Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

ΤΑ ΦΙΛΤΡΑ


ΤΑ ΦΙΛΤΡΑ


     Βασικά, να είμαστε ειλικρινείς. Σε δεύτερη φάση, να εκτιμούμε την ειλικρίνεια που μας προσφέρεται, πριν σπεύσουμε να αντιδράσουμε. Αλλά οφείλουμε να τον κάνουμε τον αγώνα μέσα μας: να μη μπερδεύουμε ποτέ την ειλικρίνεια με την αδιακρισία και την αγένεια, με την επίπληξη και την προσβολή, με το θράσος και την αναισθησία. Γιατί έχει και η αλήθεια τα ωραία, τα απαραίτητα και αδιαχώριστα φίλτρα της. Και για εκείνη την επιθετική ή σαρωτική ψευδοειλικρίνεια που μας κατατρύχει πολλές φορές υπάρχει η εξής πραγματικότητα: μόνοι, εμείς και η αλήθεια, δεν πρόκειται να βρεθούμε ποτέ σ’ αυτόν τον κόσμο…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2019

ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ


ΑΓΙΑ ΦΙΛΟΘΕΗ Η ΑΘΗΝΑΙΑ


     Το λαμπρό αυτό άστρο της ευσεβείας ανέτειλε τα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας για να σκορπίσει τη θεία ευσπλαχνία στον σκλαβωμένο λαό της Αθήνας και να φέρει στην ευθεία οδό της αρετής πλήθος ψυχών που κινδύνευαν.


     Η κατά κόσμον σεμνή κόρη Ρηγούλα (ή Ρεβούλα) Μπενιζέλου, γεννήθηκε το 1528 από την αρχοντική και πλούσια οικογένεια των Μπενιζέλων. Οι γονείς της, Άγγελος Μπενιζέλος και Συρίγη Παλαιολογίνα, με καταγωγή από το Βυζάντιο, με τον ερχομό της κορούλας τους έλαβαν ανείπωτη ουράνια χαρά γιατί η γέννησή της ήρθε σαν χειροπιαστή απάντηση στις μακροχρόνιες και καρτερικές προσευχές τους, κυρίως της μητέρας της. Από νεαρή ηλικία η αγαθή παιδούλα επέδειξε θαυμαστή κλίση προς τον ασκητικό βίο, την ησυχία και την προσευχή. Νύφη πολύφερνη και περιζήτητη, νυμφεύθηκε παρά τη θέλησή της σε ηλικία δώδεκα ετών με έναν σκληρό και βίαιο άνδρα, τα άγρια ξεσπάσματα και την κακομεταχείριση του οποίου υπέμενε καρτερικά, προσευχόμενη για τη μεταστροφή του. Μετά από τρία χρόνια, ελευθερώθηκε από τους δεσμούς του γάμου με τον θάνατο του τυραννικού αυτού συζύγου και, αντιστεκόμενη σε όλες τις πιέσεις να παντρευτεί για δεύτερη φορά, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριο με νηστεία και προσευχή, παραμένοντας ωστόσο στο πατρικό της σπίτι. Όταν πέθαναν οι γονείς της, δέκα χρόνια αργότερα, χρησιμοποίησε τη μεγάλη περιουσία της για την ίδρυση μιας μονής εις τιμήν του Αποστόλου Ανδρέα, ο οποίος της ανέθεσε την αποστολή αυτή σε ένα αποκαλυπτικό όραμα. Το μοναστήρι αυτό βρισκόταν στη θέση του σημερινού μητροπολιτικού ναού της Αθήνας. Δεν έκτισε μόνο κελλιά και ό,τι είναι αναγκαίο για τη λειτουργία ενός μοναστηριού, αλλά ίδρυσε επίσης κοντά και μια ολόκληρη σειρά φιλανθρωπικών ιδρυμάτων: νοσοκομείο, πτωχοκομείο και γηροκομείο, διάφορα άλλα εργαστήρια και κυρίως σχολεία στα οποία τα παιδιά της Αθήνας μπορούσαν να λάβουν χριστιανική μόρφωση. Προίκισε εξάλλου το καθίδρυμά της με κτήματα και μετόχια για να του εξασφαλίσει πόρους και να μοιράζει γενναιόδωρα ελεημοσύνες, έτσι ώστε η μονή της αγίας Φιλοθέης έγινε σύντομα για την Αθήνα πηγή θείων ευλογιών, λιμένας καταφυγής των θλιβομένων και εστία όπου μπορούσε να αναζωπυρωθεί η παράδοση του Ελληνικού λαού.


     Μόλις αποπερατώθηκαν τα πρώτα κτίρια, η μακαρία ενεδύθη πρώτη το μοναχικό Σχήμα, με το όνομα Φιλοθέη, μαζί με τις υπηρέτριές της και πολλά νέα κορίτσια της αριστοκρατίας, αλλά και ταπεινής καταγωγής, που είχαν απαρνηθεί τα απατηλά θέλγητρα της κοσμικής ζωής για να ακολουθήσουν υπό την καθοδήγησή της τη στενή οδό που οδηγεί στη Βασιλεία των Ουρανών (πρβλ. Ματθ. 7, 13-14). Όλες οι αδελφές, με κοινό φρόνημα, αγωνίζονταν να μιμηθούν τις αρετές της πνευματικής τους μητέρας, η οποία δεν είχε τον όμοιό της στην αγάπη και τη συμπόνια προς τους φτωχούς και τους αρρώστους που επισκεπτόταν και φρόντιζε η ίδια. Μοίραζε αλογάριαστα ελεημοσύνες, σε σημείο που κάποτε η μονή βρέθηκε σε εσχάτη ανάγκη και ορισμένες αδελφές άρχισαν να παραπονιούνται και να δυσανασχετούν εναντίον της αγίας. Η Φιλοθέη τότε τις προέτρεψε να κάνουν υπομονή και να αναζητούν πρώτα απ’ όλα τη Βασιλεία των Ουρανών (πρβλ. Ματθ. 6, 33). Και πράγματι, λίγες ημέρες αργότερα, δυο ευγενείς έκαναν μια σημαντική δωρεά που έσωσε το μοναστήρι από τη σιτοδεία.


