Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Πέμπτη 18 Απριλίου 2019

ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ


ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ
ΓΙΑ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΚΛΗΡΙΚΟΥΣ


     Το χειρότερο, ειδικά για μας τους κληρικούς, είναι όταν επιχειρούμε να κάνουμε μόδα και μότο, επίδειξη και φιγούρα την αμαρτία, επειδή μια ζωή φαντασιωνόμασταν τον Θεό, επειδή Αυτός ήταν η ιδέα μας και όχι η ακλόνητη ζωή της καρδιάς μας. Τι δεν καταλαβαίνουμε; Δεν μπορεί η κοσμική λογική, με την οποία ήμαστε τελικά σφιχταγκαλιασμένοι και ποτέ αδιάστατοι, να υπομείνει για πολύ την πνευματικότητα που δεν υπάρχει και που δεν έρχεται στο πεδίο της προσωπικής μας ζωής. Και είναι πραγματικά αφόρητη η κατάσταση, όταν δεν αισθανόμαστε καθόλου τον Θεό σε μια εγγύτητα με τον παλμό της τσακισμένης μας καρδιάς. Συνηθίσαμε και απορροφήσαμε μέσα μας την ταχύτητα και τον αυτοματισμό του κόσμου και απωθήσαμε σταδιακά την ακατανόητη άργητα, τη σιωπή και την αφάνεια του Θεού. Η ζωή με την υπόλοιπη κοινωνία μάς κομίζει συνεχώς τραύματα και αδιέξοδα και η τροφοδοσία μας από τον Ουρανό φαίνεται να είναι φοβερά λίγη και ανεπαρκής. Και πονεμένοι και μόνοι; Δε γίνεται και δε λέει έτσι. Αρκετά αντέξαμε τη μέλανα ρασοφορία και τη ρομποτίστικη εικόνα μας με τα χρυσοποίκιλτα άμφια. Με όλη τη δύναμη και ορμή της τσαντίλας μας, αντάμα με τους πιο αντισυμβατικούς στοχασμούς τάχα, στρεφόμαστε προς τις μάζες που δεν γνωρίζουν Αυτόν που μέχρι τώρα λειτουργούσαμε. Μετά, επιτέλους, έρχεται απ’ όλες τις γωνιές της ανελπιστίας μας ένα ρεύμα παρηγοριάς μέσα από τον ανακουφιστικό δοξασμό του κόσμου. Και μετά, εκείνο το επάρατο σουβλερό τίποτα για τον αποδομημένο εαυτό μας. Δεν είχαμε τα κότσια και τα φόντα της υπομονής του Χριστού και πώς μετά να «κτιστεί» το οικοδόμημα της ψυχής μας; Δεν είδαμε πουθενά τον Θεό, δεν Τον νιώσαμε, δεν μας ήρθαν καλά τα πράγματα, η πνευματικότητα είναι σκληρή και μας κολαφίζει εσωτερικά όταν δεν ενστερνιζόμαστε εκ βαθέων το πνεύμα της κι όταν δεν μας βολεύει κάπου στα λοίσθια των αντοχών μας. Οι γεροντάδες, τα γεροντικά, τα συναξάρια, τα πατερικά, οι παραδόσεις, τα εδάφια, τα αποφθέγματα και τα ρητά μας, οι δήθεν βαθυστόχαστες εμφιλοσοφήσεις μας, πάνε τώρα όλες περίπατο. Η εξυπναδολογία μαζί με τις ατάκες μας αποτελούν τη λύση για την εκτόνωσή μας. Το κομποσχοίνι μοιάζει με θηλιά και αρχίζει να αραχνιάζει. Η νοησιαρχία και ο ορθολογισμός παίρνουν το προβάδισμα ακόμη και στα ορθόδοξα θέματα της καρδιάς. Η ελευθερία που επαγγελόμαστε αρνείται τη δύναμη της ευσέβειας και υποκρύπτει τη σκλαβιά που δεν ομολογούμε. Η τέχνη ενός αέρινου και πολυενεργειακού γκουρουϊσμού αναπτύσσεται γρήγορα μέσα μας, ενώ η έκθαμβη αβρότητα μιας εξυπηρετικής ψευδοσυγχωρητικότητας είναι πια εξόφθαλμη και σαγηνευτική πάνω μας. Τα καταφέρνουμε να γινόμαστε πιο «πιασάρικοι», να εξωραΐζουμε την αδαμιαία πτώση, να θωπεύουμε την πάγκοινη πονηρία, να συμπορευόμαστε με κάθε αλλοτρίωση, έκπτωση και φθήνια. Γινόμαστε υποχρεωτικά και κενόδοξα πιο «Large» και πιο «Woo», όχι βέβαια από το εμπειρικό μας βύθισμα στη σφαίρα της θείας Αγάπης, αλλά από τον αβάσταχτο σβησμό και την ενδόμυχη κατάρρευση του αθεολόγητου πνεύματός μας. Με μια κάλπικη αντιπνευματική ειλικρίνεια προχωράμε αλαζονικά προς τον δριμύ έλεγχο, στην αθρόα ανατροπή των πάντων, μοιράζοντας μέσω της ανανεωτικής μας εικόνας, ψηλά από το μπαλκόνι των θεωριών μας, μανιώδεις κλωτσιές στο απάνθρωπο σύστημα, συνεχείς επιθέσεις στην αγιάτρευτη υποκρισία των συγκληρικών, στη στειρότητα του θρησκεύματος, στον αναχρονισμό της εκκλησίας, η οποία είναι πλέον για μας ανάχωμα, τροχοπέδη και δυσάρεστο εμπόδιο. Φαινομενικά πείθουμε ότι δεν έχουμε καθόλου άδικο. Αλλά το θέμα δεν είναι ότι μπορεί να έχουμε ένα δίκιο, ένα κάποιο δίκιο· το θέμα είναι ότι δεν καταλαβαίνουμε ότι χάνουμε το όποιο και όσο δίκαιο του εγκόσμιου πόνου και της θλίψης μας, παίρνοντας στο επίπεδο της καρδιάς αποστάσεις από τη ζωή του Χριστού. Ζούμε στο ακέραιο την άρνησή Του, όταν συνειδητά δεν ακολουθούμε τα ίχνη Του. Η ζωή Του, όχι ζωή μας. Έτσι, αρχίζουμε πραγματικά να συγγενεύουμε