Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΥΡΑΣ

ΟΙ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΥΡΑΣ


     Δαιμονικοί πειρασμοί πολιορκούσαν την ένδοξη μάρτυρα Μαύρα (†283), καθώς αργοπέθαινε πάνω στο σταυρό για την πίστη της στον Χριστό.

     Εννιά ολόκληρα μερόνυχτα έμεινε σταυρωμένη, πριν παραδώσει την ψυχή της στα χέρια του Κυρίου, όπως άλλωστε και ο σύζυγός της άγιος Τιμόθεος.

     Την πρώτη νύχτα έπεσε σε έκσταση. Αμέσως είδε να τη ζυγώνει ένας άνθρωπος χαμογελαστός με παιδιάστικη όψη, που κρατούσε στα χέρια του ένα ποτήρι μέλι και γάλα. Το πλησίασε στα χείλη της και της είπε γλυκά:
     –Πάρ’ το κι απόλαυσέ το. Για σένα τό ’φερα. Θα σε τονώσει.
     Μα η αγία, που προσευχόταν αδιάλειπτα, δεν έσπευσε να δεχτεί την προσφορά του. Θέλησε να τον δοκιμάσει.
     –Ποιος είσαι; τον ρώτησε.
     –Άγγελος του Θεού είμαι.
     –Αν είσαι τέτοιος που λες, έλα να κλάψουμε μαζί και να προσευχηθούμε στον Εσταυρωμένο.

     Εκείνος έκανε πως δεν κατάλαβε και γύρισε τη συζήτηση αλλού.
     –Ξέρεις κάτι; της λέει. Βλέποντάς σε πάνω στο σταυρό, δίχως τροφή σε λυπήθηκα. Θα τα καταφέρεις, άραγε, να συνεχίσεις;
     –Ποιος σ’ έστειλε να μου τα πεις αυτά; τον ρώτησε με αδύναμη φωνή. Δεν ξέρεις ότι με την υπομονή, την εγκράτεια και την προσευχή ανεβαίνω στα ύψη;
     Και δίχως να πει τίποτ’ άλλο, άρχισε να προσεύχεται.
     –Σταυρέ του Χριστού, σώσε με με τη δύναμή Σου! αναφώνησε σε μια στιγμή.

     Είδε τότε τον άγνωστο επισκέπτη να στρέφει το πρόσωπό του προς τη δύση και να γίνεται καπνός. Κατάλαβε. Ο «άγγελος» δεν ήταν παρά μοχθηρός δαίμονας, που είχε έρθει στις στερνές της ώρες για να την πλανήσει.


     Σε λίγο την επισκέφθηκε άλλος. Αυτός την πήρε τάχα στα χέρια του, τη σήκωσε και την έφερε σ’ ένα πλατύ ποτάμι. Ανάμεσα στις όχθες του κυλούσε μέλι και γάλα!
     –Σκύψε και πιες όσο λαχταράς! της ψιθύρισε ο καινούργιος αυτός «ευεργέτης».
     Στη δελεαστική του προσφορά αποκρίθηκε:
     –Δεν πρόκειται να γευθώ νερό ή άλλο ποτό, αν τα χείλη μου δεν ακουμπήσουν στο Ποτήριο του Σταυρωμένου Χριστού. Αυτό το Ποτήριο σκορπάει σωτηρία και ζωή, Ζωή αιώνια!

     Ο άγνωστος έσκυψε στο ποτάμι, άπλωσε τις παλάμες του και ήπιε. Αμέσως το μέλι και το γάλα χάθηκαν. Το ποτάμι τώρα άλλαξε όψη και περιεχόμενο και κατέβαζε λάσπη, μια λάσπη κόκκινη, αίμα και χώμα! Την ίδια στιγμή ο δαίμονας εξαφανίστηκε και η αγία του Χριστού ξαναβρέθηκε στο σταυρό του σεπτού μαρτυρίου της, από τον οποίο ανοίχθηκαν διάπλατα σε αυτή και στον μακάριο σύζυγό της, τον άγιο Τιμόθεο, οι πύλες του Παραδείσου. Η μνήμη των δύο αυτών αγίων μαρτύρων εορτάζεται στις 3 Μαΐου.


※
[«Οι δαίμονες και τα έργα τους»,
μέρος β΄, κεφ. 1ο, §5ο, σελ. 105–107,
έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, Σεπτέμβριος 20052.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

«ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ, ΑΓΑΠΗ;»

«ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ, ΑΓΑΠΗ;»