     Ελαυνόμενη από πίστη και συμπόνια, η οσία Φιλοθέη είχε προσφέρει άσυλο στο μοναστήρι, περιφρονώντας τους κινδύνους για αντίποινα, σε ορισμένους αιχμαλώτους χριστιανούς που είχαν δραπετεύσει από τους κυρίους τους για να διαφυλάξουν την πίστη και την αρετή τους. Αυτό στάθηκε η ευκαιρία για τους Τούρκους να περικυκλώσουν τη μονή, να πέσουν σαν άγρια θηρία πάνω στην αγία που ήταν άρρωστη και να τη σύρουν με σκληρότητα μπροστά στον δικαστή, ο οποίος την έριξε σε μια σκοτεινή φυλακή. Την κάλεσαν επιτακτικά και βάναυσα να αρνηθεί τον Χριστό ή να θανατωθεί· ομολόγησε τότε με απερίγραπτη χαρά ότι ο βαθύτερος πόθος της ήταν ακριβώς να ολοκληρώσει το μαρτύριό της για την αγάπη του Χριστού. Δεν ήταν όμως τούτο το θέλημα του Θεού· και χάρις στην επέμβαση των Ελλήνων προκρίτων της πόλεως, αφέθηκε ελεύθερη. Ενδυναμωμένη από τη δοκιμασία αυτή, διπλασίασε έκτοτε τον ζήλο της στα αποστολικά της έργα, στη φιλάδελφη διακονία και στους ασκητικούς της κόπους. Φθάνοντας στην εν Χριστώ τελειότητα, έλαβε τη χάρη των θαυμάτων και ιάσεων και προσείλκυσε κοντά της όλο και περισσότερες μαθήτριες, σε σημείο που χρειάστηκε να ιδρύσει νέο μοναστήρι, κοντά στο οποίο βρισκόταν ένα μικρό σπήλαιο, όπου η αγία αρεσκόταν να αποσύρεται για να προσεύχεται.


     Η ακτινοβολία της στον λαό προκάλεσε το μίσος των Τούρκων, οι οποίοι κατέφθασαν στη νέα μονή κατά τη διάρκεια της αγρυπνίας επί τη εορτή του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου [3 Οκτ.] και κακοποίησαν τόσο απάνθρωπα την αγία, κτυπώντας την με ραβδιά, ώστε την άφησαν αιμόφυρτη και ημιθανή στο χώμα. Η οσία Φιλοθέη υπόμεινε τις αλγηνές συνέπειες των πολλαπλών τραυμάτων της με θαυμαστή καρτερία και παρέδωσε στον Κύριο τη μαρτυρική ψυχή της στις 19 Φεβρουαρίου 1589.


     Είκοσι μόλις ημέρες αργότερα, ο τάφος της άρχισε να αναδίδει μια θαυμάσια ευωδία και το τίμιο λείψανό της, που τιμάται σήμερα στον καθεδρικό ναό των Αθηνών, παρέμεινε άφθορο εις δόξαν Θεού και παραμυθία του χριστιανικού πληρώματος. Πολύ λίγα χρόνια αργότερα, έγινε η επίσημη αναγνώριση του θεοχαρίτωτου βίου της και η αγιοκατάταξή της κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Ματθαίου Β΄ (1595-1600). Με έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (11 Μαρτίου 1953) ορίζεται να επιτελείται πάνδημη η μνήμη της στις 19 Φεβρουαρίου. Το σκήνωμα της αγίας, αρχικά ήταν καλά κρυμμένο και βρισκόταν μέσα στο αρχοντικό των Μπενιζέλων, μέχρι να παραδοθεί στις αρχές του 20ου αιώνα στην Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, η οποία και το μετέφερε μέσα σε ασημένια λάρνακα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, όπου φυλάσσεται και τιμάται με κάθε επίσημη λαμπρότητα. Τμήμα του ιερού λειψάνου της βρίσκεται επίσης και στον Ναό της Αγίας Φιλοθέης, στο ομώνυμο προάστιο.


     Το αρχοντικό της οικογένειας των Μπενιζέλων, στην οδό Αδριανού 96, στην Πλάκα, βρίσκεται κάτω από την Ακρόπολη. Πρόκειται για ένα μοναδικό σωζόμενο δείγμα αρχοντικής κατοικίας των μεταβυζαντινών χρόνων για την περιοχή της Αθήνας, ήδη από το 16ο–17ο αιώνα. Ανακαινισμένος μουσειακός χώρος σήμερα το πατρικό της οσιομάρτυρος Φιλοθέης, περιβάλλεται με έναν ψηλό και προσεγμένο μαντρότοιχο, χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής της εποχής, με το ισόγειό του, διαμορφωμένο ως στοά, να μοιάζει προέκταση μιας πλακόστρωτης αυλής στολισμένης με μουριές, νεραντζιές και κλήματα, με το κατώι και τους σκιερούς βοηθητικούς του χώρους, με τα μαγειρεία, τα κελάρια και τα μεγάλα πιθάρια που μαρτυρούν πλούτο και αφθονία αγαθών, με το χαγιάτι του και τα μεγάλα παράθυρα, με τους φεγγίτες και τους ημιυπαίθριους χώρους του, συγκεντρώνει στις μέρες μας πλήθος επισκεπτών αλλά και ευλαβών προσκυνητών, εμπνέοντας στις καρδιές όλων τον σεβασμό, το δέος, τη δέηση, την πίστη και τη μεγάλη αγάπη προς την οσιομαρτυρική μορφή και το εθναποστολικό έργο της Αγίας Φιλοθέης.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίων τὴν ἔλλαμψιν, εἰσδεδεγμένη σεμνή, τὴν πόλιν ἐφαίδρυνας, τῶν Ἀθηναίων τῇ σῇ, ἀσκήσει καὶ χάριτι· σὺ γὰρ ἐν εὐποιΐαις, διαλάμπουσα Μῆτερ, ἤθλησας δι’ ἀγάπην, εὐσεβῶς τοῦ πλησίον· διό σε ὦ Φιλοθέη, Χριστὸς ἐδόξασε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀθηναίων ἡ πόλις, ἡ περιώνυμος, Φιλοθέην τιμᾷ τὴν Ὁσιομάρτυρα, καὶ ἀσπάζεται αὐτῆς τὸ θεῖον λείψανον, ὅτι ἐβίωσε σεμνῶς, καὶ μετήλλαξε τὸ ζῆν, ἀθλήσει καὶ μαρτυρίῳ, καὶ πρεσβεύει πρὸς τὸν Σωτῆρα, διδόναι πᾶσι τὸ θεῖον ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος δ΄. Ἐπεφάνης σήμερον.
Φιλοθέως ἤνυσας, τὴν βιοτήν σου, Φιλοθέη πάνσεμνε, καὶ τῶν Μαρτύρων κοινωνός, ὡς ἐναθλήσασα γέγονας, Ὁσιομάρτυς· διὸ εὐφημοῦμέν σε.


