Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ

ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ...


     Στον τόπο μου, οι ποιητές βρίσκουν την αξία τους αφού δραπετεύσουν οριστικά απ’ τη ζωή των συμπολιτών τους. Μετά, όλη τους η τιμή και αναγνώριση, θά ’ναι αναδρομικά κλεισμένη σε μία πάνδημη αναφορά. Κάτι σαν κοινόφλητο χρέος στην πριν αγνοημένη ευαισθησία.
     Στον τόπο μου, επίσης, οι Άγιοι λαμβάνουν λιβανωτό κάλεσμα, παννύχιες παρακλήσεις, εναγώνιες ικεσίες, ευχαριστήριες πυκνές στέψεις με δροσοστάλακτα άνθη, μονάχα όταν άφατος πόνος πολιορκήσει τις καταρρακωμένες ψυχές των ικετών τους. Όταν η οδός τους, γίνει οδύνη και σύντριμμα. Η μεν οδύνη, θύμηση. Το δε σύντριμμα, μεγαλούργημα.
     Τί, παράδοξο! Αμέριμνα οδεύουμε πάντα πολύ πίσω, για να αυτομοληθούμε μεθυσμένα και ακράτητα προς το άγνωστο, προς το μπροστά, προς το επέκεινα. Αυτό που άλλοι ισόψυχοι και γνωστοί, γύρω μας, δε λογαριάζουν σαν μοναδική ευκαιρία ζωής. Σαν αυτόχθον προνόμιο χειραγώγησης των καιρών, του μέλλοντος και του αιώνα. Σαν πρωτόφαντο κλέος δημιουργίας στην οικουμένη.
     Αυτό, το εγχώριο και διαχρονικό μας «Ελληνικό Θαύμα»! Αγάπησε και έμαθε να τανύζεται καρτερόψυχα ανάμεσα σε απόλυτα άκρα. Αγγίζοντας με πάθος τις πιο εκπληκτικές και αδιανόητες αντιθέσεις!
     Τί, αγάπη και σοφία, μπορεί να κουρνιάζει πίσω απ’ όλο αυτό το αντινομικό γίγνεσθαι, ετούτης της φυλής!...
     Και, τί, μαρτύριο!... Τί, παιδεμός, συνάμα!... 


Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΓΕΡΟ–ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ (1882–1965)

Ο ΓΕΡΟ–ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ (1882–1965)

Το αγνό παλληκάρι του Χριστού.
Ο σπάνιος και εκλεκτός δόκιμος.

     Ο Πατήρ Αυγουστίνος γεννήθηκε στην Ρωσσία, στο Αλίσκογε–Πολτάβας, το 1882. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Αντώνιος Κορρά. Τον πατέρα του τον έλεγαν Νικόλαο και την μητέρα του Αικατερίνη, οι οποίοι ήταν ευλαβείς και ανέθρεψαν το παιδί τους, τον Αντώνιο, με ευλάβεια και φόβο Θεού.
     Από μικρός ακόμη ο Αντώνιος είχε πάει σ’ ένα Μοναστήρι της πατρίδος του, όπου και παρέμεινε ως δόκιμος. Ένας πειρασμός όμως που του είχε συμβεί, τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την Μονή και την πατρίδα του και να έλθει στο Περιβόλι της Παναγίας, για να νιώθει ασφαλισμένη την ψυχή του από τέτοιου είδους πειρασμούς.
     Όπως μου είχε διηγηθεί, στο Μοναστήρι εκείνο ήταν όλοι Γεροντάκια σχεδόν και αυτόν έστειλαν ως διακονητή, για να βοηθάει έναν υπάλληλο της Μονής στο ψάρεμα, γιατί η Μονή συντηρείτο από την αλιεία. Μια μέρα, λοιπόν, είχε έρθει η κόρη του υπαλλήλου και είπε στον πατέρα της να πάει γρήγορα στο σπίτι για μια επείγουσα δουλειά και κάθισε εκείνη να βοηθήσει. Ο πειρασμός όμως την είχε κυριεύσει την ταλαίπωρη και, χωρίς να σκεφθεί, όρμησε επάνω στον Δόκιμο Αντώνιο με αμαρτωλές διαθέσεις. Εκείνη την στιγμή τά ’χασε ο Αντώνιος, γιατί ήταν ξαφνικό. Έκανε τον Σταυρό του και είπε: «Χριστέ μου, καλύτερα να πνιγώ, παρά να αμαρτήσω!», και πετάχτηκε από την όχθη μέσα στο βαθύ ποτάμι! Αλλ’ ο καλός Θεός βλέποντας τον μεγάλο ηρωισμό του αγνού νέου, που ενήργησε σαν νέος Άγιος Μαρτινιανός, για να διατηρηθεί αγνός, τον κράτησε επάνω στον νερό, χωρίς να βραχεί. Μου έλεγε: «Ενώ πετάχτηκα με το κεφάλι κάτω, δεν κατάλαβα πώς βρέθηκα όρθιος επάνω στο νερό, χωρίς να βραχούν ούτε τα ρούχα μου!».
     Εκείνη την στιγμή είχε νιώσει και μια εσωτερική γαλήνη με μια ανέκφραστη γλυκύτητα, που είχε εξαφανίσει τελείως κάθε λογισμό αμαρτωλό και κάθε ερεθισμό σαρκικό, που του είχε δημιουργήσει προηγουμένως με τις άσεμνες χειρονομίες της η κοπέλα. Αυτή πάλι, όταν είδε επάνω στο νερό όρθιο τον νεαρό Αντώνιο, άρχισε να κλαίει μετανοιωμένη για το σφάλμα της και από συγκίνηση για το μεγάλο αυτό θαύμα που συνέβη.
     Ο Δόκιμος Αντώνιος μετά από αυτά έφυγε αμέσως για την Μονή και παρακάλεσε με δάκρυα τον Ηγούμενο να του δώσει ευλογία να πάει στο Άγιον Όρος, γιατί ήταν αδύνατος πνευματικά και φοβόταν να μείνει στον κόσμο. Δεν ανέφερε δε τίποτε απολύτως στον Ηγούμενο για την αταξία της κοπέλας, για να μη μαθευτεί κάτι εις βάρος της, ούτε και για το θαύμα που συνέβη σ’ αυτόν, αλλά μόνο τον εαυτό του ελεεινολογούσε.
     Αυτό φυσικά ήταν και το μεγαλύτερο θαύμα, κατά τον λογισμό μου, που πήρε δηλαδή το σφάλμα ο ίδιος και κάλυψε την φταίχτρα, καθώς και η ηρωϊκή αντιμετώπιση του μεγάλου πειρασμού σ’ αυτή την ηλικία. Διότι για τον Θεό που κρατάει ολόκληρο το σύμπαν με το δακτυλάκι Του, δεν είναι δύσκολο να κρατήσει έναν δόκιμο επάνω στα νερά του ποταμού.
     Ο Ηγούμενος λοιπόν κάμφθηκε από τα παρακάλια του –φυσικά δεν μπορούσε και να τον εμποδίσει– αλλά στενοχωρέθηκε, που θα έχανε από την Αδελφότητα έναν τέτοιον εκλεκτό δόκιμο…

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ (1924–1994)

 [Μοναχού Παϊσίου Αγιορείτου: «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα», κεφ. 11ο, σελ. 74–75, γ΄ έκδοση, Ιερού Ησυχαστηρίου «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσ/νίκης 1994.] 