με τον Ιούδα και τον Δημά και χαμπάρι δεν παίρνουμε. Πόσο να αντέξει κανείς την άσκηση, την προσευχή, τον κύκλο των ακολουθιών, την εξωτερική τάξη και σειρά της εκκλησιαστικής λατρείας και δομής, το επαναλαμβανόμενο κήρυγμα, τη σπαστική σιωπή της ευπρέπειας ή ακόμη κι εκείνο το βαθύ και ωραίο ήθος του Θεού που δεν εσωκλείουμε (πια) μέσα μας; «Πονάει» κυριολεκτικά το Θείο, όταν εμείς δεν καταφέρνουμε να το βιώνουμε όμορφα, απλά, καρδιακά και ελεύθερα. Ο θείος πόθος σίγουρα θα μας έλυνε όλα τα προβλήματα, δεν θα ήμασταν μίζεροι και αδιάκριτοι, απρόσεκτοι και ασύνετοι, μικροπρεπείς και ανούσιοι. Όταν ολιγοστεύουν οι θρησκευτικές απαντοχές μας, αρχίζουμε μοιραία να τα βάζουμε με τον «αδυσώπητο» Θεό. Τα δικά μας μέτρα και σταθμά τώρα τα καρφώνουμε με βία και σπασμωδικότητα στη θεία Αγάπη, στον Ίδιο τον Θεό, σαν ασάλευτες σημαδούρες του κραταιού εαυτού μας. «Έτσι είμαι εγώ κι άμα Σου αρέσει, Θεέ! Κι άμα γουστάρεις, έλα λίγο τώρα να ευλογήσεις και την αμαρτία μου! Σε χαλάει, μήπως; “Αγάπη” δεν είσαι Εσύ; Αγάπησε λοιπόν αυτό που δεν Σε ξέρει καθόλου, Αυτό που Σε αποστρέφεται και Σε αντιμάχεται παντοτινά· αγάπησε την αμαρτία μου!». Ένα τέτοιο περίπου υπαρξιακό μήνυμα στέλνουμε ασύστολα κι εμείς, έχοντας μαζί μας όλα τα χειροκροτήματα και τα χειροφιλήματα του κόσμου. Το εαυτοκρατικό μας θέατρο πριν το λασπώδες και τραγικό μας τέλμα. Αλλά για πόσο να ανασκευάζεις τη θεία Αλήθεια με την ελευθεριότητα και τον κυνισμό σου; Για πόσο να αλλοτριώνεις το Ευαγγέλιο, τον λόγο του Θεού, τον Ιησού Χριστό, την Αγάπη των αγαπών μας, όταν σκορπάς με την παντοξική ασοφία της ψυχής σου σκάνδαλο μεγατόνων στη συνείδηση των αδελφών σου; Δεν χρωστάς σε αυτούς μια άδολη ακεραιότητα βίου, όταν ο Ίδιος ο Χριστός πέθανε γι’ αυτούς; Τα likes πέφτουνε βροχή από ανίδεους, το ίδιο και οι επευφημίες από ασόβαρους και ελλειπτικούς κατά την πνευματικότητα. Η πικρή ασθένεια του χαύνου ή του τραυματισμένου ψυχισμού μας γεννά διαδοχικές ακρότητες συμπεριφοράς της ψευδοελευθερίας μας και αυτό σημαίνει αν μη τι άλλο την αρχή της απώλειάς μας. Ο κόσμος ζητάει «άρτο και θεάματα» κι εμείς τους τα δίνουμε απερίσκεπτα, με όλη την εσωτερική θλιβερή πενία μας. Οι άγιοι, οι φίλοι και οι πιστοί ακόλουθοι του Χριστού, τα «ένθεα κολλητάρια» του Κυρίου, ήταν οι πιο αδόξαστοι, οι πιο άτιμοι και οι πιο πονεμένοι τύποι μέσα στον σκαιό και μισόχριστο κόσμο. Όλη η Γεσθημανή και ο Γολγοθάς εισήλθαν διά βίου μέσα στη θεοδιψαλέα καρδιά τους. Ενώ εμείς γυρεύουμε διακαώς τη δόξα του ονόματός μας, την προστασία και την αμνηστία των κραυγαλέων παθών μας, παραθεωρώντας έτσι το σεπτό μαρτύριο του Χριστού, τον Σταυρό Του, το μυστήριο της Σωτηρίας. «Πλατεία η οδός» του κόσμου και σφόδρα «στενή» η οδός του Χριστού. Το ξέραμε αυτό. Μας είχαν κάπως προειδοποιήσει οι ευσυνείδητοι Πνευματικοί μας, κάποιοι καλοί Γεροντάδες που ενδεχομένως γνωρίσαμε, κάποιοι μοναχοί και κάποιες μοναχές, κάποιοι επιστήθιοι φίλοι μας. Αλλά τώρα, στα στενά και στα δύσκολα, στα δύσκολα και δυσχερή του, ισχυρού κατά την παλαιότητα, εαυτού μας, εμείς το αγνοούμε αυτό και το κάνουμε ολοσχερώς πέρα. Η αμαρτία είναι ένα μεθύσι της πιο ελκυστικής αυταπάτης, ένα ντομπάρισμα με τις πιο παράφρονες, εκκεντρικές και ανταριασμένες ιδέες κι ένα ηδύγευστο κώνειο με την πιο σαρωτική απόγνωση. Αυτό κι αν το ξέραμε, θεωρητικά τουλάχιστον. Τουλάχιστον φταίμε που συνεχίζουμε να είμαστε εν ενεργεία κληρικοί. Γιατί ανακατεύουμε τη θεία Ιερωσύνη με τις εκούσιες επιλογές της αμαρτίας του βίου μας; Αν παραδίναμε ήσυχα το πετραχήλι «μας», τότε και μόνο τότε θα ήμασταν πέρα ως πέρα ντόμπροι, αληθινοί, έντιμοι, ειλικρινείς, ευθείς, ελεύθεροι, λιγότερο αναπολόγητοι και περισσότερο δικαιωμένοι από τα φιλάνθρωπα δώματα του Ουρανού. Η Ιερωσύνη είναι αποκλειστικά του Χριστού κι όχι δική μας μόστρα. Όσο ζούμε και για όσο ζούμε, δεν έχουμε κανένα απολύτως δικαίωμα και καμία παρρησία επ’ αυτής. Έχουμε μόνο την πνευματική και πανδίκαιη υποχρέωση να φεύγουμε και να αλαργεύουμε από αυτή, όταν οι αθεάρεστες επιλογές του βίου μας εξ αντικειμένου δεν συνάδουν με το ιερατικό πολίτευμα. Καθαρά πράγματα· καθαρά, καλά, άξια, δίκαια, σωτήρια και άγια.

