Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 24 Μαΐου 2015

«ΑΥΤΗ Η ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ: Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ…»

«ΑΥΤΗ Η ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ:
Ο ΤΙΜΙΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ!…»



     Και παντού, μέσα στη Μονή του Οσίου Διονυσίου Αγίου Όρους, ο Τίμιος Πρόδρομος και Βαπτιστής του Κυρίου μας, ως «Προεξάρχων»· των τελετών, των ευχών, των προσευχών, των ωδών, των παρακλήσεων.

     Εικονίζεται με ανάστημα γιγάντιο και επιβλητικό σ’ ένα τοπίο άγονο σε πρώτο επίπεδο. Ογκώδεις βράχοι, σύμβολο μετανοίας και προέκταση άσκησης, με αιχμηρές, κοφτές τις προεξοχές και ασκητικά χρώματα ιστορούνται σε προοπτικό βάθος, εξαίροντας την ηθική δύναμη του Βαπτιστή.


     Ένα τσεκούρι «ἤδη ἐπὶ τὴν ῥίζαν» του δένδρου (Ματθ. 3, 10), αναφορά ακαρπίας, επισημαίνει τον πνευματικό θάνατο του χριστιανού της σύμβασης και της επανάπαυσης. Κι επάνω στην κορυφή μιας βραχώδους απόληξης ο «πίναξ» που φέρει «τὴν ἀγγέλοις αἰδέσιμον ἱερὰν κεφαλήν», με το αίμα να χύνεται σπονδή στην αγάπη του Θεού.

     Από τις ωμοπλάτες Του, ξεπετάγονται δύο μεγάλες φτερούγες, δίνοντας έτσι συμβολική νύξη στο βιβλικό χαρακτηρισμό του Προδρόμου ως «ἀγγέλου πρὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. 1, 2).


     Ένας άνθρωπος μοναδικός κατά το σώμα, το πνεύμα, την άσκηση, το υπούργημα: ο «μείζων ἐν γεννητοῖς» (Ματθ. 11, 11), ο Πρώτος μετά τον Ένα· το κεφάλαιο των Προφητών, η αρχή των Μαρτύρων, η βάση των Δικαίων, το αρχέτυπο των Ασκητών, ο μυσταγωγός των Αποστόλων, ο νυμφαγωγός του Χριστού, ο εξαίρετος Προστάτης των πιστών.

     Αυτή η άγρια και θεία παρουσία: ο Τίμιος Πρόδρομος, από τις πιο αγαπημένες μορφές της Εκκλησίας, αποτελεί για τους αγιογράφους το πιο τολμηρό ζωγραφικό θέμα: βοστρυχωτά μαλλιά, σμιχτά γένια, ενδυμασία όπως περιγράφεται στην Καινή Διαθήκη (Ματθ. 3, 4· Μάρκ. 1, 6). Και χείλη έντονα κόκκινα, λεπτομέρεια σημαντική του αγνού, και δυνατού και πληθωρικού αισθηματικού κόσμου του μεγάλου Προστάτη των αδικουμένων και κήρυκα της μετανοίας…

ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ



※
[ Δωροθέου Μοναχού:
«Το Άγιο Όρος
(Μύηση στην ιστορία του
και τη ζωή του)».
Τόμ. α΄, μέρος β΄, 
κεφ. VI, σελ. 304.
Εκδόσεις «Τέρτιος»·
Κατερίνη, 19861.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ


Δὲν ὑπάρχει δυσκολία
θλίψη καὶ πειρασμὸς
στὴ ζωὴ αὐτή,
ποὺ νὰ μὴ συντρίβεται
ὁλοσχερῶς
στὸ ἀγαθὸ καὶ φιλόψυχο 
θέλημα τοῦ Θεοῦ...
※
Ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει
μεγαλύτερη θλίψη καὶ δυσκολία,
ποὺ δὲν εἶναι ποτὲ πειρασμός,
ὅταν συντρίβεται
ὁλοσχερῶς καὶ αὐτοκατάκριτα
ἡ ἐφάμαρτη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου
πάνω σ’ αὐτό·
στὸ ἅγιο καὶ φιλάνθρωπο 
θέλημα τοῦ Θεοῦ...

