Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Ο ΦΙΛΟΞΕΝΟΣ ΑΡΧΟΝΤΑΡΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ

Ο ΦΙΛΟΞΕΝΟΣ
ΑΡΧΟΝΤΑΡΗΣ ΤΗΣ ΠΑΤΜΟΥ


     Η πόρτα του οσίου «Γέροντα της Πάτμου», του π. Αμφιλοχίου Μακρή (1889–1970), ήταν ανοικτή για όλον τον κόσμο, όταν άλλοι (συγκληρικοί και συμμοναστές της εποχής του) ερμητικά έκλειναν τις πόρτες τους· ανατριχιαστικό ήτανε το γύρισμα του κλειδιού στην πόρτα, για να μη διέλθει οσμή ανθρώπου! 
     Ο Γέροντας έλεγε σ’ όλον τον κόσμο «Περάστε!...» εν ώρα φαγητού. Κανέναν άνθρωπο δεν έδιωχνε. Όταν έβλεπε ξένους εν ώρα φαγητού, αγάλλετο, γιατί θα τους προσέφερε.

     Την περίοδο του ’40 ήταν εφημέριος στην Αποκάλυψη. Είχανε μέρες να μαγειρέψουνε. Κάποια μέρα τούς έδωσε κάποιος ολίγη φάβα. Ευθύς ως καθίσανε στο τραπέζι, να κι ένας ξένος! Από την πείνα, αλλού πατούσε κι αλλού βρισκότανε.
     Ο Γέροντας, χαρούμενος, άρχισε να τον προσκαλεί:
     –Περάστε να φάμε!... Κοπιάστε στο τραπέζι μας!...
     –Γέροντα…, του σιγοψιθυρίζει η αδελφή του, δεν έχει άλλο φαγητό! Τώρα ήταν νά ’ρθει κι αυτός; Τόσες μέρες, άνθρωπος δεν παρουσιάστηκε!
     Ο Αμφιλόχιος πήρε απ’ όλα τα πιάτα μια κουταλιά φάβα, απ’ το δικό του τρεις, και έφτιαξε μια μερίδα για τον ξένο!...


     Αν δεν είχε ξένο στο τραπέζι, το φαγητό δεν κατέβαινε στο στομάχι του. Το καλοκαίρι, που έτρωγε στην σκιά του πεύκου, μόλις έβλεπε άνθρωπο από μακριά να έρχεται, φώναζε τις μοναχές να ετοιμάσουν φαγητό. Ο φτωχός «Ευαγγελισμός» φιλοξενούσε κάθε μέρα τους περαστικούς. Κι αυτό, όταν το Μεγάλο Μοναστήρι δεν έδινε νερό ούτε στον Άγγελό του! Πίστευε πως η φιλοξενία είναι πατροπαράδοτη αρετή και έχει πολύ παρρησία στον Θεό και μισθό εκατονταπλάσιο. Ορθόδοξοι, προτεστάντες, καθολικοί, Ρώσοι, Γάλλοι, Γερμανοί, όλοι, στου Αμφιλοχίου την πόρτα εύρισκαν πατρική θαλπωρή.
     Έλεγε:
     –Δώστε τα ανθρώπινα πλούσια και μετά διδάξτε τους την πίστη σας. Χορτάτος με αγάπη, ακούει καλύτερα...

     Κάποτε, επισκέφθηκαν το Κουβάρι κάποιοι καθολικοί. Ο Γέροντας τούς δέχθηκε με πολλή αγάπη και οικειότητα και τους φιλοξένησε. 
     Όταν τον ρώτησαν:
     –Γέροντα, θα μας κοινωνήσεις κι εμάς;
     –Με μεγάλη μου χαρά!, τους απάντησε· αλλά να μου το επιτρέψει πρώτα η Εκκλησία μου.
     Ποιος από τους «ζηλωτές» Αγιορείτες θα απαντούσε με τόση λεπτότητα, διάκριση και ευγένεια;...

     Συχνά, έλεγε:
     –Άλλο τα ανθρώπινα και άλλο τα της πίστεως. Τα ανθρώπινα, τα δίνω όπως μου υπαγορεύει η καρδιά μου· τα της πίστεως, όπως με διδάσκει η Εκκλησία...


