Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΤΡΟΠΟ

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΤΡΟΠΟ


     Η Εκκλησία είναι πανανθρώπινο ιατρείο: έρχονται σ’ αυτήν όλοι οι τσακισμένοι, οι πληγωμένοι, οι ανήμποροι, οι κουρασμένοι, οι παραδομένοι στην έσχατη αδυναμία τους και την αρρώστια που δυστυχώς επέφερε η ποικιλόμορφη αμαρτία στον βίο τους. Η Εκκλησία δεν είναι δικαστήριο, δεν είναι σωφρονιστήριο, κολαστήριο και απόσπασμα που εκτελεί ψυχές για τις όποιες τυχόν αστοχίες της πορείας τους: φανταστείτε έναν άνθρωπο να πηγαίνει να βρει με αγωνία τον ιατρό του αναζητώντας απελπισμένος τη θεραπεία του από αυτό που τον κατατρώγει και τον βασανίζει, ν’ ανοίγει την πόρτα του ιατρείου και ο εκεί θεράπων ιατρός να τον εξουθενώνει, να τον επικρίνει, να τον ελέγχει και να τον καταδικάζει. Τι πιθανότητες δίνετε σ’ αυτόν τον άνθρωπο να επισκεφθεί ξανά τον ιατρό που τον επέπληξε τόσο αδιάκριτα και άστοργα; Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία μαζί με την εξαίσια θεραπεία που παρέχει στον κάθε έναν ξεχωριστά και προσωπικά, έχει και έναν άλλον μοναδικό και ιδιαίτερο στη συμπάθειά του τρόπο: τον τρόπο της παρηγορίας, της παρακλήσεως και της ανάπαυσης. Το παν είναι, με τη δύναμη και τον φωτισμό του Χριστού, να αναπαύεις και να κραταιώνεις αυτόν που θεραπεύεις. Γιατί αυτός που θεραπεύεται με τον πιο τέλειο τρόπο της αγάπης του Θεού μπορεί μετά –έχοντας μέσα του όλη ετούτη την ξεχωριστή έμπνευση από την εμπειρία και τη μνήμη της θεραπείας που έλαβε από την Εκκλησία, από τη Χάρη του Θεού, από τους ανθρώπους που στέλνει προς αυτόν ο Θεός– να φανεί και ο ίδιος προσωπικά ευεργετικός προς τους ανθρώπους και τον γύρω κόσμο του. Αυτή η πείρα της αγάπης και της ευεργεσίας του Θεού δεν μένει ποτέ εγκλωβισμένη και στάσιμη μέσα μας, δεν περιορίζεται δηλαδή μόνο σε εκείνον που την έλαβε, αλλά τουναντίον πορεύεται από καρδιά σε καρδιά· είναι άκρως μεταδοτική όπως εκείνο το ευφρόσυνο άρωμα των λουλουδιών που μεταφέρει αθόρυβα το λεπτό ρεύμα του αέρα στη γύρω πλάση…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ»

«ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ»


Θα σου πω κάτι,
αλλά μη το πεις πουθενά:
βλέπω συνέχεια τον πειρασμό
να έρχεται και να φεύγει
πάντα μέσα από εκείνο
που λέμε «Λεπτομέρειες»…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2017

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΧΙΛΙΟΥΣ, ΜΟΝΟ ΕΝΑΝ…

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΧΙΛΙΟΥΣ, ΜΟΝΟ ΕΝΑΝ…


     «Δεν πρέπει να ανοίγεις την καρδιά σου στον άλλον χωρίς ανάγκη. Ανάμεσα σε χίλιους μόνο έναν θα βρεις που να μπορεί να κρατήσει το μυστικό σου. Αν δεν μπορούμε να το κρατήσουμε εμείς για τον εαυτό μας, πώς ελπίζουμε ότι κάποιος άλλος θα μπορούσε να το φυλάξει;».