Ελάχιστος και έσχατος πάντων
π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΩ


ΟΤΑΝ ΜΟΥ ΖΗΤΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΩ


     «Όταν συμβαίνει να μου ζητούν να προσευχηθώ για κάποιο πρόσωπο ή ζήτημα, το πρώτο που αισθάνομαι αληθινά μέσα μου είναι μια αβάσταχτη ντροπή ενώπιον του Θεού για την παλαιότητα του εαυτού μου. Ποιος είμαι εγώ, για να προωθώ με την προσευχή του Θεού τα αιτήματα των αδελφών; Και πώς γίνεται μετά αυτή η προσευχή να μην είναι, εξαιτίας των αμαρτιών μου, βαριά, ασήκωτη και άπτερη; Αν πάλι αρνηθώ το έργο της προσευχής υπέρ του αδελφού, είναι σαν να προσβάλλω την αιώνια ευδοκία του Θεού για τη σωτηρία όλων και να ενισχύω ταυτόχρονα την αποκαρδιωτική παλαιότητα της αμαρτίας που ήδη με κατέχει ολοκληρωτικά, συνθλίβοντας το είναι μου εδώ και χρόνια. Λίγο αργότερα όμως, υπερισχύει δυναμικά εντός μου η ολοπρόθυμη υπακοή προς το αίτημα του αδελφού, δηλαδή λίγο-πολύ η έκδηλη και καταδεκτική αγάπη του Θεού ανάμεσά μας. Έτσι, εν τω Θεώ όλα στο τέλος τακτοποιούνται ειρηνικά», θυμάμαι πολύ καλά ότι μου είχε πει κάποτε ένας μυστικός, ακριβοθώρητος και για πολλούς άγνωστος πατερούλης…

π. Δαμιανός







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΧΑΡΜΟΛΥΠΙΚΟ ΘΡΟΪΣΜΑ


ΧΑΡΜΟΛΥΠΙΚΟ ΘΡΟΪΣΜΑ


     Στο χαρμολυπικό θρόισμα των ευωδιαστών πασχαλιών είναι που αρχίζω και ζω μυστικά μέσα μου την επινίκια εγγύτητα της Αναστάσεως. Θαρρείς πως είναι η ευλογημένη μετοχή της φύσης του τόπου μου στο παμμυστήριο της Σωτηρίας.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ;


ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ;


     Μήπως είδατε καμιά αγάπη, μια αληθινή αγάπη, που να γερνάει και να χάνεται; Η αγάπη είναι η παντοτινή μας νιότη, η άληκτη ακμή της ζήσης μας. Μη συνερίζεστε το σώμα που σβήνει στο χρόνο που διαβαίνει αμείλικτα. Κοιτάτε την καρδιά, που με την αγάπη, γίνεται ωραία, δυνατή και υπέρχρονη.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΙ


ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟΙ


     «Εκεί που τελειώνει η εμπιστοσύνη του ανθρώπου προς τον εαυτό του, εκεί αρχίζει η βοήθεια του Θεού. Οι άνθρωποι λένε με τα χείλη τους την προσευχή του “Πάτερ ημών”, αλλά στη ζωή τους πορεύονται σαν ορφανοί».

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ
(1916—1982)


※
[ «Ανθολόγηση λόγων
Δημητρίου Παναγοπούλου»·
Κεφ. 13ο, σελ. 111–112.
Εκδόσεις
«Ορθόδοξος Κυψέλη»·
Θεσσαλονίκη, 2017.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΕΙΚΟΝΟΦΙΛΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


ΕΙΚΟΝΟΦΙΛΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ


Θαύμασε το έμμετρο,
φοβού το υπέρμετρο
κι αλάργευσε από το άμετρο.
Στοχάσου στο λίγο,
αψήφησε το καθόλου
και στέρξε στο αναγκαίο.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΑΥΣΗ


ΣΙΩΠΗΛΗ ΚΑΥΣΗ


     Όσα και να σου λέω εγώ, έτσι εύκολα, ανέξοδα και αυτάρεσκα, αν πρώτα δεν πάθω και δεν μάθω, δεν θα μπορέσω ποτέ να υπερβώ την αβυσσαλέα αδυναμία μου, δεν θα μπορέσω ποτέ να εμπνεύσω ταπεινά τη διστακτική και απορημένη καρδιά σου. Στην καρδιά· εκεί όπου θεμελιώνονται ή εκεί από όπου καταρρέουν πρόσωπα και σχέσεις, ανάλογα. Ανάλογα την καρδιά. Τις μακάριες αλλοιώσεις πνευματικών καρατίων τις βαστά και τις επιφυλάσσει πάντα η ησυχία και η σιωπή που δε θέλει κανείς σήμερα. Λόγια ζητάνε όλοι σαν όλους τους άλλους· λόγια στα λόγια σαν τη σκόνη στο χώμα· λόγια που πήραν τη θέση του αχυρένιου έργου, του προσκέφαλου που ζητά το ανήρεμο μυαλό μας, που γίνονται στο τέλος απερίσκεπτες προσυπογραφές στην κοινή απόγνωση της αγνωσίας που επικρατεί συγχυτικά παντού. Γιατί δεν αράζουμε στον Παράδεισο που στέκει παραδίπλα μας; Ολοένα και πιο λίγοι δεν θέλουν να χάσουν την παλαιότητά τους και δεν επιθυμούν συντριβούν εκ βαθέων στη θεία αγάπη και σχεδόν κανένας πια από μας δε λιώνει στο θαύμα του Θεού σαν το μοσχοβολημένο κερί που σμίγει στη σιωπηλή του καύση φως και ευωδία.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

«ΚΟΠΟΥΣ ΜΟΙ ΜΗΔΕΙΣ ΠΑΡΕΧΕΤΩ!»


«ΚΟΠΟΥΣ ΜΟΙ ΜΗΔΕΙΣ ΠΑΡΕΧΕΤΩ!»