—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Μνηστευθεῖσα ἄμωμε, τῷ τοῦ Πατρὸς θείῳ Λόγῳ, καθαρὰν καὶ ἄσπιλον, αὐτῷ σαυτὴν διετήρεις, ὅθεν σε, πρὸς τὸν νυμφῶνα τῆς ἄνω δόξης, κέκληκεν, ὁ σὸς Νυμφίος, ᾧ συναγάλλῃ, καὶ πρεσβεύεις Φιλοθέη, σωθῆναι πάντας ἡμᾶς ἀξιάγαστε.

—ΕΤΕΡΟΝ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Φιλοθέην σήμερον, πανευφροσύνως τιμῶμεν, καὶ αὐτῆς τὸ λείψανον, πανευλαβῶς προσκυνοῦμεν· αὕτη γάρ, εὐεργετοῦσα ἐν γῇ διῆλθε, τέλος δὲ μαρτυρικόν, ἡ Ὁσία ἔσχε, καὶ ἠξίωται πρεσβεύειν, δοθῆναι πᾶσι ζωὴν τὴν αἰώνιον.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τεθλιμμένων ἡ ἀρωγή, καὶ κινδυνευόντων, προστασία ἡ ἀσφαλής, Μῆτερ Φιλοθέη, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, Ὁσίων καὶ Μαρτύρων, ἡ ἰσοστάσιος.




※
[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 208–210.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
(2) Των Αγίων
Μακαρίου Κορινθίου,
Νικοδήμου Αγιορείτου,
Νικηφόρου Χίου,
και Αθανασίου Παρίου:
«Συναξαριστής Νεομαρτύρων»·
σελ. 322–332.
Εκδόσεις
«Ορθόδοξος Κυψέλη».
Επιμέλεια:
Αθανασίου Γ. Μάργαρη.
Θεσσαλονίκη, 19963.
(3) Θρησκευτική
και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια,
Τόμ. 11ος, σελ. 1118
(Άρθρο του
Ιω. Μ. Περαντώνη)·
Αθήνα, 1967.
(4) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής»·
Τόμ. Β΄, σελ. 432–444.
Αθήναι, 19985.
(5) «Στο αρχοντικό
της Κυράς των Αθηνών»:
Περιοδικό
«Προς τη Νίκη»,
Φεβρ. 2018, Τεύχ. 816,
σελ. 54–55
(Άρθρο
υπογραφόμενο ως «Φ.»).
(6) Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ


ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ


     Γιατί, κάθε φορά που κατακρίνουμε, επικρίνουμε, κομπάζουμε, κατηγορούμε, κενολογούμε και λαϊκίζουμε, πιστεύουμε ταυτόχρονα και ακράδαντα μέσα μας ότι εκφράζουμε κάτι αναγκαίο, σημαντικό και σπουδαίο; Και γιατί (σχεδόν) ποτέ δεν παίρνουμε είδηση ότι ακριβώς τότε είναι που πέφτουμε με πάταγο στο «τρυπάκι» του άσκεφτου, άσοφου και άδειου εαυτού μας; Θύματα του κενού μας ή ακόλουθοι της βλάβης μας; Κάτι μου λέει πως είναι το ίδιο. Ύστερα μας φαίνεται σκληρός, άτεγκτος και δυσβάσταχτος ο αψευδής λόγος του Κυρίου στο ιερό Ευαγγέλιο που λέει: «Σας βεβαιώνω πως οι άνθρωποι για κάθε λόγο αργό –άρα ανούσιο, αβαθή, αδιάκριτο, ανώφελο, επιζήμιο και περιττό– που θα πουν, θα λογοδοτήσουν γι’ αυτόν την Ημέρα της Κρίσεως. Γιατί τα λόγια σου είναι που θα σε δικαιώσουν, αλλά και τα λόγια σου είναι που θα σε καταδικάσουν!» (βλ. Ματθ. 12, 36). Και λίγα μάς λέει ο Λόγος της Ζωής! Γιατί η σιωπή δεν γίνεται, επιτέλους, το φροντιστήριο και το θεραπευτήριο της καρδιάς μας;...

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΘΕΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ

ΘΕΙΑ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ


      Η Ταπείνωση δεν είναι ένα ηθικιστικό μιζέριασμα, ένα ψευδοευλαβικό κλαψούρισμα, ένας σύντομος αυτοεξευτελισμός «για να πάρουμε χάρη», ένα ευσεβιστικό σχήμα αυτομείωσης, μια αυτοϋποβιβαστική συμπεριφορά με θρησκευτικό χρώμα, που πάει να πείσει τους γύρω μας και τον αλλοπρόσαλλο εαυτό μας ότι τάχα κάτι είμαστε και ότι τάχα κάτι έχουμε να δείξουμε. Ο Χριστός με την Παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου που μας παρέδωσε, μας αποκαλύπτει γλαφυρότατα τον ένα και μοναδικό τρόπο να Τον προσεγγίσουμε, να Τον ζήσουμε και να ομοιωθούμε με Αυτόν αυθεντικά και καρδιακά, πέρα και μακριά από τις αυταπάτες, τις ιδέες και τις εσωτερικές αλχημείες της υπερηφάνειας, της αλαζονείας, της οίησης, της αυτοδικαίωσης που κατατρύχουν λίγο-πολύ τον βίο και το φρόνημά μας σήμερα. Η Ταπείνωση είναι ο τρόπος του Θεού, τα σπλάχνα και τα χνώτα Του. Για την ατελεύτητη και ανερμήνευτη θεία ζωή, η Ταπείνωση είναι η καρδιά όλων των θείων Μυστηρίων. Κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ, αν ο Θεός μας είναι «Παντοκράτωρ» και «Παντοδύναμος», είναι γιατί είναι πρωτίστως Θεός Ταπεινός, άρα και Πράος, Ανεξίκακος, Μακρόθυμος, Πολυέλεος κτλ. Έτσι εξηγείται γιατί στη λεγόμενη «θρησκευτική», ή μάλλον «πνευματική» ζωή, βλέπουμε να αποτυγχάνουν παταγωδώς μόνο οι υποκριτές, οι ανειλικρινείς, οι επικριτές, οι οιηματίες, οι αλαζόνες, οι ζηλόφθονοι, οι επιδεικτικοί, οι εγωπαθείς και δη οι ευσεβιστές. Ο Θεός «τους», λες και «τους» μοιράζει βραβεία αυτοδικαίωσης πίσω από κάθε λέξη, φράση και παράγραφο του Νόμου Του! Και από σε κάθε «κουτσοεκπλήρωση» που ενίοτε έχουν τόσο άχαρα και αχαρίτωτα να παρουσιάσουν, λες και τους είναι υποχρεωμένος όλος ο Παράδεισος, η Εκκλησία, ο κλήρος και ο λαός μαζί! Η υπερηφάνεια, που ενστερνιζόμαστε και δεν το ομολογούμε, είναι η τροχοπέδη και η υπονόμευση της θείας Αγάπης, άρα η απώθηση της θείας Χάριτος και της κατά Θεόν προκοπής μας. Ο Εωσφόρος έπεσε από την υπερηφάνεια και συμπαρέσυρε μαζί του τον δύστυχο άνθρωπο αλλά και τον κόσμο ολόκληρο. Τώρα στο Πρόσωπο του Χριστού μάς παρουσιάζεται πλήρως και ακραιφνώς το «βαθύτροπο» ύψος της Ταπεινώσεως. Και το κλειδί για ν’ ανοίξει ο ποθητός μας Παράδεισος είναι η τελωνική συντριβή και μετάνοια· ένα εκ βαθέων «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι, τῷ ἁμαρτωλῷ!». Με αυτό το «ἱλάσθητι» είναι που αρχίζουν όλα τα μεγάλα και μεγαλειώδη θεία πράγματα· με αυτό ο ιερέας αρχίζει την αγία Προσκομιδή, με αυτό θα προσκυνήσει συντετριμμένος το Ειλητόν για να άρει ακολούθως τα Τίμια Δώρα για τη Μεγάλη Είσοδο, με αυτό όλοι οι πιστοί «βάζουμε αρχή» και επιχειρούμε να μετάσχουμε των Μυστηρίων και εν γένει της θείας ζωής της Πίστεως. Η «Άκρα Ταπείνωση» δεσπόζει όχι τυχαία στην κανδυλόφωτη κόγχη της Προθέσεως, ακριβώς για να υπομνηματίσει σθεναρά την ορθόδοξη συνείδησή μας ότι αυτή η θεία Ταπείνωση αποτελεί το έναυσμα, το θεμέλιο και τη βάση όλων των Μυστηρίων, των ιεροτελεστιών, των ευχών και των δεήσεων. Με αυτό το «ἱλάσθητι» μάς αποκαλύπτεται σωτήρια και ανένοχα η δική μας αβυσσαλέα πτωτικότητα. Κι όταν αισθανθούμε και δούμε αθόλωτα τις αμαρτίες μας, δεν γίνεται να μην αισθανθούμε και να μη δούμε και το μέγα έλεος του Θεού που μας επιφυλάσσεται άφθονο και αδαπάνητο. Η θεία Ταπείνωση πρέπει κάποτε να αγγίξει αισθαντικά κάποιο παλμό της καρδιάς μας, για να αρχίσουμε, επιτέλους, να ζούμε πραγματικά και όχι φανταστικά τον Θεό. Όλα τ’ άλλα, μοιάζουν με θεωρίες επί θεωριών που καταντούν εκ των πραγμάτων σκευωρίες ενάντια στην προσωπική και διαπροσωπική Σωτηρία μας, την οποία σίγουρα ποθούμε μεν, αλλά αδυνατούμε εν πολλοίς να βρούμε και να ζήσουμε. Στο ζωοποιό βάθος της Ταπεινώσεως βρίσκεται το θεοχαρίτωτο ύψος μας. Ενώ στο απατηλό και καταχθόνιο ύψος που μας προτείνει η υπερηφάνεια, βρίσκεται παντοτινά η ψυχολέθρια απώλειά μας. «Μόλις ταπεινωθούμε, έρχεται και το τέλος των θλίψεών μας», έλεγε πολύ χαρακτηριστικά ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης. Και εν τη ρύμη του λόγου θυμήθηκα, τώρα δα, και μια σοφή παροιμία που έλεγε με νόημα και σε κάθε ανάλογη περίπτωση η μακαρίτισσα γιαγιά μου –Θεός σχωρέστην!–...: «Καυχού κοιλιά να μη σε σπάσω!».

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ


ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΤΗΡΩΝ


     Ο άγιος και ένδοξος Μάρτυς του Χριστού Θεόδωρος ο «Τήρων» καταγόταν από την Αμάσεια του Πόντου και υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό τα χρόνια του μεγάλου διωγμού του Διοκλητιανού (303). Ας σημειωθεί ότι «Τήρων» σημαίνει νεοσύλλεκτος οπλίτης. Παιδιόθεν χριστιανός, κρατούσε μυστική την Πίστη του, όχι από δειλία, αλλά γιατί δεν είχε λάβει ακόμη σημείο εκ Θεού να προσφέρει τον εαυτό του στο μαρτύριο. Η μονάδα του, στρατοπέδευε στα Ευχάϊτα του Ελλησπόντου· και πληροφορήθηκε ότι τους κατοίκους της περιοχής τρομοκρατούσε ένας φοβερός δράκος που κρυβόταν στο δάσος. Διαβλέποντας ότι αυτή ήταν η δοκιμασία, μέσω της οποίας ο Θεός θα του έδειχνε αν είχε φθάσει η ώρα να προσφέρει τον εαυτό του στο μαρτύριο, μπήκε με τόλμη στο δάσος. Έφθασε σ’ ένα χωριό εγκαταλειμμένο από τους κατοίκους του, όπου είχε μείνει μόνη μια χριστιανή αρχοντικής οικογένειας, η Ευσεβία, η οποία του υπέδειξε τη φωλιά του τέρατος. Οπλισμένος με το σημείο του Σταυρού, ο άγιος έσπευσε προς το θηρίο που μούγκριζε βγάζοντας από το στόμα του φλόγες και το σκότωσε λογχίζοντάς το στο κεφάλι.

