Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ


     Μετά την εκλογή του τόπου εξορίας του ιερού Χρυσοστόμου, ο Αττικός, άνθρωπος επιδέξιος, πήρε προφυλάξεις για το ταξίδι του φυλακισμένου αρχιεπισκόπου. Φοβούνταν ότι το πέρασμά του θα ξεσήκωνε την οργή ή τον οίκτο στους λαούς από τους οποίους θα περνούσε. Συμφώνησαν ν’ αποφύγουν τις πόλεις ανάμεσα στην Αραβισσό και την Πιτυούντα, κυρίως εκείνες, όπου γνώριζαν ότι θα συναντούσαν επισκόπους λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκούς στην υπόθεσή του και διοικητές πονετικούς. Έπειτα αποφάσισαν να μην ξαναπέσουν στο λάθος που διέπραξαν κατά την πρώτη του εξορία, δίνοντάς του φρουρά από πραιτωριανούς. Ο Χρυσόστομος είχε σαγηνεύσει τους αξιωματικούς κι αυτοί έγιναν περισσότερο υπηρέτες παρά φρουροί του. Ο Αττικός και ο Σεβηριανός συνεννοήθηκαν γι’ αυτό το θέμα με τον στρατιωτικό αρχηγό ή τον πραίτωρα, που τους έδωσε ό,τι επιθυμούσαν, ό,τι σκληρότερο και αγριότερο για την περίσταση. Στους δύο αξιωματικούς της φρουράς υποσχέθηκαν μια αξιόλογη προαγωγή, αν εκτελούσαν καλά την αποστολή τους. Άφησαν μάλιστα να εννοηθεί ότι τους ήταν εντελώς αδιάφορο αν θα έφθανε ο φυλακισμένος μέχρι την Πιτυούντα. Ο θάνατός του από τις ταλαιπωρίες του ταξιδιού θα ισοδυναμούσε με πλήρη εκτέλεση της αποστολής τους. Εξάλλου αυτό θα εξέθετε λιγότερο τον αυτοκράτορα. Οι άνθρωποι αυτοί βάδισαν βιαστικά προς το φρούριο της Αραβισσού. Έφθασαν στα μέσα ή στο τέλος του Ιουνίου του 407 μ.Χ.


     Η παρουσία τους κοντά στον εξόριστο Ιωάννη είχε κάτι το απαίσιο. Φαίνονταν να επιδεικνύουν τη βαναυσότητά τους κι επαναλάμβαναν στον καθένα περαστικό ότι ήθελαν να κερδίσουν την προαγωγή, που τους είχαν υποσχεθεί. Διατυμπάνιζαν μάλιστα πως, αν αυτός ο ισχνός και άρρωστος άνθρωπος δεν έφθανε στον προορισμό του, λίγο τους ένοιαζε, αφού αυτοί δεν θα έχαναν την αμοιβή τους. Αν τα λόγια αυτά έφθασαν στ’ αυτιά του Χρυσοστόμου, θα χρειάστηκε τελεία υποταγή στο θέλημα του Κυρίου, για να ενισχύσει την καρδιά του. Με τέτοιους οιωνούς και τέτοιους οδηγούς ξεκίνησε το ταξίδι του μετά την κοινοποίηση της διαταγής.


     Από την Αραβισσό προς την Πιτυούντα ο δρόμος περνούσε αρχικά προς τη Σεβάστεια, πρωτεύουσα της Μεγάλης Αρμενίας. Έπειτα έκλινε προς τη δύση, διέσχιζε τα όρια της επαρχίας του Πόντου και κατέληγε στα Κόμανα, μια από τις μεγάλες πόλεις αυτής της επαρχίας. Από ’κει έστριβε δεξιά, παράλληλα προς την όχθη του Εύξεινου Πόντου κι έφθανε στους πρόποδες του Καυκάσου. Τα Κόμανα βρίσκονταν στο ένα τρίτο σχεδόν της απόστασης ανάμεσα στην Αραβισσό και την Πιτυούντα. Ο δρόμος ήταν από τους πιο τραχείς και επικίνδυνους της Ασίας. Σε μεγάλο μέρος της διαδρομής σκαρφάλωναν σε ψηλά βουνά, συναντούσαν σχεδόν σε κάθε βήμα ποταμούς ή χείμαρρους συχνά ξεχειλισμένους. Ο Χρυσόστομος ταξίδευε τον περισσότερο καιρό με τα πόδια.


     Αν είναι αληθινό αυτό που αναφέρει ο σύγχρονός του ιστορικός Παλλάδιος, είτε επειδή οι δυσκολίες του δρόμου ήταν υπέρμετρες είτε λόγω της πολύ μεγάλης του κόπωσης, χρειάστηκαν τρεις μήνες, για να πάνε από την Αραβισσό στα Κόμανα. Οι οδηγοί του άλλωστε προσπαθούσαν να του κάνουν το ταξίδι όσο γινόταν πιο κουραστικό. Η φαντασία τους, γόνιμη σε βασανιστήρια, τα πολλαπλασίαζε πάνω στον άτυχο δέσμιό τους. Έβρεχε καταρρακτωδώς; Διάλεγαν αυτόν τον καιρό για να προχωρήσουν και συνέχιζαν, ώσπου να μουσκευτούν τα ρούχα του αδύναμου εξόριστου σε τέτοιο σημείο, που το στήθος και η πλάτη κολυμπούσαν, θα λέγαμε, στο νερό. Αντίθετα, αν έφθαναν σε κάποια πεδιάδα που έκαιγε κάτω από έναν ασυννέφιαστο ουρανό, είχαν την άγρια ευχαρίστηση να τον βάζουν να περπατά με γυμνό κεφάλι κάτω από τον ήλιο τις πιο ζεστές ώρες της μέρας. Ο Χρυσόστομος ήταν φαλακρός όπως ο Ελισσαίος, μας λέει ο Παλλάδιος, κι αυτό το βασανιστήριο τού ήταν θανάσιμο. Τέτοια ήταν τα μέσα που επινοούσαν οι άθλιοι, για να πετύχουν γρηγορότερα τα αξιώματά τους.


     Όταν διέσχιζαν μια πόλη, όπου ο εξόριστος θα μπορούσε να αναπαυθεί και να πάρει ένα λουτρό τόσο αναγκαίο, τη στιγμή που ο πυρετός τον έκαιγε εσωτερικά όπως ο ήλιος εξωτερικά, το απόσπασμα αρνούνταν να σταματήσει. Οι στάσεις γίνονταν σε ασήμαντα χωριά και σ’ έρημους τόπους, όπου δεν μπορούσαν να του παρέχουν καμία ανακούφιση. Κάθε επιστολή ήταν απαγορευμένη, κάθε επικοινωνία με οποιονδήποτε είχε καταργηθεί. Ο ένας από τους αξιωματικούς ήταν τόσο άγριος, ώστε τον έπιανε μανία κάθε φορά που οι περαστικοί σπλαχνίζονταν τον κρατούμενό του ή του απηύθυναν παρηγορητικά λόγια. Απειλούσε, χτυπούσε, σαν να είχαν βρίσει τον ίδιο. Ο άλλος αξιωματικός φαινόταν λιγότερος κακός. Η πραότητα και η καρτερία του Χρυσοστόμου τον είχαν συγκινήσει. Του έδειχνε τη συμπάθειά του, αλλά μυστικά. Φοβόταν τον σύντροφό του και ήθελε επίσης να κερδίσει την προαγωγή.


     Τρεις μήνες, κατά τον Παλλάδιο, βάδιζαν έτσι, διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια, περνώντας από πεδιάδες και ποτάμια, μέχρι που έφθασαν στα Κόμανα. Ο Χρυσόστομος μόλις που σερνόταν. Το πρόσωπό του ήταν σαν καμένο. Ο βιογράφος του Παλλάδιος κάνει μια φοβερή παρομοίωση. Με το κεφάλι κατακόκκινο, κρεμασμένο στο στήθος του, έμοιαζε σαν ώριμος καρπός, που πρόκειται να πέσει από το κλαδί. Τα Κόμανα τα ονόμαζαν επίσης «Κόμανα Ποντικά», για να τα διακρίνουν από τα άλλα Κόμανα της Καππαδοκίας. Ήταν μεγάλη πόλη, συνηθισμένος σταθμός των ταξιδιωτών, όπου έβρισκαν κάθε είδος προμήθειες και ανάπαυση. Αλλά ο άσπλαχνος αξιωματικός έδωσε σήμα να προχωρήσουν παραπέρα και διέσχισαν την πόλη, όπως περνά κανείς μια γέφυρα, προσθέτει ο ίδιος ιστορικός.