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ

     Κάποιοι φιλόσοφοι ἐπισκέφθηκαν κάποτε ἕναν Γέροντα. Μετὰ τὴν προσευχὴ ποὺ ἔκανε κατὰ τὴν ὑποδοχή τους, ὁ Γέροντας ἔμεινε σιωπηλὸς κάνοντας τὸ εργόχειρό του χωρὶς διόλου νὰ σηκώνει τὸ βλέμμα του.
     Τὸν παρακάλεσαν οἱ φιλόσοφοι, λέγοντας: «Πές μας κάτι, ἀββᾶ!». Ἐκεῖνος, ὅμως, σιωποῦσε. Τοῦ λένε: «Ἐμεῖς, γι’ αὐτὸ ἤρθαμε· γιὰ ν’ ἀκούσουμε κάτι ἀπὸ σένα καὶ νὰ ὠφεληθοῦμε». Τοὺς λέει, τότε, ὁ Γέροντας: «Ἐσεῖς ξοδέψατε τὰ χρήματά σας γιὰ νὰ μάθετε νὰ μιλᾶτε· ἐγώ, ὅμως, ἄφησα τὸν κόσμο γιὰ νὰ μάθω νὰ σιωπῶ!».
     Ὅταν τὸ ἄκουσαν αὐτό, αὐτοί, ἔφυγαν ὠφελημένοι…


[«Ἄγνωστες σελίδες τοῦ Γεροντικοῦ», μέρος α΄, §2, σελ. 17, α΄ ἔκδοση, «Τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας», Θεσ/νίκη 1996.] 


«ΑΝ ΦΥΛΑΓΑΤΕ ΚΑΛΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ!...»

«ΑΝ ΦΥΛΑΓΑΤΕ ΚΑΛΑ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ!...»

     Όταν ζούσε ο ευσεβέστατος Ιωάννης ο Βοστρηνός (που καταγόταν από την πόλη Βόστρα της Αραβίας), ο οποίος έγινε χαρτουλάριος στην Δαμασκό (υπεύθυνος δηλαδή των αρχείων του κράτους· υψηλή θέση της εποχής), συνέβη να σταλεί σε υπηρεσία στην Αντιόχεια της Συρίας. Εκεί, υπήρχαν τέσσερις κοπέλες δαιμονισμένες που έλεγαν πολλά με την ενέργεια του διαβόλου, τις οποίες οι ντόπιοι τις έφεραν σε αυτόν τον Ιωάννη που προαναφέραμε.
     Αυτός, όταν άκουσε τους δαίμονες να λένε πολλά με το στόμα αυτών των κοριτσιών στα συριακά, τους ρώτησε για πολλά και διάφορα θέματα που συντελούν στην ωφέλεια της ψυχής.
     Μεταξύ των άλλων, ρώτησε τους δαίμονες: «Ποιά πράγματα φοβάστε εσείς από τους Χριστιανούς;». Του λένε εκείνοι: «Όντως, εσείς οι Χριστιανοί, έχετε τρία μεγάλα πράγματα· ένα που φοράτε στον λαιμό σας, ένα που λούζεστε στην Εκκλησία και ένα που τρώτε στην δική σας Σύναξη».
     Κατάλαβε, βέβαια, ο Ιωάννης ο Βοστρηνός, ότι με αυτά που είπαν, εννοούν τον Τίμιο Σταυρό, το Άγιο Βάπτισμα και την Αγία Κοινωνία. Και τους ξαναρώτησε: «Από αυτά, τώρα, τα τρία πράγματα, ποιό είναι εκείνο που εσείς φοβάστε περισσότερο;». Τότε εκείνοι του αποκρίθηκαν: «Πραγματικά, αν φυλάγατε καλά Αυτό που μεταλαβαίνετε, κανένας από ’μας δεν θα μπορούσε να κάνει κακό σε Χριστιανό!».
     Δοξάζοντας τον Θεό για τα λεχθέντα ο ευσεβής Ιωάννης, πάλι τους ρώτησε: «Ποιά πίστη εσείς αγαπάτε απ’ όλες αυτές που υπάρχουν σ’ ολόκληρο τον κόσμο, σήμερα;». Και του λένε: «Την πίστη αυτών που δεν έχουν κανένα από τα παραπάνω πράγματα που σου είπαμε, ούτε και ομολογούν, Θεό ή Υιό του Θεού, τον Γιο της Μαρίας».
     Αποκρίθηκε ο Ιωάννης και τους είπε: «Και πώς εσείς Τον ομολογούσατε ‘‘Υιό Θεού’’, όταν Του φωνάζατε ‘‘Τί κοινό έχουμε εμείς με Σένα, Υιέ του Θεού;’’ (Μάρκ. 5, 7· Λουκ. 8, 28)». Σιώπησαν τότε για λίγο αυτοί και μετά του είπαν: «Αυτό συνέβη, χωρίς να μας αρέσει εμάς ή να το θέλουμε. Αλλά επειδή μας ανάγκαζε η δύναμή Του, φωνάζαμε ότι είναι ‘‘Υιός του Υψίστου’’, για να ντροπιαστούν κι οι Ιουδαίοι που έλεγαν βλασφημίες σε βάρος Του και Τον αποκαλούσαν ‘‘άνομο’’».
     Αυτά και άλλα πολλά είπαν, με το στόμα εκείνων των γυναικών, οι δαίμονες, μπροστά σε λαό και πολύ πλήθος που άκουγε άναυδο…


[«Άγνωστες σελίδες του Γεροντικού», μέρος α΄, §14, σελ. 66–71, α΄ έκδοση «Το Περιβόλι της Παναγίας», Θεσ/νίκη 1996.] 


ΜΙΑ ΚΟΣΜΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Η ΚΟΣΜΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

     «Η εποχή μας, είναι πολύ δύσκολη. Και πρέπει σήμερα οι χριστιανοί να κάνουν πολύ υπομονή, για να έχουν μεγάλο μισθό. Πολλοί Άγιοι θα επιθυμούσαν να ζούσαν στην σημερινή εποχή για νά ’χουν μισθό.
     Το κακό έχει προχωρήσει πολύ κι έχουν γίνει μεγάλες αλλαγές τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει όμως μία καλή μαγιά που γι’ αυτήν ο Θεός ευσπλαχνίζεται και τον υπόλοιπο κόσμο. Να μη χαλάσει κι αυτή, γιατί τότε αλλοίμονό μας!
     Ο Χριστός θα λυπηθεί τον κόσμο εκεί που θα φθάσει, και θα φανερώσει ένα σημείο. Αυτό το σημείο, δεν θα είναι η Δευτέρα Παρουσία. Μετά, δεν θα υπάρχει άπιστος· θα πιστέψουν όλοι στον Χριστό. Αλλά η πίστη αυτή δεν θα έχει αξία.
     Σήμερα το Ευαγγέλιο το βάζουν στην άκρη· την παρανομία, την κάνουν νόμο· την αμαρτία, την κάνουν μόδα. Πάει να διαλυθεί το παν. Αλλά τον τελευταίο λόγο, τον έχει ο Θεός.
     Παλιά, έκανε κανείς ένα σφάλμα, μία αμαρτία και υπήρχε ντροπή· τώρα, δεν υπάρχει. Έρχεται ο διάβολος της αναισθησίας, μας ναρκώνει και, μετά, μας κάνει ό,τι θέλει. Οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι τόσο απορροφημένοι από τα γήϊνα, που δεν αισθάνονται καθόλου την αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό πρέπει να μπει η ‘‘καλή ανησυχία’’ στον άνθρωπο.
     Παλιά, οι άνθρωποι, είχαν μικρούς πειρασμούς. Τώρα, πιο μεγάλους. Και, αργότερα, θα έχουν ακόμη μεγαλύτερους, ώστε να χρειάζονται Αγίους να προσεύχονται γι’ αυτούς.
     Σήμερα, άναψε μία μεγάλη φωτιά και τα πάντα καίγονται. Γι’ αυτό, μόνο η προσευχή απομένει…».