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ
(1759–1833)


※
[(1) Πέτρου Μπότση:
«Φιλοκαλία Ρώσων Νηπτικών Α΄:
Διδαχές του Οσίου Σεραφείμ Σάρωφ»,
Μέρος Β΄, Διδαχή 8η, σελ. 42,
Αθήνα 19924.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφίας,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017

ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


     Υπάρχουν ειλικρινείς και πηγαίες αγάπες που τις εκλαμβάνουμε σφαλερά για απειλές· υπάρχουν σοβαρές απειλές που τις θεωρούμε παντοτινές και αναμφίβολες αγάπες. Τελικά, έχουμε θέμα με τη σύγχυση που κουρνιάζει μέσα μας, με τη μοναξιά που γιγαντώνει η ακρισία μας, με ατακτοποίητες βουλήσεις που απωθούν ολοένα την οδό και τον τρόπο της Προσευχής. Δεν φταίει μετά η ειρήνη του Θεού που δεν βασιλεύει μέσα μας, που δεν βιώνεται από μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

ΓΕΡΟ–ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ο ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΑΣ

ΓΕΡΟ–ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Ο ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΑΣ


     Τον γνωρίσαμε στις Καρυές. Πάντα σκυφτός, φτωχός, να φτιάχνει κομποσχοίνια· γι’ αυτό τον έλεγαν ο «Γερο-Χαράλαμπος ο Κομποσχοινάς». Πάντα ευδιάθετος, μ’ ένα κρυφό μειδίαμα και να λέει ασταμάτητα την Ευχή, την Ευχή του Ιησού.

     Γεννήθηκε στα Βουρλά της Μ. Ασίας το 1914. Ήλθε στο Άγιον Όρος το 1937. Επέστρεψε στον κόσμο, όπου πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των κατακτητών Γερμανών. Σε μια μάχη γλύτωσε ως εκ θαύματος.
     Να, πώς το διηγείται ο ίδιος:
     «Κάποτε βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο, όλοι σκοτωθήκανε, εκτός ελαχίστων. Πέφταν δίπλα οι οβίδες κι εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν έχω τα χέρια μου, το ’χω στο στήθος μου ή μου έφυγε; Με σκέπασαν τα χώματα και δεν μ’ έπιανε η βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα. Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν αυτό, πιαστήκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο…».
     Και στον κόσμο σαν καλόγερος ζούσε.

     Το 1943 ήλθε οριστικά στο Άγιον Όρος. Εκάρη μοναχός σ’ ένα καλύβι της Σκήτης του Αγίου Παντελεήμονος της Κουτλουμουσίου και από Βασίλειος ονομάσθηκε Χαράλαμπος. Μέχρι την κοίμησή του δεν βγήκε έξω από το Άγιον Όρος. Ήταν ένας χαριτωμένος μοναχός. Κυρίως έζησε στα μέρη των Καρυών και της Καψάλας.


     Ο Γερο–Χαράλαμπος ζούσε απλά και ασκητικά, με την Ευχή και την ψαλμωδία στο στόμα. Ήταν ειρηνικός και έδινε πολύ καλές συμβουλές, πρακτικές και πνευματικές. Ενώ έκανε όλα τα ανωτέρω, δεν σταματούσαν τα χέρια του να πλέκουν κομποσχοίνι. Είχε μάθει, μάλιστα, να πλέκει και τη νύχτα χωρίς φως.
     Το καλοκαίρι έβγαινε και ξάπλωνε στην αυλή μέσα σ’ έναν λάκκο που είχε σκάψει ο ίδιος για να τον ζεσταίνει ο ήλιος. Από ’κει του βγήκε και το παρατσούκλι …«εν τω λάκκω» (!).
     Παρά την ηλικία του, υπέργηρος ων, περιποιόταν τον κήπο του με πολύ κόπο, καθώς μάλιστα είχε μια μία κήλη μεγάλη σαν πορτοκάλι, που τον ταλαιπωρούσε και που την έδενε μ’ ένα κομμάτι ράσο. Πέραν τούτου, είχε καμπουριάσει από την πολύχρονη άσκηση, γι’ αυτό και η κάθε του κίνηση ήταν εξαιρετικά επίπονη. Του πρότειναν να τον πάνε στο νοσοκομείο για να κάνει εγχείρηση, καθώς η κατάστασή του ήταν πολύ επικίνδυνη, αλλά αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας: «Δεν πειράζει! Αυτός είναι ο κανόνας μου· αν θέλει ο Θεός, δεν παθαίνω τίποτα».
     Είχε 14 αρρώστιες, όπως έλεγε· και, παρόλα αυτά, έμενε σ’ ένα κελί ετοιμόρροπο. Όταν έμενε στον Άγιο Χαράλαμπο στις Καρυές, πάνω από το κρεβάτι του έσταζαν νερά όταν έβρεχε. Έβαζε τάβλες κάτω από το ταβάνι και πάνω από τη θέση του κρεβατιού και ένα νάιλον· έτσι, τα νερά κυλούσαν δίπλα.