     Σε απόσταση δέκα ή έντεκα χιλιομέτρων από ’κει βρισκόταν μικρός έρημος ναός, όπου οι αξιωματικοί διέταξαν να σταθμεύσει η φρουρά. Ο Χρυσόστομος εξαντλημένος τοποθετήθηκε σ’ ένα από τα παραρτήματα του ναϋδρίου. Το εξωκλήσι αυτό ήταν αφιερωμένο στον άγιο μάρτυρα Βασιλίσκο [22 Μαί.]. Εκεί μέσα βρισκόταν και ο τάφος του. Ο Βασιλίσκος ήταν επίσκοπος Κομάνων τον 3ο αιώνα. Διώχθηκε για την πίστη στην Αντιόχεια μαζί με τον μάρτυρα Λουκιανό κατά το διωγμό του Μαξιμίνου Δάια. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο Χρυσόστομος είδε ένα όραμα. Του φάνηκε ότι ο επίσκοπος Βασιλίσκος στεκόταν όρθιος μπροστά του και του απηύθυνε τα εξής λόγια: «Έχε θάρρος, Ιωάννη, αδελφέ μου· αύριο θα είμαστε μαζί!». Την ίδια νύχτα ή την προηγούμενη ο ιερέας, ο καθορισμένος για τη συντήρηση του ναού και τη φύλαξη του τάφου, είδε παρόμοιο όραμα. Ο μάρτυρας τού είχε πει: «Ετοίμασε θέση για τον αδελφό μας Ιωάννη. Πρόκειται να έλθει…». Αυτός ο ιερέας βεβαίωσε αργότερα την αλήθεια του οράματος. Ο Χρυσόστομος με τη σιγουριά ότι πήρε εντολή από τον Θεό, προσπάθησε την επομένη το πρωί να εμποδίσει την αναχώρησή τους. «Μείνετε, σας ικετεύω!», παρακαλούσε τους αξιωματικούς· «Μείνετε τουλάχιστον ως την πέμπτη ώρα». Αναμφίβολα πίστευε ότι η ώρα αυτή του υποδείχθηκε με τρόπο υπερφυσικό. Αλλά οι πραιτωριανοί, αντί να υποχωρήσουν, επιτάχυναν την αναχώρηση.


     Είχαν βαδίσει περίπου πέντε χιλιόμετρα, όταν ο εξόριστος κυριεύθηκε από ένα παραλήρημα πυρετού, που έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του. Τρομαγμένοι μήπως τον δουν να πεθαίνει στα χέρια τους, πάνω στο δρόμο, οι στρατιώτες γύρισαν πίσω και ξαναμπήκαν στο εξωκλήσι, που είχαν αφήσει λίγες ώρες πριν. Ο Χρυσόστομος, δίχως να μπορεί πια να στηριχθεί, οδηγήθηκε κοντά στην αγία Τράπεζα. Από τον φύλακα ιερέα του ναού ζήτησε να φορέσει ολόλευκα άμφια. Ένοιωθε ότι πλησιάζει το τέλος του. Ο ιερέας τού τα έφερε κατά την επιθυμία του. Κι ο Χρυσόστομος ντύθηκε, αφού πρώτα μοίρασε όλα όσα είχε, ακόμη και τα παπούτσια του, στους παρευρισκομένους. Στη συνέχεια, θέλησε να κοινωνήσει τα άχραντα Μυστήρια από τα χέρια του ιερέα. Μετά τη θεία Κοινωνία προσευχήθηκε με θέρμη. Αποτελείωσε την τελευταία του προσευχή μ’ εκείνη τη φράση, που συχνά ανέβαινε στα χείλη του: «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν. Αμήν». Έκανε το σημείο του σταυρού κι έγειρε πάνω στο πλακόστρωτο, για να μην ξανασηκωθεί ποτέ πια…


     «Η ψυχή του», λέει ο ιστορικός για τη συγκινητική αυτή σκηνή, «τίναξε τη σκόνη απ’ αυτή τη θνητή ζωή. Ενώθηκε με τους πατέρες του». Κοντά στο ναό κατά τύχη πρόσφατα είχε ανοιχθεί ένας τάφος. Τον μετέφεραν εκεί. Κι ο δεύτερος αυτός μάρτυρας τάφηκε δίπλα στον πρώτο. Αυτό συνέβη στις 18 των καλενδών του Οκτωβρίου, κατά την έβδομη υπατεία του Ονωρίου και τη δεύτερη του νέου Θεοδοσίου. Συμπίπτει με τις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος έζησε εξήντα χρόνια. Διετέλεσε επίσκοπος εννιά χρόνια κι επτά μήνες περίπου. Από το διάστημα αυτό τρία χρόνια και τρεις μήνες ήταν εξόριστος. […]


     Στο μεταξύ ο θάνατος, χρόνο με το χρόνο, έκανε ομαλότερο το έδαφος πάνω στο οποίο τόσα πάθη ανακινούνταν εδώ κι ένα τρίτο του αιώνα γύρω από το πρόσωπο ή το όνομα του Χρυσοστόμου. Οι σχισματικοί «ιωαννίτες», οι πιστοί οπαδοί του διωγμένου για την αγάπη και τη δικαιοσύνη πατριάρχη, άρχισαν να επιστρέφουν διαδοχικά σε κοινωνία με τους αρχιεπισκόπους. Κι ενώ ξαναχτίζοταν η ενότητα, ο ενθουσιώδης σεβασμός για τον εξόριστο της Κουκουσού όλο και ζωντάνευε στην Εκκλησία του. Δεν φοβόντουσαν πια να διακηρύττουν δημόσια τη δόξα και το μαρτύριό του, ακόμη και μπροστά στους διώκτες του. Τέλος, οι εκλογές για τον κενό πατριαρχικό θρόνο της Βασιλεύουσας οδήγησαν στον θρόνο, το 434, έναν άνθρωπο, που στα νεότερα χρόνια του ήταν αναγνώστης και γραμματέας του Χρυσοστόμου. Ένας ιστορικός μάλιστα τον χαρακτηρίζει «υποτακτικό αφοσιωμένο στο πρόσωπό του».


     Ο Πρόκλος –αυτό ήταν το όνομα του νέου αρχιεπισκόπου– διατηρούσε ευλαβικά τη μνήμη του παλιού του διδασκάλου και δεν παρέλειπε καμιά ευκαιρία να την υπενθυμίζει στο λαό. Μια μέρα, λοιπόν, του 437, ενώ έπλεκε τον πανηγυρικό λόγο του Χρυσοστόμου με αφορμή τη γιορτή του, οι παρευρισκόμενοι τον διέκοψαν με ζητωκραυγές. «Ζητούμε», φώναζαν, «να μας δώσουν πίσω τον επίσκοπό μας Ιωάννη! Θέλουμε το σώμα του πατέρα μας!». Ο Πρόκλος έσπευσε να γνωστοποιήσει στον αυτοκράτορα αυτήν την επιθυμία του λαού. Στην ικανοποίησή της έβλεπε την πλήρη αποκατάσταση της ειρήνης.


     Ο Θεοδόσιος ο Β΄, που κατείχε πάντα το θρόνο των καισάρων της Ανατολής και κυβερνούσε τότε μόνος του, αποδέχθηκε χωρίς δισταγμό την επιθυμία του λαού και του αρχιεπισκόπου. Στα χρόνια της νιότης του ανατράφηκε με τις φροντίδες της μεγαλύτερης αδελφής του Πουλχερίας. Ποτέ δεν είχε συμμεριστεί η αδελφή του, ούτε και στις οξύτερες θρησκευτικές διενέξεις, τα αισθήματα της μητέρας της Ευδοξίας. Από νωρίς ο Θεοδόσιος θαύμασε και πόνεσε μυστικά τον μεγάλο κατατρεγμένο ρήτορα. Τον αποκαλούσε «διδάσκαλο της οικουμένης και πατριάρχη με χρυσό στόμα».


     Δόθηκε αμέσως διαταγή να μεταφέρουν το σώμα του εξόριστου στην Κωνσταντινούπολη και να το αποθέσουν στο ναό των Αγίων Αποστόλων [27 Ιαν.]. Ο Χρυσόστομος άφησε, λοιπόν, το εκκλησάκι του Αγίου Βασιλίσκου, όπου αναπαυόταν εδώ και τριάντα χρόνια. Το φέρετρο, που περιείχε τα λείψανά του, μεταφέρθηκε από πόλη σε πόλη ως τη Χαλκηδόνα μέσα από αναρίθμητη συρροή λαού, ιερέων και μοναχών. Στη Χαλκηδόνα τον περίμενε η αυτοκρατορική τριήρης μεγαλόπρεπα στολισμένη. Ο αυτοκράτορας δεν θέλησε να παραλάβει την ιερή παρακαταθήκη κάποιο άλλο πλοίο. Όλη η πόλη ήταν εκεί· ο αυτοκράτορας, η σύγκλητος, οι πρώτοι άρχοντες, οι ανώτεροι αξιωματικοί. Και η θάλασσα καλύφθηκε από αμέτρητα πλοία και καΐκια γεμάτα κόσμο και φωταγωγημένα με πυρσούς. Είχε ήδη βραδιάσει. «Από το στόμιο του Ευξείνου Πόντου ως την Προποντίδα θα μπορούσε κανείς να νομίσει ότι η θάλασσα ήταν ξηρά», έτσι εκφράζονται οι ιστορικοί.