     Μιλάμε πολύ, πολύ εύκολα και πολύ ανέξοδα, για την αγάπη. Και ποιος μας λέει ότι κάνουμε άσχημα; Πράττουμε ολοένα και πιο λίγο τα έργα της, που σήμερα τα αποφεύγουμε (σχεδόν) όλοι, γιατί μας υπερβαίνουν και μας αποκαλύπτουν σε όλα. Για μας πραγματική ασχήμια είναι η αποκάλυψη που κομίζουν τα έργα παρά η συγκάλυψη που συνιστούν οι λόγοι: ό,τι θες πες, αρκεί να μην αποκαλύπτεις, αρκεί να μην αποκαλύπτεσαι. Το σύστημα αγαπά την αγάπη της αβρότητας, που τρέφει κάθε εφησυχασμό στα πρόσωπα και κάθε συμβατικότητα στη ζωή. Ας επιλέξουμε λοιπόν τη γοητεία των κούφιων λόγων, ίσως μια τερπνή και ανούσια νοσταλγία γύρω από τ’ όνομα της αγάπης, μια νοσταλγία που συγγενεύει με μια απρόσφορη προσδοκία ή με μια εξίσου απρόσφορη και μάταιη φαντασία. Στο τέλος, μέσα από το σαρωτικό μας εφέ, μέσα από τη χρυσόσκονη του μύθου και της ουτοπίας, έχουμε και μια περίσσεια δυναμική οίστρου για να ρωτάμε επίμονα: Αγάπη, πού είσαι; Σε περιμένουμε! Αγάπη έλα! Αλλά και πάλι φύγε. Είμαστε αναποφάσιστοι: και το να έρθεις το δηλώνουμε προς τα έξω και το να φύγεις το επιζητούμε από μέσα μας. Προχωράμε οπισθοχωρώντας και θεμελιώνουμε με θράσος την παράνοια: Όσο κι αν εμείς σε διώχνουμε με τη ζωή και τον τρόπο μας, εσύ, αγάπη, κάνε πως δεν καταλαβαίνεις και νά ’ρχεσαι ξανά και ξανά στο κατώφλι μας. Σαν τον μεθυσμένο ζήτουλα που δεν πτοείται και επανέρχεται όσες φορές κι αν τον διώξουν. Κάποτε θα σε δεχτούμε, κάποτε θα σε θυμηθούμε, κάποτε θα σταθείς τυχερή κι εσύ σ’ αυτό τον κόσμο και θα μας γνωρίσεις. Πού θα πάει; Θα μας γνωρίσεις κι όχι θα σε γνωρίσουμε: έχει σημασία η λεπτομέρεια της σειράς μας. Εσύ βασικά κοίτα να υπομένεις, κοίτα να υπομένεις ευχάριστα αυτό που είμαστε, ό,τι και όπως είμαστε, αυτό που σκεφτόμαστε και αυτό που πράττουμε δίχως εσένα, δίχως τη συμφωνία και την κατάφασή σου, δίχως το βάθος, τη δύναμη και την έμπνευσή σου. Ποιος νοιάζεται; Κι αν τυχόν πας ν’ αντιδράσεις, να σταθείς απέναντί μας και να διαμαρτυρηθείς, τότε σίγουρα –να στο πούμε στα ίσα– θα φας γερή και βαρβάτη απόρριψη· γιατί δε θα είσαι αγάπη εσύ, θα είσαι η μάσκα της, θα είσαι το αντίγραφό της, θα είσαι η σωσίας της, θα είσαι η σκιά, η μετάλλαξη και το γενόσημό της. Για να είσαι «αγάπη», αγάπη, πρέπει να μας ανέχεσαι, πρέπει να μας πιστεύεις, να μη μας αμφισβητείς, να μας ακολουθείς πιστά και να μας αποδέχεσαι πλήρως. Και μόλις εμείς θελήσουμε να σε θυμηθούμε, την ώρα ή τις ώρες του Μεγάλου Πόνου μας, την ώρα που οι πάντες γίνονται αληθινοί και αλαργεύουν από την κουφότητά μας, τότε μόνο να ξεθαρρεύεις εσύ και να μας έρχεσαι, να μας έρχεσαι είτε με στοργή είτε με κολακεία. Γιατί και μέσα από τις πληγές κι από τα τραύματά μας εμείς ξεθαρρεύουμε και ζητούμε περισσότερο το θάνατο της αγαπολογίας. Βεβαίως, είσαι αγάπη, δε λέμε, αλλά είσαι αγάπη με μετριασμένη αλήθεια και με κάλπικη τόλμη, με μηδενική αυτοκριτική και αυτογνωσία, είσαι αγιοϋποκειμενική αγάπη με όρους και με προϋποθέσεις: όπως σε θέλουμε, όπως σε μπορούμε, αν μας εξυπηρετείς και αν μας βολεύεις. Αγάπη άλλη και διαφορετική, που δεν εγκρίνουν, που δε θέλουν και δεν επιθυμούν τα θέλω και οι επιθυμίες μας, που στέκει πέρα από το μπορώ και τη διάθεσή μας κι έξω από τη δική μας αντίληψη, νοοτροπία, ιδέα, σκέψη και σκοπιμότητα, πολύ απλά δεν υφίσταται, δεν υπάρχει και δε νοείται. Κατά κάποιο τρόπο, λίγο-πολύ, το πιστεύεις-δεν το πιστεύεις, εμείς είμαστε ο κανόνας, το μέτρο, το αλάθητο και η γνησιότητά σου, αγάπη. Και η αγάπη, για να είναι μια «τέλεια αγάπη», πρέπει να είναι πρωτίστως επικυρωμένη από μας, να είναι καθόλα εγκεκριμένη από την αλαζονική ισοβιότητά μας. Και, για να είναι –επιτέλους!– «σωστή» και «αλάθητη» ετούτη η «αγάπη», είναι απαραίτητο αφενός μεν να μας βολεύει στην εντέλεια, αφετέρου δε κι εμείς να είμαστε προσφιλείς ή μάλλον να φαινόμαστε ολοένα πιο δημοφιλείς στον κόσμο κι ας μας λείπει τραγικά από μέσα μας, το μεγαλείο, η θυσία, η ουσία και η σφραγίδα της. Σιγά, δεν παίζει κανένα ρόλο! Κι αν συμβεί κάπου-κάπου να έχουμε κι εμείς, «σαν άνθρωποι», αβελτηρίες, παραλείψεις, λάθη, σφάλματα, ατέλειες, ελαττώματα, ανομίες, παρανομίες, πταίσματα, αμαρτίες κι εγκλήματα, αυτά δεν γίνονται και δεν γίνεται να προσεχθούν ποτέ από τα τυφλά μάτια των υπόλοιπων ανθρώπων της αδιάφορης μάζας, δεν πρέπει να επιδέχονται ποτέ καμία κριτική, διόρθωση και αλλαγή από κανέναν. Άλλωστε, η αγάπη όλα τα συγχωρεί κι όλα τα σκεπάζει. Τούτο το εκπληκτικό «Όλα» είμαστε αιώνια εμείς. Οι άλλοι είναι το μέγα «Τίποτα» στο πάντοτε των επιγείων. Αγάπη, που δεν διασφαλίζει και που δεν υπηρετεί το ατσαλάκωτο και άπταιστο εγώ μας, δεν είναι αγάπη, είναι πλάνη, είναι οίκτος, είναι μοχθηρία, είναι κακία, είναι υπονόμευση, είναι μωρία, είναι θράσος, είναι ανοησία, είναι ευτέλεια, είναι ποταπότητα, είναι αυταπάτη, είναι κατάρα, είναι ατύχημα και ατυχία, είναι ελεεινό ζόρισμα, είναι χάσιμο χρόνου, μυαλού και αξιοπρέπειας. Και για όποιο περαιτέρω «διάλογο» ή έστω απορία πάνω σ’ όλα τα ανωτέρω, είναι ανάγκη να μην έχουμε ανάγκη. Κατάλαβες, αγάπη;… «Κατάλαβα!», να λες…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΦΩΣ

ΕΚΕΙΝΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΗΓΕ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΦΩΣ


     Από τις προσωπικές σημειώσεις του π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου παραθέτουμε ένα εξαίσιο γεγονός της Χάριτος, το οποίο συνέβη κάποτε στη μακαριστή οσία Γερόντισσα Μακρίνα (Βασσοπούλου· 1921–1995), από το Μοναστήρι της Παναγίας της Οδηγήτριας, στην Πορταριά του Βόλου, μια νύχτα της Αναστάσεως, πριν από πάρα πολλά χρόνια, στα μαύρα και χαλεπά χρόνια της Κατοχής. Τι ακριβώς συνέβη; Ο λόγος ανήκει στον π. Στέφανο:

     Η ίδια ήταν ακόμη λαϊκή την εποχή εκείνη και, λόγω της μεγάλης στέρησης που υπήρχε σε τρόφιμα, μόλις και μετά βίας εξοικονομούσε μια φετούλα ψωμάκι για όλη τη μέρα. Αυτό και τίποτε άλλο! Έτσι, έφτασε και η Μεγάλη Εβδομάδα. Το δε Μεγάλο Σάββατο η κατάστασή της ήταν δραματική. Το βράδυ πήγε στην εκκλησία και κάθισε σε μια γωνιά, κάνοντας συνέχεια κομποσχοίνι και λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!».