     Κάποτε πήγε στον Γερο–Χαράλαμπο ένας μοναχός νέος για ν’ αγοράσει κομποσχοίνια. Εκείνη την εποχή αυτός ο νέος μοναχός αντιμετώπιζε έναν μεγάλο πειρασμό και ήταν πολύ στενοχωρημένος. Όταν έφτασε λοιπόν στον Γερο–Χαράλαμπο και του ζήτησε κομποσχοίνια, εκείνος, αντί να τον στείλει μέσα στο καλύβι, για να του φέρει τον τενεκέ που τα αποθήκευε όπως έκανε συνήθως, σηκώθηκε με πολύ κόπο από τον λάκκο του και πήγαν μαζί μέσα. Μόλις μπήκαν του είπε: «Ξέρεις, πάτερ μου, όταν ήμουν νέο καλογέρι ο δαίμονας μού δημιούργησε τον εξής πειρασμό…» και άρχισε τότε να περιγράφει ακριβώς την κατάσταση που αντιμετώπιζε ο νέος, λες και ήταν αυτός στη θέση του, καθώς και να του δίνει οδηγίες για την αντιμετώπισή της. Στο τέλος, αφού τον παρακίνησε με πολλούς λόγους στον πνευματικό αγώνα, του είπε σοβαρά: «Όλα αυτά σου τα είπα, για να μην απογοητεύεσαι και να αγωνίζεσαι».
     Μια άλλη φορά, κάποιος νέος πήγε να αγοράσει ένα κατοστάρι κομποσχοίνι από τον Γερο–Χαράλαμπο. Τον ρώτησε: «Για την αδελφή σου το θέλεις;». Πράγματι, το ήθελε για την αδελφή του. Πρόσθεσε μετά: «Να βάλω στη φούντα κόκκινο νήμα, που είναι το χρώμα της παρθενίας, γιατί θα γίνει καλογριά». Και, όντως, έγινε μοναχή μετά από λίγα χρόνια.


     Έλεγε συνεχώς την Ευχή.
     «Όταν λέμε την Ευχή, δεν είμαστε μόνοι. Έχουμε πάντα μαζί μας τον Χριστό, την Παναγία και όλους τους αγίους, αρκεί να λέμε την Ευχή». Τον χειμώνα έλεγε: «Ο Κύριος με θερμαίνει!». Ζούσε, όπως αναφέραμε, σ’ ένα ετοιμόρροπο καλύβι. Έλεγε: «Αν δεν πίστευα στον Χριστό, μπορούσα να τρυπώσω εδώ μέσα;».