     Το μεγαλύτερο λάθος και κατάκριμα που γίνεται κάποιες φορές είναι όταν μας κουράζουν ή μας εγκαταλείπουν για να παραιτηθούμε! Πού να ξέρουν ότι γινόμαστε πραγματικά ανεπηρέαστοι και απτόητοι όταν πορευόμαστε αντάμα με τον αγώνα και τον κόπο. Γιατί ειδικά σ’ αυτά τα δύο εσωτερικά εναύσματα ζωής και ανάπλασης είναι που αρέσκεται να κρύβεται μόνιμα ο Χριστός. Πού και πού, μάλιστα, μάς φαίνεται ότι Τον ακούμε εκ νέου: «Ολιγόπιστε, γιατί σε κυρίευσε ο δισταγμός και η αμφιβολία;» (Ματθ. 14, 31). Μην κουράζεις λοιπόν περισσότερο, αδελφέ, αυτόν που εσύ εκ των πραγμάτων δεν βοηθάς, αυτόν που εσύ δεν θέλεις να συνδράμεις, αυτόν που εσύ αρνείσαι να κατανοήσεις, αυτόν που εσύ δεν σκέφτεσαι καν να στηρίξεις με κάθε τρόπο, με όποιον τρόπο. Και αφού εσύ διαπιστωμένα δεν είσαι μια έστω ολιγοστή βοήθεια γι’ αυτόν, φεύγε τότε αλάλητα και αλάργα από τον θεόστεπτο πόνο του για να μην εκληφθείς από Θεού ως κολάσιμος αυτουργός του. Ο κόσμος θα ήταν λιγότερο πονηρός, ανάλγητος και σκαιός, αν σεβόταν, αν άκουγε ή αν λίγο προβληματιζόταν στις ευθείες φωνές τόσο των αποστολικών παροτρύνσεων όσο και των κεκοπιακότων χριστιανικών καρδιών: «Στο εξής, κανένας σας ας μη με κουράζει άλλο πια!» (Γαλ. 6, 18). Ούτε ένας, δηλαδή «κανένας»! Και προφανώς δεν είναι μια προσταγή ή ένα βέτο «ανθρώπινης» αγανάκτησης αυτό· είναι σοβαρή υπόμνηση οφειλής και χρέος πνευματικής περιωπής. Όποιος αγωνίζεται κατά Θεόν, δεν γίνεται να μην αντιλαμβάνεται, να μη σέβεται και να μην ασπάζεται τον κόπο του αδελφού του. Κι αν δεν αγωνιζόμαστε εμείς, τότε πάντα κάποιος άλλος μυστικός ή ακατανόητος ανάμεσά μας θα «βαστάζει τα στίγματα» του Παντοκράτορα, του Παντοδύναμου, του Ήσυχου, του Ταπεινού και του Πράου Χριστού, το ξέρουμε — δε το ξέρουμε. Κι αν το υπέρλογο Μαρτύριο του Χριστού, του Χριστιανισμού και του Χριστιανού μέσα στον κόσμο και στον εαυτό μας έχει μια ακατάλυτη νομοτέλεια, τότε αναντίρρητα είναι μονάχα αυτή: Μια Πορεία προς τον Γολγοθά αντιστοιχεί ανυπερθέτως σε κάθε αληθινό και ειλικρινή χριστιανό, ενώ παράλληλα μια ζωογόνα χαραυγή Ανάστασης προσμένει να πλημμυρίσει ανεπαίσθητα τη θεοδιψαλέα καρδιά του…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΤΙΠΑΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΝΤΙΠΑΣ


     Ο άγιος και ένδοξος ιερομάρτυς Αντίπας ήταν σύγχρονος των αγίων Αποστόλων, οι οποίοι τον τοποθέτησαν επικεφαλής της Εκκλησίας της Περγάμου. Την εποχή του διωγμού του Δομητιανού (περί το έτος 83), όντας σε πολύ προχωρημένη ηλικία, ο άγιος επίσκοπος συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, στους οποίους οι δαίμονες είχαν αποκαλύψει ότι δεν ήταν πλέον δυνατόν να δέχονται τις θυσίες τους διότι η προσευχή του Αντίπα τούς έδιωχνε από την πόλη. Έσυραν τον άγιο ενώπιον του διοικητή, ο οποίος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό, με επιχείρημα ότι η λατρεία των ειδώλων ήταν αρχαιότερη και πλέον αξιοσέβαστη από την καινούργια αυτή θρησκεία που κήρυτταν αλιείς και ουτιδανοί άνθρωποι. Ο επίσκοπος απάντησε υπενθυμίζοντας στον ηγεμόνα την ιστορία του Κάιν, ο οποίος ενώ υπήρξε προπάτορας της ανθρωπότητος, ωστόσο παραμένει ειδεχθής και καταφρονητέος ως δολοφόνος του αδελφού του Άβελ (βλ. Γέν. 4, 1–16). Κατά τον ίδιο τρόπο, οι δοξασίες και η λατρεία των Ελλήνων, παρότι κατά πολύ αρχαιότερη, είναι εξίσου καταφρονητέες για όσους δέχθηκαν κατά τους τελευταίους καιρούς την αποκάλυψη της Αληθείας στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.


     Ακούγοντας τους λόγους αυτούς, ο διοικητής και οι παρευρισκόμενοι ειδωλολάτρες, έξαλλοι από θυμό και μανία, έκλεισαν τον άγιο μέσα σ’ ένα χάλκινο ομοίωμα βοδιού που είχε πυρακτωθεί στη φωτιά. Εν μέσω της καμίνου αυτής, ο Αντίπας ανέπεμψε διάπυρη ευχή ευχαριστίας προς τον Κύριο, ο Οποίος τον αξίωσε να καταθέσει μαρτυρία ότι η αγάπη του Θεού υπερισχύει του θανάτου. Ζήτησε, επίσης, από τον Χριστό να χορηγεί σε όσους επικαλούνται το όνομά του ίαση ασθενειών και ανακούφιση ιδίως από τον φρικτό πόνο των οδόντων και σε όσους τιμούν με πίστη τη μνήμη του κάθε χρόνο, συγχώρεση αμαρτιών και εύνοια Θεού την ημέρα της Κρίσεως. Έλαβε τη χάρη αυτή και κατόπιν παρέδωσε τη ψυχή του στον Κύριο. Για τον λόγο λοιπόν αυτό τιμάται ως προστάτης και αντιλήπτορας των οδοντιάτρων. Το σώμα του ενταφιάστηκε στον ναό της Περγάμου και ο τάφος του επί σειρά ετών ανάβλυζε μύρο ιαματικό προς παρηγορία των χριστιανών της πόλεως, αλλά και των πολυάριθμων ευλαβών πιστών που έρχονταν από μακριά για να προσκυνήσουν τον τάφο του αγίου.


     Μερικά χρόνια αργότερα μετά το μαρτύριο του αγίου Αντίπα, ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος μαρτύρησε περί αυτού εν ονόματι του Χριστού στην «Αποκάλυψη» λέγοντας: «Στον άγγελο της εκκλησίας της Περγάμου, γράψε: Να, τι λέει ο Κύριος, Αυτός που κρατά το αιχμηρό και δίκοπο σπαθί· “Ξέρω καλά τα έργα σου και πού κατοικείς: εκεί που έχει στήσει τον θρόνο του ο σατανάς. Παρέμεινες όμως πιστός στο όνομά Μου και δεν απαρνήθηκες την πίστη σου σ’ Εμένα, ακόμα κι όταν στον τόπο σας, όπου κατοικεί ο σατανάς, σκότωσαν την εποχή του διωγμού τον Αντίπα, που μαρτύρησε για να Μου μείνει πιστός…”» (Αποκ. 2, 12–13).


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Μυροβλύτην τὸν θεῖον καὶ Μαρτύρων τὸν σύναθλον, τὸν πανευκλεῆ Ἱεράρχην καὶ Περγάμου τὸν πρόεδρον, τιμήσωμεν Ἀντίπαν οἱ πιστοί, ὡς τάχιστον καὶ μέγαν ἰατρόν, τῆς δεινῆς ὀδόντων νόσου, καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπὸ ψυχῆς βοήσωμεν· δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
      Τὸν Ἱεράρχην καὶ κλεινὸν Μεγαλομάρτυρα,
      Τὸν πολιοῦχον τῆς Περγάμου τὸν πανάριστον
      Καὶ ἐχθροῦ κοινοῦ ἀντίπαλον τὸν Ἀντίπαν
      Κατὰ χρέος εὐφημήσωμεν ἐν ᾄσμασιν
      Ὡς τοὺς πάσχοντας ὀδόντας θεραπεύοντα
      Πόθῳ κράζοντες· Χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Ὁ Περγάμου πρόεδρος καὶ φρουρός, καὶ τῆς εὐσεβείας, θεορρήμων ὑφηγητής, ὁ τῶν Ἀποστόλων, ὁμόχρονος καὶ σύμπνους, τιμάσθω μοι Ἀντίπας, ὁ ἱερόαθλος.