     Όλοι οι χριστιανοί που άρχισαν να καταφθάνουν στην εκκλησία κρατούσαν και από ένα κερί, άλλος μικρό και άλλος μεγάλο. Και στο «Δεύτε λάβετε φως…» εκείνη δεν πήγε να πάρει φως γιατί δεν είχε ούτε το πιο μικρό κεράκι.
     –Εσύ, Χριστέ μου, έλεγε μέσα της, αποφάσισες να μην κρατάω ούτε μια μικρή λαμπαδίτσα… Νά ’ναι ευλογημένο!
     Και μέσα στην προσευχή της εξέφραζε την αγωνία της και κάποια μικρά παράπονα στον Χριστό για τις στερήσεις, για την πείνα που τη θέριζε, για τη λαμπάδα που δεν είχε, ενώ συγχρόνως με δάκρυα στα μάτια έλεγε συνεχώς την Ευχή, το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!» και το «Νά ’ναι ευλογημένο!».

     Εν τω μεταξύ, είχε ήδη ειπωθεί το «Χριστός Ανέστη!» και άρχισε η αναστάσιμη ακολουθία του Όρθρου. Στη μέση της ακολουθίας λιποθύμησε από την εξάντληση εξαιτίας της πείνας τόσων ημερών, χωρίς όμως να γίνει αντιληπτή από τους γύρω χριστιανούς. Συνήλθε στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της θείας Πασχαλινής Λειτουργίας: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ιωάν. 1, 1).


     Τότε, λες και άκουγε από το στόμα του Λειτουργού ιερέως και Πνευματικού της χίλια ουράνια ραδιόφωνα να διαλαλούν αυτή την αλήθεια της Ορθοδόξου Πίστεως, που είναι και ο θρίαμβός της. Αυτά τα λόγια χαράχτηκαν βαθειά μέσα στη ψυχή της, την κατέλαβαν ολόκληρη ψυχοσωματικά και της δημιούργησαν έναν πρωτόγνωρο αξιοθαύμαστο χορτασμό στην καρδιά, τις αισθήσεις και το σώμα, χορτασμό που αδυνατούσε να τον περιγράψει με λόγια. Ήταν χορτάτη και στη ψυχή και στο σώμα, χορτάτη!

     Και, σύμφωνα με την ομολογία της, άρχισε να αισθάνεται πληρότητα στη ψυχή της, ταυτόχρονα με τούτο τον υπερουράνιο χορτασμό, έχοντας μέσα της μια υπερκόσμια ευωδία και άρρητη γεύση. Σαν να είχε γευθεί τα γλυκύτερα μέλια και όλα τα γλυκά αυτού του κόσμου. Η ακατάπαυστη αυτή γλυκύτητα και ο πνευματικός αυτός χορτασμός αισθάνθηκε να καταπλημμυρίζουν όλα τα κύτταρα του σώματός της και όλες οι αισθήσεις της ψυχής της να πληρούνται από ουράνιο πλούτο. Η καρδιά της νόμιζε ότι θα σπάσει από την πολλή ευτυχία που απολάμβανε, διότι ενώ εκείνη δοξολογούσε τον Θεό με την διπλή Ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!» και με το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς!», ταυτόχρονα μέσα στην καρδιά της έψαλλε όχι μόνο με το επίγειο πλήθος των χριστιανών, αλλά και μαζί με πλήθος χορών αγίων Αγγέλων το «Χριστός Ανέστη!».

     Γι’ αυτό μετά τη θεία Κοινωνία και πριν τελειώσει η Αναστάσιμη Λειτουργία, έφυγε αμέσως πολύ γρήγορα για το σπίτι της, για να μη χάσει αυτό το ουράνιο μεγαλείο που βίωνε ψυχοσωματικά με τόση μεγαλοπρέπεια.
     Κι εκεί πάλι δεν ήθελε να φάει αυτό που τόσο φτωχά της είχε ετοιμάσει η ξαδέλφη της. Τίποτε, μα τίποτε, ούτε μια σταγόνα νερό δεν ήθελε!
     Και μου έλεγε:
     –Πάτερ Στέφανε, τα χείλη μου δεν μπορούσαν να εξιχνιάσουν την ουράνια γεύση που αισθάνονταν και ήταν –πώς να το πω;– σαν να γεύονταν χίλια μέλια της Χάριτος!

⁂     ⁂     ⁂     ⁂

     Αλλά, ας ακούσουμε πώς μας αφηγείται αυτοπροσώπως τούτο το γεγονός του παράδοξου χορτασμού από την επίσκεψη της θείας Χάριτος, η ίδια η οσία Γερόντισσα Μακρίνα:


     «Θα σας πω κάτι που μου συνέβη τότε στην πείνα, στην Κατοχή. Είχα ένα χρέος, που έπρεπε να το δώσω. Είχα εντολή να το εξοφλήσω μέχρι το Πάσχα. Και έκανα μεγάλη οικονομία, για να κλείσω το χρέος. Έτρωγα όλη την Μεγάλη Εβδομάδα λίγο ψωμάκι, πενήντα δράμια ψωμί, που κι αυτό ακόμη δεν μπορούσα να το αγοράσω· έβρεχα το ψωμί μου μέσα στο νερό και το έτρωγα, δεν είχα τίποτε άλλο. Θέλω να σας πω τι κάνει ο Θεός στη στέρηση, στην ανέχεια τη μεγάλη και πώς βοηθάει. Όχι ότι είχα αξία, αλλά με γλύκανε, για να μου δείξει πόσο Δυνατός είναι και πόσο πρέπει να Τον λατρεύουμε.«