     Η πομπή στο πέρασμά της από την πόλη δέχθηκε μεγαλοπρεπείς τιμές. Για το φέρετρο ορίστηκε μια θέση στο ναό των Αγίων Αποστόλων, που κτίστηκε από τον Κωνσταντίνο, για να ενταφιάζονται οι χριστιανοί αυτοκράτορες και οι επίσκοποι της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί είχαν ταφεί ο Αρκάδιος και η Ευδοξία. Τη στιγμή που το φέρετρο του Χρυσοστόμου τοποθετήθηκε πάνω στην πλάκα, ο Θεοδόσιος έβγαλε τον πορφυρό του μανδύα και το κάλυψε. Έπειτα με μάτια και μέτωπο στραμμένα προς τα κάτω, μπροστά στα μαρτυρικά λείψανα, ζήτησε συγνώμη για τον πατέρα και τη μάνα του, παρακαλώντας τον άγιο επίσκοπο να ξεχάσει το κακό, που από άγνοια τού είχαν κάνει. Πριν σφραγίσουν τα λείψανα στον τάφο, ο Πρόκλος θέλησε να τα παρουσιάσει στο λαό ψηλά από το θρόνο που κάθονταν οι αρχιεπίσκοποι. Και ο λαός με τρομερή κραυγή, που έσεισε τους θόλους του ναού, κραύγαζε με μια φωνή: «Πατέρα, πάρε ξανά το θρόνο σου!».


     Τέτοιος ήταν ο τελευταίος θρίαμβος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Έπειτα πήρε τη θέση του κοντά στον Αρκάδιο και την Ευδοξία. Διώκτες και καταδιωγμένος κοιμήθηκαν μαζί κάτω από τη συγχώρεση του θανάτου. Η αποκατάστασή του έγινε αναμφίβολα πολύ γρήγορα. Ολοκληρώθηκε, όταν η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο και μάρτυρα χωρίς να έχει χύσει αίμα· γιατί πέραν όλων των αναρίθμητων άλλων, ήταν ένας μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς…

S. D. AMEDEE THIERRY
(1797–1873)


[S. D. Amédée Thierry:
«Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,
Μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς».
Βιβλίο Η΄, §3 και §4,
σελ. 416–420 και 439–442.
Μετάφραση:
Θεοφανή Σουγκάκη
και Βασιλική Μπαρακλή.
Επιμέλεια:
Μαρία Γούδα
και Βασιλική Μπαρακλή.
Εκδόσεις «Χριστιανική Ελπίς»,
Θεσσαλονίκη 20073.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΑΓΑΠΩ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΑΓΑΠΩ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ


Φαίνεται ότι επιτέλους αρχίζω να αγαπώ. Με μια αγάπη που δεν έχει τέλος. Και αγαπώντας, καταργώ τους φόβους. Τους φόβους και τους θανάτους που συντηρούν σιωπηλά όλες τις κολάσεις μέσα μου. Μα, ο αγαπών δε φοβάται, δεν πεθαίνει, δεν κολάζεται. Γι’ αυτόν ένας μονάχα φόβος μπορεί να υπάρχει, ένας θάνατος και μία κόλαση: να μην πληγώσει ποτέ με κάτι, κάπως, την αγάπη. Την αγάπη που είναι ο Θεός. Και που γνωρίζει αγνώστως η καρδιά.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2016

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ


     Ο άγιος πατήρ ημών Νεκτάριος γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου 1846, στη Σηλυβρία της Θράκης, από γονείς φτωχούς, αλλά ευσεβείς χριστιανούς, τον Δήμο και τη Μαρία Κεφαλά. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Αναστάσιος και από μικρός έδειξε μεγάλη ευλάβεια και βαθιά αγάπη για τη μελέτη. Όταν η μητέρα του του μάθαινε τον 50ο ψαλμό, εκείνος αρεσκόταν να επαναλαμβάνει τον στίχο: «Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου…» (Ψαλμ. 50, 15). Αφού έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην πατρίδα του, στάλθηκε από τους γονείς του στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει τις σπουδές του, εργαζόμενος ταυτόχρονα ως υπάλληλος σε κατάστημα. Το νεαρό αγόρι έμενε απερίσπαστο από την τύρβη του κόσμου και ενασχολούνταν μονάχα με το να οικοδομεί εντός του «τον κρυμμένο άνθρωπο της καρδιάς» (πρβλ. Α΄ Πέτρ. 3, 4) κατ’ εικόνα του Χριστού, με την προσευχή και την εμβάθυνση στα γραπτά των αγίων Πατέρων. Σε ηλικία είκοσι χρόνων άφησε την Κωνσταντινούπολη για να γίνει δημοδιδάσκαλος στη Χίο. Εκεί, ενθάρρυνε τη νεολαία και τους κατοίκους του χωριού προς την ευλάβεια και την εργασία των αρετών, όχι μόνον με τα λόγια, αλλά κυρίως με το παράδειγμα του δικού του βίου, βίου ασκήσεως και προσευχής. Επιθυμώντας από παλαιά να ασπασθεί την ισάγγελη πολιτεία, έγινε μοναχός με το όνομα Λάζαρος, στις 7 Νοεμβρίου 1876, στο περίφημο μοναστήρι της Νέας Μονής. Αναζητώντας μονάχα τα άνω, κατέστη ο ίδιος υπόδειγμα πραότητας και υπακοής, έγινε αγαπητός σε όλους τους αδελφούς και αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος. Χάρη στη γενναιοδωρία ενός ευλαβούς κατοίκου της Χίου και εν συνεχεία με την προστασία του πατριάρχη Αλεξανδρείας Σωφρονίου, μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Αθήνα και να λάβει το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1885 έφθασε στην Αλεξάνδρεια, όπου σύντομα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στη συνέχεια δε μητροπολίτης Πενταπόλεως (παλαιά επισκοπή που αντιστοιχεί στην άνω Λιβύη). Ορίσθηκε ιεροκήρυκας και γραμματέας του Πατριαρχείου, διετέλεσε επίσης και πατριαρχικός επίτροπος στο Κάιρο, στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.


     Παρά τα αξιώματά του, ο απλός άνθρωπος του Θεού Νεκτάριος δεν έχασε τίποτα από την ταπεινοφροσύνη του και γνώριζε πώς να μεταδίδει στο πνευματικό ποίμνιό του τον ζήλο για τις ευαγγελικές αρετές. Η αγάπη όμως και ο θαυμασμός που του έδειχνε όλος ο λαός απέβησαν εις βάρος του. Με πειρασμό του διαβόλου, ορισμένα μέλη του Πατριαρχείου, φθονώντας τις επιτυχίες του, τον διέβαλαν λέγοντας πως ήθελε να κερδίσει την εύνοια του λαού, με σκοπό να καταλάβει τον πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Ο άγιος δεν ζήτησε να βρει το δίκιο του, αλλά εναπόθεσε την εμπιστοσύνη του στην επαγγελία του Χριστού, ο Οποίος είπε: «Είστε μακάριοι, όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με κάθε λόγο ψεύτικης κατηγορίας εξαιτίας Μου» (Ματθ. 5, 11). Εκδιώχθηκε έτσι από την έδρα του και έφυγε για την Αθήνα, όπου βρέθηκε μόνος, αγνοημένος, συκοφαντημένος, καταφρονημένος, στερούμενος ακόμη και τον επιούσιο άρτο, γιατί δεν ήξερε να φυλάξει τίποτε για τον εαυτό του, γιατί και τους πενιχρούς του πόρους τούς μοίραζε ολόψυχα στους φτωχούς. Εγκαταλείποντας το αρχικό του σχέδιο να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, ο πράος και ταπεινός μιμητής του Κυρίου Ιησού Χριστού προτίμησε να θυσιάσει την αγάπη του για την ησυχία, χάριν της σωτηρίας του πλησίον του. Παρέμεινε ιεροκήρυκας για λίγα χρόνια (1891–1894) και στη συνέχεια διορίσθηκε διευθυντής της Ριζαρείου εκκλησιαστικής σχολής, η οποία είχε σκοπό την εκπαίδευση των μελλοντικών ιερέων. Η βαθιά του γνώση των Γραφών, των αγίων Πατέρων, ακόμη και των θύραθεν επιστημών, και η ανάπλεη πραότητας αυθεντία του στην καθοδήγηση ανθρώπων, του επέτρεψαν να προσδώσει στο ίδρυμα τούτο μια υψηλή πνευματική και ηθική ποιότητα. Ο άγιος ιεράρχης επιφορτίσθηκε με τη διεύθυνση και τα μαθήματα της Ποιμαντικής, δίχως να διακόψει καν το ασκητικό του πρόγραμμα, τη μελέτη των Γραφών και την προσευχή, προσθέτοντας μάλιστα και τα υψηλά καθήκοντα του κηρύγματος και της τακτικής τέλεσης των ιερών Μυστηρίων εντός της σχολής, αλλά και στην περιοχή των Αθηνών.