※
[ Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
σελ. 106–107.
Θεώρηση κειμένου
και διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

ΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΚΑΡΔΙΑ


ΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΚΑΡΔΙΑ


     Αν δεν κάνουμε τη ζωή μας ζωή αληθινής Προσευχής, άρα και καρδιακής, υπαρκτής, οργανικής σχέσης με τον Ίδιο τον Χριστό, θα μας πνίγουν οι θρησκευτικές θεωρίες, οι ιδέες, οι υποκειμενισμοί και οι σχετικότητες, οι απολυτοσύνες και οι αυστηρότητες, οι φαντασίες, οι εμμονές και οι παρασαλεύσεις μας. Είναι να μην επιτρέψει κανείς αφελώς τη λογική να θρησκεύει ή να έχει ελάχιστο λόγο στην αποκάλυψη της εμπειρίας του Θεού μέσα μας! Η Ορθοδοξία από παμμυστήριο Σωτηρίας θα μοιάζει μετά σαν ένα φολκλορικό παραμύθι· θα προσομοιάζει με μια ανταμειπτική καθηκοντολογία, ένα ανελέητο σφυροκόπημα ζωής και υπάρξεων στον άκμονα των κανόνων ή των εδαφίων· και η θεία Χάρη θα παρουσιάζεται ως μια αόριστη «ανώτερη δύναμη» που επισκέπτεται αιφνίδια την κλαίουσα αδυναμία μας, λυτρώνοντάς την «καρμικά». Χωρίς τον Χριστό στην καρδιά, χωρίς το Πρόσωπο και την Παρουσία Του στη ζωή μας, όλα μετά γίνονται σαγηνευτικές αυταπάτες, ψυχοκτόνες θωπείες, μέλια ψευδολυτρωμού που κρύβουν άφθονα εκχυλίσματα αιώνιας απωλείας, αθεολόγητες αμνηστείες, αβυσσαλέο κενό που δεν είναι άλλο παρά ο πικρός φόρος της στρεβλής ψυχής που δεν πίστεψε τελικά· που, μέσα στην καταχρασμένη ελευθερία της, αρνήθηκε να πιστέψει άδολα και ειλικρινά εν Εκκλησία και εν καρδία…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ


ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ


     Ο νεοφανής αυτός φωτεινός αστέρας του στερεώματος της Εκκλησίας γεννήθηκε το 1862 σε πτωχική οικογένεια της Ανατολικής Θράκης. Ήδη από την παιδική του ηλικία, η ανάγνωση των Βίων των αγίων άναψε στην καρδιά του τον πόθο να ασπασθεί τον μοναχικό βίο· οι γονείς του όμως είχαν άλλα σχέδια: τον υποχρέωσαν να διακόψει το σχολείο σε ηλικία δώδεκα ετών και να αναλάβει τη διαχείριση ενός μαγαζιού. Παρά τις απειλές της μητέρας του, που του έλεγε: «Αν καλογερέψεις θα πεθάνω!», έφυγε μία ημέρα και, «ωσάν το ελάφι που τρέχει προς τις πηγές των υδάτων» (πρβλ. Ψαλμ. 41, 1), έφθασε στη Σκήτη της Αγίας Άννης στο Άγιον Όρος. Ο νεαρός δόκιμος επέδειξε μεγάλη αποταγή και πλήρη υπακοή. Μία ημέρα οι συμμοναστές του τού έδωσαν να φάει ρεβίθια δίχως όμως την ευλογία του Γέροντός του. Είδε τότε έναν δαίμονα να στέκεται μπροστά, να τον περιπαίζει, λέγοντάς του θριαμβευτικά: «Σε εξαπάτησα!».

     Δώδεκα χρόνια αργότερα (1887), μετέβη σε προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και, αφού προσκύνησε τα σεπτά σκηνώματα, εισήλθε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Χοζεβά, κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, όπου εκάρη μοναχός το 1890. Μετά από μια δεύτερη παραμονή στη Σκήτη της Αγίας Άννης, με σκοπό να τελειοποιηθεί στην αγιογραφία, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και υπηρέτησε επί ένα έτος στην Πατριαρχική Σχολή των Ιεροσολύμων. Το 1907, μπόρεσε να αποσυρθεί σε σπήλαιο της Σκήτης της Μονής Χοζεβά, για να επιδοθεί στην ησυχαστική βιοτή. Μόνη του ασχολία ήταν η προσευχή και η αγιογραφία· έτρωγε μόνο μια κουταλιά βρεγμένο σιτάρι την ημέρα και έπινε λίγο νερό από ένα γειτονικό χείμαρρο. Υπό την απειλή των μουσουλμάνων, που λήστευαν και λεηλατούσαν τους τόπους που κατοικούσαν χριστιανοί, υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα (1916) και, αφού διέμεινε στην Πάτμο και σε άλλους τόπους, επέστρεψε στον Άθω.

     Μία ημέρα, που βρισκόταν στην Αθήνα για να εφοδιαστεί με υλικά για την αγιογραφία, πληροφορήθηκε ότι τον αναζητούσε ο μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος [9 Νοεμ.]. Αμέσως μετέβη στην Αίγινα και παρέμεινε στην υπηρεσία του αγίου Νεκταρίου μέχρι τη μακαριστή κοίμησή του. Η συναναστροφή του με τον λαμπρό αυτόν άγιο της εποχής μας συνέβαλε τα μέγιστα στην ολοκλήρωση της πνευματικής κατάρτισης του ασκητή Σάββα, ο οποίος διδάχθηκε από την υπομονή του αγίου στις δοκιμασίες, την ταπεινοφροσύνη του, τις πατρικές συμβουλές του καθώς και από το οσιακό τέλος του, που συνοδεύτηκε από θαύματα.

     Μετά τη σεπτή κοίμηση του αγίου Νεκταρίου, παρέμεινε για ένα διάστημα στην Αίγινα, σ’ ένα κελλί κοντά στη μονή, ως εφημέριος της αδελφότητος, διδάσκοντας επίσης στις μοναχές αγιογραφία και βυζαντινή ψαλτική. Κάποτε, μετά από περίοδο σαράντα ημερών εγκλεισμού, βγήκε από το κελλί του κρατώντας την πρώτη εικόνα του αγίου Νεκταρίου και με παρρησία έδωσε εντολή στην ηγουμένη της μονής, παρά τους ανθρώπινους δισταγμούς της, να την τοποθετήσει μέσα στον ναό για προσκύνηση. Τόσο τελείως πληροφορημένος ήταν εκ Θεού για την αναμφίβολη αγιότητα του αγίου του.