     »Ήλθε το Μέγα Σάββατο και πήγα στις οκτώ το βράδυ στην εκκλησία, γιατί ο πνευματικός μας διάβαζε από νωρίς τις “Πράξεις των Αποστόλων”. Όπως γίνεται και στο Άγιον Όρος. Και κάθισα σε μια γωνιά και τραβούσα κομποσχοινάκι. Όλοι κρατούσαν λαμπάδες, εγώ δεν είχα τίποτε, ούτε ένα κεράκι, τίποτε! Τώρα πώς να πήγαινα στο “Δεύτε λάβετε φως”, αφού δεν είχα κερί. Είπα με το νου μου: “Αφού θέλεις, Χριστέ μου, να μην έχω μια λαμπαδούλα να πάρω το άγιο φως, νά ’ναι ευλογημένο το θέλημά Σου!”. Έλεγα λόγια στον Χριστό, έλεγα παράπονα, έλεγα τον πόνο μου. Θυμήθηκα και τους ασκητάδες και σκεφτόμουν: “Πώς οι ασκητάδες στην έρημο δεν έχουν ψωμάκι, δεν έχουν φαγάκι κι εκείνους ο Θεός τούς φροντίζει, άρα τι στενοχωριέμαι; Κι εμένα ο Θεός θα με φροντίσει. Άμα θελήσει ο Θεός, θα στείλει ανθρώπους να μου φέρουν κι εμένα κάτι, θα φωτίσει να μου φέρουν και μια λαμπαδούλα”.
     Είδα λοιπόν μια γυναίκα να έρχεται και να μου λέει:
     –Δεν έχεις λαμπάδα;
     –Όχι, δεν έχω! της απάντησα.
     –Τέτοια μέρα δεν έχεις λαμπάδα; Αναστάσιμη μέρα και να μην έχεις λαμπάδα; Απόρησε η γυναίκα.
     –Άμα θέλεις, φέρε μου απ’ το παγκάρι μια λαμπάδα κι εγώ θα σου τα δώσω τα χρήματα. Τώρα δεν έχω, την άλλη εβδομάδα θα σ’ τα δώσω, της είπα.
     –Σώπα, παιδάκι μου, που θα μου την πληρώσεις! Θα σου πάρω εγώ μια λαμπαδούλα.


     »Πήγε και μού ’φερε μια λαμπαδούλα και μ’ έπιασε το παράπονο. Συλλογιζόμουν: “Ας πάω με τους ερημίτες, θα συνεορτάσω εκεί πέρα που είναι μακριά οι εκκλησίες τους, που δεν έχουν κανέναν να τους πάει τίποτε”. Τότε είχε τυπικό ο Πνευματικός μας μετά την Ανάσταση, μόλις μπαίναμε μέσα, να προσκυνάμε την εικόνα της Αναστάσεως. Μόλις προσκύνησα, μου φάνηκε ότι η αγία Ανάσταση ήρθε μέσα στην καρδιά μου και την κατάπια και άκουσα μια φωνή, σαν να είχαν ανοίξει όλα τα ραδιόφωνα του κόσμου, που έλεγε: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Άκουγα μέσα μου το Πασχαλινό Ευαγγέλιο, χωρίς να το λέει ο παπάς, και λιποθύμησα· δεν κατάλαβα τίποτε, ούτε πώς με σήκωσαν, τίποτε.«


     »Όταν συνήλθα, αυτός ο λόγος ήταν μέσα στα αυτιά μου και μέσα στην καρδιά μου· και μου ήρθε ένας χορτασμός, σαν να είχα φάει αυγά και τυριά, τα κρέατα όλου του κόσμου και αισθανόμουν σαν να μη βρισκόμουν στην εκκλησία. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν λιποθυμισμένη· πήγαν να με συνεφέρουν, αλλά εμένα αυτά τα λόγια είχαν τυπωθεί μέσα στη ψυχή μου. Άκουγα αυτή την ωραία φωνή σ’ όλη την Πασχαλινή Ακολουθία κι αυτά τα λόγια μού φέρνανε έναν χορτασμό. Πώς τρως κατά κόρον και δεν μπορείς μετά να σταθείς, έτσι ακριβώς αισθανόμουν! Κι ύστερα μου ήρθε ο λογισμός: “Να, και οι Πατέρες στην έρημο, που δεν τρώνε, που δεν γεύονται τίποτε, αυτόν τον χορτασμό αισθάνονται!”. Έτσι μια φωνή μου τό ’λεγε αυτό το πράγμα και δεν μπορώ να σας περιγράψω, τι άρρητα ρήματα γλύκαιναν μέσα τη ψυχή μου και αισθανόμουν άρρητη ευωδία και άρρητη γεύση, σαν να είχα φάει του κόσμου τα μέλια, του κόσμου τα γλυκά! Κι ενώ τη Μεγάλη Εβδομάδα είχα εξαντληθεί από την αφαγιά και τη στέρηση, μετά έλαβα δυνάμεις. Πώς αισθάνεται ένας πολύ δυνατός άνθρωπος;«


     »Ύστερα, λοιπόν, έλαβα ισχυρές δυνάμεις και την ώρα που είπε ο Πνευματικός μου «Χριστός Ανέστη!» ήρθε και απλώθηκε πιο πολύ αυτός ο πλούτος μέσα στη ψυχή μου. Όταν κοινώνησα, συμπληρώθηκε αυτός ο κορεσμός και ούτε να φάω ούτε να πιω ήθελα. Και παίρνω ένα δρόμο και πηγαίνω στο σπίτι, για να μη χάσω αυτό το μεγαλείο. Πήγα σπίτι. Δεν ήθελα να φάω, μα τίποτε, τίποτε! Ούτε νεράκι ούτε ψωμί, τίποτε δεν ήθελα. Με φώναξε η ξαδέλφη μου, που ήταν απέναντι από το σπίτι μου, να πάω να φάω πατσά. Εγώ πού να πω ότι “είχα φάει”; Δεν είπα τίποτε. Πήγα να φάω, ούτε η πρώτη κουταλιά δεν κατέβαινε. Το μεσημέρι με είχε καλέσει για φαγητό η κουμπάρα μου, που της είχα βαπτίσει δυο παιδάκια. Ήταν πολύ πλούσια αυτή. Μέχρι το μεσημέρι, δεν είχα φάει τίποτε και σκεφτόμουν “πώς θα πάω σ’ αυτό το σπίτι τώρα;”. Ήταν πνευματικός κόσμος και ντρεπόμουν, γιατί θα με ρωτούσαν το ένα, το άλλο, και δεν ήθελα να καταλάβουν την πνευματική αυτή κατάσταση που μου έδωσε ο Θεός.«


