Ιερώνυμος απευθύνθηκε στον πάπα Δάμασο για να του ζητήσει να δώσει λύση στη διένεξη, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Μετέβη τότε στην Αντιόχεια, όπου αφού χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, παρά τους δισταγμούς, από τον Παυλίνο, συνέχισε τη μελέτη της Βίβλου κοντά στον σοφό Απολλινάριο Λαοδικείας, εξοβελίζοντας από τη διδασκαλία του σοφού ό,τι δεν συμμορφωνόταν με την Ορθοδοξία. Κατόπιν, ωθούμενος από τη φήμη της ευγλωττίας και της αγιότητας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου [25 Ιαν.], αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη όπου πέρασε τρία χρόνια στη σχολή του, ανακαλύπτοντας με θαυμασμό τα έργα του Ωριγένους, τον οποίο άρχισε να μεταφράζει. Μετά την παραίτηση του Γρηγορίου, προσκλήθηκε από τον Παυλίνο Αντιοχείας και τον άγιο Επιφάνιο [12 Μαΐου] να τους συνοδεύσει στη Σύνοδο της Ρώμης (382). Κατά τις εκεί συνεδρίες, ο πάπας Δάμασος πρόσεξε τα σπάνια χαρίσματα του Ιερωνύμου και μετά τη Σύνοδο τον κράτησε κοντά του ως γραμματέα. Ο μέγας ιεράρχης έβρισκε πνευματικά ερεθίσματα σε θέματα που ανέκυπταν από δύσκολα εδάφια της Γραφής και του ανέθεσε να αναθεωρήσει τις λατινικές μεταφράσεις του Ευαγγελίου με βάση τα ελληνικά πρωτότυπα.

     Η φήμη του ως ερμηνευτή της Γραφής συνέβαλε ώστε να γίνει πνευματικός καθοδηγητής ενός κύκλου ευγενών και ευσεβών γυναικών που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την αγία Μαρκέλλα [31 Ιαν.], στο αρχοντικό της στο Αβεντίνο. Οργάνωναν τακτικά συνάξεις, κατά τις οποίες ο Ιερώνυμος διάνθιζε τις ερμηνείες του ιερού κειμένου και τα μαθήματα εβραϊκής γλώσσας με διάπυρες ομιλίες περί ασκητικής πολιτείας. Στη νεαρότατη θυγατέρα της αγίας Παύλας [26 Ιαν.], αγία Ευστοχία [28 Σεπτ.], έγραφε: «Να είσαι ο τζίτζικας της νύχτας. Να λούζεις το κρεβάτι σου κάθε νύχτα, να πλημμυρίζεις το στρώμα σου με δάκρυα. Να αγρυπνάς και να γίνεσαι όπως το σπουργίτι στη μοναξιά…» (Επ. 22, 18, PL 22, 404). Ο αχαλίνωτος ζήλος του, όμως, τόσο στην εξύμνηση του ασκητικού βίου όσο και στην επιτίμηση των κοσμικών ιερέων, βρήκε πλήθος επικριτών που τον κατηγορούσαν ότι καταδίκαζε τον γάμο και οι οποίοι, μετά τον θάνατο του Δάμασου (384), διέδιδαν εις βάρος του αισχρές συκοφαντίες που τον ανάγκασαν τελικά να εγκαταλείψει τη Ρώμη (385).

     Συνάντησε την Παύλα και την κόρη της Ευστοχία στην Αντιόχεια και ξεκίνησαν από κοινού ένα μακρύ προσκύνημα τόσο στους Αγίους Τόπους όσο και στην Αίγυπτο, κοντά στους Πατέρες της ερήμου. Μετά την περιοδεία αυτή, ακολουθώντας το παράδειγμα της αγίας Μελάνης της Πρεσβυτέρας [8 Ιουν.] και του φίλου του Ρουφίνου στο Όρος των Ελαιών, ο Ιερώνυμος εγκαταστάθηκε στη Βηθλεέμ και ίδρυσε κοντά στη βασιλική της Γεννήσεως δύο μονές: μία για τους μοναχούς και μία για την αγία Παύλα και τις ευσεβείς γυναίκες που την ακολουθούσαν (389). Μεριμνώντας για την οργάνωση των δύο κοινοτήτων, συνέγραψε τότε γι’ αυτές τους «Βίους» του αγίου Παύλου του Θηβαίου [15 Ιαν.], του αγίου Ιλλαρίωνος [21 Οκτ.] και του αγίου Μάλχου [26 Μαρτ.]. Υπομνημάτιζε καθημερινά την Αγία Γραφή στην αγία Παύλα και στις μαθήτριές της και επί πλέον υποδεχόταν τους πολυπληθείς προσκυνητές που έρχονταν να τιμήσουν το Σπήλαιο της Γεννήσεως και να ξεδιψάσουν στην πηγή της σοφίας του. Κυρίως όμως αφιερώθηκε εκεί στο τεράστιο έργο της μετάφρασης της Αγίας Γραφής και των υπομνημάτων που τη συνόδευαν, εμπνευσμένων από τη μέθοδο του Ωριγένους, παραχωρώντας όμως μεγαλύτερο χώρο στην κατά γράμμα πιστή ερμηνεία. «Άγνοια των Γραφών σημαίνει άγνοια του Χριστού» (Προοίμιο στο «Υπόμνημα στον Προφήτη Ησαΐα», PL 24, 17Β), δήλωνε, και το μέλημά του να επιστρέψει στην ακρίβεια του πρωτότυπου κειμένου τον ώθησε να αναλάβει τη μετάφραση ολόκληρης της Παλαιάς Διαθήκης από τα εβραϊκά, έργο τεράστιο που ολοκλήρωσε μετά από δεκαπέντε χρόνια επίμονης εργασίας. Για την ακρίβεια του πράγματος, η μετάφραση αυτή θα ολοκληρωνόταν και από άλλους και σταδιακά θα καθιερωνόταν ως η επίσημη έκδοση της λατινικής Εκκλησίας, ευρέως γνωστή ως «Βουλγάτα».