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994) 


Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ

ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΕΩΣ 
Τὸ μεγάλο μυστικὸ τοῦ θεοφίλητου τελώνου

     Αὐτό, τὸ περίοπτο καὶ ζηλευτὸ «ὕψος», μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἀρχαία πτώση τοῦ ἐωσφόρου, εἶναι, πιά, ἰσόβιος καὶ ἐπάρατος πειρασμὸς γιὰ τὸν χοϊκὸ καὶ ἀδύναμο ἄνθρωπο. Κυρίως δέ, γιὰ τὸν «θρησκευτικὸ» ἄνθρωπο. Πού, μέσα ἀπὸ τὸ θεϊκὸ μεγαλεῖο, αὐτός, κοιτάζει πῶς νὰ ἁρπάξει καὶ νὰ οἰκειοποιηθεῖ ἀλλότριο δοξασμό. Καί, μὲ αὐτόν, κατόπιν, σὰν μὲ κάποια τυραννικὴ σπάθα, νὰ πληγώνει συνεχῶς τὸν συνάνθρωπό του! Καὶ τὸ ἐπιχειρεῖ αὐτὸ μὲ χίλιους–μύριους «θεολογούμενους» τρόπους καὶ ἀγαπολογικὲς προφάσεις! 
     Τὸ ὕψος ποὺ ὀρέγεται στὴν ἐνδοκόσμια πορεία της ἡ ἀνθρωπότητα, θέλγει μὲν ὅλους δαιμονικά, ἀλλά, στὴν οὐσία, μέσα σὲ αὐτὸ ἐκχωροῦν λίγοι, ἀπειροελάχιστοι. Οἱ «ἐκλεκτοί». Οἱ «ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἐκλεκτοῦ». Δηλαδή, οἱ ἅγιοι τοῦ Μόνου Ἁγίου Χριστοῦ. Εἶναι θεοπαράδοτη πνευματικὴ νομοτέλεια, ἀπαραβίαστο ὑπαρξιακὸ ὅριο καὶ ἀμετάθετο ἀξίωμα ἔνθεων ἀρχετύπων, αὐτὸ τὸ μυριανθρωπόθητο ὕψος, νὰ ἀνήκει πάντα ἐξ ὁλοκλήρου στὴν ταπεινοφροσύνη καὶ στοὺς ταπεινόφρονες. Σὲ αὐτοὺς ποὺ θέλουν καὶ ἐπιθυμοῦν μὲ πόθο νὰ μοιάξουν τοῦ Χριστοῦ. Γιατί, αὐτὸ τὸ ὕψος, εἶναι μονάχα τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ταπεινώθηκε ἀπὸ ἄκρα ἀγάπη. 
     Ἀντίθετα, στὸ πεδίο αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὅλοι, σήμερα, ψάχνουν, ἐπιδιώκουν, στοχεύουν καὶ διεκδικοῦν, πεισματικὰ ἢ ἐναγώνια στὴν πρόσκαιρη καὶ φευγαλέα ζήση τους νὰ κερδίσουν ὁπωσδήποτε μία θέση σὲ ἐπίπλαστο, πρόσκαιρο καὶ κούφιο ὕψος· σὲ μία κατώτατη καὶ κατωφερῆ φαρισαϊκὴ «ὑψηγορία» μὲ ὅ,τι αὐτὴ σημαίνει στὴν κυριολεξία (δύναμη, ἐξουσία, δόξα, κυριαρχία, ἐπιβολή, ἐπιρροή, ἐπικράτηση, αναγνώριση…). 
     Σχεδὸν κανείς, πιά, σήμερα, δὲν διανοεῖται νὰ ἀναζητήσει μία θέση σὲ βάθοςΠοιό βάθος; Καὶ ποιανοῦ τὸ βάθος; Τὸ βάθος καὶ τὴν κατάβαση τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὑψοποιοῦ καὶ ζωοποιοῦ Ταπείνωσής Του. Τὸ ὕψος τοῦ Χριστοῦ, εἶναι βάθος Θεανδρικῆς Ταπεινώσεως. Καὶ ἡ δική Του ἔκπαγλη Ταπείνωση, εἶναι τὸ αἰώνιο κάλλος Του καὶ ἡ εἰρηνικὴ παντοδυναμία Του. Ὅλα μέσα σὲ αὐτὸ τὸ Χριστοειδὲς ὕψος, βρῆκαν τὴν θεοπρεπῆ δόξα τους καὶ τὴν ἔνθεη πληρότητά τους. 
     Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅλα, μέσα σ’ αὐτὸν τὸν θανατόφιλο κόσμο, ποὺ ἐμμένει νὰ δοκιμάζει νὰ ὑψώνεται ἄνευ ταπεινώσεως, ἄνευ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδήὅλα μέσα σὲ αὐτὴν τὴν «κοιλάδα τοῦ καλυθμῶνος» τοῦ ἀταπείνωτου κόσμου καὶ τῶν ἐπηρμένων ἀνθρώπων του, ὑπάρχουν ἀποκλειστικὰ χάρη στὴν Ταπείνωση: στὴν κένωση, στὴν συγκατάβαση, στὴν θυσία καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. 
     Μέσα στὴν Ταπείνωση τοῦ Θεανθρώπου, φωλιάζει ὁλοκληρωτικὰ ἡ Ἀγάπη Του. Καί, μέσα στὴν Ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ, ἐνυπάρχει τὸ μοναδικὸ καὶ ἀκατάλυτο κριτήριο γιὰ τὴν ἀπλανῆ πνευματικότητα, γιὰ τὴν γνήσια πνευματικὴ ζωὴ τῶν πιστῶν. Γιατί, δὲν γίνεται νὰ ἔχεις πραγματικὴ ἀγάπη Θεοῦ, ἀγάπη ἀνθρώπου καὶ κόσμου, ἐὰν πρῶτα δὲν ἔχεις ταπείνωση Χριστοῦ. 
     Ὅπου τελώνης, ἐκεῖ καὶ ὁ Χριστός καὶ ἡ Χάρις Του. Ὅπου Χριστός, ἐκεῖ καὶ ὁ τελώνης. Σκανδαλωδῶς, γιὰ τὴν πεπερασμένη καί, αἰχμηρὴ γιὰ τὸν τετραγωνισμό της, λογική μας, ὁ Χριστός, ἀποκαλύπτεται καὶ χαρίζεται μονάχα στοὺς τελωνικοὺς ἀνθρώπους, στὶς τελωνικὲς ψυχές, στὶς τελωνικὲς ὑπάρξεις, στὶς τελωνικὲς ζωές. 
     Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ποὺ ἔχουν τὸ ἐξαίσιο πνευματικὸ προνόμιο νὰ μιλοῦν, νὰ ἀκοῦν, νὰ καταλαβαίνουν καὶ νὰ μεταδίδουν τὴν γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ: τὴν γλῶσσα τῆς ἄφραστης Ταπείνωσής Του. Ἡ καρδιά τους καὶ τὰ σπλάγχνα τους, οἱ σκέψεις, οἱ διαθέσεις, τὰ φρονήματα καὶ οἱ πράξεις τους, ὅλα τους, εἶναι τελωνικά. Ταπεινόφρονα. Χριστοφίλητα. 
     Ἔτσι, γιὰ ὅλους ἐμᾶς, ποὺ στεκόμαστε μπροστὰ ἀπὸ τὶς πύλες τῶν ἑορτῶν τοῦ «Τριωδίου», αὐτὴ ἡ Ἁγία Ταπείνωση τοῦ Σωτῆρος μας, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ συντελεστὴς καὶ προϋπόθεση ζωῆς. Ἀκριβέστερα, εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς
καὶ ὁ μόνος τρόπος πρὸς τὴν ζωή· Τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ, τόσο χιλιοειπωμένη, «ἐν Χριστῷ ζωή», ἡ Παραδεισένια ζωή, ἡ ζωὴ τῆς Χάριτος, δὲν εἶναι μία «ἀσφαλὴς» ζωή. Μία ἀγέρωχη ζωὴ ὑπεροχῆς, ἐξουσίας, προνομίων, ἀξιωμάτων, κολακείας καὶ ἀνέσεων. Ἀλλὰ εἶναι ἡ θεοδόξαστη, ἡ θεοφίλητη, ἡ μυστικὴ «αγιοτελωνικὴ» ζωὴ τῆς Ταπείνωσης τοῦ Μόνου Ταπεινοῦ Κυρίου. 
     Μέσα σ’ αὐτὴν τὴν πανθαύμαστη ζωή, κρύβεται ὅλη ἡ ἀνείπωτη δόξα τοῦ Παραδείσου. Ἡ, κατὰ Χάριν, ἐμβιούμενη ταπεινὴ Ζωὴ τοῦ Χριστοῦ· Αὐτός ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός! Ὁ μυστικὸς φίλος καὶ ἀχώριστος ἀδελφὸς τοῦ τελώνου τῆς Παραβολῆς Του... 
–Καλό, εἰρηνικὸ καὶ εὐλογημένο Τριώδιο, 
ἀδελφοί μου, καλοὶ καὶ εὐλογημένοι!... 


Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Η ΑΝΥΠΟΠΤΗ ΑΔΙΚΙΑ ΜΑΣ

Η ΑΝΥΠΟΠΤΗ ΑΔΙΚΙΑ ΜΑΣ

      «Γιὰ νὰ βοηθήσουμε σωστὰ τοὺς ἀνθρώπους, νὰ γίνουν πνευματικοὶ ἄνθρωποι, (κατ’ ἀρχάς), δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀδικοῦμε. Καί, τοὺς ἀδικοῦμε, ὅταν (καὶ ὅποτε) θέλουμε νὰ τοὺς κάνουμε ἀκριβῶς σὰν τὸν ἑαυτό μας· ὅταν τοὺς δίνουμε νὰ φᾶνε αὐτοί, αὐτὸ ποὺ τρῶμε κι’ ἐμεῖς. Δὲν ὑπολογίζουμε (καί, δὲν σεβόμαστε κἄν!) τὴν διάθεση τοῦ ἄλλου, τὴν δίψα του, τὴν πεῖνα του…».


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ (1924–1994)




ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

ΠΟΛΕΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

(«Αν δεν ακούσω την Απόλυση του Ιερέως, εγώ, δεν βγαίνω!»)


     Κάποτε, διηγήθηκε ένας Γέροντας τα εξής:
     «Από νέος μοναχός που ήμουν, βίαζα τον εαυτό μου και δεν καθόμουν ποτέ στο στασίδι. Ούτε νύσταζα ούτε πεινούσα ούτε διψούσα. Δεν έβγαινα ποτέ από την Εκκλησία, μέχρι να τελειώσει η Ακολουθία. Ο διάβολος, όμως, που θέλει, τόσο οι καλόγεροι όσο και γενικά οι πιστοί, να βγαίνουν οπωσδήποτε από την Εκκλησία, με φθόνησε.
     »Κάποτε, πού ήμουν μέσα στην Ακολουθία όρθιος στο στασίδι και προσευχόμουν με το κομποσχοίνι, ήρθε (ο διάβολος) και στάθηκε μπροστά μου. Κρατούσε ένα καλάμι κούφιο και μ’ αυτό φύσηξε μέσα στ’ αυτί μου. Ένιωσα έναν κρύον αέρα και ξεπάγιασα ολόκληρος, αν και ήταν Ιούλιος μήνας. 
     »Την επόμενη μέρα, μου προξένησε τέτοια ζέστη, που νόμιζα ότι θα σκάσω, ότι θα πεθάνω! Και στις δύο φορές, όμως, έκανα υπομονή. Κρατήθηκα και δεν βγήκα έξω από την Εκκλησία.
     »Την τρίτη μέρα, κι ενώ πάλι προσευχόμουν στο στασίδι, βλέπω ένα παράδοξο πλήθος μοναχών μέσα στο Καθολικό.
     –‘‘Περίεργο, πράγμα!...’’, σκέφτηκα. ‘‘Τόσους μοναχούς, εμείς, δεν έχουμε στο Μοναστήρι!… Γιορτή, δεν είναι!… Τί, γίνεται;!...’’.
     »Προχωρούσε κανονικά η Ακολουθία στον Όρθρο και τελείωσε η Η΄ (Όγδοη) ωδή από τον κανόνα της Αγίας Μαρίνης που ήταν η μνήμη της. Πήρε ο Παπάς το θυμιατό και στην Θ΄ (Ενάτη) ωδή, άρχισε να θυμιάζει. Βλέπω, τότε, όλο εκείνο το παράδοξο πλήθος των μοναχών συνωστισμένοι, να βγαίνουν σαν τα πρόβατα έξω από τον Ναό. Ο τελευταίος απ’ αυτούς, ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μαζί μου και μου είπε:
     –Μωρέ, δε με βλέπεις;! Όλοι, φεύγουν! Εσύ, τί κάθεσαι εδώ πέρα;!
     –Άκουσε, του λέω. Αν δεν ακούσω την ‘‘Απόλυση’’ του Ιερέως (το κοινώς λεγόμενο ‘‘Δι’ ευχών…’’), εγώ από την θέση μου δεν βγαίνω!
     »Έφυγε κι αυτός. Είδα, τότε, από τους 80 μοναχούς που ήταν μαζεμένοι μέσα στην Εκκλησία, ούτε 10 δεν είχαν μείνει μέσα! Οι υπόλοιποι, ήταν δαίμονες και εξαφανίστηκαν γιατί δεν υπέφεραν να ακούνε το όνομα της Παναγίας στην ‘‘Τιμιωτέρα’’ που είχε ήδη αρχίσει…».



 [«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 2ο μέρος «Περιστατικά», §με΄, σελ. 380–381, α΄ έκδοση, Άγιον Όρος 2011.] 


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Η ΘΕΪΚΗ ΑΓΑΠΗ: Η ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ & ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΑΣ!

Η ΘΕΪΚΗ ΑΓΑΠΗ:
Η ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ & ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΜΑΣ!