     »Λέω λοιπόν: “Τι κάνει ο Θεός!”. Αισθανόμουν τη μεγαλοσύνη του Θεού και θαύμαζα πόσο πλουτίζει τον άνθρωπο! Γι’ αυτό, είναι αλήθεια αυτό που λέει στο Ευαγγέλιο ότι, δεν ζουν οι άνθρωποι μόνο με την τροφή, αλλά με τη Χάρη του Θεού (πρβλ. Δευτ. 8, 3 και Ματθ. 4, 4). Εις δόξαν Χριστού σάς το λέω, αισθάνθηκα τη Χάρη του Χριστού, λόγω της πείνας και της κακομοιριάς που είχα και της στέρησης. Μου έδωσε να καταλάβω, ο Θεός, τι δίνει στη στέρηση επάνω. Η εγκράτεια και η προσευχή πόσο καλό κάνουν στον άνθρωπο! Όταν αφήσει κανείς τον εαυτό του στον Θεό ολοκληρωτικά, ο Θεός τον ταΐζει, ο Θεός τον ποτίζει, γεύεται τον Θεό· και όλα αυτά τα μεγαλεία τα αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου, τα δίνει δωρεάν ο Θεός. Δεν μας στερεί τίποτε. Εμείς δεν πλησιάζουμε τον Χριστό μας, για να μας δώσει αυτό το ουράνιο μεγαλείο, να το γευόμαστε, να το σκεφτόμαστε και να Τον αγαπάμε. Εκείνος μας καλεί συνέχεια, να μας δώσει το ένα, να μας δώσει το άλλο, ό,τι έχει να μας χαρίσει. Άμα δούμε τι μας έχει ετοιμάσει στον ουρανό, θα φρίξουμε. Δεν μπορεί να τα συλλάβει η διάνοια του ανθρώπου τα κάλλη του Παραδείσου. Είναι τρομερά, είναι φοβερά, τόσο όμορφα είναι και τόση αγαλλίαση αισθάνεται η ψυχή του ανθρώπου! Θέλει νά ’χουμε αγάπη, να αγαπήσουμε τον Θεό. Αν Τον αγαπήσουμε, θα μας τα δώσει όλα δωρεάν. Μόνο να δώσουμε την καρδιά μας σ’ Εκείνον. “Νά ’ναι ευλογημένο!” και “Ευλόγησον!”: αυτά χρειάζονται, για να βρει κανείς τη ψυχή του στον Θεό».

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΚΡΙΝΑ
(ΒΑΣΣΟΠΟΥΛΟΥ, 1921–1995)


※
[(1) «Λόγια Καρδιάς»
–Γερόντισσα
Μακρίνα Βασσοπούλου
(1921–1995)–,
Μέρος 1ο, Κεφ. 1ο, §4, σελ. 44–45·
Μέρος 2ο, Λόγος 35ος, σελ. 333–337,
Έκδοση Ιεράς Μονής
Παναγίας Οδηγητρίας
Πορταριά Βόλου, 2013.
(2) Πρωτοπρεσβυτέρου
Στεφάνου Κ. Αναγνωστόπουλου:
«Η Ευχή μέσα στον κόσμο»,
κεφ. 7ο, σελ. 258–260,
Πειραιάς, Οκτώβριος 20165.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ


     Πολλοί θά ’θελαν να ξοδέψουν μια ζωή για μια στιγμή, τη στιγμή που άλλοι βλέπουν όλη τους τη ζωή να χάνεται πάλι σε μια στιγμή. Κυψέλες οι στιγμές στο ρεύμα της αιωνιότητας που εισχωρεί στον ανθρώπινο βίο ανεπαίσθητα, αποκτώντας εύθραυστα δικαιώματα, μοιράζοντας σεμνές ευθύνες και επαγγέλλοντας κραταιές τιμές αθανασίας για το απορημένο και ανίδεο πρόσωπό μας. Ψυχή και σώμα ο άνθρωπος, σ’ αυτόν τελειοποιούνται οι αντιθέσεις, ισορροπούν οι αντινομίες, λειαίνονται οι αντιφάσεις, απαντώνται οι πόθοι. Η Χάρη του Θεού βαστάει πάντα το μυστικό της ειρήνης, της χαράς, της δύναμης και της ενότητάς μας. Η πορεία και το διάβα μας εδώ στη γη, μια περιπέτεια, ένας αγώνας και μια πάλη, ένας πόθος και μια λαχτάρα για το πώς θα Την ελκύσουμε σε μας. Είναι βέβαιο ότι θα μας «πληρώσουν» εκείνες οι λεπτομέρειες που έχουν λόγο στην έκπληξή μας· ότι θα μας ακυρώσουν εκείνες που φέρουν το δικαίωμα της κρίσης μας. Παρόλα αυτά είθισται να μη ζούμε εμμονικά «για τις λεπτομέρειες» για να μη βασανιζόμαστε μάταια ως άπταιστοι, τελειομανείς, εγωπαθείς και άρρωστοι. Μα να ειπωθεί ότι υπάρχουν και οι εξαίσια αναπλαστικές λεπτομέρειες μιας πολύτιμης καλής ευαισθησίας που κάνουν τη διαφορά στην αγάπη που περνάει μέσ’ απ’ αυτές προκειμένου να δομήσουν το σύνολο της εικόνας του κόσμου, το σύνολο της κατάστασης του εσώτατου εαυτού μας. Όλες οι καίριες απαντήσεις των θεμάτων μας είναι και παραμένουν κρυμμένες, γιατί απλά δεν μπορούν να είναι διάχυτες και εξόφθαλμες. Κάθε τι το «ετοιμοπαράδοτο» αποτελεί κατάφορη αδικία και δεινή χρεοκόπηση. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε να ψάξουμε, να αναζητήσουμε, αρκεί ετούτη η έρευνα να μη λαβώσει την ισορροπία μας, να μην εκπειράσει με τους όνυχες της αλαζονείας μας τον Θεό μας που είναι η αρχή του είναι μας. Και το μυστήριο του είναι μας δεν χαρίζεται, γιατί είναι το κρείττον αγαθό του οποίου η γνώση και η επίγνωσή του δωρίζεται μέσα από το μαρτύριο. Οι στιγμές «γνωρίζουν»· γιατί αποθηκεύουν αλήθειες που αγνοούμε, αλήθειες που δεν αναζητάμε, αλήθειες που δεν ζούμε. Η «Φωνή του Θεού», η μη πωρωμένη συνείδηση μέσα μας, απλά έρχεται στο μετά και επικυρώνει όσες τυχόν αλήθειες εμείς αναζητήσαμε, όσες βρήκαμε και όσες μας βρήκαν. Εκεί, στις αθέατες στιγμές· που μοιάζουν για πολλούς σαν «ασήμαντες λεπτομέρειες»· τις οποίες η αγάπη, που δεν είναι ασήμαντη, καταφάσκει και επιδοκιμάζει. Και όλοι πια ξέρουμε καλά, όχι «Τι», αλλά «Ποιος» είναι η Αγάπη· ο Θεός.