     Έχοντας, έκτοτε, την πεποίθηση ότι με τη Χάρη του Θεού θα μπορούσε να νικήσει και τον πνευματικό δράκοντα, τον διάβολο, όπως είχε σκοτώσει και το ορατό θηρίο, ο άγιος Θεόδωρος επέστρεψε στο στρατόπεδο, δίχως πια τον φόβο να εκδηλωθεί ανοικτά ως χριστιανός.

     Έτυχε τότε ο διοικητής της μονάδας, Βρίγκας, να δώσει εντολή να προσφερθεί θυσία στους θεούς της Ρώμης και, καθώς ο Θεόδωρος παρέμενε στη σκηνή του, ήλθαν να τον αναζητήσουν πιέζοντάς τον να λάβει κι αυτός μέρος στη θυσία. Εκείνος, όμως, απάντησε: «Είμαι χριστιανός! Τον Χριστό μόνον λατρεύω. Αυτός είναι ο Βασιλεύς που υπηρετώ και μόνο σ’ Αυτόν επιθυμώ να προσφέρω θυσία!». Αφού τον κούρασαν με παραπειστικές ερωτήσεις, τον άφησαν πρόσκαιρα και ανέκριναν κι άλλους χριστιανούς. Φλεγόμενος από ένθεο ζήλο, ο Θεόδωρος ενεθάρρυνε τους συντρόφους του να αποδειχθούν μέχρι τέλους αντάξιοι του Χριστού που τους είχε εντάξει στις γραμμές της ουράνιας στρατιάς Του. Όταν έπεσε η νύχτα, μετέβη στον ειδωλολατρικό ναό και κατέκαυσε τον βωμό της θεάς Ρέας, μητέρας των θεών, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στα Ευχάϊτα ή σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης στην Αμάσεια (βλ. «Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον Θεόδωρον»· PG 46, 741). Ένας από τους υπηρέτες του ναού αιφνιδίασε τον άγιο και τον οδήγησε στον διοικητή του τόπου, Πούπλιο. Ο Θεόδωρος δεν πρόβαλε την παραμικρή αντίσταση και απήντησε ήρεμα στις ερωτήσεις του διοικητού, δείχνοντας σ’ αυτόν ότι ήταν παράλογο να θεωρεί θεό ένα άψυχο κομμάτι ξύλο που μέσα σε μια στιγμή είχε γίνει στάχτη. Ο Πούπλιος τον απείλησε με τα χειρότερα βασανιστήρια. Ο άγιος απάντησε: «Οι απειλές σου δεν με τρομάζουν, γιατί η δύναμη του Χριστού θα είναι για μένα χαρά και ευθυμία στα βασανιστήρια!». Τρίζοντας από λύσσα τα δόντια, ο διοικητής διέταξε να τον ρίξουν σε σκοτεινό κελλί δίχως καμία τροφή. Την νύκτα όμως εκείνη φανερώθηκε στον Θεόδωρο ο Χριστός, για να τον παρηγορήσει και να του υποσχεθεί ότι η θεία Του Χάρις θα ήταν για τον ανδρείο δούλο Του τροφή, αγαλλίαση και προστασία μαζί. Ενθαρρυνθείς έτσι, ο άγιος περνούσε τον καιρό του εγκλεισμού του ψάλλοντας ύμνους με τη συνοδεία αγγέλων, ώστε οι δεσμοφύλακες πίστεψαν ότι μαζί του βρίσκονταν κι άλλοι χριστιανοί μέσα στο κελλί του που ήταν ωστόσο καλά κλειδωμένο.


     Όταν θέλησαν να του φέρουν λίγο ψωμί και νερό, εκείνος αρνήθηκε να γευθεί ο,τιδήποτε, λέγοντας πως ο Χριστός τού είχε υποσχεθεί ουράνια τροφή. Τον έφεραν πάλι μπροστά στον διοικητή, που του πρότεινε να τον ανεβάσει στο αξίωμα του αρχιερέως των ειδώλων, γεγονός που προκάλεσε το ειρωνικό γέλιο του αγίου, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμος να αφήσει να τον κάνουν κομμάτια για την αγάπη του Χριστού. Τον κρέμασαν τότε με το κεφάλι προς τα κάτω και οι δήμιοι αναλώθηκαν μάταια να του ξεσχίζουν τις σάρκες με σιδερένια άγκιστρα. Μπροστά στην αδάμαστη αντίσταση του Μάρτυρος, ο διοικητής, φοβούμενος ότι και άλλοι θα ακολουθούσαν το παράδειγμά του, έδωσε την εντολή να τον αποτελειώσουν καταδικάζοντάς τον να καεί ζωντανός.

     Όταν ο Θεόδωρος έφθασε κοντά στην πυρά, έλυσε τη ζώνη του και έβγαλε τα ενδύματα και τα υποδήματά του και, αφού αρνήθηκε να τον καρφώσουν στο έδαφος, σήκωσε τα χέρια του ψηλά προς τον ουρανό και ανέπεμψε θερμή προσευχή στον Θεό για τη στερέωση των άλλων Ομολογητών της Πίστεως και άτρομος πήδηξε μέσα στη φωτιά δοξάζοντας εκ βαθέων τον Θεό. Αλλά οι φλόγες, σαν να ήθελαν να του αποτίσουν τιμή, τον περικύκλωναν δίχως να τον αγγίζουν, σχηματίζοντας γύρω από το σώμα του ένα είδος θριαμβικής αψίδας, ενώ ο άγιος αναπέμποντας ολοκάρδια ευχαριστία παρέδωσε την πολύαθλη ψυχή του στον Κύριο.