π. Δαμιανὸς










Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

«ΓΙΑΤΙ ΦΕΡΘΗΚΕ ΕΤΣΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ;»

«ΓΙΑΤΙ ΦΕΡΘΗΚΕ ΕΤΣΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ;»


     «Θυμηθείτε τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο. Κατείχετο υπό του Θεού και, ενώ εδιώκετο και ελιθοβολείτο, έλεγε για τους διώκτες του: “Κύριε, μη τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή…” (Πράξ. 7:60). Γιατί φέρθηκε έτσι ο Άγιος Στέφανος; Απλούστατα, γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν αιχμάλωτος του καλού. Νομίζετε, είναι εύκολο να ρίχνουν πάνω σας σωρό τις πέτρες; Για, να σου ρίξουν καμιά πέτρα! Καλός–καλός, αλλά άμα σου έρθει η πέτρα, “αα!!...” –θ’ αρχίσεις να φωνάζεις– “παλιόπαιδο!!...” κ.λπ. Αυτό δείχνει ότι παθαίνουμε κατάληψη από το κακό το πνεύμα. Και τότε πού να μπει ο Χριστός, πού να σταθεί; Είναι όλα μέσα μας κατειλημμένα. Μόλις, όμως, μπούμε στην πνευματική ζωή, μπούμε στον Χριστό, αλλάζουν όλα. Και κλέπτης να ήταν κανείς, παύει να κλέβει· και φονιάς, παύει να είναι φονιάς, και αιμοβόρος και κακός και μνησίκακος… Παύουν όλα. Παύει η αμαρτία και ζει ο Χριστός. Έτσι και ο Απόστολος Παύλος έλεγε: “Δεν ζω πια εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός” (Γαλ. 2:20).

«Αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας»



     Η ελευθερία δεν κερδίζεται, αν δεν ελευθερώσουμε το εσωτερικό μας απ’ τα μπερδέματα και τα πάθη. Κι αυτό, βέβαια, μόνο μαζί με τον Χριστό γίνεται. Στον Χριστό είναι η χαρά. Ο Χριστός το πάθος το μεταβάλλει σε χαρά.


«Το δόσιμο στον Χριστό ζωογονεί τον άνθρωπο»


     Αυτή είναι η Εκκλησία μας, αυτή είναι η χαρά μας, αυτό είναι το παν για μας. Και ο άνθρωπος σήμερα αυτό ζητάει. Και παίρνει τα δηλητήρια και τα ναρκωτικά, για να έλθει σε κόσμους χαράς· αλλά ψεύτικης χαράς. Κάτι αισθάνεται εκείνη τη στιγμή και αύριο είναι τσακισμένος. Το ένα τον τρίβει, τον τρώει, τον τσακίζει, τον ψήνει. Ενώ το άλλο, δηλαδή το δόσιμο στον Χριστό, τον ζωογονεί, του δίνει τη χαρά, τον κάνει να χαίρεται τη ζωή, να νιώθει δύναμη, μεγαλείο.


«Μέσα στις αυλές του Κυρίου»



     Αυτή είναι η θρησκεία μας: 
     Ύψος, μεγαλείο, Χάρη, χαρά, αγαλλίασις! 
     Πόσο τα ζούσε αυτά ο Προφήτης Δαβίδ! 
     Έλεγε: “Ποθεί και λιώνει η ψυχή μου να βρίσκεται 
     συνεχώς μέσα στις αυλές του Κυρίου” (Ψαλμ. 83:3). 
     Τι, ωραία!...


«Μέσα μας έχουμε δύο κόσμους»


     Μέσα μας έχουμε δύο κόσμους: τον καλό και τον κακό. Και οι δύο αυτοί αντλούν τη δύναμη από μία πηγή. Αν βάλει την πρίζα στην μπαταρία ο κακός, μας οδηγεί στην καταστροφή. Αν, όμως, τήνε βάλει ο καλός, τότε όλα είναι στη ζωή μας ωραία, γαλήνια, θεία. Αλλά η ίδια δύναμη τροφοδοτεί τον καλό ή τον αντίθετο εαυτό μας. Κάθε φορά είμαστε αιχμάλωτοι σ’ ένα από τα δύο: ή στο καλό ή στο κακό. Να επιδιώκουμε, αντί να είμαστε στο κακό, να είμαστε στο καλό.

«Μόλις ανοίξουμε το δέκτη…»


     Να σας πω κι ένα άλλο παράδειγμα. 
     Σε όλα τα μέρη του κόσμου υπάρχουν ερτζιανά κύματα, αλλά δεν τα συλλαμβάνουμε. Μόλις ανοίξουμε το δέκτη μας, τότε τα συλλαμβάνουμε, τ’ ακούμε, τα αισθανόμαστε.