     Εκτός από τα ερμηνευτικά έργα του, ο φλογερός χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε να σιωπά για τα εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής, και με την ίδια ορμή με την οποία αγωνιζόταν εναντίον των παθών στην έρημο ρίχθηκε στην υπεράσπιση της Αλήθειας κατά των αιρετικών. Παρά τον θαυμασμό του για τον Ωριγένη, ακολούθησε τον άγιο Επιφάνιο [12 Μαΐου] στη σφοδρή εκστρατεία του κατά των μαθητών του μεγάλου διδασκάλου και ήλθε σε σύγκρουση με τον φίλο του Ρουφίνο και τον επίσκοπό του, Ιωάννη Ιεροσολύμων. Η διένεξη οξύνθηκε όταν ο Επιφάνιος χειροτόνησε τον αδελφό του Ιερωνύμου, Παυλίνο, για να υπηρετήσει τις μονές της Βηθλεέμ. Ο Ιωάννης διαμαρτυρήθηκε για την αντικανονική αυτή καταπάτηση της δικαιοδοσίας του και απαγόρευσε την είσοδο στη βασιλική της Γεννήσεως στον Ιερώνυμο και τους μαθητές του. Επήλθε ωστόσο ανακωχή (396)· δύο χρόνια όμως αργότερα η σύγκρουση αναζωπυρώθηκε με αφορμή τη μετάφραση από τον Ρουφίνο του «Περί Αρχών» του Ωριγένους. Ο Ιερώνυμος απάντησε σύντομα με μια μετάφραση που έδειχνε την ωριγενική αίρεση και συνέχισε την πολεμική του κατά του παλαιού φίλου του ακόμη και μετά τον θάνατο του τελευταίου.

     Η συρροή στη Βηθλεέμ προσφύγων από τη Δύση μετά την άλωση της Ρώμης από τους βαρβάρους (410) απαιτούσε να τεθεί κανείς στην υπηρεσία τους και «να πράττει μάλλον παρά να γράφει άγια πράγματα»· ουχ ήττον όμως, ο Ιερώνυμος συνέχισε να γράφει τη νύχτα τα ερμηνευτικά και απολογητικά έργα του, ιδιαίτερα κατά των πελαγιανών, οι οποίοι, ως αντίποινα, επιτέθηκαν στις μονές της Βηθλεέμ και άφησαν τα κτήρια ερειπωμένα (416). Η λατινική αυτή κοινότητα, απομονωμένη στην Ανατολή και εις το εξής παρακμάζουσα, εκ των πραγμάτων δεν είχε μέλλον· και μετά τον θάνατο του οσίου Ιερωνύμου, στις 30 Σεπτεμβρίου του 420, δεν άργησε να σβήσει.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—

Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τὴν σοφίαν τιμήσας Ἱερώνυμε Ὅσιε, παρ’ αὐτῆς ἐτιμήθης οὐρανίοις χαρίσμασι, καὶ γέγονας φωστὴρ περιφανής, βιώσας ὥσπερ ἄγγελος ἐν γῇ· διὰ τοῦτό σου τὴν μνήμην τὴν ἱεράν, τελοῦμεν ἀνακράζοντες· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι διὰ σοῦ, χάριν ἡμῖν καὶ ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—

Ἦχος β΄. Τοὺς ἀσφαλεῖς.