     Τις δύσκολες μέρες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, που η πείνα είχε πέσει μέσα στον κόσμο σαν ακονισμένο δρεπάνι και θέριζε και, μάλιστα, πιο πολύ την τρυφερή ηλικία, ο φιλάνθρωπος Αμφιλόχιος είπε στις μοναχές του:
     –Θα μεταβώ εις τας Αθήνας να μαζέψω από τους δρόμους τα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα και να τα φέρω στο φτωχό μας Κοινόβιο.
     Οι μοναχές αντέδρασαν:
     –Γέροντα, εμείς δεν έχουμε να φάμε, και θα φέρετε και παιδιά, για να πεθάνουν κι αυτά μαζί μας;
     –Έχει ο Θεός, καλογριές μου!...
     Ποτέ δεν πονοκεφαλούσε για τα υλικά αγαθά. Πάντα πίστευε στην Ευλογία των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων (βλ. Ματθ. 14:1321).

     Στα μέσα του ’50, επισκέπτης τον ρώτησε:
     –Με τι πόρους ζείτε;
     Και του απάντησε:
     –Τα πετεινά του ουρανού δεν σπέρνουν, δεν θερίζουν, και ο Πατέρας ο ουράνιος τρέφει αυτά (πρβλ. Ματθ. 6:26). Δύσκολα οικονομείται το ψωμί, αλλά δεν στερούμαστε. Η Παναγία, όλα τα έχει!...

     Παρά την ανέχεια, ο Γέροντας κράτησε την φιλοξενία και τα δοσίματα πολύ ψηλά. Δεν κοίταζε ποτέ τι έχουμε, αλλά τι θα δώσουμε.
     Ποτέ δεν είπε:
     –Δεν φιλοξενούμε· δεν έχουμε.
     Πάντα έλεγε:
     –«Ἡ τράπεζα γέμει· οὐδεὶς ἐξέλθῃ πεινῶν».


     Στην γιορτή του, όμως, ανέβαινε στο Μεγάλο Μοναστήρι, για να μην κουράσει τις μοναχές με κεράσματα και βάλει σε έξοδα τον φτωχό «Ευαγγελισμό».
     Τα καλαθάκια (της αγάπης), πάντα γεμάτα έφευγαν από το ιερό Κοινόβιο του «Ευαγγελισμού». Κι όταν σε περίοδο μεγάλης ένδειας η οικονόμος διαμαρτυρήθηκε πως δεν έχουν πλέον την δυνατότητα να δίδουν ελέη, μοναχή που δεν είχε πού την κεφαλή κλίνει, αλλά είχε διαποτισθεί από το πνεύμα του Αμφιλοχίου «στερήσου και δώσε», απειλεί ότι, αν σταματήσουν τα δοσίματα, θα φύγει από το Μοναστήρι...

     Ο Γέροντας είχε πάντοτε ανοικτή την καρδιά του και την παλάμη του στον επισκέπτη. Το πλατύ του χαμόγελο σε κρατούσε κοντά του πιο πολύ από κάθε δώρο και κάθε προσφορά.
     –Μη φύγεις· σε περίμενα!... Δεν με κουράζεις· με χαροποιείς!...

     Θυμάμαι χαρακτηριστικά σε μια περίπτωση τον Γέροντα. Ήταν καταπικραμένος από κάτι. Εκείνη την ώρα ήρθε από την Αθήνα κάποιος γνωστός. Άλλος άνθρωπος, ο παππούς! Τον θαύμασα. Ομιλητικός, πρόσχαρος… Και στο τέλος μού είπε:
     –Ποτέ σου μη προδώσεις τον αγώνα σου στον άλλον. Ποτέ μην αφήσεις τον άλλον να καταλάβει τον πειρασμό σου. Δεν είναι υποχρεωμένος ο άλλος που θά ’ρθει στην πόρτα σου να δει τα μούτρα σου κατεβασμένα...


     Όταν πήγαινα εγώ στο Μοναστήρι, στο κελλί του, κάθε φορά σηκωνόταν να με υποδεχθεί· ακόμα κι αν πήγαινα κάθε μέρα.
     Του έλεγα:
     –Μα, Γέροντα, να σηκώνεστε για μένα;
     –Μα, εσύ κάνεις τόσο δρόμο, για νά ’ρθεις εδώ· εγώ, να μη σηκωθώ απ’ την καρέκλα;
     Και στην κατάσταση που ήταν, ήταν δύσκολο να σηκωθεί.
     Κι όταν κάποιος τον επισκεπτόταν και έφευγε, τον συνόδευε μέχρι την πόρτα.