     Η ευλαβής Ευσεβία κατάφερε να αγοράσει το σώμα του και το μετέφερε στα Ευχάϊτα, όπου κτίσθηκε προς τιμήν του ναός που προσείλκυε πλήθος προσκυνητών στους οποίους χάριζε τη θεραπεία της ψυχής και του σώματος.

     Το 361, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, ο οποίος προσπάθησε με όλα τα μέσα να επαναφέρει τα ειδωλολατρικά ήθη, είχε παρατηρήσει ότι οι χριστιανοί συνήθιζαν να εορτάζουν την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με νηστεία και προσευχή. Ο σκληρός και πονηρός ηγεμόνας έδωσε εντολή στον έπαρχο της Κωνσταντινουπόλεως να ραντισθούν όλα τα τρόφιμα που ήταν εκτεθειμένα στην αγορά με αίμα από ειδωλόθυτα, έτσι ώστε να είναι αδύνατο να μη μολυνθεί κάποιος κάτοικος με τα μιάσματα της ειδωλολατρίας. Ο Κύριος, όμως, δεν εγκατέλειψε τον περιούσιο λαό Του. Έστειλε τον δούλο Του Θεόδωρο, ο οποίος εμφανίσθηκε στον αρχιεπίσκοπο Ευδόξιο (360-364) για να ματαιώσει τις μηχανές του τυράννου και να δώσει άμεσα εντολή κανένας χριστιανός να μην αγοράσει τρόφιμα από την αγορά, αλλά να φτιάξουν όλοι κόλλυβα και με αυτά να τρέφονται. Έτσι, χάρις στην παρέμβαση του αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρωνος, το χριστιανικό πλήρωμα μπόρεσε να παραμείνει αγνό και καθαρό από τα μιάσματα της ειδωλολατρίας. Έκτοτε η Εκκλησία μνημονεύει κάθε χρόνο το θαύμα αυτό, κατά το πρώτο Σάββατο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ακριβώς για να διδάξει στους πιστούς ότι η νηστεία και η εγκράτεια έχουν τη δύναμη να καθαρίζουν τους ρύπους της αμαρτίας.

     Ο άγιος Θεόδωρος ο Τήρων έκανε κι άλλα θαύματα για όσους προσέτρεχαν προς αυτόν με πίστη και προσκαρτερούσαν με προσευχή στην εκκλησία του. Μία ημέρα φανερώθηκε λάμποντας μέσα σε πλήρη δόξα πάνω στο λευκό του άλογο και έφερε πίσω σε μια φτωχή χήρα τον μονάκριβο υιό της που είχαν αιχμαλωτίσει οι Σαρακηνοί. Συχνά έσωζε, επίσης, όσους κινδύνευαν σε τρικυμίες· με τη βοήθειά του ανακαλύπτονταν κλέφτες, οι κύριοι ξανάβρισκαν τους δούλους τους και με όλα του τα θαύματα έδειχνε ότι από στρατιώτης του επίγειου στρατού είχε γίνει επουράνιος προστάτης του χριστιανικού πληρώματος.


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος β΄.
Μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! Ἐν τῇ πηγῇ τῆς φλογός, ὡς ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως, ὁ ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἠγάλλετο· πυρὶ γὰρ ὁλοκαυτωθείς, ὡς ἄρτος ἡδὺς τῇ Τριάδι προσήνεκται. Ταῖς αὐτοῦ ἱκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. δ΄. Αὐτόμελον.
Πίστιν Χριστοῦ ὡσεὶ θώρακα, ἔνδον λαβὼν ἐν καρδίᾳ σου, τὰς ἐναντίας δυνάμεις κατεπάτησας Πολύαθλε, καὶ στέφει οὐρανίῳ, ἐστέφθης αἰωνίως ὡς ἀήττητος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Δῶρον πολυτίμητον καὶ τερπνόν, ἀθλήσας προσήχθης, τῷ δοξάσαντί σε λαμπρῶς· ὅθεν ἐδωρήθης, θερμότατος προστάτης, τῇ Ἐκκλησίᾳ πάσῃ, Τήρων Θεόδωρε.




※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 181–184.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ


ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΙΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ


     Υπάρχουν άνθρωποι θαυμάσιου, παραδείσιου χαρακτήρα, με ψυχή σαν αυτή που είχε ο Αδάμ πριν την πτώση του στην αμαρτία, απλοί και αυθόρμητοι, ξένοι προς κάθε ψέμα και κακία. Και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα εσωτερικού τους αγώνα ή κάποιων προσπαθειών –απλώς έτσι γεννιούνται– «άνθρωποι χωρίς αμαρτία». Και είναι παράξενο που πάντα αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται έξω από την Εκκλησία και, μάλιστα, μερικές φορές «τα καταφέρνουν» και χωρίς θρησκεία. Είναι πολύ απλοί, ολοκληρωμένοι, και αδιάφοροι για να επιδοθούν σε θεολογικές θεωρίες και πολύ ντροπαλοί και αγνοί για να εκφράζουν τα αισθήματά τους με οποιαδήποτε λόγια ή σημεία (δηλ. ιεροτελεστίες). Στη θρησκεία το πιο σημαντικό δεν είναι η (θεωρητική) πίστη, αλλά η (έμπρακτη) αγάπη προς τον Θεό· κι αυτοί τον Θεό Τον αγαπούν, γιατί αγαπούν την Ομορφιά, το Καλό, την Αλήθεια –κι αυτά είναι όλα στοιχεία της Θεότητας. Πόσοι άνθρωποι υπάρχουν που ισχυρίζονται ότι είναι πιστοί και δεν έχουν αυτό το αίσθημα της Ομορφιάς και του Καλού, που έχουν κακία και αμαρτία στη ψυχή και πλήρη αδιαφορία για την Αλήθεια, την οποία, για τους εαυτούς τους την αντικαθιστούν ολότελα με μιάμιση ντουζίνα μικρές αλήθειες, τις οποίες και ακολουθούν εγωιστικά! Ενώ οι απλές εκείνες και πιστές ψυχές, που ζουν χαρούμενες εδώ στη γη, μετά τον θάνατο, πιστεύω ότι πηγαίνουν κατ’ ευθείαν στη Βασιλεία του Φωτός και της Χαράς, σύμφωνα με το «ὅμοιος ὁμοίως ἀεὶ πελάζει», και στην κοινωνία των Αγίων –των απλών και μακαρίων ψυχών– νιώθουν να βρίσκονται στο στοιχείο τους. Εμείς, οι λεγόμενοι «πιστοί», λέμε: «Θα πάω!» και δεν πάμε· ενώ αυτοί δεν λένε: «Δεν θα πάω!», αλλά απλώς κάνουν στο τέλος το θέλημα του Πατρός (πρβλ. Ματθ. 21, 31).

ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΛΤΣΙΑΝΙΝΩΦ
(1881–1934)

※
[ Πρεσβύτερος
Αλεξάνδρου Ελτσιανίνωφ:
«Πνευματικά Κεφάλαια»
–Σημειώματα
Φιλοκαλικής Αυτογνωσίας–
σελ. 54–55.
Μετάφραση:
Χαράλ. Ι. Ασσιώτης.
Εκδόσεις «Τήνος»·
Αθήνα, 19922.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ


Ο ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΤΗΣ ΧΙΟΥ


     Ο όσιος πατήρ ημών Άνθιμος γεννήθηκε το 1869 από οικογένεια αγροτών της Χίου. Ανατράφηκε με ευσέβεια και κατά την παιδική του ηλικία η Θεοτόκος σε πολλά οράματα τού ανήγγειλε τις ευλογίες που προόριζε γι’ αυτόν. Σταμάτησε νωρίς το σχολείο για να μάθει το επάγγελμα του υποδηματοποιού. Μία ημέρα, όταν ήταν δεκαεννέα χρόνων, η μητέρα του τού εμπιστεύθηκε μια παλιά εικόνα της Παναγίας «Βοήθειας», για να τη συντηρήσουν στη Μονή των Αγίων Πατέρων Νικήτα, Ιωάννη και Ιωσήφ [20 Μαΐου], που είχε προσφάτως ιδρυθεί στο Προβάτιο Όρος από τον πατέρα Παχώμιο, έναν άγιο μοναχό ο οποίος υπήρξε και πνευματικός του αγίου Νεκταρίου Αιγίνης [9 Νοεμ.]. Ενθουσιασμένος από την ουράνια πολιτεία των μοναχών, μόλις επέστρεψε στο χωριό, έφτιαξε μια καλύβα σε απομακρυσμένο τόπο και άρχισε να ασκητεύει, απεκδυόμενος κάθε μέριμνα του κόσμου τούτου. Παρόλο που δεν εγκατέλειψε το πατρικό του, ακολουθούσε αυστηρά ό,τι του όριζε ο πατήρ Παχώμιος, ο οποίος θαυμάζοντας την υπακοή, τη σιωπή και τον ζήλο του για την προσευχή, έλεγε στους μοναχούς του: «Αυτός ο αρχάριος είναι τέλειος μοναχός… και μία ημέρα θα γίνει μέγας Πατήρ!». Η εικόνα της Παναγίας που τη φύλαξε κοντά του σε όλη τη ζωή του ήταν η μόνη του «Βοήθεια»: αυτή τον ενέπνεε στους θεάρεστους αγώνες του· αυτή τον παρηγορούσε στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς· και, μάλιστα, άρχισε να επιτελεί θαύματα προς όφελος των γειτόνων του που τον επισκέπτονταν στο ερημητήριό του. Τέλος, αποσύρθηκε στη Μονή των Αγίων Πατέρων, αφού έλαβε το Μικρό Σχήμα με το όνομα Άνθιμος.


     Κινούμενος από μια νέα ορμή θείου έρωτος και ταπεινώνοντας κάθε επιθυμία της σαρκός, δεν υστερούσε εντούτοις σε κανενός είδους εργασία, έτσι ώστε του ανέθεσαν να διευθύνει τις εργασίες στη Μονή του Αγίου Κωνσταντίνου που κτιζόταν την εποχή εκείνη. Σύντομα όμως αρρώστησε και ο ηγούμενος αναγκάσθηκε να τον στείλει στους γονείς του για να τον παρακολουθούν οι γιατροί. Ο Άνθιμος συνέχισε εκεί τον ασκητικό του βίο, σαν να βρισκόταν στο Μοναστήρι, και ζούσε από το επάγγελμα του τσαγκάρη, τρέφοντας τους γέροντες γονείς του και μοιράζοντας ελεημοσύνες στους απόρους. Παρά την εύθραυστη υγεία του, η αγάπη του για τον Θεό τού έδινε τη δύναμη να επιχειρεί μεγάλους ασκητικούς άθλους που αποθηρίωναν το μίσος των δαιμόνων, οι οποίοι χιμούσαν κατεπάνω του με τρομερό πάταγο την ώρα των νυκτερινών προσευχών του που συνήθιζε να κάνει στην κουφάλα μιας γέρικης ελιάς κοντά στο κελί του. Δεν έδινε ποτέ ανάπαυση στον εαυτό του· «Ούτε λεπτό!», θα έλεγε αργότερα, κι έτσι, με τη βοήθεια της Θεοτόκου, μπόρεσε να μείνει δεκαεννέα ημέρες και νύκτες άγρυπνος εν προσευχή, παίρνοντας λίγο ψωμί και λίγο νερό κάθε δύο ημέρες. Μετά το κατόρθωμα τούτο, έπεσε σε έκσταση και το πνεύμα του μεταφέρθηκε στον Παράδεισο, εν μέσω αγγελικών χορών, ενώ επαναλάμβανε αδιαλείπτως το «Κύριε ελέησον!».