     Έλεγε πάλι για την Ευχή:
     «Να λέμε την Ευχή· αυτή διώχνει τον πειρασμό. Τότε αδυνατεί ο σατανάς. Η Ευχή τον τρώει σαν το ροκάνι, τον καταστρέφει. Μας πολεμά ο εχθρός, όταν το επιτρέπει ο Θεός. Και όσο ζούμε, μέχρι να βγει η ψυχή μας, θα τον πολεμούμε κι εμείς. Τότε, όταν τον νικήσουμε και δεν κάνουμε το θέλημά του, θα μας πάρει στα δεξιά Του ο Θεός, στη βασιλεία Του.
     »Μέγα πράγμα, που έχουμε το “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με”! Η Ευχή τα έχει όλα· και σωτηρία ψυχής και φώτιση και ευχαριστία.
     »Η προσευχή χωρίς μετεωρισμούς είναι των τελείων. Κάποτε ο Μέγας Βασίλειος έταξε μια σκούφια με λίρες σε όποιον παπά θα κατάφερνε μέχρι να τελειώσει την ακολουθία του να κρατήσει τον νου του καθαρό από λογισμούς. Μετά, λίγο πριν τελειώσει, του ήρθε στον νου η σκούφια με τις λίρες και έτσι τις έχασε…
     »Εν τω ονόματι Ιησού φάλαγγες δαιμόνων συντρίβονται! Εν τω ονόματι Ιησού στην Δευτέρα Παρουσία «πάν γόνυ κάμψει» (Φιλ. 2, 10). Και μερικοί πλανεμένοι λένε: “Τι θα προσκυνήσουμε το όνομα;”. Ο Απόστολος Παύλος εννοεί ότι θα προσκυνήσουμε τον Χριστό, όχι το όνομα. Δεν χωρίζεται ο Χριστός από το όνομά Του, ο Ίδιος είναι. Με το όνομά Του οι Απόστολοι έκαναν θαύματα (Πράξ. 5, 12–20).
     »Να προσευχόμαστε για όλους, εκτός από τους εχθρούς του Θεού, δηλαδή τους αιρετικούς. Γι’ αυτούς καλά είναι να λέμε: “Αν θέλεις Κύριε, φώτισέ τους!”».


     Συχνά τον ενοχλούσαν και τον πολεμούσαν οι δαίμονες· τους πολεμούσε κι αυτός όμως, όπως λέει και ο όσιος Ιωάννης της «Κλίμακος», ο Σιναΐτης: «Με το όνομα του Ιησού να μαστιγώνεις τους πολεμίους» («Κλίμαξ», Λόγος Κ΄, §6 [σελ. 235]· PG 88, 9450).
     Έβλεπε και φωτεινούς αγγέλους και γέμιζε από άφατη χαρά η καρδιά του. Είχε ιδιαίτερη αγάπη στην Παναγία. Με ιδιαίτερη κατάνυξη έψαλλε συνέχεια τα τροπάριά της.
     Η ευλάβειά του ήταν μεγάλη. Λάτρευε τον Χριστό και Τον επικαλούνταν συνεχώς. Έλεγε: «Πρέπει κανείς να χορτάσει Χριστό· μετά έρχονται γλυκά δάκρυα κι έτσι εύχεται με αγαλλίαση και ελπίδα, αλλά και πάλι δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του αλλά στην ευσπλαχνία του Χριστού».
     Συνήθιζε να λέει: 
     «Όστις μουρλαθεί διά τον Χριστόν, συνετιεί (=θα του δώσει γνώση, σύνεση και σοφία) αυτόν ο Θεός!».
     Μερικές φορές έκανε και τον διά Χριστόν σαλό. Η συνομιλία μαζί του σου μετέδιδε ειρήνη και αγαλλίαση. Ποτέ δεν έλεγε περιττά και κοσμικά πράγματα.
     Συνήθιζε επίσης να λέει:
     «Ουαί ο λαλών και μη ποιών!».