      Μεγάλο πρᾶγμα στὸν ἄνθρωπο, ἡ θεϊκὴ ἀγάπη! Καὶ νὰ τὴν ζεῖ σὰν κάτι τὸ ἀπερίγραπτα ἀναγκαῖο. Νά ’ναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος του, ὁ παλμὸς καὶ ἡ δύναμή του, ἡ ἔξοδος καὶ ἡ περιπέτειά του, ἡ «παραμυθία» του, ἡ παρηγοριά του, ἡ ἀνάπαυσή του, τὸ βάλσαμό του, τὸ ἀποκούμπι του καὶ ἡ καταφυγή του! Ὑπάρχουν κάποιες παρακλήσεις Χάριτος ποὺ φέρνει ἀθόρυβα τὸ θεϊκὸ χέρι στὴν ζωή μας, ποὺ θὲς ἁπλὰ νὰ μὴ τελειώσουν ποτέ. Κουβαλᾶνε μέσα στὸν γλυκασμό τους πυκνὲς ψεκάδες κρυστάλλινων ἀληθειῶν, τὶς ὁποῖες, γενικά, οἱ ἑκούσια ἄχαρεις, ἀπαράκλητοι, ἀπαραμύθητοι καὶ ἀπαρηγόρητοι ἄνθρωποι, δὲν θέλουν οὔτε νὰ σκεφτοῦν οὔτε καὶ νὰ δεχθοῦν…
      Γιατὶ πρέπει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ δεχθοῦν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ὡς γεγονὸς χαρᾶς· ὡς θεόσδοτης χαρᾶς πρὸς τὴν ψυχή τους. Πρᾶγμα δυσχερὲς καὶ ἀπίστευτο. Καί, ὄχι λίγες φορές, ἀδιανόητο γιὰ τὰ καταθλιπτικά τους δεδομένα.
      Πολλὲς φορὲς ὁ ῥεαλισμός μας, εἶναι ἀνομολόγητα ταυτόσημος μὲ τὸν ὀνειδισμό μας. Εἰδικά, αὐτὸς τοῦ «θρησκευτικοῦ» τύπου ἢ τοῦ «ἠθικοῦ» ἐπιπέδου ἢ τῆς «θεολογικῆς» ἐκδοχῆς. Εἶναι ἐξαιρετικὰ εὔκολο, ἀβίαστο, ἄμοχθο, ἄκοπο καί, ἄκρως «χρηστικὸ» γιὰ τὴν ἐπάρατη αὐτοδικαίωση ποὺ μαστίζει τὴν βρότεια φύση, νὰ ὀνειδίζεις ὅλους τοὺς ἄλλους γύρω σου γιὰ τὴν «ἀλήθεια» τῆς πίστεως, γιὰ τὴν «ἀκρίβεια» τῶν κανόνων, γιὰ τὴν «δόξα» τῶν δογμάτων, γιὰ τὴν «τάξη» τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ τὴν «εὐπρέπεια» τοῦ ἤθους, γιὰ τὸ «δίκαιο» τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν «τιμωρία» τῶν ἁμαρτωλῶν στὴν κόλαση, ἐννοεῖται, χωρὶς ἀγάπη Θεοῦ. Εἶναι τὸ μόνο εὔκολο! Καί, ἐπίσης, τὸ μόνο βολικό. Ἀλλά, ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς: Ποιός μπόρεσε ποτὲ νὰ βιώσει καὶ νὰ κατανοήσει ἔστω καὶ μία Χριστο–ευαγγελικὴ ἀλήθεια, δίχως τὸ «Α» καὶ τὸ «Ω» της, ποὺ εἶναι παντοτεινὰ ἡ αἰώνια ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ;
      Ῥῑξτε μιὰ ματιά, γύρω σας· Ὅλα τὰ ἐγκόσμια συστήματα ἐξουσίας, ἐλέγχου καὶ χειραγώγησης τοῦ «ἀνθρώπου–δεσμώτη», κυρίως καὶ πρωτίστως τὰ «θρησκευτικά», ὅλοι οἱ ἀφελεῖς ὀπαδοὶ ἀκραῖων ῥευμάτων ἀναζητήσεως τοῦ θεῖου, ὅλοι οἱ θλιβεροὶ οὐραγοὶ θρησκειακῶν κοπαδιῶν, ὅλοι οἱ γραφικοὶ κράχτες δαιμονικῶν πνευματικοτήτων, κόπτονται μονομερῶς γιὰ τὴν σκληρή, ἐπιθετικὴ ἢ πονηρὴ  ὑπεράσπιση τῶν «ἀληθειῶν» τῆς «θρησκευτικῆς» τους ἀντίληψης, μόνο καὶ μόνο, ἐπειδή ὑπάρχει ἀπελπιστικὸ ἔλλειμμα θεϊκῆς ἀγάπης μέσα τους. Ἀπειρία Θεοῦ! Σπάνιο καὶ δυσεύρετο, –ἴσως, καὶ ἐπικίνδυνο!–, νὰ τολμήσει κάποιος σήμερα νὰ βιώσει τὴν «χριστιανικώτερη» ἀλήθεια τῆς πίστεώς «του», μονάχα μὲ τὴν βιωματικὴ σύναρση τῆς θεϊκῆς ἀγάπης!
      Ποιός ἔχει ὄρεξη καὶ ἀντοχὴ γιὰ τέτοιες «οὐτοπίες», τώρα;
      Εἶναι διαπιστωμένο εὑρέως, πώς, ἔθος μας καὶ συνήθειά μας, εἰδικὰ σὲ αὐτὴν τὴν βαβελικὴ ἐποχή ποὺ ὅλοι διανύουμε, εἶναι νὰ παιδεύουμε καὶ νὰ παιδευόμαστε, πολὺ συχνὰ μεταξύ μας –σχεδόν, ὅλοι μας!...
      Καὶ μιλᾶμε ἢ προβάλλουμε πρὸς στοὺς ἄλλους χάρες καὶ χαρές ποὺ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν βιώσαμε ἐσωτερικά. Καί, ἡ χαρά, ἀπὸ βασικὴ κατάσταση γνησιότητας καὶ ὑγείας τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ὁ πιὸ ἄχαρος καὶ στιφὸς ῥόλος στὴν ζωή του. Ἀναγκαζόμαστε νὰ φαινόμαστε συνεχῶς χαρούμενοι στὶς σχέσεις μας, γιὰ νὰ καλύπτουμε τὴν θλίψη ποὺ ἐνδημεῖ ἀδιάκοπα μέσα μας. Τὸ ὑπέρτατο δώρημα τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, ἡ χαρὰ τῆς καρδιᾶς, δέχεται τὴν μετάλλαξη καὶ ἀλλοτρίωσή της στὴν ἐπιτηδευμένη χαρωπότητα τῆς κουρασμένης εἰκόνας μας.
      Ὑποκρισία!... Καὶ ἀνελευθερία!...
      Πού, ἀναπόφευκτα, καταλήγει στὴν ἀφιλαδελφία καὶ στὴν μισανθρωπία: μισοῦμε, φθονοῦμε, ἀδικοῦμε ἢ ἀποστρεφόμαστε κάθε ἀποδέκτη («ἀποδέκτης», ἐδῶ, εἶναι ὁ πλησίον, ὁ συνάνθρωπός μας) τῆς χαρᾶς μας· τῆς χαρᾶς, ποὺ δὲν ὑπάρχει μέσα μας!...
      Γιατί ἆρα γε;
      Γιατὶ ὁ χειρότερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τὸ κενὸ ποὺ κουρνιάζει μέσα του. Καὶ τὸ χειρότερο κενὸ τοῦ ἀνθρώπου, ἀναφύεται, ὅταν αὐτὸς σπεύδει νὰ ἐξαγγέλλει θεϊκὲς χάρες καὶ νὰ προτείνει πνευματικὲς χαρὲς ποὺ ὁ ἴδιος δὲν ἔζησε. Ποὺ δὲν μυήθηκε στὴν πρωτόγνωρη δύναμή τους. Ἤ, ποὺ τὶς ἔζησε γιὰ πολὺ λίγο καὶ σύντομα τὶς πρόδωσε, ἐγκαταλείποντάς τες, ἀνένοχα καὶ ἀδιάφορα.
      Καί, μετά, ἔρχεται ἡ ἐνδόμυχη πικρία νὰ συνταιριαστεῖ μὲ τὴν ἀδάμαστη τρέλλα!...
      Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι ἄπεφθο καὶ ἀκραιφνὲς θεϊκὸ Μυστήριο φιλανθρωπίας καὶ σωτηρίας, ἔχει τὸ δικό της «τυπικό», τὸν δικό της ἀλάλητο κώδικα, ἔχει τὴν δική της γλυκάδα καὶ ὀμορφιά, τὴν δική της εὐγένεια, ἀρχοντιὰ καὶ προσέγγιση, τὴν δική της σαγήνη, τὴν δική της παραμυθία καὶ παράκληση. Τὴν ὁποία ἐνσταλάζει μὲ ἰδιαίτερα ἐμπνευσμένο καὶ ἐξατομικευμένο τρόπο μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀπορημένου ἀνθρώπου.
      Ἡ ἀγάπη, ὄχι τῶν ἄστατων καὶ εὐμετάβλητων ἀνθρώπων, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δὲν εἶναι ἄπονη εὐφυΐα, βάναυση ἐξυπνάδα, ἀλάνθαστη καὶ τυραννικὴ λογική, ἀσυμπάθητη κρίση, ἀδυσώπητος ἀφορισμός, δὲν εἶναι σαρωτικὸς μπαλτᾶς, μεθυσμένο τσεκοῦρι καὶ μανιασμένη ῥομφαῖα!...
      Ἡ Θεϊκὴ Ἀγάπη, –ἴσως νὰ μὴν τὸ ἔχουμε «διανοηθεῖ» ἀκόμη, πώς– εἶναι,   
      ἡ πιὸ ποθεινὴ παραμυθία μας!
      τὸ πιὸ γλυκὸ «παραμύθι» μας!
      –«παραμύθι(ον)» καὶ «παράκλησις»· γιὰ νὰ γλυκαίνωνται οἱ πόνοι τῶν βιοτικῶν καὶ τὰ βάσανα τῶν ἐγκοσμίων–.
      Γιατὶ ὅλη της ἡ σωστική, ἡ ὑπερβατικὴ καὶ μεγαλειῶδης ἀλήθεια της, εἶναι καὶ θὰ παραμένει γιὰ ’μᾶς, πραγματικὰ ἀνείπωτη, ἀνεκλάλητη καὶ ἄφραστη!...
      «Παραμυθιάζεστε», λοιπόν!...
      Καί, εἰρηνεύετε!...
      Μὲ τὴν Ἀγάπη Του!...




Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

«ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗ!»

«ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΑΓΑΠΗ!» 




     «Κάποτε, ο οδηγός του αλησμόνητου και αγίου Μητροπολίτου Εδέσσης κυρού Καλλίνικου Πούλου (1919–1984), πήρε άδεια. Και με παρακάλεσε ο ίδιος ο Δεσπότης να τον εξυπηρετήσω με το αυτοκίνητό μου. Πήγαμε για Εσπερινό σ’ ένα μικρό χωριό της Αριδαίας –δεν θυμάμαι, τώρα, σε ποιό–, ο Σεβασμιώτατος, ο Διάκος του, κι εγώ. Στον δρόμο, ο καλός και ευαίσθητος Μητροπολίτης Καλλίνικος, με πείραζε: ‘‘Αα, κυρ–Κ.! Πολλά, παίρνεις για το αγώγι! Δεν πρέπει να έρχομαι μαζί σου!’’. Έγινε ο Εσπερινός, είπε πολλά στους χωρικούς. Όταν φεύγαμε, ζήτησε από τον Διάκο την Καινή Διαθήκη. Δεν είχε. Έτυχε να έχω εγώ μία μικρή. ‘‘Δώσ’ την στον Διάκο!’’, μου λέει. Την έδωσα. Του είπε να την ανοίξει τυχαία και να διαβάσει. Πράγματι, την άνοιξε τυχαία ο Διάκος κι άρχισε να διαβάζει. Ήταν ένα χωρίο που μιλούσε περί αγάπης. Ο Διάκος διάβαζε, κι ο Σεβασμιώτατος τον ρωτούσε τί εννοεί η κάθε λέξη. Καθώς προχωρούσε το κείμενο, ο Σεβασμιώτατος το ανέλυε περισσότερο.
     Στον δρόμο, κοντά σ’ ένα χωριό, μπροστά μας βρέθηκε κάποιος χωρικός. Είχε άλογο ζεμένο στο κάρο, φορτωμένο με τριφύλλι κι εκείνο έτρεχε φοβισμένο. Το τριφύλλι, άρχισε να πέφτει κι ο καημένος ο χωρικός δεν μπορούσε να το σταματήσει. Εγώ οδηγούσα, ενώ συνεχιζόταν ο διάλογος μεταξύ Διάκου και Σεβασμιωτάτου κι έβλεπα την ταπείνωση και την αγάπη του. Όταν φτάσαμε κοντά στο άλογο με το κάρο, εγώ ο αφελής, προσπέρασα το κάρο για να φύγουμε. Οπότε, ακούω την φωνή του Δεσπότη Καλλίνικου: ‘‘Κ…! Τί, λέγαμε τόσην ώρα; Για ‘αγάπη’ δεν μιλούσαμε; Σταμάτα να κάνουμε αγάπη!…’’.
     Έκανα πίσω. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο. Αμέσως, ο Καλλίνικος, σταμάτησε το άλογο που ήταν τόσο φοβισμένο, το ημέρεψε και είδα κάτι το καταπληκτικό: Ο Δεσπότης μας, έπιασε το άλογο από το χαλινάρι κι αυτό έγινε αρνάκι! Γυρίζει και λέει σε μένα και τον Διάκο: ‘‘Φορτώστε τα πεσμένα τριφύλλια πάνω στο κάρο!’’. Τα φορτώσαμε. Κατόπιν, ήρθε και το αφεντικό του κάρου. Άρχισε να μας ευχαριστεί. Έρχεται προς τα μένα κρυφά στο αυτί και με ρωτάει σιγανά: ‘‘Ποιός είναι αυτός που κρατάει το άλογο;’’. Του λέω: ‘‘Ο Δεσπότης μας, ο Καλλίνικος!’’. Αμέσως αυτός συγκινήθηκε κι άρχισε να κλαίει.
     ‘‘Άγιος, άνθρωπος!’’, είπα μέσα μου.
     Φορτώσαμε και φύγαμε…».


[(1) Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: «Κόσμημα της Εκκλησίας (βίος και πολιτεία του αειμνήστου Μητροπολίτου Εδέσσης Καλλινίκου)», κεφ. 9ο Αναμνήσεις του ποιμνίου»), §9 («Διάφορα περιστατικά»), σελ. 446, έκδοση α΄, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1998. 
(2) Η φωτογραφία (πάνω): Τα ζωήλατα ή τα ευρέως γνωστά «κάρα». Η φωτογραφία, τραβήχτηκε κάπου κοντά στην Κοινότητα Νίψα – Νομού Έβρου, περίπου το 1960. Από τον ιστότοπο της «Παλιάς Αλεξανδρούπολης». Πάνω στο παραδοσιακό ξύλινο κάρο (στοιχείο και σύμβολο μιας άλλης, αλαργινής και τόσο νοσταλγικής εποχής!), βλέπουμε και θαυμάζουμε το τριμερές έμψυχο «φορτίο» ευλογημένων ανθρώπων της αθωότητας, του μόχθου και της αγροτιάς. Εκπροσωπώντας ο καθένας τους μία διαφορετική ηλικία, θέση και γενιά. Και, ασφαλώς, η κάθε μία, αδιαχώριστη με την αντίστοιχη χάρη και ομορφιά της. 
(3) Η φωτογραφία (κάτω): «Άλογο και Κάρο», εξαίσια ακουαρέλα με τόσο «ζεστά» χρώματα και «θελκτικές» αποχρώσειςτου Αλέξη Μπαρκώφ (διαστ.: 38x46,50), από την Συλλογή του Γιώργου Ν. Βογιατζόγλου, Σπάρτη.] 




Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΣΕΙΣΜΟΣ ΣΕ ΑΓΡΥΠΝΙΑ

     «Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1932, έγινε στο Άγιον Όρος δυνατός σεισμός. Έγινε την τετάρτη ώρα της νύχτας (κοσμική ώρα: 10μ.μ.), κατά το μέσον της αγρυπνίας της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Βρισκόμουν στους χορούς (τόπος, που αντιστοιχεί με τον γνωστό «γυναικωνίτη» των ναών στον κόσμο), κοντά στο εξομολογητήριο του πατέρα Υφηγούμενου, ο οποίος εκείνη την ώρα βρισκόταν δίπλα μου, έξω από το εξομολογητήριο. Από το εξομολογητήριο, έπεσε ένα τούβλο με ασβέστη.
     Στην αρχή, φοβήθηκα λίγο, αλλά γρήγορα ησύχασα.
     Και λέω στον Γέροντα Υφηγούμενο:
     –‘‘Να, ο Ελεήμων Κύριος θέλει να μετανοήσουμε!’’.
     Και βλέπαμε τους μοναχούς, κάτω στον ναό και στους χορούς, και ελάχιστοι από αυτούς φοβήθηκαν. Περίπου έξι μοναχοί βγήκαν από τον ναό, όλοι οι άλλοι, όμως, παρέμειναν στα στασίδια τους και η αγρυπνία συνεχίστηκε με την καθορισμένη τάξη και, τόσο ήρεμα, σαν να μη συνέβαινε τίποτε!
     Και, σκέφθηκα:
     ‘‘Πόσο μεγάλη χάρη Αγίου Πνεύματος έχουν οι μοναχοί, ώστε σε έναν τέτοιον σεισμό, –που έτρεμαν όλες οι τεράστιες οικοδομές της Μονής, που έπεφταν οι σοβάδες, που κουνιόνταν οι πολυέλαιοι, τα καντήλια και τα μανουάλια και που χτυπούσαν στο καμπαναριό οι καμπάνες, χτύπησε ακόμη και η μεγαλύτερη καμπάνα (σχεδόν δώδεκα τόνων!)–, να μένουν ήσυχοι!  
     Σκεφτόμουν, επίσης:
     ‘‘Ψυχή, που γνώρισε τον Κύριο δεν φοβάται τίποτα! Εκτός από την αμαρτία. Και, προπαντός, την αμαρτία της υπερηφάνειας. Γνωρίζει, αυτή η ψυχή, ότι ο Κύριος μας αγαπά· και, αν Αυτός μας αγαπά, τότε, τί να φοβηθούμε;’’.
     Ο Ελεήμων Κύριος, μας συνετίζει:
     ‘‘Παιδιά μου, μετανοείτε και ζείτε μεταξύ σας με αγάπη, γίνετε υπάκουοι και εγκρατείς και μάθετε από Μένα την πραότητα και την ταπείνωση, και οι ψυχές σας θα βρουν ανάπαυση’’ (Ματθ. ια΄ 27–30)».

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938)



[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», β΄ μέρος, κεφ. ιθ΄ («Διηγήσεις από την ζωή»), σελ. 559–560, 10η έκδοση, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2003.


Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ «ΜΟΝΩΤΙΚΟ»



ΤΟ «ΜΟΝΩΤΙΚΟ»

«Αυτός που σκέφτεται τον εαυτό του,
δεν τον σκέφτεται μετά ο Χριστός.
Αν κανείς αγαπά τον εαυτό του,
απομονώνεται από τον Θεό. ...
–Βάζει μονωτικό!».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ (1924–1994)

Φωτογραφία: ΤΟ «ΜΟΝΩΤΙΚΟ»

«Αυτός που σκέφτεται τον εαυτό του, 
δεν τον σκέφτεται μετά ο Χριστός. 
Αν κανείς αγαπά τον εαυτό του, 
απομονώνεται από τον Θεό. 
–Βάζει μονωτικό!». 

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ (1924–1994)

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ

Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΘΕΟΔΟΧΟΣ


«Νῦν ἀπολύεις 
τὸν δοῦλόν Σου, Δέσποτα,
κατὰ τὸ ῥῆμά Σου ἐν εἰρήνη,
ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου 
τὸ σωτήριόν Σου,
ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον 
πάντων τῶν λαῶν,
φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν
καὶ δόξαν λαοῦ Σου Ἰσραήλ» 
(Λουκ. 2, 29–32).

     Δεν ήταν ιερέας ο Συμεών, αλλά «ένας άνθρωπος που έμενε στα Ιεροσόλυμα, ο οποίος ήταν πιστός και ευλαβής και περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ, καθοδηγώντας τον το Άγιο Πνεύμα. Του είχε λοιπόν φανερώσει το Άγιο Πνεύμα ότι δεν πρόκειται να πεθάνει πριν να δει τον Μεσσία» (Λουκ. 2, 25–26).

     *Λένε γι’ αυτόν τον Δίκαιο Συμεών διάφοροι Πατέρες διάφορα εκφράζοντας ποικίλες απόψεις και εκδοχές. Ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος στο δεύτερο τροπάριο του ασματικού κανόνος που συνέθεσε προς τον Δίκαιο Συμεών, τον θέλει να είναι ιερέας: «Ἐν νόμῳ γενόμενος ἱερουργός, ἱερώτατε». Το ίδιο λέει και ο ιερομάρτυς Μεθόδιος: «Ἀπόλαβε, πρεσβύτα τίμιε καὶ ἱερέων ἄριστε». Όμως ο κριτικός Φώτιος και ο Θεοφύλακτος Βουλγαρίας, λένε ότι δεν ήταν ιερέας, αλλά ανώτερος από τον ιερέα. Άλλοι, πάλι, λένε ότι ο άγιος Συμεών, ήταν ένας από τους Εβδομήκοντα μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου. Επίσης, κατά την εκπόνηση της μετάφρασης του εβραϊκού κειμένου, όταν έφθασε στο σημείο να ερμηνεύσει το προφητικό χωρίο «Να, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Γιο» (Ησ. 7, 14), ο ίδιος απίστησε μέσα του φοβερά σε αυτό και, αφού του δόθηκε αφυπνιστικά ένα αόρατο παιδαγωγικό ράπισμα από Θεού, πήρε από τότε τον φοβερό χρηματισμό από το Άγιο Πνεύμα ότι μέλλει να ζήσει και να μη λάβει πείρα θανάτου μέχρι να πάρει στην αγκαλιά του τον Ίδιο τον προφητευθέντα Παρθενικό Τόκο (δηλ., τον Θεάνθρωπο Χριστό), καθώς υποστηρίζει και ο Γεώργιος ο Κεδρηνός. Ο Ευθύμιος ο Ζυγαδηνός και ο Αθηνών Μελέτιος, διατείνονται ότι ο δίκαιος Συμεών, όταν δέχθηκε τον Χριστό ήταν πάνω από 270 χρονών. Άλλοι πάλι (όπως οι: Wettstein, Zahn και Plummer) γενεαλογούν και ταυτίζουν τον άγιο Συμεών με τον Rabban Συμεών λέγοντας ότι ήταν γιος του Πατριάρχου των Εβραίων Χιλλέλ και πατέρας του περίφημου «νομοδιδασκάλου» και του «έντιμου και σεβαστού σε όλο το λαό» Γαμαλιήλ, που αναφέρεται στις «Πράξεις των Αποστόλων» (Πράξ. 5, 34), του και σεβαστού διδασκάλου του Αποστόλου Παύλου (Πράξ. 22, 3). Επειδή όμως αυτός ο Rabban ζούσε ακόμη κατά το 13 μ.Χ., ενώ ο Συμεών του Λουκ. 2 φαίνεται ότι πέθανε σχεδόν αμέσως ή λίγο αργότερα μετά την Υπαπαντή, η παραπάνω ταύτιση είναι αρκετά αστήρικτη. Σύμφωνα με το απόκρυφο του ψευδο-Ματθαίου (15, 2) ο Συμεών ήταν ήδη 112 ετών κατά την Υπαπαντή. Κατά τον Λαυρεντιανό κώδικα αυτού του απόκρυφου, ο υπέργηρος Συμεών δεν μπορούσε να στέκεται όρθιος και μόλις υπάντησε το θείο Βρέφος, έτρεξε μέχρι το θυσιαστήριο του Ναού του Κυρίου, διότι senex puerum portabat, puer senem regebat (=«ο ηλικιωμένος έφερε το Παιδί και το Παιδί κυβερνούσε και οδηγούσε τον ηλικιωμένο [Συμεών]»). Άλλοι ισχυρίζονται ότι ήταν πρόεδρος του συνεδρίου των Εβραίων. Και όσοι θέλουν να ακολουθούν ασφαλέστερα την ευαγγελική ιστόρηση, εγκωμιάζουν τον Θεοδόχο Συμεών απλώς σαν έναν πραγματικά πνευματοκίνητο και πνευματέμφορο άνδρα. Στο μαρτυρολόγιο της Δύσης ο Συμεών μνημονεύεται την 8η Οκτωβρίου, ενώ στο βυζαντινό εορτολόγιο την 3η Φεβρουαρίου. Τα λείψανά του φέρονται ανακομισθέντα τον ΣΤ΄ αι. στη Βασιλεύουσα και το 1243 στη Zara της Ιταλίας, όπου είναι τοποθετημένα σε πολύτιμη αργυρή λειψανοθήκη. Ας έχουμε υπόψη, ότι «Συμεών» στα εβραϊκά σημαίνει «υπακοή», «αυτός που ακούει» –κατά τον Νικήτα– σύμφωνα με το χωρίο της Γενέσεως και τα λόγια της Λείας, όταν αυτή γέννησε τον Συμεών: «“Ασφαλώς με άκουσε ο Κύριος, γιατί είμαι παραγκωνισμένη και μου έδωσε τούτον τον γιο”· και ονόμασε τον γιο της Συμεών» (Γέν. 29, 33)*.