     Παρά ταύτα, ο άγιος Νεκτάριος διατηρούσε στα βάθη της καρδιάς του τον διάπυρο πόθο της ησυχίας και της ειρήνης του μοναχικού βίου. Επωφελήθηκε έτσι από την επιθυμία που εξέφρασαν ορισμένες πνευματικές θυγατέρες του, για να ιδρύσει ένα γυναικείο μοναστήρι στη νήσο Αίγινα (μεταξύ 1904 και 1907), όπου και αποσύρθηκε κατά το 1908, αφού παραιτήθηκε από τη διεύθυνση της εκκλησιαστικής σχολής. Παρά τις αναρίθμητες φροντίδες και δυσκολίες, ο άγιος μερίμνησε να διοργανώσει μια κοινοβιακή αδελφότητα, πιστή στο πνεύμα των αγίων Πατέρων. Δαπάνησε αφειδώς τις ψυχικές και σωματικές του δυνάμεις στην ανέγερση κτηρίων, στην τέλεση ιερών ακολουθιών και στην πνευματική καθοδήγηση κάθε μαθήτριάς του ξεχωριστά. Τον έβλεπες συχνά να εργάζεται στον κήπο, φορώντας ένα τριμμένο ράσο ή να διορθώνει τα υποδήματα των μοναζουσών. Και όταν γινόταν άφαντος για ώρες πολλές, μάντευες τότε ότι ήταν κλεισμένος στο κελί του για να ανατείνει τον νου του προς τον Θεό, διά της νοεράς προσευχής. Παρ’ όλο που απομακρύνθηκε από κάθε επαφή με τον κόσμο και είχε αυστηρώς ρυθμίσει τις επισκέψεις στο μοναστήρι, η φήμη των αρετών και χαρισμάτων που αξιώθηκε από τον Θεό, εξαπλώθηκε στην περιοχή και οι πιστοί έρχονταν προς αυτόν, ελκόμενοι όπως το μέταλλο από τον μαγνήτη. Θεράπευε πολλούς λαϊκούς και μοναχές από τις ασθένειες που τους ταλαιπωρούσαν, έφερε τη βροχή στο νησί που υπέφερε από την ξηρασία, ανακούφιζε, παρηγορούσε, στήριζε… Ήταν «τα πάντα προς τους πάντες» (Α΄ Κορ. 9, 22), δυνάμενος τα πάντα διά του Χριστού που ενοικούσε σε αυτόν διά της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Είχε οικειότητα με τους αγίους και την Παναγία, που συχνά του φανερώνονταν κατά τη θεία Λειτουργία ή στο κελί του. Παρά τις δυσκολίες της περιόδου μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, απαγόρευε αυστηρά στις μοναχές του να αποθηκεύουν ο,τιδήποτε για την τροφή τους, αλλά διέταξε να μοιράζουν το πλεόνασμα στους φτωχούς, εναποθέτοντας τη μέριμνα της συντήρησης της μονής στην Πρόνοια του Θεού.


     Πέραν των άλλων καθηκόντων του, ο άγιος ιεράρχης Νεκτάριος βρήκε τον χρόνο να συντάξει πλήθος έργων θεολογίας, ηθικής και εκκλησιαστικής ιστορίας για τη στερέωση των τέκνων της Εκκλησίας της Ελλάδος επάνω στην πέτρα της ιεράς Παράδοσης των Πατέρων, η οποία αγνοούνταν τότε συχνά εξαιτίας δυτικών επιδράσεων. Ζώντας λοιπόν ως ένσαρκος άγγελος και αυγάζοντας γύρω του τις ακτίνες του ακτίστου φωτός της Χάριτος, ο μακάριος υπέστη και πάλι συκοφαντίες και άδικες κατηγορίες για το μοναστήρι του, από μέλη της ιεραρχίας. Υπέμεινε τις τελευταίες αυτές δοκιμασίες με την υπομονή του Χριστού: αγόγγυστα και δίχως να εξανίσταται. Τότε προσβλήθηκε από μία επώδυνη αρρώστια για περισσότερο από ενάμιση χρόνο. Ευχαρίστησε τον Θεό για τη δοκιμασία αυτή και προσπάθησε να κρατήσει μυστική την ασθένειά του μέχρι τις τελευταίες στιγμές του. Αφού πήγε να προσκυνήσει για τελευταία φορά την εικόνα της Θεοτόκου, που βρισκόταν όχι μακριά από το μοναστήρι, ανήγγειλε προφητικά στις μαθήτριές του την επικείμενη εκδημία του και μεταφέρθηκε σε ένα νοσοκομείο στην Αθήνα, όπου μετά από πενήντα ημέρες οδύνης, την οποία υπέμεινε με μια υπομονή που οικοδομούσε όλους όσοι τον πλησίαζαν, παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στον Θεό, στις 8 Νοεμβρίου του 1920. Οι πιστοί της Αίγινας, οι μαθήτριές του και όλοι οι χριστιανοί που τον είχαν πλησιάσει, έκλαψαν για την απώλεια του πράου και σπλαχνικού μαθητή του Χριστού, που όλη του τη ζωή υπέστη διαβολικές διώξεις και άδικες κατηγορίες παίρνοντας ως τύπον και υπογραμμό του τα θεία Πάθη του Κυρίου. Ο Θεός όμως τον εδόξασε και από την ώρα της κοιμήσεώς του τα θαύματα περίσσευαν και περισσεύουν καθημερινά ως σήμερα για εκείνους που πλησιάζουν με πίστη τα λείψανά του ή εμπιστεύονται την ισχυρή του μεσιτεία.


     Το σώμα του αγίου παρέμεινε θαυματουργικά άφθαρτο περισσότερο από είκοσι χρόνια, αναδίδοντας ουράνια και λεπτή ευωδία. Στα 1953, όταν έλιωσε τελικά κατά τους φυσικούς νόμους, έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του (η οποία μνημονεύεται στις 3 Σεπτεμβρίου) και διαπιστώθηκε τότε ότι αναδιδόταν έντονα η ίδια ευωδία. Δεν έπαψε έκτοτε να χαροποιεί τους πιστούς που πλησιάζουν τα τίμια αυτά λείψανα, δίνοντάς τους τη διαβεβαίωση ότι ο άγιος Νεκτάριος βρήκε τη θέση του κοντά στον Θεό, στις μονές των αγίων. Η τιμή του αναγνωρίσθηκε επισήμως το 1961 και η εξιστόρηση των θαυμάτων του δεν παύει να γράφεται καθημερινά. Ο τάφος του, στην Αίγινα, έγινε ένα από τα πιο πολυσύχναστα προσκυνήματα στην Ελλάδα.


ΕΠΙΜΥΘΙΟ
1. «Το πώς θα έχουμε τον Χριστό μέσα μας!
Αυτό έχει σημασία!»


     Όταν ο άγιος Νεκτάριος έβγαινε από τη Ριζάρειο σχολή –στην οποία, για 14 ολόκληρα χρόνια (1894–1908) διετέλεσε χαρισματικός και αλησμόνητος διευθυντής της–, σχεδόν πάντα κυκλοφορούσε ταπεινά και απλά ενδεδυμένος σαν ένας απλός ιερέας, χωρίς να τον ακολουθεί συνοδεία και χωρίς να φέρει πάνω του εγκόλπιο, το διακριτικό του βαθμού της αρχιερωσύνης.
     Κάποτε, κάπου εκεί κοντά στη Ριζάρειο, συνάντησε τον άγιο Νεκτάριο ο πατήρ Νικόδημος, μοναχός από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους. Ο άγιος χαιρέτησε τον αγιορείτη μοναχό με τον πασίγνωστο αγιορείτικο χαιρετισμό «Ευλογείτε!», που ήταν –για τότε τουλάχιστον– εντελώς άγνωστος στους πολλούς. Όπως ήταν φυσικό, απόρησε ο μοναχός και ακολούθησε ο ακόλουθος διάλογος μεταξύ τους:
     –Πώς γνωρίζετε, πάτερ, το «Ευλογείτε»;
     –Κι εγώ, Γέροντα, μοναχός είμαι!
     –Φαίνεστε ότι είστε και παπάς. Πού είστε εφημέριος;
     –Είμαι εδώ, στον Άγιο Γεώργιο της Ριζαρείου.
     –Ασφαλώς, τότε, θα είστε ο Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Γιατί γνωρίζω καλά ότι αυτός είναι εκεί εφημέριος. Γιατί δεν φέρετε το διακριτικό σας εξωτερικά;
     –Μέσα μας, Γέροντα!... Το πώς θα έχουμε τον Χριστό μέσα μας! Αυτό έχει σημασία! Τα εξωτερικά δεν είναι και τόσο απαραίτητα!…, απάντησε με γλυκύτητα και ταπεινοφροσύνη ο ιεράρχης του Χριστού.