     Η Παναγία και οι άγιοι, που θερμά επικαλούνταν, πολλές φορές τον έσωσαν από διάφορους κινδύνους. Κάποτε, που τον επισκέφθηκε ένας ιερεύς, συνοδευόμενος από έναν μοναχό, που είχε προβλήματα στον ναό του, ναό του αγίου Γεωργίου, προτού του πει τίποτε, ο Γέρων Χαράλαμπος τού είπε: «Να ξέρετε, όμως, πατέρες, ότι ο άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα. Και όσους του πάνε ενάντια, θα τους αρχίσει μ’ αυτό το κοντάρι!».
     Στους κοσμικούς, που του ζητούσαν κάποιον λόγο ωφελείας, αρκούνταν μονάχα να λέει εκείνα τα λόγια του Ψαλμού (33, 15): «Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν» («Απομακρύνσου από κάθε κακό και κάνε το καλό»). Ωστόσο έλεγε: «Για όσους δεν πιστεύουν δεν λέω βαριά πνευματικά λόγια, για να μην κολαστούν πολύ: “Αυτός που γνωρίζει πολλά και δεν εφαρμόζει τίποτα απ’ αυτά που γνωρίζει, θα τιμωρηθεί αυστηρά” (Λουκ. 12, 47)». Υπήρξε ανεξίκακος, συγχωρητικός, υπομονετικός και καλοκάγαθος.


     Αναφερόταν σε κάποιους πειρασμούς του, αλλά και σε ορισμένες θείες καταστάσεις ως εξής:
     «Ο Θεός χαίρεται, όταν λέμε λόγια ψυχικής ωφελείας… Κάποτε, ήμουν φιλοξενούμενος στο Σταυρονικήτα και έρχονταν τα καλογέρια στο κελί μου για να τους πω πνευματικά. Το Πάσχα μπαίνει ένα καλογεράκι ντυμένο με καινούργια ράσα, πασχαλινά. Του λέω: “Καλώς το καλογεράκι, που ήρθε ν’ ακούσει του Θεού τα λόγια!”. Αμέσως, άλλαξε μορφή. Κατάλαβα ότι είναι δαίμονας. “Σε επιτιμώ”, του λέω, “ενώπιον του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού!”. Έκανε πίσω, αγρίεψε και χάθηκε.
     »Να προσέχουμε να μη μας νικήσει ο πονηρός. Μια φορά τον είδα ως όφη. Τον ξορκίζω με τον Σταυρό και έφυγε. Άλλη φορά τον είδα σαν αράπη. Μ’ έπιασε να με πνίξει. Τον ξορκίζω με τον Σταυρό, άφαντος έγινε. Ο πονηρός παρουσιάζεται με πολλές μορφές.
     »Μια μέρα έκανα κάτι κουτσοδουλειές εδώ πέρα, έπεσα και χτύπησα στο πόδι. Μέρα ήταν και, μόλις σηκώθηκα, βλέπω κάποιον να με χαμογελάει. “Τι θέλεις εδώ;”, του λέω και δεν μιλάει. “Ποιος είσαι;”, τον ξαναρωτώ· και, μόλις πήγα να σηκώσω το χέρι να τον σταυρώσω, έγινε άφαντος. “Κοπρόσκυλο!”, λέω στον διάβολο, “εσύ ήσουν που μ’ έριξες κάτω;”.
     »Το εχθρό τον είδα άλλοτε σαν θηρίο, άλλοτε σαν αράχνη, με τα μάτια μου, όχι όνειρα, και παρακάλεσα τον Θεό να με στερεώσει στην πίστη. Έχω δει πολλά δαιμόνια, αγίους, αγγέλους, για να στερεωθώ στην πίστη.
     »Έρχονται πολλές φορές τα δαιμόνια εδώ που κάθομαι και πλέκω κομποσχοίνι, να με πειράξουν. Αλλά δεν πάνε μακριά. Τα βλέπω που κάθονται και περιμένουν ποτέ θα αμαρτήσω με τον λογισμό για να ξανάρθουν. Θέλει πολλή προσευχή για να φύγουν μακριά τα δαιμόνια. Θέλει ταπείνωση. Αν ταπεινωθείς, γίνεσαι αμέσως σοφός.
     »Παρακάλεσα τον Θεό να διακρίνω και να κατανοήσω τι είναι αυτά που βλέπω ξύπνιος, γιατί στα όνειρα εγώ δεν βασίζομαι.
     »Τους αγγέλους και τους δαίμονες τούς σηκώνει ο αέρας. Δεν βουλιάζουν να πέσουν, είναι πνεύματα. Οι άγγελοι είναι πολύ όμορφοι. Το πρόσωπό τους έχει χρώμα σαν το κεχριμπάρι.