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

ΑΥΓΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


     Ξυπνώ. Και να! Είσαι μαζί μου. Καθώς σηκώνομαι, αισθάνομαι την Παρουσία Σου που με ζωογονεί. Νιώθω την τρυφερή Σου στοργή που με τυλίγει.

     Το ξύπνημα των Μαθητών Σου τις μέρες που πατούσες τα χώματα της Παλαιστίνης… Αυτά τα πρωινά της Γαλιλαίας στην ακρογιαλιά, μεταξύ Τιβεριάδος και Καπερναούμ… Το γνωρίζω πολύ καλά από προσωπική πείρα. Τα πουλιά κελαηδούν με μια λάμψη, με μια δύναμη που δεν έχω ξανακούσει αλλού. Ο ήλιος δεν έχει φανεί ακόμη. Ρίχνει όμως ήδη μια ασημένια γραμμή στα νερά της αναποφάσιστης λίμνης, στα κύματά της που ανάλαφρα τραγουδούν. Οι Μαθητές Σου ξυπνούν, αντικρίζουν την καινούργια μέρα χαρούμενα γιατί θα περπατήσουν πάλι μαζί Σου. Είναι ευτυχισμένοι, γιατί ξέρουν πως κάθε ώρα που θα περάσουν κοντά Σου θα είναι αποκάλυψη και θάμβος. Οι ίδιες αυτές υποσχέσεις των όρθρων της Γαλιλαίας προσφέρονται και σε μένα κάθε αυγή καθώς ξυπνώ. Σκέπτομαι: «και σήμερα θα Τον ακολουθήσω…».

     Δεν είναι τόσο το ξύπνημα των Μαθητών Σου, όσο η δική Σου καθημερινή έγερση, που θά ’πρεπε να δώσει στο καθημερινό μου ξύπνημα την ουσία του, το νόημά του. Διδάσκαλε, όταν ξυπνούσες, η πρώτη σου κίνηση δεν μπορούσε να είναι άλλη, από μια ανάταση προς τον Πατέρα: «Κι αφού σηκωθώ, θα πάω προς τον Πατέρα Μου» (Λουκ. 15, 18). Η φράση αυτή, που η παραβολή αποδίδει στον άσωτο υιό, έπαιρνε στα χείλη Σου ένα νόημα εντελώς ειδικό, αληθινά μοναδικό. Πήγαινες –ων ήδη προαιώνια μαζί Του– προς έναν Πατέρα, από τον Οποίο τίποτε, σε καμιά περίπτωση, δεν Σε είχε χωρίσει.


     Δεν μπορώ να προφέρω τη φράση αυτή με τον μοναδικό τρόπο που την έλεγες Εσύ. Δεν μπορώ να πάω προς τον Πατέρα παρά μόνο σαν γιος ένοχος. Σαν γιος που μετανοεί, που πεθαίνει από την πείνα, που είναι συντετριμμένος ως τα βάθη της υπάρξεώς του. Συντετριμμένος, γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι εκείνο που εγκατέλειψε ήταν η απόλυτη Αγάπη κι εκείνο που ζήλεψε ήταν ξυλοκέρατα «που έτρωγαν τα γουρούνια» (Λουκ. 15, 16). Ασφαλώς δεν αρκεί, αυτή η συνειδητοποίηση να παραγάγει μέσα μου μιαν αόριστη αίσθηση στέρησης, μια νοσταλγία. Πρέπει να με χτυπήσει σαν μαστίγιο. Κι ο πόνος από το κτύπημα τούτο, πρέπει να φθάσει μέχρι «μυελού των οστέων» μου. Τότε θα δοκιμάσω την αληθινή συντριβή, Κύριε, μεσ’ στην αυγή «δέξαι με μετανοούντα». Εμφύσησέ μου το Πνεύμα Σου, οδήγησέ με προς τον Πατέρα.

     Και να, ο Πατήρ Σε αποστέλλει, Εσένα τον Ίδιο, προς εμένα, ως φορέα της συγνώμης, ως αγγελιοφόρο της ελπίδος. Ο μεγάλος γιος του πατέρα του ασώτου ζήλεψε τον αδελφό του, οργίσθηκε εναντίον του. Σήμερα όμως ήδη, την ώρα της πρωινής μου εγέρσεως ο Μεγάλος Υιός, ο Μονογενής –που είναι συγχρόνως και μεγαλύτερος αδελφός μου– έρχεται να με αναζητήσει και να με υποδεχθεί εκ μέρους του Πατέρα.

     Λυτρωτή μου, προτού ακόμη προλάβω να σηκωθώ, είσαι εδώ. Με θέλεις… «Να η φωνή του καλού μου που μου χτυπά την πόρτα… Να τος, στέκεται έξω από το σπίτι, κοιτάει απ’ το παράθυρο, ρίχνει ματιές απ’ το καφασωτό. Ο αγαπημένος μου μιλάει και μου λέει: “Σήκω!”» (Άσμ. Ασμ. 5, 2· 2, 9–10).

     Κύριε Ιησού, κάθε καινούργια μέρα είναι μια συνάντηση που κλείνεις μαζί μου. Σ’ αυτή τη συνάντηση φθάνεις πάντα πρώτος Εσύ. Ας αρχίζει λοιπόν κάθε μέρα για μένα με τον πόθο αυτής της συνάντησης, με τη λαχτάρα μιας επίγνωσης και μιας αγάπης ολοένα πιο μεγάλης! Κάθε ξύπνημά μου, ας μου φέρνει πριν απ’ όλα τη χαρά και τις επαγγελίες της Παρουσίας Σου!