     Οι αρετές του αγίου ασκητή και τα θαύματα της εικόνας της Θεοτόκου προσείλκυαν όλο και περισσότερους επισκέπτες στο ερημητήριό του και μετά ένα χρόνο, αφού έλαβε το Μέγα Σχήμα (1910), αποφασίστηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος, για να ικανοποιηθεί το αίτημα του λαού. Ο τότε επίσκοπος Χίου όμως αρνούνταν να χειροτονήσει έναν αγράμματο ιερέα κι έτσι ο ανάδοχός του τον κάλεσε στην επισκοπή Σμύρνης. Τη στιγμή της χειροτονίας του ένας σεισμός, συνοδευόμενος από αστραπές και βροντές, φανέρωσε την εύνοια του Θεού και λίγο αργότερα ο Άνθιμος ελευθέρωσε έναν δαιμονισμένο. Οι αρετές και τα θαύματά του γέννησαν όμως τον φθόνο ορισμένων ιερέων και ο Άνθιμος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει την περιοχή. Μετά από ένα προσκύνημα στο Άγιον Όρος, επέστρεψε στη Χίο, όπου ορίσθηκε στη θέση του εφημερίου στο λεπροκομείο. Μέσα σε λίγο χρόνο μεταμόρφωσε το ίδρυμα αυτό, όπου η ανθρώπινη δυστυχία γινόταν αφορμή για τη διαφθορά των ψυχών, σε μία εικόνα του Παραδείσου, όπου οι άνθρωποι ζούσαν τον κοινοβιακό βίο όπως σ’ ένα Μοναστήρι. Επισκεπτόταν ο ίδιος προσωπικά τους ασθενείς, φρόντιζε με τα χέρια του εκείνους που ήσαν περισσότερο αποκρουστικοί και με την πραότητα και τις συμβουλές του τους οδηγούσε να στραφούν προς τον Θεό, έτσι που πολλοί από αυτούς έγιναν μάλιστα μοναχοί και μοναχές. Διά μέσου αυτού η θεία ευσπλαχνία ξεχείλιζε έτσι και πάνω σε πολλούς πιστούς που έρχονταν από έξω να ζητήσουν τη μεσιτεία και τις συμβουλές του ανθρώπου του Θεού, χάρις δε στις νηστείες και στις προσευχές του μπροστά στην εικόνα της Παναγίας τριάντα οκτώ δαιμονιζόμενοι λυτρώθηκαν.


     Οι διωγμοί του ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας που οδήγησαν στον μεγάλο ξεριζωμό του 1922-1924, έφεραν στη Χίο πλήθος προσφύγων, ιδιαίτερα δε μοναχές και νεαρά κορίτσια που, όντας απροστάτευτα, ήσαν καταδικασμένα στη μιζέρια και τη ζητιανιά. Ο άγιος Άνθιμος, που από τη νεότητά του ονειρευόταν να ιδρύσει μοναστήρι σε έναν έρημο και απόκρημνο τόπο που είχε υποπέσει στην αντίληψή του, ενθαρρύνθηκε τότε από ένα όραμα της Θεοτόκου να πραγματοποιήσει το σχέδιό του για τις σαράντα περίπου μοναχές που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του. Κατά το 1927 πήρε την άδεια να ιδρύσει το Μοναστήρι στον τόπο που επιβεβαίωνε ο Θεός σε τρεις κλήρους που έγιναν μετά τη θεία Λειτουργία. Ο άγιος προσπάθησε ο ίδιος να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, προβλέποντας ό,τι ήταν αναγκαίο για τη ζωή ενός μεγάλου Μοναστηριού και με τον ιδρώτα του, τα δάκρυα και τις προσευχές του, μπόρεσαν να προχωρήσουν οι οικοδομικές εργασίες, παρά την αντίπραξη ορισμένων που έβρισκαν άχρηστη και ξεπερασμένη την ίδρυση μιας τέτοιας Μονής. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, η εικόνα της Παναγίας «Βοηθείας» μπόρεσε να μεταφερθεί στο καθολικό της Μονής που πήρε το ίδιο όνομα. Το Μοναστήρι κατοικήθηκε σύντομα από τριάντα μοναχές και οργανώθηκε σύμφωνα με το Τυπικό της Μονής των Αγίων Πατέρων από τον άγιο Άνθιμο, ο οποίος έκτοτε έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του. Κτίτωρ και πνευματικός πατήρ της αδελφότητος, η οποία σύντομα αριθμούσε ογδόντα μοναχές και θα θεωρηθεί ως το πλέον παραδειγματικό Μοναστήρι στην Ελλάδα, ο άγιος δεν έπαυε, ωστόσο, να είναι η παραμυθία, η μεσιτεία, ο πνευματικός πατήρ ολόκληρου του πληθυσμού της Χίου. Δεν άφηνε ποτέ άρρωστο ή μετανοούντα επισκέπτη δίχως να τον παρηγορήσει είτε με τις πνευματικές διδαχές του είτε με φαρμακευτικά βότανα, κυρίως όμως με τη μετά δακρύων προσευχή του μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου. Υπήρχαν ημέρες που εξήντα ή εβδομήντα ασθενείς παρουσιάζονταν στο Μοναστήρι για να ζητήσουν τη βοήθεια του αγίου και της Παναγίας.


     Επί τριάντα και πλέον χρόνια, ο άγιος Άνθιμος συνέχισε να διακονεί υπέρ της σωτηρίας των ψυχών και της ανακουφίσεως των ασθενών σωμάτων. Όταν πια από τα γηρατειά δεν μπορούσε να εργάζεται με τα χέρια του, αποσύρθηκε στο κελί του, προσευχόμενος στον Κύριο να τον αξιώνει να κάνει το καλό στον πλησίον του, όποιος κι αν είναι αυτός και με τον οποιονδήποτε τρόπο, μέχρι την τελευταία του αναπνοή. Αφού άφησε στην αδελφότητα τις τελευταίες συμβουλές του, πλήρεις θείας σοφίας και πατρικής αγάπης, παρέδωσε τη ψυχή του στον Θεό στις 15 Φεβρουαρίου 1960, σε ηλικία ενενήντα ενός ετών. Τον έκλαψε όλο το νησί, αλλά συνεχίζει να είναι παρών και να σκορπίζει σε όλους τους χριστιανούς που προστρέχουν στη μεσιτεία του την ουράνια παραμυθία και την ίαση ποικίλων ασθενειών.


※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 6ος (Φεβρουάριος),
σελ. 163–166.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι, Ιούνιος 20142.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.