     Η συρροή επισκεπτών στη Μονή της Αγίας Τριάδος αποτελούσε ωστόσο εμπόδιο για την ησυχία, την οποία θεωρούσε ως το πλέον ανεκτίμητο αγαθό, οπότε ο ταπεινός Σάββας έφυγε εκ νέου και αποσύρθηκε στη Μονή των Αγίων Πάντων στην Κάλυμνο (1926). Έκτισε εκεί μια μικρή καλύβη, λίγο υψηλότερα από τη μονή, στο ακριβές σημείο που είχε προείπει ο κτίτορας της μονής πριν εκδημήσει λίγα χρόνια πρωτύτερα. Επί είκοσι δύο χρόνια, ο όσιος Σάββας τελούσε τακτικά τις ακολουθίες, εξομολογούσε τις μοναχές και κατηχούσε τον λαό, μεριμνώντας ιδιαιτέρως για τις χήρες, τους πτωχούς και τα ορφανά. Τρεφόταν με λίγα κομμάτια πρόσφορο βρεγμένο με λίγο νάμα ή με αφέψημα δεντρολίβανου. Όταν έφτανε το βράδυ, αφού όλη την ημέρα αγιογραφούσε ή εξομολογούσε, έπαιρνε συχνά μια βαριοπούλα και έσπαγε πέτρες, ώστε, όπως έλεγε, να μη λάβει τροφή χωρίς να έχει εργαστεί. Δύο ώρες το πολύ παραχωρούσε τον ύπνο για τον ασκητικό εαυτό του, καθισμένος σε μια καρέκλα δίχως ράχη. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο τον αφιέρωνε στον Κύριο και στους εν Χριστώ αδελφούς του. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσευχόταν όρθιος επί νύχτες ολόκληρες, μεσιτεύοντας υπέρ του λαού· και, όταν τα εχθρικά αεροπλάνα πετούσαν πάνω από το νησί, έκανε στην επίβουλη κατεύθυνσή τους το σημείο του Σταυρού.

     Παρ’ ότι πάνω απ’ όλα αγαπούσε τη φίλη του την ησυχία, έτρεχε αμέσως μόλις τον καλούσαν για να φέρει στους δεινοπαθούντες την παρηγορία του Θεού και για να τους κάνει κοινωνούς του διάπυρου έρωτά του για τον Χριστό. Εξομολογούσε επί ώρες ατελείωτες, θρηνώντας για τα ανομήματα των πνευματικών του τέκνων και οδηγώντας τα στη χαρά της σωτηρίας. Όταν προσευχόταν, στον ναό ή στο κελλί του, ο τόπος γέμιζε απερίγραπτη ευωδία που απλωνόταν και στα πέριξ. Η ίδια αυτή ευωδία αναδίδεται ακόμη σήμερα από τον τάφο του αγίου.

     Παντελώς ξένος στις οικονομικές μέριμνες, είχε ως αρχή να μην αφήνει ποτέ χρήματα να διανυκτερεύουν κάτω από τη στέγη του και μοίραζε αμέσως ό,τι του έδιναν για τις εικόνες που έφτιαχνε ή για κάποια ακολουθία που τελούσε. Στους εργάτες που εργάζονταν στην καλύβη του, έλεγε να πάνε μόνοι τους να πάρουν την αμοιβή τους από το συρτάρι που έριχνε φύρδην-μίγδην ό,τι χρήματα λάμβανε αλλά δεν αποκτούσε.


     Προς τα τέλη της επίγειας διαμονής του, ο όσιος του Θεού Σάββας περιήλθε σε κατάστασης έντονης περισυλλογής και κατάνυξης και αποσύρθηκε επί τρεις ημέρες χωρίς να δει απολύτως κανέναν. Κατόπιν έδωσε τις τελευταίες του συμβουλές για την αγάπη του Χριστού και για την υπακοή στις εντολές Του και, αναλαμβάνοντας ξαφνικά δυνάμεις, χτύπησε τα χέρια του επαναλαμβάνοντας ωσάν ένα άκακο τέκνο της Βασιλείας του Θεού: «Ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος, ο Κύριος!». Μία μοναχή είδε τότε τη ψυχή του αγίου να ανέρχεται στους ουρανούς μέσα σε χρυσή νεφέλη, συνοδευόμενη από ουράνιες μελωδίες (7 Απριλίου 1948).

     Όταν το 1957 ανοίχθηκε ο τάφος του, ευωδία απλώθηκε σε όλη την περιοχή μέχρι τις παρυφές της πόλης. Το θείο αυτό γεγονός χαιρετίσθηκε με κωδωνοκρουσίες στη μονή του καθώς και σε όλους τους ναούς της Καλύμνου. Πολυάριθμα θαύματα επιτελέσθηκαν τότε και ασφαλώς δεν παύουν να επιτελούνται στον όλβιο τάφο του, χάριν των κατοίκων του νησιού αλλά και των ευλαβών προσκυνητών που έρχονται από μακριά για να λάβουν με πίστη την ευλογία και χάρη του αγίου. Η τιμή του αναγνωρίστηκε επίσημα το 1992 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

     Απλός, ταπεινός και λάθρα βιώσας, ασκητής και άνθρωπος της προσευχής στο ύψος των αρχαίων Πατέρων, ο όσιος πατήρ ημών Σάββας αποτελεί τέλεια εικόνα του αληθινού μοναχού και μεταρσιωμένου λάτρη του Κυρίου, απαράλλαχτη ανά τους αιώνες. Σ’ ένα από τα λιγοστά κείμενά του, γράφει: «Μοναχός είναι εκείνος, ο οποίος πενθεί και κλαίει για τις αμαρτίες του και δεν φροντίζει να σκέφτεται ξένες αμαρτίες, ούτε κατακρίνει κανέναν ούτε οργίζεται με κάποιον, αλλά υπομένει με ευχαριστία κάθε ζημιά και περιφρόνηση που του γίνεται, για να έχει παρρησία προς τον Θεό, τον ουράνιο Κριτή και Πατέρα όλων».