«Αιχμάλωτοι του αγαθού, αιχμάλωτοι του Χριστού»


     Το ίδιο γίνεται κι όταν μπαίνουμε στον πνευματικό κόσμο. Ζούμε τον Χριστό, πετάμε! Τότε νιώθουμε μεγάλες χαρές κι έχουμε ωραία πνευματικά βιώματα. Τότε σιγά–σιγά γινόμαστε αιχμάλωτοι του αγαθού, αιχμάλωτοι του Χριστού. Κι όταν γίνει κανείς αιχμάλωτος του καλού, τότε, δεν μπορεί να κακολογήσει, δεν μπορεί να μισήσει, δεν μπορεί να πει ψέματα. Δεν μπορεί, και να θέλει ακόμη. Πώς να έλθει στην ψυχή του ο πονηρός, να του φέρει απελπισία, απογοήτευση, νωθρότητα και τα τοιαύτα; Η θεία Χάρη τον γεμίζει κι εκείνα (τα πάθη) δεν έχουν τη δύναμη να μπούνε μέσα. Δεν μπορούν να μπούνε, όταν το δωμάτιό του είναι γεμάτο από φίλους του πνευματικούς, που είναι μέσα στον αιθέρα, μέσα στο άπειρο –εννοώ τους αγγέλους, τους αγίους, τους μάρτυρες και κυρίως τον Χριστό. Το αντίθετο συμβαίνει, όταν γίνει κανείς αιχμάλωτος του παλαιού ανθρώπου. Τότε κατέχεται υπό του κακού πνεύματος και δεν μπορεί να κάνει το καλό· γεμίζει κακίες, κατακρίσεις, θυμούς κ.λπ.

«Να έχετε ευλυγισία και να στρέφεστε στο καλό»


     Όταν σας προσβάλλει το κακό, να έχετε ευλυγισία και να στρέφεστε στο καλό. Το κάθε κακό να το μετατρέπετε, να το μεταστοιχειώνετε, να το μεταβάλλετε σε καλό. Η μεταστοιχείωση αυτή γίνεται μόνο με τη Χάρη. Το νερό, παραδείγματος χάριν, γίνεται κρασί στο γάμο της Κανά. Να, η μεταστοιχείωση. “Εὐδοκεῖ Ὁ ὑπὲρ φύσιν” (=ο Χριστός). Αυτό είναι υπερφυσικό. Βέβαια, μπορεί να γίνει κρασί ή βούτυρο και με χημικά στοιχεία και να γίνει ακριβώς σαν το γνήσιο. Αλλ’ αυτό δεν έχει μέσα του τη γνησιότητα. Την αληθινή μεταβολή την κάνει η θεία Χάρη. Για να γίνει αυτό, ο άθρωπος πρέπει να έχει δοθεί “με όλη την ψυχή και με όλη την καρδιά” (Μάρκ. 12:30) στον Χριστό».


ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ
(1906–1991)



※
[Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου:
«Βίος και Λόγοι»,
μέρος β΄, Λόγος 4ος, σελ. 300–303,
έκδοση Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής,
Χανιά, Οκτώβριος 200910.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ

ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ

※
Ποιά ἀγάπη
δὲν κρύβει μέσα της μνήμη;
Καὶ ποιά μνήμη 
δὲν ἔχει μέσα της ἀγάπη;
※
Μνημονεύει ἔνστοργα ἡ καρδιὰ
ὅσους, ὅσα καὶ ὅ,τι ἀγάπησε.
Καὶ ὅσο μνημονεύει,
τόσο ἀτόφια καὶ διαχρονικὰ
ἀγαπᾶ καὶ θάλπει. 
※
Στὴ μνήμη ἡ ἀγάπη
βρίσκει τὴν ἔκπαγλη ἀλήθεια της.
Κι’ ἀπ’ τῆς ἀγάπης τὸ κάλλος 
ξεπροβάλλει πανώρια
ἡ ἀκούραστη μνήμη.
※
Μὴ πεῖτε· «θεωρίες!».
Γιατὶ μόνο ὅσοι γεύθηκαν τὸ μισεμό,
τὴν ἀπώλεια καὶ τὴ στέρηση,
αὐτοὶ στὰ τρίσβαθά τους ξέρουν 
τί ἐστι ἀγάπης μνημόνευμα
καὶ ἀρχοντικὸ φίλεμα μνήμης.
※ 
Ὅλα τ’ ἄλλα,
δίχως μνήμη στὴν ἀγάπη
καὶ δίχως ἀγάπη στὴ μνήμη
δὲν εἶναι μυστήριο·
δὲν εἶναι διάβα στὸ ἐπέκεινα·
δὲν εἶναι παύση τοῦ πόνου,
κατάλυση τοῦ πολύμορφου θανάτου.
※ 
Ὅλα τ’ ἄλλα,
τὰ πεπραγμένα τῶν δεινῶν τῆς λήθης,
εἶναι πονηρία, μῖσος καὶ μωρία, 
φαντασία, ἀπάτη καὶ ψέμμα.
Ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ζυμώνεται θλιβερὰ 
ὁ χωμάτινος κι’ ἀφώτιστος κόσμος. 
※

π. Δαμιανὸς











Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΝΔΙΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΝΔΙΑ


[Ο Διονύσιος Φαρασιώτης
διηγείται γεγονότα του 1984,
όταν, τραυματισμένος ψυχικά
και καταρρακωμένος πνευματικά
από την πολύμηνη παραμονή του
σε ινδουϊστικά μοναστήρια της Ινδίας
(τα λεγόμενα «Άσραμ»),
επέστρεψε στην Ελλάδα
και πήρε τον χλοερό δρόμο
της «Παναγούδας», του Κελλιού
του Αγίου πλέον
Παϊσίου του Αγιορείτου (1924–1994).]