Τὸν εὐκλεῆ, τῶν ἀρετῶν διδάσκαλον, καὶ μυστικήν, τῆς εὐσεβείας σάλπιγγα, Ἱερώνυμον τὸν μέγιστον, μελωδικῶς ἀνευφημήσωμεν· ἐν κόσμῳ γὰρ ὁσίως πεπολίτευται, καὶ μύστης τῆς σοφίας ὤφθη ἔνθεος, αἰτούμενος πᾶσι θείαν ἔλλαμψιν.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—

Χαίροις ἐναρέτου βίου εἰκών, καὶ τοῦ Παρακλήτου, ἐνδιαίτημα ἱερόν· χαίροις συνωνύμων, καὶ σῶν προστάτης θεῖος, καὶ πρέσβυς πρὸς τὸν Κτίστην, ὦ Ἱερώνυμε.


 

 

 

[ Ιερομονάχου Μακαρίου

Σιμωνοπετρίτου:

«Νέος Συναξαριστής

της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·

Τόμος (Ιούνιος),

σελ. 192–196.

Διασκευή εκ του Γαλλικού:

Ξενοφών Κομνηνός.

Θεώρηση κειμένου:

Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.

Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Αθήνα, Φεβρουάριος 2008.

Επιμέλεια ανάρτησης:

π. Δαμιανός. ]








Επιτρέπεται

η αναδημοσίευση των αναρτήσεων

από το «Ειλητάριον»,

αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα

ως πηγή προέλευσης.


Σάββατο 13 Ιουνίου 2020

Ο ΓΕΡΟ–ΑΒΒΑΚΟΥΜ, Ο ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ


Ο ΓΕΡΟ–ΑΒΒΑΚΟΥΜ, Ο ΛΑΥΡΙΩΤΗΣ


     Όχι πρόσφατα, αλλά πριν από σαράντα τόσα χρόνια, το 1979, ανεπαύθη ο Γερο–Αββακούμ, ο οποίος έμενε στην ιερά Μονή της Λαύρας και είχε το χάρισμα να αποστηθίζει ολόκληρα κεφάλαια από την Αγία Γραφή. Παλιά, ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, αλλά ένα περιστατικό τον έκανε να φύγει κατατρομαγμένος για τη Λαύρα, όπου έμεινε μέχρι τις τελευταίες μέρες που πλησίαζε πια να φύγει για την αληθινή ζωή.

     Μια μέρα, λοιπόν, τότε που βρισκόταν στην Βίγλα ο Γερο–Αββακούμ, ενώ έκαμνε κομποσχοίνι επάνω σ’ ένα βράχο, του παρουσιάστηκε ξαφνικά ο διάβολος «ὡς ἄγγελος φωτός» (Β΄ Κορ. 11, 14) και του λέει:
     –Αββακούμ, Αββακούμ! Ο Θεός μ’ έστειλε να σε πάρω στον Παράδεισο, γιατί έγινες πια άγγελος· άντε, έλα να πετάξουμε!
     –Πώς να πετάξω; Εσύ έχεις φτερά και πετάς.
     –Κι εσύ, Αββακούμ, έχεις φτερά. Έγινες άγγελος, αλλά δεν το βλέπεις!
     Τότε ο Γερο–Αββακούμ έκανε ταπεινά τον σταυρό του και είπε:
     –Παναγία μου! Και τι είμαι εγώ για να πετάξω;…

     Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα ταπεινά λόγια του και βλέπει εκείνον τον, δήθεν, άγγελο, να μεταβάλλεται απότομα σε μαύρο αλλόκοτο κατσίκι, με φτερά ωσάν της νυχτερίδας, να πετάγεται κάτω στον γκρεμό προς τη θάλασσα και να εξαφανίζεται.

     Κατατρομαγμένος τότε ο Γερο–Αββακούμ και, ευχαριστώντας την Παναγία που τον προστάτεψε, γιατί θα τον γκρέμιζε στο χάος ο πονηρός, πηγαίνει στην Καλύβη του, παίρνει τον τουρβά του και φεύγει για τη Μονή της Λαύρας και κοινοβιάζει εκεί για περισσότερη σιγουριά. Στο ασκητήριό του μετά πήγαινε τρεις–τέσσερις φορές τον χρόνο και έκανε Λειτουργίες και πάλι επέστρεφε στη Μονή της Λαύρας.