ΟΤΑΝ ΦΥΛΑΚΙΣΤΗΚΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ
—Φυλακές της Κω, Κελλί Νο 70—

     Ο άγιος Σάββας ο εν Καλύμνω (1862–1948) ήταν ο πιο πιστός και αφοσιωμένος μαθητής του αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως (1846–1920), που βρισκόταν μαζί του στην Αίγινα μέχρι τη μακαρία κοίμησή του. Αυτόν τον σύγχρονο άγιο της εποχής μας, με τα αμέτρητα θαύματα και τα πάμπολλα σημεία, οι συντοπίτες του οι Καλύμνιοι, και ζώντα επί γης ακόμη, τον θεωρούσαν ως άγιο και τον τιμούσαν ως θαυματουργό όσιο. Σε κάθε τους ανάγκη, δυσχέρεια και δυσκολία, κατέφευγαν πάντα προς την πατρική του αγάπη. 
     Είναι αξιοσημείωτο πως, το 1933 που όλες οι εκκλησίες των Δωδεκανήσων ήταν κλειστές από τους Ιταλούς, ο τότε δεσπότης της Ρόδου, Απόστολος ο Α΄ ο Τρύφωνος [σημ.: 1878–1957· έτη ποιμαντορίας στην Ρόδο: 1913–1947, οποίος κατά την πρώτη φάση της ποιμαντορίας του (1913–1921) ήταν ο εμπνευστής και ο διοργανωτής των συλλαλητηρίων εκείνου του αιματηρού Πάσχα του 1919, όπου διακήρυξε την επιθυμία του Δωδεκανησιακού λαού για ένωση με την Ελλάδα –γι’ αυτό άλλωστε και εξορίστηκε για μία ολόκληρη τριετία…], για καθαρά διπλωματικούς λόγους και τακτικής ελιγμού, κάλεσε τους ιερείς της Καλύμνου και τους «υποχρέωσε» να υποταχθούν αδιαμαρτύρητα όλοι τους στον πάπα και να τον δεχτούν ως υπέρτατη εκκλησιαστική τους αρχή.
     Οι πραγματικά ανυποχώρητοι ορθόδοξοι ιερείς όμως, με την ανδρεία ψυχή και το αδούλωτο φρόνημα, δεν δέχθηκαν ποτέ κάτι τέτοιο. Αρνήθηκαν να υπογράψουν μια τέτοια πνευματική και πατριωτική προδοσία. Οι Ιταλοί, που ήταν η τότε παράνομη αρχή του τόπου, ευθύς αμέσως, όπως ήταν αναμενόμενο, προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις. Έπιασαν όλους τους «αποστάτες» και «αντιρρησίες» ιερείς –ανάμεσά τους και τον άγιο Σάββα– και τους ενέκλεισαν όλους με τη βία στις φυλακές της Κω. 
     Μάλιστα δε, τον άγιο Σάββα τον είχανε καταδώσει ότι ήταν ο πρωταίτιος, ο αρχηγός και ο υποκινητής αυτής της «αντιστασιακής» κίνησης. Εκεί, λοιπόν, στις φυλακές της Κω έβαλαν τον άγιο Σάββα και τον ενέκλεισαν στο κελλί Νο 70. Ήταν ένα κελλί στενό, μόλις που μπορούσε να χωρέσει έναν άνθρωπο μέσα, κι αυτόν μονάχα όρθιο.


     Ξαφνικά, μια νύχτα, ο φύλακας βλέπει φως στο κελλί του αγίου. Πηγαίνει αμέσως και ξυπνάει τον διοικητή των φυλακών και του αναφέρει ότι το κελλί Νο 70 έχει φως. Ο διοικητής σηκώθηκε εξοργισμένος, λέγοντας με εμπαθή πεποίθηση ότι, «ο καλόγερος αυτός είναι κακός άνθρωπος!». Έσπευσε με άγριες και απειλητικές διαθέσεις προς το κελλί και άνοιξε με φόρα την κλειδωμένη πόρτα. Ακριβώς τότε ήταν που αντίκρισε ένα εξαίσιο θαύμα που τον άφησε έντρομο, κατάπληκτο και συγκλονισμένο: Ο άγιος Σάββας ήταν όλος μέσα στο φως! Ή καλύτερα: ήταν ο ίδιος ολόκληρος φως!  
     Ο σκαιός, σκληρός και ανάλγητος διοικητής άλλαξε αμέσως γνώμη και διάθεση έναντι του θεοφόρου και φωτόλαμπρου αγίου. Έμφοβος, αναγνώρισε την αγιότητά του, γονάτισε συντετριμμένος και ζήτησε την ευλογία του αγίου και, χωρίς καμία άλλη χρονοτριβή, τον έβγαλε από τη φυλακή. Του είπε ακόμη ότι θα είναι ελεύθερος και ανενόχλητα πλέον θα μπορεί να λειτουργεί στο ταπεινό Μοναστήρι του (τη Μονή των Αγίων Πάντων). Μάλιστα, τον κατευόδωσε ο ίδιος και τον έβαλε στο καραβάκι με τ’ όνομα «Λούπα», στέλνοντάς τον πίσω στο νησί του, την Κάλυμνο.
     Και ενώ έβλεπε κανείς όλες οι εκκλησίες στην Κάλυμνο να είναι ερμητικά κλειστές και σφραγισμένες, ο άγιος του Θεού Σάββας ήταν μια κυριολεκτικά φωτεινή εξαίρεση ελευθερίας σε όλο το αλγεινό τοπίο της σκλαβιάς και της καταστολής, λειτουργώντας ο ίδιος ακώλυτα και ανεμπόδιστα στο ιερό Μοναστήρι του επί τρία ολόκληρα χρόνια, έως ότου άνοιξαν και οι υπόλοιποι ναοί των Ελληνοορθόδοξων Δωδεκανήσων. 
     Κατά την περίοδο εκείνη η Κάλυμνος διατελούσε υπό το κράτος της ζοφερής Ιταλικής κατοχής και η δοκιμασία για τον τόπο –κυρίως δε για τους ανθρώπους του τόπου– ήταν απερίγραπτα μεγάλη. Οι ταλαιπωρημένοι Καλύμνιοι, με αρχηγό και εμψυχωτή τον ταπεινό και πράο ασκητή άγιο Σάββα, κατάφεραν να διατηρήσουν ακλόνητο το ορθόδοξο φρόνημά τους, αντιδρώντας σθεναρά και παλικαρίσια, με κάθε θυσία και κόστος ζωής, εναντίον οποιασδήποτε φασιστικής σκοπιμότητας της αμείλικτης Ιταλοκρατίας. 
     «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι»! Το Φως του Χριστού είναι το Φως των Αγίων Του. Και το Φως του Χριστού και των Αγίων Του, είναι το μόνο ευεργετικό Φως προς τον άφεγγο και αφώτιστο κόσμο. Είναι εκείνο το αφυλάκιστο και αδεύσμευτο Φως της Αγάπης και της Αληθείας που μυστικά ελευθερώνει κάθε ψυχή, φωταγωγώντας τον δρόμο και την πορεία των ανθρώπων προς την αληθινή και ακατάλυτη «εν Χριστώ» ελευθερία…


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΑΒΒΑ
—Και η θαυμαστή κωδωνοκρουσία—