     Ήταν Μάρτιος του 1984, όταν γύρισα στην Ελλάδα. Είχα ένα περίεργο αίσθημα «δύναμης». Αισθανόμουν …άτρωτος, πολύ δυνατότερος από τους ανθρώπους γύρω μου. Μπορώ να πω με ακρίβεια την αρχή αυτού του αισθήματος: «κάτι» είχε βγει από το σώμα εκείνου του Ολλανδού γιόγκι, του μαθητή του Babaji, και μπήκε μέσα μου. Τότε, «άλλαξα».

     Δεν είχε περάσει μήνας αφότου γύρισα από την Ινδία και βρισκόμουνα πάλι στο Άγιον Όρος. Η άνοιξη δεν είχε μπει για τα καλά, γι’ αυτό ο π. Παΐσιος μού είπε να περάσω μέσα στο αρχονταρίκι του.

     Πιάσαμε κουβέντα, δεν θυμάμαι ακριβώς για ποιο θέμα. Αυτή τη φορά ο χρόνος περνούσε και ο Γέροντας δεν έλεγε να με διώξει.

     Σε λίγο χτύπησε το κουδουνάκι. Μ’ άφησε ο Γέροντας μέσα στο δωμάτιο και πήγε ν’ ανοίξει.
     Δεν άργησε να φανεί στην πόρτα ένας επισκέπτης, πενηντάρης περίπου. Με χαιρέτησε και καθήσαμε και οι τρεις μας στο δωμάτιο.
     Αφού κεράστηκε ο άνθρωπος το καθιερωμένο λουκουμάκι με νερό, άρχισε μια γενική κουβέντα. Έπειτα από λίγο ο Γέροντας μού είπε να περάσω στο διπλανό δωμάτιο, όπου είχε την εκκλησία του.

     Σηκώθηκα, λοιπόν, και μπήκα στην εκκλησία. Προσκύνησα τις εικόνες και κάθησα σ’ ένα στασίδι, πότε λέγοντας την Ευχή, πότε χαζεύοντας έξω από το μικρό παράθυρο που βρισκόταν απέναντί μου. Ήταν ένα μουντό, συννεφιασμένο μεσημέρι...

     Συνέβη ξαφνικά. Έτσι, απότομα. Λες και γύρισε κάποιος διακόπτης και ξαφνικά έλαμψε δυνατό φως μέσα στο δωμάτιο.
     Έτσι απότομα απέκτησα μια καινούργια «αίσθηση». Το σώμα μου ήταν ακίνητο. Τα πράγματα μέσα στην εκκλησία έλαμπαν, άστραφταν! Λες και το κάθε αντικείμενο εξέπεμπε από μέσα του φως. Ακόμα και οι τοίχοι κατά κάποιον τρόπο ήταν φωτεινοί!


     Μέσα από το παράθυρο είδα ένα διάφανο, λευκό σαν νερό, αστραφτερό «συννεφάκι» χωρίς περίγραμμα, χωρίς μορφή. Φως λευκό, αστραφτερό ξεχυνόταν από μέσα του, ή καλύτερα να πω ότι ήταν ένα άυλο φως, περιορισμένο στο χώρο, ταχύτατα κινούμενο. Ήταν ένα φωτεινό όν! Πετούσε γύρω από το κελλί.

     Η αλλαγή αυτή, που μου συνέβη, άρχισε ξαφνικά, μόλις το είδα και έσβησε σιγά–σιγά.

     Ένιωθα μια βαθειά ηρεμία, μιαν ακλόνητη ειρήνη, μια πληρότητα, μια σιγουριά, έλλειψη κάθε φόβου. Το είδος, η ποιότητα και η ένταση των συναισθημάτων δεν είχαν τίποτε το ανάλογο με ό,τι γνώριζα, πριν αρχίσουν να μου συμβαίνουν τέτοια πράγματα.

     Έμεινα καθισμένος ήσυχα στο στασίδι μου. Έπειτα από λίγο, μπήκε ο Γέροντας. Γύρισα πολύ ήρεμος και του είπα:
     –Γέροντα, είδα έναν άγγελο…
     Με κοίταξε καλά–καλά στο πρόσωπο, μέσα στα μάτια, σαν να διάβαζε κάποια «σημάδια».
     –Αα!... Καλά… Πάμε μέσα..., είπε ήρεμα.