     Ο βαθύτερος σκοπός του Γέροντα, στην επικοινωνία του με τον κόσμο, ήταν να χαρίζει αγάπη και χαρά. Ό,τι δώρο τού έκαναν, δεν το περιφρονούσε, αλλά το τοποθετούσε στο κελλί του. Έτσι, μετέδιδε χαρά και αγάπη σ’ αυτόν που του το χάριζε. Στην μαθητική μας ηλικία τού χαρίσαμε μία ρώσικη παράσταση του Ιησού μέσα σ’ ένα καράβι που αρμένιζε στα κύματα και, χαίρομαι μέχρι τώρα, γιατί το βλέπω στο κελλί του αναρτημένο...


     Η ευσέβεια είναι κατάσταση μέσα στον άνθρωπο· δηλαδή σταθερό, μόνιμο πράγμα. Βλέπουμε έναν παπά που μέσα στο Ιερό σεβίζει (=αποδίδω τιμή, στέκομαι ευλαβικά, κρατώ μια στάση ιδιαίτερης προσοχής, προσηλώνομαι με ένταση προσευχής) μπροστά στην αγία Τράπεζα, που στέκεται με πολλή ευλάβεια. Αλλά, για θίξε τον λίγο, να δεις πού πάει όλη η ευσέβεια!… Αυτός, είναι ο «ευσεβισμός». Είναι ένα πράγμα φτιαχτό, επίπλαστο, που το κάνει εκείνη την ώρα. Δεν είναι κατάσταση μέσα του.
     Ο πραγματικά ευσεβής, δεν σεβίζει μόνον μπροστά στις εικόνες αλλά και στους ανθρώπους, που είναι εικόνες του Θεού. Αν δεν σεβίζουμε μπροστά στον αδελφό μας, πώς θα σεβίσουμε μπροστά στον Θεό; Αυτή είναι Ιωάννειος διδασκαλία. Ο ευσεβής έχει χάρη επάνω του, γαλήνη, ηρεμία· αναπαύεσαι κοντά του!...

     Στον Γέροντα Αμφιλόχιο έλεγαν στο τέλος:
     –Δεν θα σε κουράσουμε με λόγια· μόνον να καθίσουμε λίγο κοντά σου και θα φύγουμε…


ΑΡΧΙΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΤΗΣ
ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ



[Γρηγορίου Μοναχού Κουβαρίτου:
«Πνευματική Συμπόρευσις
(Όσιος Αμφιλόχιος–Όσιος Φιλόθεος)»,
μέρος 1ο, κεφ. 28ο, σελ. 166–170,
έκδοση Ιεράς Μονής Δοχειαρίου,
Άγιον Όρος, Νοέμβριος 20141.]










Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

ΟΙ ΜΑΚΡΙΕΣ ΚΟΥΤΑΛΕΣ

ΟΙ ΜΑΚΡΙΕΣ ΚΟΥΤΑΛΕΣ


     «Θα σου πω μια ιστορία που είχα ακούσει: 
     Κάποτε, ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πώς είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει: “Έλα, να σου δείξω την κόλαση!”. Βρέθηκε τότε σε ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στην μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα· έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν.
     Μετά, άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: “Έλα, τώρα, να σου δείξω και τον Παράδεισο!”. Βρέθηκε τότε σε ένα άλλο δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι, ίδιο με το προηγούμενο και, στην μέση, ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλον.
     Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο; Όποιος κάνει το καλό, αγάλλεται, διότι αμείβεται με θεϊκή παρηγοριά. Όποιος κάνει το κακό, υποφέρει και κάνει τον επίγειο παράδεισο, επίγεια κόλαση. Έχεις αγάπη, καλωσύνη; Είσαι άγγελος και, όπου πας και σταθείς, μεταφέρεις τον Παράδεισο. Έχεις πάθη, κακία; Έχεις μέσα σου τον διάβολο και, όπου πας ή σταθείς, μεταφέρεις την κόλαση. Από εδώ αρχίζουμε και ζούμε τον Παράδεισο ή την κόλαση».


ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ
(1924–1994)



[Αγίου Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου:
«Λόγοι Ε΄ – Πάθη και αρετές»,
μέρος 1ο, κεφ. 1ο, σελ. 48,
έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου
«Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος»,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης,
Δεκέμβριος 20061.]








Τετάρτη 22 Ιουλίου 2015

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ


Ὁ ἀββᾶς Σισώης εἶπε:
«Ὅταν ὑπάρχει ἄνθρωπος
ποὺ φροντίζει γιὰ σένα,
αὐτὸν δὲν πρέπει νὰ τὸν διατάξεις
καὶ νὰ τὸν παρατηρήσεις».

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ


[«Τὸ Γεροντικό·
Ἀποφθέγματα ἁγίων Γερόντων»,
τόμ. α΄, §29, σελ. 317,
ἐκδόσεις «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», 
Θεσσαλονίκη, 20131.]









ΜΟΛΟΧΑ

ΜΟΛΟΧΑ


Ἕνα ὁλόκληρο καλοκαίρι
νὰ κουρνιάζει στὴ σεμνὴ σιωπὴ
μιᾶς ταπεινῆς κι ἀθώας μολόχας·
ἕνα λαύρο νυσταλέο μεσημέρι
νὰ προσπίπτει ἥσυχα
στὴν ἀθρόϊστη καὶ βουβὴ σκιά της·
μιὰ θερινὴ ἄπνοια,
σὰ θεριεμένη ἀποστασία,
νὰ ξεψυχᾶ ἐκεῖ, μόνο ἐκεῖ,
στὴ λιτὴ κι’ ἀπέριττη θωριά της...

π. Δαμιανὸς









ΟΜΟΡΦΙΑ

ΟΜΟΡΦΙΑ


Ἡ πραγματικὴ ὀμορφιὰ 
εἶναι ἔμπνευση καὶ δῶρο Θεοῦ· 
ποὺ ἑλκύει πάντα τὸ θαυμασμὸ τῆς καρδιᾶς 
καὶ φυγαδεύει ὅλες τὶς ζηλόφθονες 
ἀντιγραφὲς καὶ ἀπομιμήσεις… 

π. Δαμιανὸς









ΛΑΧΤΑΡΑ

ΛΑΧΤΑΡΑ


     «Σημειῶστε ὅτι ἐγὼ ὁ καημένος μικρούλης δὲν ἔμαθα γράμματα, εἶμαι ἀγράμματος. Τὴν πρώτη Δημοτικοῦ ἔβγαλα, πρὶν πάω στὸ Ἅγιον Ὄρος. Καὶ τί γράμματα! Ὁ δάσκαλος ἦταν ἄρρωστος. Ἡ χάρις, ὅμως, τοῦ Θεοῦ μὲ ἐπεσκίασε κι’ ἐμένανε τὸν ἀνάξιο. Στὸ Ἅγιον Ὄρος τ’ ἄκουγα ὅλα μὲ λαχτάρα. Αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία. Ἡ λαχτάρα ἑλκύει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ φανερώνει στὴν ψυχὴ τὰ μυστικά Του».

ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)



[Ἁγίου Γέροντος Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος καὶ Λόγοι»,
μέρος 2ο, Λόγος 4ος, σελ. 326–327,
ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς,
Χανιά, Ὀκτώβριος 200910.]









Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

ΜΑΖΙ

ΜΑΖΙ


Κόπος καὶ ἀνεμελιά, μόχθος καὶ ἄνεση·
δυὸ παντοτινὰ διαφορετικὲς καταστάσεις.
Πιὸ δύσκολο νὰ συνδυαστοῦν ἐπὶ μακρόν,
ἀπὸ τὸ νὰ συναντηθοῦν κάποτε στὴ ζωή.
Μά, στὴν ἑνότητα ποὺ χαρίζει ἡ Πίστη,
ὅλα τὰ καλὰ εἶναι μαζὶ καὶ συμπορευτά·
γι’ αὐτὸ καὶ διπλὰ εὐλογημένα…

π. Δαμιανὸς










Παρασκευή 17 Ιουλίου 2015

ΚΑΛΩΣ, ΤΟ ΚΑΛΟ

ΚΑΛΩΣ, ΤΟ ΚΑΛΟ


«Το καλό,
δεν είναι πραγματικά καλό,
εάν δεν γίνεται και με καλό τρόπο».