     Ιησού, ξέρω πως είσαι εδώ και με παίρνεις στα χέρια Σου. Μα δεν μπορώ, δεν πρέπει να ξεχνώ εκείνους που Σε αγνοούν. Εκείνους, των οποίων το ξύπνημα δεν φωτίζεται και δεν θερμαίνεται από το φως Σου, από την ανατολή του αληθινού Ήλιου. Χλωμές, μελαγχολικές αυγές εκείνων που υποφέρουν, των αρρώστων που θα πεθάνουν, που μετρούν ένα-ένα τα λεπτά. Αγωνίες των ανθρώπων που δεν ξέρουν πώς θα μπορέσουν να βρουν τροφή για τη μέρα που έρχεται, πώς θα θρέψουν τα παιδιά τους. Κόπωση και βαρυθυμιά των εργατών, που πριν φέξει ξεκινούν για σκληρές δουλειές: το ορυχείο, τη μηχανή, το σιδηρόδρομο. Ξύπνημα του αμαρτωλού με τα κατάλοιπα από την πικρή γεύση της αμαρτίας. Όλα αυτά, Κύριε, και όλους αυτούς τους ξέρεις, τους συμπονάς. Κάνε την ψυχή μου μέτοχο της συμπάθειας που νιώθεις γι’ αυτούς. Σύνδεσέ με, με τον πόθο Σου να μην αφήνεις να περάσει η μέρα χωρίς να τους προσφέρεις μ’ έναν αθέατο τρόπο τη θεϊκή Σου βοήθεια.

     Κύριε, με πλησιάζεις και μου λες, όπως στην κόρη του Ιάειρου: «Έγειρε!». Πιάνοντάς την από το χέρι την ξανάφερες στην ζωή. Το παιδί που νόμιζαν νεκρό σηκώθηκε αμέσως και άρχισε να περπατάει. Και να, ότι μέσα στην καθημερινή πράξη της πρωινής έγερσης, διαβλέπω το μυστήριο και τη δύναμη της Αναστάσεως.

     Κι Εσύ επίσης «ηγέρθης», αναστήθηκες από τον ύπνο του θανάτου. Σηκώθηκες ζων και ένδοξος. Από τότε η δόξα της Αναστάσεώς Σου σφραγίζει την κάθε μας αυγή.


     Την πρώτη μέρα της εβδομάδος, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη ήλθαν στο μνημείο Σου. Ήταν «λίαν πρωί», «ανατείλαντος του ηλίου» (Μάρκ. 16, 2). Κύριε, καμιά καινούργια αυγή ας μην έλθει να φωτίσει τη ζωή μου, χωρίς ταυτόχρονα η σκέψη μου να τρέξει προς την Ανάστασή Σου. Χωρίς να τρέξω εν πνεύματι προς το καινό μνημείο του Κήπου!

     Εκείνος που έρχεται να με βρει κάθε πρωί, καθώς χαράζει, είναι ο Αναστάς Χριστός. Ό,τι κι αν πρόκειται να συμβεί, όσοι κίνδυνοι κι αν με απειλούν, το ξεκίνημα της ημέρας μου θα είναι θαυμάσιο, αν θυμάμαι –με όλη μου όμως την ψυχή και τη διάνοια– ότι ο Σωτήρ μου νίκησε τις δυνάμεις του κακού και του θανάτου. Η πρώτη πράξη πίστεως κάθε πρωί, θα είναι μια πράξη πίστεως στην τελική Σου νίκη. «Κραταιή πιο πολύ κι απ’ το θάνατο η αγάπη· πύρινα φτερά η δική της φλόγα· που και η μεγαλύτερη ποσότητα νερού δεν μπορεί να τη σβήσει και τα ποτάμια αδυνατούν να τη σκεπάσουν» (Άσμ. Ασμ. 8, 6–7).

     –Το πιστεύεις αυτό, παιδί Μου;
     –Το πιστεύω, Κύριε.
     –Τότε, παιδί Μου, δεν πρέπει να υπάρχει στην ψυχή σου θέση για καμιά λύπη, για κανέναν φόβο. Ένα μόνο να φοβάσαι: μήπως Με χάσεις. Μήπως χάσεις Εμένα, που είμαι η Ζωή σου.

     Κύριε Ιησού, κάθε μέρα μπορεί με τον τρόπο αυτό να γίνει για μένα μια αληθινή Κυριακή, «πρώτη Σαββάτων», γιορτή της Αναστάσεώς Σου. Ας είναι λοιπόν κάθε πρωινό για μένα μια αυγή του Πάσχα!


     Γράφω αυτές τις γραμμές στην Ιερουσαλήμ, την αυγή της Κυριακής του Πάσχα. Τις γράφω σε αυτό τον Κήπο, όπου επί τόσα χρόνια μού έδωσες τόσα πολλά! Είναι ένας κήπος υποθέτω όμοιος με εκείνον όπου ήταν το μνημείο που Σε δέχθηκε μετά τον Σταυρό. Ανάμεσα στους φοίνικες και τα άνθη, κοντά σ’ αυτό το βράχο που ο ήλιος πυρώνει, νομίζω ότι βλέπω τη Μαγδαληνή ενώ έκλαιγε σκυμμένη στον τάφο. Παρακολουθώ τη σκηνή που περιγράφει το Ευαγγέλιο. Η Μαρία Σε αναζητεί. Απευθύνεται στον άνθρωπο που νομίζει για κηπουρό. Στρέφεται. Σε βλέπει. Αλλά, «δεν κατάλαβε ότι Αυτός είναι ο Ιησούς». Και μόνο όταν της είπες «Μαρία!», «στραφείσα εκείνη» και πάλι και, αναγνωρίζοντάς Σε, «λέγει· ραββουνί!», Διδάσκαλε! (Ιωάν. 20, 14–16).

     Αυτό το γεγονός φωτίζει, αποκαλύπτει τη φύση της υπέρτατης μεταστροφής. Η Μαρία Σε αναζητεί. Αλλά Σε αναζητεί με τη μορφή, που ήδη είχε σχηματίσει μέσα της. Επιμένει στη μορφή αυτή. Γι’ αυτό το λόγο και δεν μπορεί να Σε αναγνωρίσει έτσι όπως της παρουσιάζεσαι. Δυο φορές γυρίζει προς το μέρος Σου –«μεταστροφή» σημαίνει ακριβώς την πράξη του «στρέφεσθαι εις τα οπίσω» (Ιωάν. 20, 14)– και μόνο τη δεύτερη φορά, ακούγοντας το όνομά της, αποκτά συνείδηση της Παρουσίας Σου.