     Με πήρε μετά και μπήκαμε στο άλλο δωμάτιο, όπου περίμενε ο επισκέπτης. Είχαν τελειώσει την κουβέντα. Κόντευαν, πια, δύο ώρες που ήμουν στο Κελλί και περίμενα να μας ξεπροβοδίσει σιγά–σιγά. Ο Γέροντας, όμως, δεν έδειχνε τέτοια διάθεση. Μας άρχισε τις ιστορίες, διανθισμένες με πολλά αστεία.

     Ο επισκέπτης ήταν καθισμένος δίπλα στον Γέροντα, στον ίδιο πάγκο· εγώ χώρια, απέναντί τους, πάνω σ’ ένα κούτσουρο.

     Άρχισε να λέει μιαν ιστορία για «κάποιον»:
     –Που λέτε, είχε πάει κάποιος εκεί κάτω… (Έψαχνε να βρει τη λέξη). Στο Πακιστάν, να πούμε!... (Το είπε ευχαριστημένος που το βρήκε και με κοίταξε!). Εκεί, λέει, έμπλεξε ο άνθρωπος… Τον μουντζούρωσαν και στο πρόσωπο με κάτι στάχτες!…

     Θυμήθηκα τη στάμπα, από το καμένο βούτυρο της θυσίας, που μου έκανε ο γιόγκι μαθητής του Babaji στην Ινδία, ανάμεσα στα μάτια μου, και δαγκώθηκα...

     Καθώς μιλούσε ο Γέροντας, με κοιτούσε πότε–πότε με σημασία, ενώ τον περισσότερο χρόνο απευθυνόταν στον επισκέπτη.
     Γρήγορα κατάλαβα ότι μιλούσε για μένα. Για το ταξίδι μου που έκανα στην Ινδία. Και, μιλούσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην καταλαβαίνει ο άλλος ότι πρόκειται για μένα.


     Τώρα, πια, ένιωθα περίεργα. Μια ταραχή, μια αναστάτωση. «Κάτι» αντιδρούσε μέσα μου.

     –Εκεί κάτω, λοιπόν, τον πείραζε ο διάβολος. Όμως και αυτός έλεγε την Ευχή και δεν άφηνε τον διάβολο σε ησυχία.
     Γύρισε, με κοίταξε, εγώ κατάλαβα και άρχισα να λέω με το νου μου την Ευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!». Δεν πρόσεχα πια τόσο τη διήγηση· την προσοχή μου την τραβούσε η Ευχή.

     Εκεί που μιλούσε, και σαν να έλεγε μια φράση της «ιστορίας», γύρισε σε μένα και είπε:
     –Πνεύμα ακάθαρτο, βγες από το πλάσμα τούτο.
     Και αμέσως κατόπιν συνέχισε τη διήγησή του, ενώ κρατούσε τον άλλο από τον καρπό του χεριού του. Ύστερ’ από λίγο με ξανακοίταξε, λέγοντας πάντοτε σαν μέρος της «ιστορίας» τη φράση:
     –Πνεύμα ακάθαρτο, βγες από το πλάσμα τούτο.
     Το πρόσωπό του έλαμπε με μια μυστική κρυφή λάμψη, που ωστόσο γινόταν αντιληπτή από μένα. Ήταν σοβαρός και τα μάτια του είχαν πάρει μιαν έκφραση που λίγες φορές την έχω δει πάνω του, μιαν έκφραση που φανέρωνε την κρυφή δόξα της ψυχής του.
     Συνέχισα να λέω με ένταση την Ευχή. Εκείνη τη στιγμή, δεν μπορούσα να ξεκαθαρίσω τη σημασία αυτού που γινόταν.
     Γύρισε για τρίτη φορά και είπε:
     –Πνεύμα ακάθαρτο, βγες από το πλάσμα τούτο.

     Ένιωσα «κάτι» να βγαίνει από μέσα μου, «κάτι» άυλο να ξεχωρίζει και να ξεκολλάει από μένα. Ένιωθα να ελευθερώνονται το μυαλό και η ψυχή μου από την έντονη επίδραση κάποιου άλλου πνεύματος. Ένιωσα ξαλαφρωμένος, σαν ένα μεγάλο βάρος που δεν το καταλάβαινα προηγουμένως, να έφευγε από πάνω μου. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα το πόσο πιεσμένος ήμουν. Αυτό το «πράγμα» που βγήκε από μέσα μου, το ένιωσα να στέκεται πίσω αριστερά μου. Μια παρουσία, που η δύναμή της σε πλάκωνε! Βάραινε την ψυχή από μακριά!