2. «Είμαστε φτωχοί,
που κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν»
(πρβλ. Α΄ Κορ. 6, 10)


     Η αγάπη, η φιλαδελφία, η φιλανθρωπία, η ελεημοσύνη, το δόσιμο και η θυσία του αγίου Νεκταρίου προς τον άνθρωπο –τον κάθε άνθρωπο– σε συνδυασμό με την εκούσια πτωχεία και την ακτημοσύνη του, ήταν κάτι το μοναδικό και το απίστευτο. Πολύ ενδεικτικά αναφέρουμε λίγα θαυμαστά περιστατικά που μας το φανερώνουν αυτό πολύ εύγλωττα.
     Κάποια μέρα, αρχές του μήνα, εμφανίστηκε στο γραφείο του αγίου ένας άγνωστος και ζητούσε 25 δραχμές για να ξοφλήσει ένα γραμμάτιο. Ο άγιος τού έδωσε τα χρήματα –ήταν όλα κι όλα όσα είχε– και στον συμπαρόντα και διαμαρτυρόμενο υποδιευθυντή της Ριζαρείου είπε «να μην απελπίζεται, γιατί ο Θεός θα τα οικονομήσει τα πράγματα»· όπως και πράγματι έγινε στη συνέχεια.
     Μια Κυριακή, μετά τη θεία Λειτουργία, στην εκκλησία της «Χρυσοσπηλιώτισσας» (Αιώλου 60), ο άγιος αντίκρισε έναν ιερέα με πολύ φθαρμένο το εξώρασό του. Αμέσως, βγάζει το δικό του και το ανταλλάσσει με εκείνο το φθαρμένο του φτωχού λευίτη.
     Άλλη φορά πάλι, ένας φτωχός που μόλις είχε βγει από το νοσοκομείο, κατέφυγε στον Πενταπόλεως και ζητούσε χρήματα για ν’ αγοράσει φάρμακα. Ο άγιος, μη έχοντας να του δώσει, του πρόσφερε μια καινούργια φορεσιά εσώρουχα που του είχαν χαρίσει, ώστε πουλώντας τα με το αντίτιμό τους, να εξυπηρετηθεί.
     Και αυτό το γεγονός έμμεσα επιβεβαιώνεται από σημείωμα της 16ης Απριλίου του 1940, που βρέθηκε στο προσωπικό αρχείο του Μητροπολίτη Ελευθερουπόλεως Σωφρονίου, το οποίο αναφέρει πως συνέβαινε ο άγιος να μην έχει ακόμη και δεύτερα εσώρουχα και έτσι να αναγκάζεται να μένει στο δωμάτιό του, ώσπου να πλυθούν και να στεγνώσουν τα υπάρχοντα. Ακόμα, διαπιστώνουμε από επιστολές του πως είχε μονάχα ένα επανωκαλύμμαυχο, ενώ υπήρχαν περιπτώσεις που δεν είχε χρήματα ούτε να πληρώσει τα εισιτήριά του για να πάει στην Αίγινα…
     Τελικά, «ένας τέτοιος Αρχιερέας μάς χρειαζόταν! Που να είναι τόσο άγιος, τόσο άκακος και τόσο αψεγάδιαστος (με την αγάπη). Που, δίχως να έχει (καμία) σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, κατάφερε και ανέβηκε προς τα ουράνια» (πρβλ. Εβρ. 7, 26) με μια τέτοια θαυμαστή επίγεια πολιτεία. Και από «εκεί», τώρα και για πάντα, με άπλετη πατρική και ένστοργη αγάπη, να πρεσβεύει ακατάπαυστα στον Μέγα Αρχιερέα Χριστό για όλους εμάς.


[(1) «Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου.
Τόμ. 3ος, σελ. 94–97.
Διασκευή εκ του Γαλλικού:
Ξενοφών Κομνηνός.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήνα, Απρίλιος 20122.
(2) Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου:
«Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως,
Η πρώτη Αγία Μορφή των καιρών μας»
–Ιστορική Βιογραφία
βασισμένη σε αυθεντικές πηγές–
Κεφ. 24ο, σελ. 207–209,
Αθήνα 1998.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
— Μια μικρή αγγελολογία —


     Μέσα στις γιορτές που έχει προγραμματίσει με τόση σοφία η Εκκλησία των αγίων Πατέρων για να ξεκουράζει τα πνευματικά της τέκνα απ’ τους κόπους της ζωής, να τα στηρίζει και να τα δυναμώνει στη συνέχιση των πνευματικών αγώνων τους, ξεχωριστή θέση κατέχει η «Σύναξις τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριήλ, καὶ τῶν λοιπῶν ἀσωμάτων Δυνάμεων» που γιορτάζουμε στις 8 Νοεμβρίου. Είναι μια γιορτή που τη γιορτάζουν με πολλή ευγνωμοσύνη προς τον κόσμο των αγγέλων οι πιστοί και που αγνοούν, με τη συνηθισμένη τους ψυχρότητα, οι άπιστοι –όσοι δεν πιστεύουν παρά μόνο σε ό,τι μπορούν να αισθανθούν με τις αισθήσεις του σώματος. Κοντά σ’ αυτούς, όμως, που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη των αγγέλων, περπατούν κι εκείνοι που πιστεύουν πως υπάρχουν άγγελοι –όπως διδάσκει η Εκκλησία μας με την αγία Γραφή και την ιερά Παράδοση– και ομολογούν στο «Σύμβολο της Πίστεως» πως ο Θεός είναι ποιητής «ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων», εντούτοις όμως, η στάση τους στα προσωπικά ή στα κοινωνικά προβλήματα είναι τέτοια, που φαίνεται πως αγνοούν τον άγγελο που είναι δίπλα τους για να τους φυλάγει και να τους «α(να)γγέλλει» τα θελήματα του Θεού. Γι’ αυτό και η αγία Εκκλησία μας, μας προσκαλεί να τιμήσουμε τους ουρανίους συμμάχους μας και να γνωρίσουμε τι δυνάμεις έχουμε στη διάθεσή μας, όταν αποφασίσουμε να περπατήσουμε με πίστη και θερμό ζήλο στη στράτα του Θεού. Γιατί οι άγγελοι δεν έχουν έργο τους μονάχα τον αίνο και την ύμνηση του Θεού, αλλά και το φωτισμό και τη διαφύλαξη των ανθρώπων από τους πειρασμούς που δημιουργούν και στέλνουν προς αυτούς οι εκπεσόντες άγγελοι, ήγουν οι δαίμονες, και τη λύτρωσή μας από κάθε κίνδυνο. Αυτό λέει ο υμνογράφος (ο Εφραίμ Καρίας) με το 7ο στιχηρό ιδιόμελο της Λιτής, αμέσως μετά τα Αναγνώσματα του Εσπερινού της εορτής των αγγέλων, στον πλ. β΄ ήχο:
     «Οἱ Ἄγγελοί σου, Χριστέ,
     τῷ θρόνῳ
     τῆς μεγαλοσύνης,
     ἐν φόβῳ παρεστῶτες,
     καὶ τῇ σῇ φωτοχυσίᾳ
     ἀεὶ λαμπόμενοι,
     ἐν τοῖς ὑψίστοις
     ὑμνῳδοί σου
     καὶ τῆς βουλῆς σου
     λειτουργοί,
     ὑπὸ σοῦ ἐκπεμπόμενοι,
     νέμουσι φωτισμὸν
     ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν».


     Την ευκαιρία που μας δίνει η Σύναξη των αγίων Αρχαγγέλων δεν θα τη σπαταλήσουμε σε απέραντες διδασκαλίες για τους αγγέλους και τις άλλες σχετικές θεωρίες που δεν έχουν να μας προσφέρουν και μεγάλη ψυχική ωφέλεια. Μια συστηματική και ολοκληρωμένη αγγελολογία, ούτε εύκολη ούτε αυτής της στιγμής είναι έργο. Μα, επειδή πολλοί χριστιανοί δεν δίνουν όση προσοχή χρειάζεται στην παρουσία και τη δύναμη των αγγέλων, θα δρέψουμε πάλι λίγα άνθη από τον ευωδιαστό λειμώνα των αγίων Πατέρων για να προσφέρουμε στους αδελφούς μας. Και όλοι ας κάνουμε αυτό που κάνουν οι γεωργοί μας τον καιρό της σποράς: όσοι δεν έχουν στάρι καλό για σπόρο, παίρνουν απ’ τον γείτονα ή απ’ το διπλανό χωριό καλό και καθαρό στάρι και σπέρνουν τα χωράφια τους. Ας πάρουμε κι εμείς απ’ το πνευματικό στάρι των αγίων Πατέρων κι ας σπείρουμε το πνευματικό χωράφι της ψυχής μας· κι αν μας περισσέψει σπόρος, ας σπείρουμε, μ’ έναν πνευματικό καλό λόγο, το χορταριασμένο χωράφι του αδελφού μας. Να του θυμίσουμε πως έχει κι αυτός έναν άγγελο προστάτη και δεν πρέπει να τον διώχνει μακριά με τις αμαρτίες. Να του δείξουμε, αφού το διαπιστώσουμε –αν έχουμε ταπείνωση– πρώτα στον εαυτό μας, πως με την πολύμορφη αμαρτωλότητα και απροσεξία του, καταδικάζει σε μια καταθλιπτική μοναξιά τον φύλακα άγγελό του. Κι αυτό είναι, πράγματι, μια τραγική για τους αγγέλους και για μας αλήθεια: πως η μοναξιά των αγγέλων είναι ένα παιδί της δικής μας αμαρτωλότητας.