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ









ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ

ΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ


     «Σ’ αυτό τον κόσμο δε μπορούμε νά ’μαστε αμέριμνοι, γιατί λέει και η Γραφή: “Όποιος νομίζει ότι στέκεται καλά στα πόδια του, ας προσέχει να μην πέσει” (Α΄ Κορ. 10:12).
     »Πλέουμε στο άγνωστο· γιατί η ζωή μας παρομοιάστηκε με τη θάλασσα από τον ιερό Ψαλμωδό, που λέει: “Κι αυτή η θάλασσα η μεγάλη και απέραντη!” (Ψαλμ. 103:25).
     »Άλλα μέρη της θάλασσας έχουν βράχια, άλλα είναι γεμάτα θηρία, ενώ άλλα είναι γαλήνια. Εμείς λοιπόν υποτίθεται –σα μοναχοί που είμαστε– ότι πλέουμε στα γαλήνια μέρη αυτής της θάλασσας και ότι ακόμη πλέουμε τη μέρα, καθώς οδηγούμαστε από τον Ήλιο της Δικαιοσύνης (τον Χριστό).
     »Πολλές φορές όμως, ενδέχεται κι ένας άνθρωπος του κόσμου, καθώς βρίσκεται στην κακοκαιρία και στο σκοτάδι, να μείνει άγρυπνος και να καταφέρει να σώσει το σκάφος (της ψυχής) του· ενώ εμείς, που (υποτίθεται πως) βρισκόμαστε σε γαλήνη, (μπορεί) να βυθιστούμε από αμέλεια, επειδή (ακριβώς) αφήσαμε το πηδάλιο της αρετής».

ΑΜΜΑΣ ΣΥΓΚΛΗΤΙΚΗ


[«Το Γεροντικό
(Αποφθέγματα των αγίων Γερόντων)»,
τόμ. α΄, σελ. 342, §26,
εκδόσεις «Το Περιβόλι της Παναγίας»,
Θεσσαλονίκη, 20131.]










Πέμπτη 16 Ιουλίου 2015

ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΩΛΟΤΟΥΜΠΕΙΟΝ

ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΩΛΟΤΟΥΜΠΕΙΟΝ


Καὶ τώρα μιὰ ἄγρια νηνεμία ἁπλώθηκε παντοῦ, ἐπάνω ἀπὸ τὸ σπαραγμένο σῶμα τῆς Πατρίδας.
Μιὰ παράδοξη σιωπὴ ποὺ φλερτάρει μὲ τὸν ἄκρατο θυμὸ κυριαρχεῖ στὸ μελανὸ ὁρίζοντα.
Κανεὶς δὲν ἐπιβραβεύει.
Κανεὶς δὲ χαιρετίζει.
Κανεὶς δὲν ἐπευφημεῖ.
Ἡ μόνη νίκη μας εἶναι ἡ ἀναβολὴ τῆς γεύσης τῆς ἐπίσημης ἥττας μας.
Πολλὰ καὶ ἀλληλοδιάδοχα τὰ τέλη μας, πρὶν τὸ τελευταῖο καὶ τελειωτικό μας τέλος: τὸ μαρτύριο τοῦ Τόπου εἶναι καὶ ἀργὸ καὶ σύντομο· τὰ ἔχει ὅλα.
Στυφὴ καὶ ἡ χαρά μας· πρόβαλε ἄχαρα καὶ δειλὰ μεσ’ ἀπὸ τὴ συλλογική μας ἄρνηση νὰ δοῦμε ἀθόλωτα τὶς πληγὲς ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες ποὺ μᾶς φόρτωσαν μὲ τὴ θέληση τῆς ὑποταγῆς μας.
Κακὰ τὰ ψέματα·
Ὁ καλύτερος πολιτικὸς γιὰ τὴ Χώρα,
εἶναι ὁ ἐνδοτικὸς ἄνθρωπος, ὁ πειθήνιος ὑποτακτικὸς τῶν ξένων Διευθυντηρίων.
Ὁ καλύτερος ὑποτακτικὸς τῶν Διευθυντηρίων, εἶναι αὐτὸς ποὺ δὲν ξεχνᾶ, παντοῦ καὶ πάντα, μὲ συνέπεια καὶ χάρη, νὰ εἶναι ἀσπόνδυλος καὶ ἄνευρος ἀξιακά, νὰ φέρεται καὶ νὰ ἄγεται, νὰ κωλοτουμπεῖ.
Ὑπάρχει γι’ αὐτὴ τὴν ἐθνική μας ἀριστεία και ἡ Βουλή· 
τὸ «ΕΘΝΙΚΟΝ ΚΩΛΟΤΟΥΜΠΕΙΟΝ».










Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΟΥΛΑ

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΕ ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΟΥΛΑ


     Κάποιο χειμώνα, χρειάστηκε να πάω ως πρόσφατα χειροτονηθείς ιερέας στη Μονή Ντιβέγιεβο, που τότε άρχισε να αναγεννάται. Αφού τελείωσα τις δουλειές στο Μοναστήρι, έτρεξα στη Μητερούλα στην οδό Λιεσνάγια. Όμως η αυλόπορτα στο γνωστό σπιτάκι ήταν κλειδωμένη με μεγάλο λουκέτο. Αυτό μου φάνηκε παράξενο, δεδομένου ότι η Μητερούλα δεν πήγαινε πουθενά –εκείνο τον καιρό είχε πια συμπληρώσει τα 92 της χρόνια.

     Σηκώνοντας τις άκρες του ράσου, πήδηξα τον φράχτη. Στον χτύπο της πόρτας απάντησε η φωνή της Μητερούλας. Πληροφορούσε ότι τώρα την κλειδώνουν στο σπίτι κι ούτε το κλειδί δεν της δίνουν: οι επισκέπτες είναι τόσοι πολλοί, που περνούν αδιάκοπα, απ’ το πρωί ως το βράδυ.

     Αλλά θέλαμε να ιδωθούμε. Η Μητερούλα άνοιξε το παράθυρο κι εγώ, σαν τον Ρωμαίο, μπήκα στο σπίτι.
     «Τύχων! Ξέρω ότι είσαι πια παπάς!», ήταν το πρώτο που μου είπε η Μητερούλα. «Γρήγορα, εξομολόγησέ με, γιατί δεν μπορώ να εξομολογούμαι σ’ αυτούς τους κοσμικούς παπάδες!».

     Μετά την εξομολόγηση, η Μητερούλα με κάθισε στο τραπέζι κι άρχισε να μαγειρεύει. Τηγάνισε ομελέτα, ζέστανε πατάτες. Και ξαφνικά έβγαλε κάτω απ’ το τραπέζι ένα μπουκάλι αλκοόλ. Ήμασταν φίλοι σχεδόν δέκα χρόνια κι ούτε να φανταστώ δεν μπορούσα ότι ήταν ικανή να αγγίξει το κρασί. Κι εδώ, καθαρό αλκοόλ!

     «Ε, τι;», ρώτησε παρατηρώντας την έκπληξή μου. «Πριν, δε σε έφερνα σε δύσκολη θέση· φοβόμουν ότι θα σκανδαλιστείς. Τώρα όμως είσαι πια μεγάλος! Ιερέας! Δεν θα κατακρίνεις. Αυτό χρειάζεται σ’ εμάς τους γέρους για να τρέχει το αίμα».

     Έβαλε για τον εαυτό της στο ποτηράκι 30 γραμμάρια, πρόσφερε και σ’ εμένα και μ’ ευχαρίστηση ήπιε το αδιάλυτο αλκοόλ. Για μένα αυτό ήταν απολύτως εκπληκτικό, αλλά μου άνοιξε άλλη μια πτυχή της ζωής μιας μεγάλης μοναχής· μιας ζωής, ακατανόητης με τους απλούς «μαθηματικούς» νόμους…


π. ΤΥΧΩΝ ΣΕΒΚΟΥΝΩΦ


[π. Τύχωνος Σεβκούνωφ:
«Σχεδόν άγιοι»,
σελ. 271–272,
εκδόσεις «Ἐν Πλῷ»,
Αθήνα, Μάιος 20121.]













Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ


Αυτός που χάνει ή αλλοτριώνει τη δύναμη
της ψυχής, του φρονήματος και της ελευθερίας του,
τουλάχιστον ας είναι ευθύς και αληθινός
και ας μη δικαιολογείται ιταμώς,
υπερασπιζόμενος 
όλη τη μετριοπάθεια και το συμβιβασμό
που του επιβάλλει το διπλωματικό σύστημα
του ψεύτη, άψυχου, απρόσωπου
και απάνθρωπου κόσμου…

π. Δαμιανός