     Σηκώθηκα ν’ απομακρυνθώ απ’ αυτή την παρουσία και γύρεψα «καταφύγιο», ανακουφισμένος και ήσυχος, στα γόνατα του Γέροντα. Πήγα και κάθισα κάτω στο πάτωμα, δίπλα στα πόδια του.


     Εκείνη τη στιγμή, σχεδόν ταυτόχρονα με τα λόγια του Γέροντα και τη δικιά μου ελευθέρωση, ο επισκέπτης τινάχτηκε όρθιος απότομα, με μιαν έκπληξη και έναν θαυμασμό, που τον είχαν φέρει εκτός εαυτού.
     –Παναγία μου! Παναγία μου! Τι, ευωδία είναι αυτή; Γέροντα! Γέροντα! (Φώναζε σαν να ευχαριστούσε) Είναι η Παναγία δίπλα!...
     Μια μεγάλη χαρά τον είχε καταλάβει και τον έκανε να ξεχάσει την ιστορία, τη συμπεριφορά του, τα πάντα. Φώναζε, φώναζε από τη χαρά του και μας παρακαλούσε να πάμε δίπλα στην εκκλησία.

     Εγώ, έπαψα πια να αισθάνομαι μέσα στο δωμάτιο τη φοβερή παρουσία αυτού του «πράγματος» που, πριν από τα λόγια του Γέροντα, το είχα φορτωθεί και το κουβαλούσα μέσα στην ψυχή μου. Ήταν η λάμψη της δόξας της Παναγίας που το είχε διώξει από την ψυχή μου και από το δωμάτιο, αυτό το «πνεύμα το ακάθαρτο», όπως το ονόμαζε ο Γέροντας; Ήταν το άρωμα της ψυχής Της, η πνευματική ευωδία της Παναγίας, που αντιλήφθηκε η ψυχή του επισκέπτη και πηδούσε σαν κουταβάκι από τη χαρά;… 

     Γι’ αυτά τα πράγματα κανείς δεν είναι βέβαιος, με εκείνο το είδος της βεβαιότητας, που στηρίζεται σ’ όσα βλέπουν τα μάτια μας και ακούνε τ’ αυτιά μας. Όμως υπάρχει και μια άλλου είδους βεβαιότητα, που γεννιέται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου από «θεϊκή πληροφορία». Αυτή η θεϊκή βεβαιότητα είναι πολύ βαθειά και σίγουρη.


     Σιγά–σιγά, μπήκαμε στην εκκλησία. Ήθελα να ευχαριστήσω τον Γέροντα και πήγα να του βάλω μια μετάνοια. Με εμπόδισε.
     –Εκεί, εκεί βάλε μετάνοια! Και μού ’δειξε με το χέρι του προς το μέρος του τέμπλου, όπου βρισκόταν η εικόνα της Παναγίας. Ο ίδιος, σαν μόλις να είχε αναγκαστεί να με προσέξει, ήταν στραμμένος προς τα ’κει και η στάση του έδειχνε κάποιαν αμηχανία κι έναν βαθύ σεβασμό.

     Γύρισα το κεφάλι προς την εικόνα, όμως δεν είδα τίποτα, γιατί, από τον τρόπο που κοιτούσε ο Γέροντας, περίμενα να δω κάποιον.
     –Έβαλα, Γέροντα, προηγουμένως μετάνοια.
     –Βάλε τώρα, βρε χαμένο, που σου λέω! μου απάντησε τρυφερά, δείχνοντάς μου με τις κινήσεις να βιαστώ. Έβαλα, λοιπόν, κι εγώ τη μετάνοια.
     Όταν, όμως, την έβαλα, ευχαριστήθηκε πολύ. Χάρηκε για λογαριασμό μου. Σαν τον πατέρα που βλέπει το γιο του να γίνεται δεκτός, ας πούμε, από τον Βασιλιά.

     Αυτά, ένιωθα και καταλάβαινα τότε. Τα γεγονότα ήταν τόσο έντονα και τόσα πολλά· ήρθαν το ένα ύστερα από το άλλο. Έτσι, δεν συνειδητοποιήσαμε τη βαρύτητα αυτών που συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή. Σήμερα που γράφω, αναγνωρίζω ότι ήταν όντως πολύ μεγάλα αυτά που έγιναν, χωρίς ν’ αμφιβάλλω ούτε για τη δική μου αναξιότητα ούτε και για την αγιότητα του Γέροντα, που η τρυφερή του καρδιά πόνεσε να με βλέπει σε τέτοια χάλια. Γι’ αυτό προσευχήθηκε στον Θεό να με γιατρέψει με δυνατά φάρμακα, γιατί ήμουνα βαθειά άρρωστος. Και ο Θεός που ακούει τους ταπεινούς, τού ’κανε το χατήρι που ζήτησε...


ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΦΑΡΑΣΙΩΤΗΣ



※
[(1) Διονυσίου Φαρασιώτη:
«Οι Γκουρού, ο νέος και ο Γέροντας Παΐσιος»,
μέρος 5ο, κεφ. 3ο, σελ. 254–262,
Θεσσαλονίκη 2009.
(2) «Οι δαίμονες και τα έργα τους»,
κεφ. 4ο, σελ. 488–493,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, Σεπτέμβριος 20052.]
※












Τρίτη 19 Μαΐου 2015

ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ

ΤΑ ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ


     Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν τον Γέροντα Δανιήλ τον Κατουνακιώτη (1846–1929), τον ιδρυτή της εκλεκτής Αδελφότητος των Δανιηλαίων, μίλησαν και έγραψαν με θαυμασμό για την προσωπικότητά του, την προικισμένη με σπάνια φυσικά και πνευματικά χαρίσματα. Εδώ, σ’ αυτήν την ανάρτηση, θ’ αναφερθούμε στο διακριτικό του χάρισμα.

     Στην Στίκα της Βορείου Ηπείρου ζούσε ο Δήμος. Ήταν ένας καλός χριστιανός με απλοϊκή πίστη, χτίστης στο επάγγελμα. Μια νύχτα, ονειρεύτηκε πως κάπου υπήρχε θαμμένος στην γη ένας ναός. Ξεσήκωσε λοιπόν όλους τους συμπατριώτες του, να πάρουν αξίνες και φτυάρια και ν’ αρχίσουν τις ανασκαφές. Έσκαψαν και πραγματικά έφεραν στο φως τον ναό! Γεμάτος ικανοποίηση ο Δήμος καμάρωνε για το «κατόρθωμά» του. Απολάμβανε με ευχαρίστηση τον θαυμασμό όλων. Και όταν ο πονηρός λογισμός τού ψιθύριζε: «Ε, Δήμο! Εσύ είσαι σπουδαίος άνθρωπος, είσαι ο εκλεκτός του Θεού!...», τον παραδεχόταν χωρίς αντιρρήσεις.

     Σαν κτίστης που ήταν, βρέθηκε αργότερα να δουλεύει στο Άγιον Όρος σε κάποια οικοδομή της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου.


     Στο Βατοπαίδι, τιμάται πολύ ο όσιος Ευδόκιμος (5 Οκτωβρίου, η εορτή του). Για την ζωή του, δεν διέσωσε τίποτε η ιστορία· τα λείψανά του, όμως, που αποκαλύφθηκαν τυχαία το 1840 στο κοιμητήριο της Μονής, είναι χαριτόβρυτα και θαυματουργά. Ο Δήμος έδειξε μεγάλη ευλάβεια για τον όσιο Ευδόκιμο και άρχισε να πιστεύει πως και ο όσιος εξίσου τον περιβάλλει με ξεχωριστή εύνοια. Αφού δε η παράδοση δεν ανέφερε τίποτε για την καταγωγή του, ο Δήμος φαντάστηκε πως κι εκείνος (ο όσιος) κατάγεται από την Βόρειο Ήπειρο.
     –Ο όσιος είναι αρβανίτης, όπως κι εγώ! άρχισε να διακηρύττει ο Δήμος.
     –Μα, πού το ξέρεις;
     –Αρβανίτης είναι! Δεν βλέπετε το κεφάλι του που είναι πίττα; Άλλωστε, όταν μια νύχτα μ’ ένα κομποσχοίνι μου τον παρακάλεσα να μου πει για την πατρίδα μου, μου παρουσιάσθηκε ολοζώντανος και μου είπε: «Είμαι αρβανίτης, είμαι από την Στίκα, είμαστε και συγγενείς!».


     Οι Πατέρες υποψιάσθηκαν πως τον είχε πλανέψει ο διάβολος.
     –Όταν σου ξαναπαρουσιασθεί πάλι, να κάνεις τον σταυρό σου! του είπαν. Και αν είναι ενέργεια του πονηρού, θα εξαφανιστεί αμέσως.
     Ήταν όμως αργά. Ο διάβολος είχε κατακτήσει την καρδιά του Δήμου και δεν έφευγε εύκολα.