     Ο αριθμός των αγγέλων είναι απροσμέτρητος και ανυπολόγιστος. Ο προφήτης Δανιήλ είδε σε όραμά του τον «παλαιὸν τῶν ἡμερῶν» να κάθεται σε πύρινο θρόνο και γύρω του αναρίθμητες στρατιές αγγέλων: «χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ» (Δαν. 7, 10). Στη γέννηση του Χριστού «ἐγένετο… πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεόν» (Λουκ. 2, 13). Στη Γεθσημανή, όταν ο απόστολος Πέτρος τράβηξε το μαχαίρι του κι έκοψε το αυτί του Μάλχου, ο Κύριος τον μάλωσε και του είπε, πως, αν ήθελε να μη συλληφθεί, μπορούσε ν’ αντιπαρατάξει στον βάρβαρο εκείνο όχλο «πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων (Ματθ. 26, 53), αναρίθμητα δηλαδή και ακαταμάχητα αγγελικά στρατεύματα. Στην Αποκάλυψη, πάλι, ο ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι είδε και άκουσε μια αγγελική χορωδία γύρω από τον θρόνο του Θεού, που ο αριθμός των μελών της ήταν «μυριάδες μυριάδων καὶ χιλιάδες χιλιάδων» (5, 11).


     Το πλήθος αυτό των αγγέλων είναι, θα λέγαμε, οργανωμένο και διακρίνεται σε διάφορα τάγματα. Κάθε τάγμα είναι επιφορτισμένο με ιδιαίτερη λειτουργική διακονία και έχει το δικό του όνομα. Τα ονόματά τους είναι κατάσπαρτα μέσα στην αγία Γραφή. Έτσι, στον προφήτη Ησαΐα περιγράφονται για πρώτη φορά τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ να κυκλώνουν τον μεγαλοπρεπή θρόνο του Θεού (6, 2–7). Ο προφήτης Ιεζεκιήλ είδε σε όραμά του τα πολυόμματα Χερουβείμ μέσα σε ανείπωτη θεϊκή δόξα (κεφ. 10). Ο απόστολος Παύλος, επίσης, στην προς Κολασσαείς επιστολή του κατονομάζει τέσσερις αγγελικές τάξεις: τους Θρόνους, τις Κυριότητες, τις Αρχές και τις Εξουσίες (1, 16), ενώ αλλού αναφέρεται στους Αρχαγγέλους (Α΄ Θεσ. 4, 16), στις Δυνάμεις και στους Αγγέλους (Ρωμ. 8, 38).
     Παρ’ όλο που με το όνομα  Ά γ γ ε λ ο ι  (που σημαίνει αγγελιαφόροι) δηλώνεται ένα συγκεκριμένο τάγμα, εν τούτοις έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται έτσι όλα τα ουράνια τάγματα, τα οποία, με βάση τις αγιογραφικές μαρτυρίες, αριθμούνται σε εννέα.
     Για τα εννέα αυτά αγγελικά τάγματα γίνεται συστηματικός λόγος στα αρεοπαγιτικά συγγράμματα. Ο θεολογικότατος συγγραφέας τα ταξινομεί σε τρεις τρίχορδες ιεραρχίες ή ταξιαρχίες, κατά το ακόλουθο σχήμα: Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι – Κυριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες – Αρχές, Αρχάγγελοι, Άγγελοι.
     Ο όσιος Νικήτας ο Στηθάτος, επιβεβαιώνοντας την ταξινόμηση αυτή, λέει πως όλες οι ουράνιες δυνάμεις συντάσσονται σε χορείες κατά τρόπο τριαδικό και παραστέκονται τριαδικά στην Αγία Τριάδα. Πλησιέστερες σ’ Αυτήν (την Αγία Τριάδα) και πρώτες στη σειρά είναι οι Θρόνοι, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ. Ιδίωμά τους είναι η πύρινη σοφία και η γνώση των ουρανίων και κύριο έργο τους ο θεοπρεπής ύμνος του «Γελ». Δεύτερες στη σειρά είναι οι Εξουσίες, οι Κυριότητες και οι Δυνάμεις. Ιδίωμά τους είναι οι διευθετήσεις των μεγάλων πραγμάτων και διενέργειες των θαυμάτων και κύριο έργο τους ο τρισάγιος ύμνος, το «Άγιος, άγιος, άγιος». Τρίτες στη σειρά, που βρίσκονται πάνω από μας και κάτω από τις δεύτερες, είναι οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι. Ιδίωμά τους είναι να εκτελούν θείες υπηρεσίες και κύριο έργο τους ο ιερός ύμνος «Αλληλούια» (Φιλοκαλία).
     Τα αγγελικά τάγματα, σαν «φῶτα δεύτερα νοερὰ ἐκ τοῦ πρώτου καὶ ἀνάρχου φωτὸς τὸν φωτισμὸν ἔχοντα» (άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός), μεταδίδουν ιεραρχικά το φωτισμό και τη γνώση το ένα στο άλλο, και το κατώτερο σε μας τους ανθρώπους. Έτσι, τις αποκαλύψεις και τα μυστήρια του Θεού τα διδάσκουν οι ανώτερες τάξεις στις κατώτερες, ενώ πολλά κατεβαίνουν μέχρι μια ορισμένη τάξη και εκεί φυλάγονται «ἐν σιωπῇ». Όταν μάλιστα επιτρέψει ο Θεός ν’ αποκαλυφθεί κάποιο μυστήριο σε νου αγίου ανθρώπου, θ’ ακολουθήσει την πορεία που περιγράψαμε, από τάξη σε τάξη, και τέλος θα μεταδοθεί στον άνθρωπο από την κατώτερη. Στη μέλλουσα ζωή όμως, όπως μας βεβαιώνει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, θα καταργηθεί αυτή η μετάδοση, γιατί καθένας θα δέχεται τη χάρη, τον αγιασμό και την ουράνια ευφροσύνη από τον Ίδιο τον Χριστό, σύμφωνα πάντα με την προσωπική του αξία και το βαθμό δεκτικότητας που θα έχει.


     Στην αγία Γραφή γίνεται συχνά λόγος για τους
αγγέλους. Εκτός από την αρίθμηση και ονομασία των εννέα ταγμάτων η Γραφή μάς αναφέρει και τα ονόματα που έχουν μερικοί άγγελοι. Ο Θεός, που έδωσε ονόματα σε όλα τα άστρα (Ψαλμ. 146, 4), έδωσε, ασφαλώς, ονόματα και σ’ όλους τους αγγέλους Του. Αναφέρονται, μάλιστα, τα ονόματα των Μιχαήλ, Γαβριήλ και Ραφαήλ.
     Ο ταξιάρχης των ουρανίων Δυνάμεων Μιχαήλ, παρουσιάζεται ως ευεργέτης και φιλόστοργος προστάτης των τέκνων του Θεού, σε πολλά σημεία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Το όνομά του σημαίνει «Τίς ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν;». Αυτός πρωτοφανερώθηκε στον Πατριάρχη Αβραάμ (Γεν. 16, 1–16 και 21, 1–21). Ύστερα στον Λωτ, όταν τον γλύτωσε αυτόν και τις θυγατέρες του απ’ τη θεόσταλτη φωτιά και την καταστροφή των Σοδόμων (Γεν. 18 και 19, 1–25). Φάνηκε ύστερα στον Πατριάρχη Ιακώβ, όταν τον γλύτωσε απ’ τον Ησαύ (Γεν. 32, 24–30). Αυτός ήταν που προπορευόταν, όταν οι γιοι του Ισραήλ ελευθερώθηκαν απ’ τη σκλαβιά των Αιγυπτίων, και που με τον στύλο του πυρός και τη φωτεινή νεφέλη, διευκόλυνε τη δυσκολότατη πορεία τους (Έξοδ. 14, 19–20). Αυτός και στον μάντη Βαλαάμ, όταν εκείνος πήγαινε να καταραστεί τον ισραηλιτικό λαό (Αριθμ. 22, 1–35). Αυτός –για να παραλείψουμε ένα πλήθος άλλων «σημείων» του– θαυματούργησε στις Χώνες, κοντά στην εκκλησία και στο αγίασμά του, μ’ εκείνο το χώνεμα τόσων νερών των δύο ποταμών, που έκανε τους ειδωλολάτρες να φρενιάσουν. Ο συναξαριστής αναφέρει στο υπόμνημα της γιορτής πως με την ταπείνωσή του ο Αρχάγγελος Μιχαήλ συγκράτησε τα ουράνια τάγματα, μετά την πτώση των υπερήφανων δαιμόνων, και πως έψαλε μαζί με όλους τους αγγέλους το «Άγιος, Άγιος Άγιος, Κύριος Σαββαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου…». Αυτό το γεγονός γιορτάζει και η Εκκλησία και γι’ αυτό την ομόνοια, την ένωση και την ενότητα των αγγέλων την ονομάζει «Σύναξιν πασῶν τῶν ἐπουρανίων Δυνάμεων».