     Επομένως, ο Δίκαιος Συμεών, ήταν άνθρωπος θεοφιλής που περίμενε και προσδοκούσε πότε να έρθει ο Χριστός να παρηγορήσει τους Εβραίους και να τους ελευθερώσει από την σκλαβιά των αμαρτιών τους· ενδεχομένως, και από τη δουλεία των Ρωμαίων και του Ηρώδη. Εκείνος πάντως που θα πιστεύσει στον Χριστό, είναι πραγματικά ελεύθερος άνθρωπος. Άνθρωπος που τιμάται από βασιλιάδες και από όλους τους ανθρώπους. Δες τους Αποστόλους· αυτοί, δεν ήταν δούλοι των Ρωμαίων; Αλλά τώρα σεβαστικά τους προσκυνούν και τους τιμούν οι βασιλιάδες. Να, λοιπόν, που τώρα σ’ αυτό τον λαό του Ισραήλ, του δόθηκε η αναμενόμενη παράκληση· δηλαδή η παρηγοριά που είναι ο Χριστός. Κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, ο Άγιος Συμεών, ανέβηκε στο Ιερό όταν προσέφερε η Παρθένος τον Κύριο και, για να Τον δεχθεί στην αγκαλιά του, Τον ομολογούσε πρώτα ότι είναι Θεός.


     Με το να πει: «Νῦν ἀπολύεις με, Δέσποτα», από αυτό φαίνεται ξεκάθαρα ότι ομολογεί ότι, Αυτός που προσάγεται τώρα στον Ναό σαν σαρανταήμερο βρέφος, είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Για πρόσεξε πως οι άγιοι δεσμό και φυλακή λογίζονται το σώμα. Γι’ αυτό και λέει τώρα ο Άγιος Συμεών: «νῦν, ἀπολύεις»· και είναι σαν να λέει: «άσε με να φύγω τώρα, σαν από κάποιο δεσμό και φυλακή».
     Είπε, επίσης, «κατὰ τὸ ῥῆμα Σου»· για εκείνον τον παλαιό χρησμό που ο ίδιος έλαβε από το Πνεύμα το Άγιο να μην πεθάνει μέχρι να δει και ν’ αντικρύσει τον Σωτήρα Χριστό. Και το «ἐν εἰρήνῃ», το είπε αντί να πει «ἐν ἀναπαύσει». Επίσης, το «ἐν εἰρήνῃ», δηλώνει παράλληλα και «ἐν τῇ ἀπολήψει». Δηλαδή, «ότι πήρα», «ότι έλαβα» πια εγώ την ελπίδα μου και τώρα πλέον έχω μέσα μου ειρήνη. Γιατί, πριν να θωρήσω και ν’ αντικρίσω τον Κύριο, δεν ειρήνευα από τους ένδοθεν λογισμούς, προσμένοντάς Τον διακαώς και πάντοτε σκεφτόμενος το πότε επιτέλους θα έρθει. Αλλά, τώρα που Τον είδα, ειρήνευσα και ξένοιασα μέσα μου. Κι έτσι, τώρα, φεύγω· «ἀπολύομαι».
     Το «Σωτήριον», το είπε για την Σάρκωση του Μονογενούς Υιού του Θεού, την οποία θέλησε και την ενέταξε στο σχέδιο της θείας Οικονομίας ο προαιώνιος Θεός.
     «Κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν», ετοίμασε ο Χριστός αυτήν την σωτηρία για να σώσει τον κόσμο και για να φανερωθεί σε όλους η Σάρκωσή Του. Έτσι, αυτό «τὸ σωτήριον», είναι πραγματικά «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν». Έλαβε χώρα για τον φωτισμό των εθνών που βρίσκονταν για αιώνες μέσα στο πνευματικό σκοτάδι.
     «Δόξαν λαοῦ Σου, Ἰσραήλ»· «δόξα», είναι ο Χριστός για τον αληθινά λαό του Ισραήλ, μια που ανθρωπίνως προέρχεται και γεννήθηκε από αυτούς. Είναι δόξα για εκείνους που είναι «αληθινοί Ισραηλίτες» (πρβλ. Ιωάν. α΄ 48), που είναι καλόγνωμοι και καυχώνται γι’ Αυτόν.
     Αυτά τα ιερά λόγια είναι που είπε ο Δίκαιος Συμεών.

     Εμένα, πάλι, μου φαίνεται ότι στον Δίκαιο και Θεοδόχο Συμεών ταιριάζουν και εκείνα τα θεόπνευστα λόγια του Προφητάνακτος και Ψαλμωδού Δαβίδ που λέει σ’ ένα του Ψαλμό (90, 16): «Μακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτὸν καὶ δείξω αὐτῷ τὸ σωτήριόν μου (=Θα γεμίσω ολάκερη την ζωή του με μακροημέρευση και θα δείξω αποκαλυπτικά σε αυτόν την δική μου σωτηρία καθώς και το Θείο Πρόσωπο αυτής της ενσαρκωμένης σωτηρίας που θα αποστείλω στον κόσμο)».


[ (1) Αγίου Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας 
(κοίμηση: ±1126): 
«Ερμηνεία 
εις τα Τέσσαρα Ιερά Ευαγγέλια» 
(Επιμέλεια Ιερομονάχου 
Γαλακτίωνος Π. Γκαμίλη), 
Τόμος Α΄, μέρος Β΄, κεφ. Β΄, §4 
«Περί Συμεώνος», 
σελ. 245–246,
Αθήναι, 1973.
*(2) Σχόλιο στην πρώτη φράση 
«Δεν ήταν ιερέας ο Συμεών…»·
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης:
 «Εορτοδρόμιον», 
«Ερμηνεία στον Κανόνα της Υπαπαντής», 
Τόμ. Α΄, υποσημ. 137 και 139, 
σελ. 345 και 347, 
έκδοσις «Ορθόδοξος Κυψέλη», 
Θεσ/νίκη 19873.
(3) «Θησαυρός Δαμασκηνού 
(του Υποδιακόνου και Στουδίτου, 
του Θεσσαλονικέως»), 
Λόγος Δ΄, σελ. 66–72, 
εκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου, 
Θεσσαλονίκη 1997.
(4) «Θρησκευτική και Ηθική
Εγκυκλοπαίδεια»·
Τόμ. 11ος, σ. 531–533
(του Δημ. Β. Οικονομίδη),
Αθήναι, 1967.
(5) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
έρευνα, προσάρτηση
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.