     Συνέβη τότε να βρίσκεται στον Άθωνα και ένας επίσκοπος, ο Ροδοστόλου Αλέξανδρος (Δήμογλου· 1876–1942). Του ανέφεραν για την αξιοπερίεργη περίπτωση του Δήμου και ζήτησαν την γνώμη του. Εκείνος τον είδε και κατέληξε στο συμπέρασμα πως τα οράματα του Δήμου προέρχονται από τον Θεό.
     –Αφού ο Δήμος είναι άνθρωπος ευλαβής και ευχαριστείται στα κομποσχοίνια και στους σταυρούς, ο εμφανιζόμενος ανήκει στον Θεό.

     Και ο Δήμος υπερηφανευόταν τώρα περισσότερο, γιατί και ένας δεσπότης επικύρωσε την εγκυρότητα των οραμάτων του. Αργότερα, μάλιστα, παρουσίασε και ένα ογκώδες βιβλίο γεμάτο υπερφυσικά μυστήρια. Αποκαλύψεις, προφητείες για το μέλλον, πόλεμοι, ερχομός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, σημεία και τέρατα! Όλα, ήταν συγκεντρωμένα εκεί!


     –Δεν ρωτάμε και τον Γέροντα Δανιήλ τον Κατουνακιώτη; Αυτός θα μας λύσει το πρόβλημα.
     Πήραν λοιπόν μαζί τους τα χειρόγραφα του Δήμου και ξεκίνησαν.
     Ο Γέρων Δανιήλ μόλις διάβασε τις πρώτες σελίδες, διαπίστωσε την πραγματικότητα.
     –Εδώ χορεύουν οι διαβόλοι! είπε.

     Συνέταξε ένα σχετικό κείμενο, με αγιογραφικά και πατερικά χωρία και επιχειρήματα, και το έστειλε στο Βατοπαίδι. Δεν υπήρχε, πια, η ελάχιστη αμφιβολία για την πλάνη. Όταν όμως πληροφορήθηκε ο Δήμος την απάντηση, έγινε έξαλλος. Αγριεμένος, φώναζε:
     –Ορέ, ορέ ντεσπότης τό ’πε, ορέ πριφτ!!!
     Δηλαδή, αφού ένας δεσπότης, αφού τόσοι ιερείς παραδέχτηκαν ότι είναι από τον Θεό, πώς τόλμησε αυτός να τα αρνηθεί;
     Ο Γέρων Δανιήλ δεν αρκέσθηκε στην διάγνωση μόνο, αλλά η αγάπη του τον οδήγησε σε προσευχή. Και το αποτέλεσμα ήταν να σταματήσουν οι «αποκαλύψεις».


     Αργότερα, κατόρθωσαν οι Πατέρες να φέρουν τον Δήμο στα Κατουνάκια. Ο Γέρων Δανιήλ τον δέχθηκε με αγάπη. Όταν όμως άρχισε να του αποδεικνύει ότι ο δήθεν όσιος Ευδόκιμος που έβλεπε, ήταν καμουφλαρισμένος διάβολος, δεν άντεξε στο φως της αλήθειας. Πετάχτηκε όρθιος και οργισμένος φώναζε:
     –Ορέ, ορέ ντεσπότης τό ’πε!!! Ορέ, ορέ πριφτ!!!
     Ωστόσο, αναγκάστηκε από τα πράγματα να βρει τον σωστό δρόμο, γιατί ο διάβολος από τότε που αποκαλύφθηκε, δεν έκανε πλέον την εμφάνισή του. Οι Πατέρες όλοι πείσθηκαν πλέον για την πλάνη και ο ίδιος ο δεσπότης, ο Ροδοστόλου, έστειλε συγχαρητήρια στον διακριτικό ησυχαστή για την επιτυχία του.


     Πράγματι, όπως το είπε ο Απόστολος Παύλος, ο διάβολος «μετασχηματίζεται σε άγγελο του φωτός» (βλ. Β΄ Κορ. 11:14) και αλίμονο σ’ εκείνον που θα ξεγελαστεί από την εξωτερική λάμψη αυτού του αποτρόπαιου αγγέλου της ψευδοχάριτος.
     «Ένας αμαρτωλός εύκολα μπορεί να μετανοήσει, αλλά ένας πλανεμένος δύσκολα! Εκτός εάν ξεσκεπασθεί ο διάβολος. Αυτός έχει την αδυναμία, μόλις φανερωθεί, να φεύγει!», έλεγε συχνά ο Γέρο–Δανιήλ.
     Και η θαυμαστή δύναμη της πνευματικής του πείρας επιβεβαίωνε περίτρανα την αλήθεια των σοφών του λόγων…


    
※
[(1) Αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα:
«Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές (4):
Δανιήλ Κατουνακιώτης»,
κεφ. γ΄, §1, σελ. 45–48,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου
Ωρωπός Αττικής 19944.
(2) «Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»,
τόμ. 1ος, κεφ. 1ο, §19, σελ. 48–51,
έκδοση ό.π., 19979.]
※