     Μαζί με τον Μιχαήλ τιμούμε και τον Αρχάγγελο Γαβριήλ που, τόσες ευεργεσίες έκαμε στο ανθρώπινο γένος, στην περίοδο και της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Το όνομά του στα εβραϊκά σημαίνει «Ἥρωας τοῦ Θεοῦ». Παρουσιάζεται στον Προφήτη Δανιήλ (Δανιήλ 6 και Δανιήλ [Βηλ και Δράκων]). Στη γυναίκα του Μανωέ, και της αναγγέλλει πως θα γεννήσει τον Σαμψών (Κριτ. 13, 1–25). Στον Ιωακείμ και την Άννα, και τους αναγγέλλει πως θα γεννήσουν την Παναγία (Πρωτοευαγ. Ιακ. Δ΄, 1–4). Στον ιερέα Ζαχαρία, πως θα γεννήσει τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (Λουκ. 1, 5–38). Αυτός ήταν που έτρεφε με ουράνιο άρτο την Παναγία, μέσα στα Άγια των Αγίων (Πρωτοευαγ. Ιακ. 8, 1· Πρεσβ. Ιερωνύμου 6, 2). Αυτός παρουσιάστηκε στην Κυρία Θεοτόκο, και της ανάγγειλε πως θα γεννήσει «ἐκ Πνεύματος ἁγίου τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1, 26–38). Αυτός καθησύχασε τους φόβους του Μνήστορος Ιωσήφ (Ματθ. 1, 19–25). Αυτός παρουσιάστηκε στους αγραυλούντας ποιμένας (Λουκ. 2, 8–16). Αυτός είπε στον Ιωσήφ, να πάρει την Μαρία και το Βρέφος και να φύγει στην Αίγυπτο· κι ύστερα από καιρό, να επιστρέψει πάλι στη γη του Ισραήλ (Ματθ. 2, 13–15). Αυτός υπηρέτησε μέχρι τέλους στο μυστήριο της ενσάρκου οικονομίας του Θεού Λόγου. Γι’ αυτό και τον τιμούμε μαζί με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και ζητούμε τη βοήθεια και τη χάρη του.
     Ένας τρίτος άγγελος, που αναφέρεται με το όνομά του στη γνωστή ιστορία του Τωβίτ, είναι ο Ραφαήλ, του οποίου το όνομα που σημαίνει: «Ὁ Κύριος ἰᾶται», είναι ένας από τους επτά αρχαγγέλους που μεταφέρουν από τη γη στον ουρανό τις προσευχές των αγίων (Τωβίτ 12, 15).
     Επίσης, η εβραϊκή παράδοση αναφέρει και έναν τέταρτο άγγελο με το όνομά του, τον Ουριήλ, που σημαίνει «Ὁ Θεὸς φῶς ἐστι» ή «Πῦρ ὁ Θεός».


     Οι άγγελοι είναι οι σύντροφοί μας στην αγιότητα, όπως είναι οι δαίμονες στην αμαρτωλότητά μας. Τους τιμούμε κατά τη διδασκαλία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου και των αγίων Πατέρων, αποδίδοντάς τους όχι τη λατρευτική προσκύνηση που ανήκει στον Θεό, αλλά την τιμητική ή τη σχετική προσκύνηση και επίκληση. «Δεν πρέπει», λέγει ο Ωριγένης, «αυτούς που υπηρετούν και κομίζουν σ’ εμάς τα μυστήρια του Θεού να τους αποδίδουμε απόλυτο σέβας και προσκύνηση στη θέση του Θεού». Αυτή η τιμητική προσκύνησή τους πρέπει ωστόσο να μας κάνει μιμητές της υπακοής των αγγέλων, που ενεργούν πάντοτε κατά το θέλημα του Θεού: «Το να ενεργεί κάποιος πάντα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτό είναι χαρακτηριστικό των αγγέλων. Το να μην ενεργεί ποτέ σύμφωνα όπως θέλει ο Θεός, αυτό είναι σύμπτωμα των δαιμόνων. Το να ενεργεί κάποιος πότε καλά και πότε σφαλερά, αυτό είναι ιδίωμα των ανθρώπων». Αυτό το «σφαλερά» είναι που λυπεί τον Θεό και τους αγγέλους μας. Αυτό αναγκάζει και τον φύλακα άγγελό μας να φεύγει μακριά μας λυπημένος, όπως λέγει ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος: «Όσο βρίσκονται σ’ εμάς έργα που είναι άξια της αγγελικής προστασίας, μας περικυκλώνουν άγγελοι και μας φυλάνε από παντού. Αν όμως όχι, μας αποστρέφονται και φεύγουν από κοντά μας». Κλαίνε για τις αμαρτίες και για την έπαρσή μας, όταν εμείς δεν καταλαβαίνουμε την αγάπη των δακρύων, συνεπαρμένοι από τη ψεύτικη χαρά και ηδονή της αμαρτίας. Και, με στοργή και αγάπη αδερφική, περιμένουν να φύγουν οι δαίμονες από πάνω μας, για να γυρίσουν και πάλι κοντά μας. «Μετά την αναχώρηση των δαιμόνων που μας εκπειράζουν», λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος, «έρχονται κοντά μας φέρνοντάς μας θεία νοήματα και στηρίγματα, φωτισμό, κατάνυξη, παρηγοριά, υπομονή, γλυκύτητα και όσα δηλαδή σώζουν, ενισχύουν και αναπτερώνουν εκείνη τη ψυχή που κόπιασε (σε έργα μετάνοιας και αγάπης)». Και μας δείχνουν, όπως έδειξαν και στον Μέγα Αντώνιο, πώς πρέπει να ζούμε, πώς να θέλουμε να σωθούμε από τον δαίμονα της αμαρτίας.


     Είναι δικαιολογημένη, ίσως, η δυσκολία με την οποία σήμερα παρακολουθεί κανείς θέματα που αναφέρονται στον αόρατο κόσμο. Δυστυχώς, «το πολίτευμά» μας δεν «υπάρχει», όσο πρέπει, «ἐν οὐρανοῖς». Τα ενδιαφέροντά μας είναι πολύ γήινα, πολύ σαρκικά. Η κάθε λογής αμαρτία με το πρόσχημα της απόλαυσης μια μικρής ή μεγάλης ικανοποίησης ή ηδονής, μας «καρφώνει» στο χώμα. Τα φτερά μας έχουν μαδήσει, όπως και τα ιδανικά μας για την απόκτηση της εν Χριστώ τελειότητας. Έρχονται, όμως –για όσους δεν έχασαν εντελώς την πίστη τους και δεν ξεράθηκε πέρα για πέρα απ’ το στεγνό διανοητισμό και τη φωτιά του υλισμού το πνεύμα κι η καρδιά τους– έρχονται λοιπόν οι άγγελοι, που η αγιογραφία τούς ιστορεί με φτερά φυτρωμένα στους ώμους, να μας σηκώσουν απ’ τη γη. «Αν δεν υπήρχε ο άγγελος του Παντοκράτορα Κυρίου να φυλάγει τους ανθρώπους, δεν θα μπορούσαν αυτοί να ξεφύγουν από την επιβολή και από τους βρόχους του θανάτου των δαιμόνων», μας λέγει ο άγιος Νικήτας ο Στηθάτος. Ίσως δεν υπάρχει, μετά τον Θεό, κανείς άλλος να μας αγαπά και να φροντίζει τόσο πολύ για μας, όσο οι άγγελοι. «Οι άγγελοι μ’ αγαπάνε και με φυλάνε», λέγει με ιερή πεποίθηση ο άγιος Πέτρος ο Δαμασκηνός. Αναφέρουν σε πολλά κείμενα οι άγιοι Πατέρες, πόση βοήθεια έλαβαν στον αγώνα τους απ’ τις στρατιές των αγγέλων.