       Ο Γερο–Μιχαήλ γεννήθηκε στη Σύμη το 1906. Εκοιμήθη στις 24 Μαΐου του 1959. Στο Άγιον Όρος ήρθε το 1922. Το 1923 εκάρη Μοναχός στην Καλύβη του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων – Αγίου Όρους. Ήταν πάντοτε χαρούμενος άνθρωπος. Ανέπαυε πραγματικά τις ψυχές των μοναχών και των προσκυνητών με τις διηγήσεις του και τα πνευματικά του λόγια, τα οποία ήταν γεμάτα ζωντάνια και παραστατικότητα.
       Επίσης, ήταν πολύ επιμελής στα μοναχικά του καθήκοντα. Φρόντιζε όσο το δυνατόν να κάνει Λειτουργίες στην Καλύβη του, επειδή ακριβώς ενστερνιζόταν το μεγαλείο τους και βίωνε βαθειά την ανείπωτη ψυχική ωφέλεια της κάθε θείας Λειτουργίας. Επιπλέον δε, ήταν και πολύ καλός ψάλτης, αγαπούσε τις ολονύκτιες αγρυπνίες καθώς και τις Λειτουργίες που τελούνταν στο λεγόμενο «Κυριακό» (ο κεντρικός ναός της κάθε Σκήτης, μέσα στον οποίον συνάζονται από κοινού οι Πατέρες κατά τις μεγάλες εορτές και πανηγύρεις).
       Ο Γερο–Μιχαήλ σαν κύριο εργόχειρο είχε την ξυλογλυπτική. Κατασκεύαζε ως επί το πλείστον ξύλινα κουτάλια και χαρτοκόπτες. Για να προμηθευτεί την πρώτη ύλη για το εργόχειρό του, με τη συνοδεία του και με πολύ κόπο μέσα από το βουνό, κατέβαζε τα ξύλα που χρειάζονταν κουβαλώντάς τα με την πλάτη, ενώ τα έσοδα γι’ αυτούς ήταν μηδαμινά και ανεπαρκή για τη συντήρησή τους.
       Με την προθυμία όμως του υποτακτικού του –του πατρός Γαβριήλ–, έμαθαν από τους γειτόνους τους, τους «Ιωασαφαίους», λίγα βασικά πράγματα για να εργασθούν επιπλέον και την αγιογραφία. Αυτή η προθυμία και ο ζήλος τους γι’ αυτό το θείο έργο απέφερε τελικά θαυμαστά αποτελέσματα. Οι εικόνες του Γέροντος Μιχαήλ είχαν όντως θεία Χάρη. Δύο σημαντικά και αντιπροσωπευτικά έργα του που γνωρίζουμε ως τώρα, τερπνές ιστορήσεις του αγίου Νεκταρίου (1846–1920) και του αγίου Σάββα του εν Καλύμνω (1862–1948), επιτέλεσαν και επιτελούν θαύματα.
       Αυτός ο Καυσοκαλυβίτης αγιορείτης μοναχός έλαβε παραγγελία από την τότε ηγουμένη Φιλοθέη της Μονής του οσίου να ιστορήσει τη μορφή του αγίου Σάββα. Ο π. Μιχαήλ, πάλι, επειδή δεν είχε δει ποτέ του εικόνα του αγίου αλλά ούτε και γνώριζε προσωπικά τον άγιο, παρακάλεσε θερμά τον Κύριο και φυσικά και τον άγιο Σάββα στην προσευχή του, για να φωτιστεί ώστε να αγιογραφήσει την εικόνα του όσο το δυνατόν πιο καλά. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της όλης εργασίας του, ένιωθε πως είχε μεγάλη και πρωτοφανή ευχέρεια. Και, όταν η εικόνα του στάλθηκε και παραδόθηκε στο τελωνείο της Καλύμνου, άρχισε τότε να χτυπάει από μόνη της η καμπάνα της Μονής του οσίου Σάββα (η Μονή των Αγίων Πάντων).
       Το παράδοξο αυτό γεγονός παρέμεινε ανεξήγητο από τις απορημένες μοναχές, μέχρι που ήρθε η επόμενη μέρα, όταν αυτές ειδοποιήθηκαν από το τελωνείο για την άφιξη της εικόνας που αγιογράφησε ο π. Μιχαήλ από τα Καυσοκαλύβια. Έγινε στο τελωνείο η παραλαβή της και πάλι η καμπάνα του Μοναστηριού χτυπούσε δυνατά και χαρμόσυνα από μόνη της μέχρις ότου έφεραν την εικόνα του αγίου Σάββα στο Μοναστήρι του…


—ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ—
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Καλύμνου τὸ κλέος καὶ θεῖον ἔφορον, καὶ τῶν πάλαι Ὁσίων τὸν ἰσοστάσιον, εὐφημήσωμεν πιστοὶ Σἀββα τὸν Ὅσιον· ὅτι δεδόξασται λαμπρῶς, ὡς θεράπων τοῦ Χριστοῦ, θαυμάτων τῇ ἐνεργείᾳ, καὶ διανέμει τοῖς πᾶσι, παρὰ Θεοῦ χάριν καὶ ἔλεος.

—ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ—
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, τῶν Καλυμνίων ἡ νῆσος, τὴν ἁγίαν μνήμην σου, ἀγαλλομένῃ καρδίᾳ· ἔσχε γάρ, ὡς θεοδώρητον ὄντως πλοῦτον, σκῆνός σου, τὸ θεοδόξαστον Πάτερ Σάββα· ᾧ προστρέχουσα ἐν πίστει, ῥῶσιν λαμβάνει, ψυχῆς τε καὶ σώματος.

—ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ—
Χαίροις τῆς Καλύμνου ὁ ἀρωγός, καὶ Δωδεκανήσου, λαμπαδοῦχος νεοφανής· χαίροις ὁ παρέχων, τοῖς πάσχουσι τὴν ῥῶσιν, ὦ Σάββα θεοφόρε, Ὁσίων σύσκηνε.




※
[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»·
Τόμ. 8ος (Απρίλιος),
σελ. 78–82.
Θεώρηση κειμένου
και διασκευή εκ του Γαλλικού:
Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»·
Αθήναι, Φεβρουάριος 20071.
(2) Βασιλείου Παπανικολάου:
«Ο Άγιος Σάββας ο Νέος,
ο εν Καλύμνω»·
Ι. Μέρος δ΄, σελ. 141–142.
ΙΙ.  §7, σελ. 32 και 184
(Μαρτυρία του
Εμμανουήλ Μιχαήλου).
Έκδοσις
Ιεράς Μονής Αγίων Πάντων·
Κάλυμνος, 19995.
(3) Ιερομονάχου
Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου:
«Ασκητικές Μορφές
και διηγήσεις από τον Άθω»·
Κεφ. 63ο, σελ. 229–231.
Έκδοσις
Μονύδριο Αγίου Αντωνίου,
Κρύα Νερά,
Άγιον Όρος, Ιούλιος 20002.
Επιμέλεια ανάρτησης:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.