     Δεν ξέρω πόσες φορές ακόμη θα θελήσεις να δω το φως της αυγής, τη λάμψη της καινούργιας ημέρας. Δεν ξέρω αν θ’ ακούσω και πάλι τις καμπάνες του Πάσχα να κτυπούν στην Ιερουσαλήμ. Όμως, σε παρακαλώ, κάνε ώστε η κάθε αυγή να είναι για μένα αυγή του Πάσχα. Κάνε να βρίσκομαι μυστικά στον Κήπο της Ιερουσαλήμ. Και κάθε μέρα, κάθε πρωινή μου έγερση, φέρνοντάς μου τη χαρά του Πάσχα, ας προκαλεί εντός μου την πιο βαθειά μεταστροφή. Μια μεταστροφή που θα με κάνει να στραφώ από την εικόνα Σου του χθες προς την εικόνα Σου του σήμερα! Μάθε με, σε κάθε κατάσταση και σε κάθε πρόσωπο, να Σε γνωρίζω, έτσι που θέλεις να Σε γνωρίσω σήμερα. Όχι έτσι που μου παρουσιάσθηκες χθες, αλλά έτσι που μου δείχνεσαι τώρα! Να μια μεταστροφή και αλλαγή που δεν πραγματοποιείται χωρίς βία. Μεταστροφή που απαιτείς να γίνει οπωσδήποτε. Τα καινούργια πρόσωπα, οι καινούργιες καταστάσεις, διά μέσω των οποίων θα Σε συναντήσω, ενδέχεται να είναι ποικίλες και διάφορες. Ας είναι καθένα από τα πρωινά μου ξυπνήματα ένα ξύπνημα εν τη Παρουσία Σου –που μπορεί να είναι τόσο διαφοροποιημένη– μια πασχαλινή συνάντηση με τον Χριστό, που είναι τόσο απροσδόκητος Επισκέπτης μερικές φορές! Κάθε επεισόδιο, κάθε γεγονός της μέρας που άρχισε, ας είναι μια στιγμή που θ’ ακούσω να με καλείς με το όνομά μου, όπως κάλεσες τη Μαρία. Τότε, ας ήταν να στραφώ κι εγώ προς το μέρος Σου. Ας ήταν να Σου απαντήσω με μια λέξη, να σου πω μια μόνο λέξη (αλλά με όλη μου την καρδιά): «Διδάσκαλε!».

Ιερουσαλήμ, Πάσχα 1960


LEV LOUIS GILLET
(1892–1980)


※
[Αρχιμ. Lev Louis Gillet
(1892–1980):
«Παρουσία του Χριστού»
(Γραμμένο από ένα μοναχό
της Εκκλησίας της Ανατολής),
Μεταφρασμένο από τα Γαλλικά
από τον Επίσκοπο Βρεσθένης
Δημήτριο Τρακατέλλη
(τώρα, Αρχιεπίσκοπο Αμερικής),
κεφ. 14ο, σελ. 97–103,
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα, 19802.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΓΟΡΓΟΦΤΕΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


     Η σχέση μας με τον Θεό πρέπει να γεμίσει ειλικρίνεια, απλότητα, άνεση, ελευθερία. Το άνοιγμά μας προς Αυτόν να είναι ανεπιτήδευτο, πηγαίο, ζωντανό, αυθόρμητο. «Ο Θεός» μας, «ουκ έστι θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Όταν νιώσουμε και όσο θυμόμαστε συνεχώς την αγάπη Του, τότε θα μπορούμε να αρχίσουμε να είμαστε επιτέλους ζωντανοί άνθρωποι, ασφαλείς στο διάβα των επιγείων μας, εκλεκτοί στα βιώματα της καρδιάς μας. Εμάς ωστόσο μας νέκρωσε προ πολλού η υποκρισία και η αυτοδικαίωσή μας, το θέλημα και η φαντασία μας, η μανία και όχι ο πόθος μας για τον Χριστό, για την αγιότητα του Προσώπου Του. Αντί η προσωπική μας κοινωνία με το θείο να είναι μια αποκάλυψη, καταντά να είναι μια συγκάλυψη που θυμίζει βαριά ταφόπλακα ακίνητη στο στέρνο μας. Πώς να ενεργήσει μετά η Χάρη; Πώς να μπολιαστεί στον παλμό μας η χαρά; Γίνεται ποτέ να βερνικωθεί η λάσπη; Ποιο κατάπλασμα γέννησε ποτέ την υγεία; Γέμισαν οι τοίχοι μας με εικόνες, τα ερμάριά μας με φυλακτά, λαδάκια και βαμβακάκια. Η σκουριά που «τρώει» τα «τοιχώματα» της εφησυχασμένης ψυχής μας πότε θα μας προβληματίσει; Μου είπε ένας ιερέας: «Έκαμνα κηδεία κι έβλεπα απέναντί μου ένα ταλαίπωρο άτομο με φοβερά και γόρδια συμπλέγματα μέσα του. Μια ζωή ανακαλούσε πεισματικά τον πόνο του για να προσφέρει πόνο και δυσκολία στους άλλους. Είναι αδιανόητο στην επαφή του με τους γύρω του να μη φέρνει δυσχέρεια, πλήξη, ένταση, έριδα, μιζέρια, σιωπηλή αποδοκιμασία, κατάκριση και επίκριση. Έκαμνε δε τόσο σπασμωδικά, τόσο αναίτια συχνά το σταυρό του, λες και αγχωνόταν να μη φανερωθεί η συρρικνωμένη αλήθεια του ανασφαλή είναι του προς τον κοινωνικό περίγυρο. Κι όσο σταυροκοπιόταν, τόσο πειραζόταν ο εσωτερικός του κόσμος, ταράζονταν τα σπλάχνα του γιατί δεν υπήρχε μέσα στη δομή τους κάτι που να θυμίζει ειλικρίνεια και αλήθεια». Κάποιοι καταφεύγουν στη θρησκεία αλυτρωτικά, με απεγνωσμένη αδυναμία, θρασύτητα και πονηρία, σαν να γυρεύουν να βολέψουν τα προσφιλή τους εσωτερικά δεσίματα. Κάποιοι ανοίγονται καθαρά και αυταπαρνητικά προς τον Χριστό και γίνεται μετά Αυτός ο Ελευθερωτής των ψυχών τους. Έχει μεγάλη διαφορά το ένα με το άλλο. Στο πρώτο, ένα ατακτοποίητο και συννεφιασμένο εγώ συμπράττει με τη θρησκεία κρύβοντας μέσα σε αυτή το κίβδηλο και την υποκρισία του. Στο δεύτερο, η ολόθυμη φορά και μετοχή μας προς το θείο αναπλάττει εκπληκτικά την καρδιά μας. Κάνει τη ζωή, ζωή. Και τον όποιο θάνατο, ανίσχυρο και δέσμιο δούλο της. Καλά ξεμπερδέματα για όσους ανήκουν στην πρώτη εκδοχή. Καλή και γοργόφτερη ελευθερία στους άλλους της δεύτερης, τους υπέροχους ουράνιους ανθρώπους και επίγειους αγγέλους…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.