     Μπορεί κανείς να γράψει μια μεγάλη μελέτη για τη βοήθεια των αγγέλων προς τους τραυματισμένους ψυχικά πιστούς, ώσπου αυτοί ν’ αναρρώσουν και να βαδίσουν θαρρετά το δρόμο του Χριστού. Ας αναφέρουμε ένα-δυο περιστατικά... 
     Τον αββά Μωυσή τον πολεμούσαν φοβερά κάποτε οι λογισμοί της πορνείας. Αποκαμωμένος απ’ τον αγώνα, αφήνει το κελί του και πηγαίνει στον γέροντα Ισίδωρο. Εκείνος, τον παρακάλεσε να γυρίσει στο κελί του· μα ο αββάς Μωυσής αρνιότανε, λέγοντας πως φοβάται την αδυναμία του και τον πόλεμο του δαίμονος. Τότε τον παίρνει ο αββάς Ισίδωρος, τον ανεβάζει πάνω στο δώμα και του λέγει: «Κοίταξε προς τη δύση». Κοιτάζοντας ο Μωυσής, είδε ένα πλήθος δαιμόνων που έκαναν θόρυβο και ταραχή μεγάλη, ετοιμαζόμενοι για πόλεμο. Του λέγει πάλι: «Κοίταξε τώρα και προς την ανατολή». Και, στρέφοντας προς τα εκεί, βλέπει ο αββάς Μωυσής πλήθη αγγέλων αναρίθμητα, μέσα σε δόξα φωτεινή· κι ακούει τον γέροντα Ισίδωρο να του λέγει: «Αυτοί είναι εκείνοι που ο Θεός στέλνει να βοηθούν τους αγίους και τους αγωνιζόμενους πιστούς. Οι άλλοι, προς τη δύση, είναι οι εχθροί τους. Μα είναι πολύ λιγότεροι απ’ τους αγγέλους· κι άμα ο πιστός είναι με το μέρος των αγγέλων, ποτέ δεν μπορεί να νικήσει η λεγεώνα των δαιμόνων».


     Εκείνο που μας κάνει να πλησιάζουμε περισσότερο προς τους αγγέλους είναι η σωφροσύνη (η αγνότητα και η καθαρότητα της ψυχής και του σώματος), κατά τον άγιο Κασσιανό τον Ρωμαίο· καθώς και η προσευχή με τη ψαλμωδία, κατά τον άγιο Κάλλιστο τον Ξανθόπουλο. Γι’ αυτό και όταν ψάλουμε ή όταν προσευχόμαστε με καθαρή καρδιά, αισθανόμαστε μια κατανυκτική γαλήνη να σκεπάζει τη ψυχή μας. Εκείνη την ώρα –αν η διάθεσή μας είναι γνήσια για να μας φωτίσει ο Θεός και να μας φυλάγει στο δρόμο Του, κι αν η απόφασή μας είναι σταθερή, όσες θυσίες κι όσους κόπους και αν χρειασθεί να υποφέρουμε, για να ζήσουμε με αρετή τον υπόλοιπο βίο μας– ο άγγελός μας οπωσδήποτε θα χαίρεται. «Καθώς οι άγγελοι είναι υπηρέτες της αγάπης και της ειρήνης, χαίρονται με τη δική μας μετάνοια και με τη δική μας προκοπή στην αρετή. Κάνουν τα πάντα από εδώ στη γη για να μας γεμίζουν με πνευματικές θεωρίες και να συνεργούν μαζί μας στο αγαθό», λέγει ο άγιος Θεόδωρος ο Σαββαΐτης. Αυτό, όμως, δεν μπορεί ο πιστός να το οικειωθεί (να το οικειοποιηθεί), παρά μονάχα μέσα στην Εκκλησία. Οι άγγελοι είναι που μας φέρνουν στην Εκκλησία. Κανείς δεν μπορεί να μας περιγράψει πόσες αλλαγές γίνονται μέσα στη ψυχή μας, όταν ακούμε τον Εσπερινό, τη θεία Λειτουργία, ή άλλες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Μόνο οι άγγελοι βλέπουν τις αλλοιώσεις μας και χαίρονται, ενώ οι δαίμονες καταισχύνονται και απομακρύνονται.


     Είναι πολύ χαρακτηριστικό το σχετικό γεγονός που αναφέρει το «Γεροντικό» στον βίο του αββά Παύλου του «Απλού». Πήγε να προσκυνήσει σ’ ένα μοναστήρι, γειτονικό στη σκήτη του. Όταν οι μοναχοί έμπαιναν στην ακολουθία στο ναό, ο εν λόγω αββάς Παύλος, έχοντας το χάρισμα να βλέπει στο βάθος τη ψυχή του ανθρώπου, κοιτούσε κι έβλεπε βαθιά τους μοναχούς καθώς έμπαιναν ένας-ένας. Τους έβλεπε να μπαίνουν με λαμπερά πρόσωπα και τον άγγελό τους δίπλα χαρούμενο. Ένας, όμως, ήταν κατάμαυρος και σκοτεινός και πολλοί δαίμονες τον έσερναν μ’ ένα καπίστρι περασμένο απ’ τη μύτη, ενώ ο άγγελός του ακολουθούσε από μακριά, σκυθρωπός και καταλυπημένος. Ο αββάς Παύλος άρχισε τότε να χτυπά το στήθος του και να κλαίει για τον δυστυχισμένο αμαρτωλό που είδε. Μάταια οι μοναχοί τον ρωτούσαν για την αιτία των δακρύων του. Σαν τελείωσε η ακολουθία ύστερα από αρκετή ώρα, έβγαιναν πάλι ένας-ένας οι αδελφοί της μονής. Αλλά με πολλή χαρά βλέπει κι εκείνον που πριν ήταν κατάμαυρος και σκοτεινός, να βγαίνει τώρα λαμπερός στο πρόσωπο και λευκός στο σώμα, με τον άγγελο δίπλα του ιλαρό και χαρούμενο, ενώ οι δαίμονες τον ακολουθούσαν σκυθρωποί και λυπημένοι από μακριά. Με κραυγές χαράς ο αββάς Παύλος ευλογούσε τ’ όνομα του Θεού. Ύστερα διηγήθηκε ό,τι είδε εκεί στην είσοδο της εκκλησίας. Αλλά οι αδελφοί ήθελαν να μάθουν και να διδαχθούν περισσότερα. Με πολλή επιμονή, τόσο του αββά Παύλου όσο και των αδελφών, ο άνθρωπος εκείνος άνοιξε το στόμα και τους εξήγησε αυτά που διείδε ο άγιος ασκητής, λέγοντάς τους τα εξής: «Εγώ είμαι ένας αμαρτωλός άνθρωπος και για πολλά χρόνια ζούσα μέσα στην πορνεία. Μπαίνοντας στην εκκλησία, άκουσα τον λόγο του Θεού, μέσα απ’ το στόμα του προφήτη Ησαΐα, να μου λέει: “Λουστείτε και γίνετε καθαροί, αφήστε τις πονηριές μέσα από τις καρδιές σας και μάθετε να κάνετε το καλό μπροστά στα μάτια Μου. Κι αν οι ψυχές σας είναι κατακόκκινες από τις αμαρτίες σας, Εγώ θα τις λευκάνω σαν το χιόνι. Αν θελήσετε και Με ακούσετε, θ’ απολαύσετε τ’ αγαθά της γης” (Ησ. 1, 16–18). Τότε στέναξα με κατάνυξη και είπα: “O Θεός να κάνει και σ’ εμένα τον ανάξιο αμαρτωλό ό,τι ακριβώς είπε με το στόμα του προφήτου Του”. Κι αποφάσισα πλέον να μην κάνω καμιά αμαρτία πια και καμιά παρανομία. Και μ’ αυτή τη συντριβή της μετάνοιας και με την απόφαση να μην κάνω κανένα φαύλο πράγμα ενώπιον του Θεού, βγήκα έξω απ’ την εκκλησία».


     Μπορείς κι εσύ, αδελφέ μου, να προστρέχεις και να ζητάς τη βοήθεια των αγγέλων μπροστά σε όλες τις δυσκολίες και σε όλες τις κακίες, με τις οποίες σε πολεμούν οι εχθροί σου. Οι άγγελοι, με τη χάρη που έχουν λάβει απ’ τον Θεό, θα σε φυλάξουν την ώρα του πειρασμού και περνώντας σε άφθορο απ’ τη μεγάλη δοκιμασία του θανάτου, θα σε βοηθήσουν ν’ αποχτήσεις την τελειότητα, μαζί με τη ψυχική σωτηρία σου.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ Β. ΠΑΣΧΟΣ

[(1) Παντελή Β. Πάσχου:
«Έρως Ορθοδοξίας»
Μέρος 5ο, Κεφ. 8ο,
σελ. 470–479,
Εκδόσεις
«Αποστολικής Διακονίας»,
Αθήναι, 19874.
(2) «Εμφανίσεις και θαύματα
των αγγέλων»,
Εισαγωγή, σελ. 20–24,
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, 19986.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
μετάφραση πατερικών χωρίων,
υπομνηματισμός και πληκτρολόγηση
κειμένου: π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.