     Όταν πλησίαζε πια να κοιμηθεί, είχε λάβει πληροφορία από τον Θεό και πήγε πίσω στο Ασκητήριό του, για να αφήσει τα οστά του εκεί στη μετάνοιά του, όπου είχε αφήσει και τις σάρκες του, όταν ήταν νεώτερος, για να εξαϋλωθεί κάπως, όπως το απαιτεί και το Αγγελικό Σχήμα. Εκεί στη Βίγλα τον επισκέπτονταν οι Πατέρες και τον έβλεπαν πολύ χαρούμενο. Ένας Πατέρας απορούσε γι’ αυτό και του είπε:
     –Πολύ χαρούμενο σε βλέπω, Γερο–Αββακούμ, ενώ κοντεύεις πια να πεθάνεις!
     Ο Γερο–Αββακούμ, απάντησε:
     –Και γιατί να μην είμαι χαρούμενος, αδελφέ μου; Αφού αγωνίστηκα, όσο μπορούσα, από νέος με τη Χάρη του Θεού, τώρα χαίρομαι που θα πάω κοντά στον Χριστό.
     Έτσι χαρούμενοι φεύγουν οι καλοί αγωνισταί του Χριστού!

     Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά:
     «Εγώ δεν έχω τίποτα δικό μου. Όλα τα δικά μου, της ευσπλαχνίας και της Χάριτος του Θεού είναι. Άδειασα τον εαυτό μου για τον Χριστό. Δεν έχω τίποτα άλλο παρά τον Χριστό και την χαρά. Η φτώχεια είναι ωραία, διότι ελαφρώνει, ευκολύνει. Πρέπει κανείς να είναι άδειος, για να εισέλθει ο Χριστός. Όταν ο Χριστός είναι μαζί μου, τότε είναι η χαρά εντός μου!…».

     «Την Αγία Γραφή μελετούσα σε όλη τη ζωή μου, αλλά κυρίως κατά τα χρόνια της νεότητάς μου, και εκεί κατέφευγα κι εγώ για τη λύση όλων των δυσκολιών και των προβλημάτων μου. Εκεί να καταφεύγετε κι εσείς, για ν’ αντλείτε δύναμη και χάρη για τον αγώνα της ζωής και της σωτηρίας σας και για να αποβαίνετε επωφελείς στο περιβάλλον και τους δικούς σας, ώστε να μην κινδυνεύετε, αλλά να σώζεσθε και να σώζετε!».

     «Είναι αδύνατον μόνοι μας να ανταπεξέλθουμε στον αγώνα τούτο κατά του κοσμικού φρονήματος, κατά του διαβόλου και κατά των παθών και των αδυναμιών μας. Μόνο με σύμμαχο τη δύναμη του Κυρίου θα αναδειχθούμε νικητές».

     «Δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε στις ικανότητές μας, την λογική και την εξυπνάδα μας, αλλά το θέλημα και τον λόγο του Θεού. Ένα μικρό και απλό χωρίο της Παλαιάς ή της Καινής Διαθήκης, μπορεί να αποτελέσει την ασφαλέστερη κατοχύρωση και την ισχυρότερη δύναμη αντιμετώπισης κάποιου πειρασμού, από όλη την σοφία των ανθρώπων του σύμπαντος κόσμου. Γιατί ο διάβολος δεν μπορεί να αντισταθεί σε συγκεκριμένο παράγγελμα και θέλημα του Παντοδύναμου Θεού, έτσι όπως αυτό αποκαλύπτεται και διατυπώνεται μέσα στην Αγία Γραφή».

     «Να διαβάζετε την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, να διαβάζετε και τους Αγίους Πατέρες. Να πλησιάζετε συχνά και τον Πνευματικό σας και να τηρείτε τις συμβουλές του. Αν τα κάνετε αυτά, και στη ζωή σας τούτη θα είστε ευτυχισμένοι και την άλλη θα την έχετε εξασφαλισμένη».


[ (1) Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα»,
κεφ. 19ο, σελ. 99–100,
Έκδοσις Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Αύγουστος 19943·
(2) Επισκόπου Ροδοστόλου
Χρυσοστόμου (Αναγνωστόπουλου):
«Γράμματα και άρματα στον Άθωνα»,
τόμ. 2ος, μέρος 1ο, κεφ. 26ο και 35ο,
σελ. 122–134 και 163–179,
Εκδόσεις Λαυριώτικου Κελλίου
«Οι Άγιοι Πάντες»,
Άγιον Όρος 2000·
(3) Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου:
«Η ειρήνη των αρετών
και η ταραχή των παθών»,
κεφ. 4ο, σελ. 72,
Έκδοση «Τήνος»,
Αθήνα 19894·
(4) Στην υπότιτλη φωτογραφία:
ο Γερο–Αββακούμ,
με το καθαρό και στοχαστικό του βλέμμα
(από την «Αγιορειτική Φωτοθήκη»).
(5) Α΄ Δημοσίευση:
Παρασκευή 13 Ιουνίου 2013.
(6) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται
η αναδημοσίευση των αναρτήσεων
από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.