     «Μια φορά στο Βατοπέδι πήγα να βγω έξω, αλλά θα χτυπούσα, γιατί ήταν βράδυ και δεν έβλεπα. Οπότε ξαφνικά φάνηκε μπροστά μου ένας νέος που άστραφτε. Το φως του μ’ έκανε να δω ότι μπροστά μου ήταν κενό και θα έπεφτα. Αυτός ήταν ο άγιος Ευδόκιμος, όπως μου είπαν, μετά εξαφανίστηκε.
     »Είδα κάποτε στην αγρυπνία στο Κουτλουμούσι τον άγιο της ημέρας ντυμένο με διακονικά άμφια· τρεις φορές βγήκε από το ιερό και χάθηκε. Αφού κοινώνησα, περίμενα να δω τον διάκο να κάνει κατάλυση και δεν είδα. Ρώτησα και μου είπαν ότι “δεν υπάρχει διάκος…”».

     Έλεγε μια φορά για τη θεία ταπείνωση: «Θέλει ταπείνωση ο Θεός. Όσες αρετές κι αν κάνουμε και μας ρωτήσουν “πώς πάει η πνευματική ζωή;”, να λέμε ότι είμαστε “αχρείοι δούλοι” (πρβλ. Λουκ. 17, 10). Άμα πεις “καλά είμαι!” στην πνευματική ζωή, τά ’χασες όλα. Είναι υπερηφάνεια. Γι’ αυτό και λέει εκεί στις Ώρες ο Ψαλμός (3ος Ψαλμός της Α΄ Ώρας): “Μέσα στο βασιλικό Μου σπίτι δεν έχει θέση άνθρωπος υπερήφανος” (Ψαλμ. 100, 7). Ο Θεός λέει (Ψαλμ. 100, 8): “Θα εξολοθρεύσω όλους όσους κάνουν παράνομα έργα στη ζωή τους”. Αλλά πέφτουν (γονατίζουν) οι άγιοι και λένε: “Κι εμείς αμαρτωλοί είμαστε! Συγχώρεσέ μας, Κύριέ μας!”· και σταματάει την οργή Του ο Θεός».

     Μια άλλη φορά έλεγε για το θέμα της σωτηρίας: «Για την σωτηρία της ψυχής μας πρέπει να κάνουμε τον νόμο του Θεού, να πάμε στην Εκκλησία, να συγχωρούμε τον πλησίον σε ό,τι μας έφταιξε. Επομένως, το παν είναι τα καλά έργα και η πίστη (πρβλ. Ιακ. 2, 14–26). Μην απελπιζόμαστε. Η απελπισία είναι διάβολος».

     Για τις ανευλόγητες αδιακρισίες και τις λεγόμενες «υπερευλάβειες» στον πνευματικό μας αγώνα έλεγε τα ακόλουθα: «Να μην τρέχουμε και πολύ, γιατί άμα τρέχει ο αθλητής πολύ, λαχανιάζει και σταματά μετά. Δηλαδή, να μην κάνουμε μεγάλες ευλάβειες. Θέλει με σκέψη, ταπείνωση, για να βοηθήσει ο Θεός, και προσευχή στον Θεό. Δεν σε φθάνει να πάμε στον Παράδεισο και θες να πας σε μεγαλύτερα μέτρα; Αν μας ελεήσει ο Θεός, θα πάμε στον Παράδεισο».


     Για το θέμα της μετανοίας και εξομολογήσεως, έλεγε: «Άμα εξομολογηθείς τις αμαρτίες σου, τα χάνει ο δαίμονας τα αμαρτήματα· και να θέλει, δεν μπορεί να πει τίποτε. Διαλύονται οι αμαρτίες, δηλαδή τις συγχωρεί ο Θεός. Αλλά να εξομολογηθείς με αγνότητα, όχι να εξομολογηθείς και να μη βγαίνεις από το δικό σου! Αυτοί οι άνθρωποι λέγονται “πονηρευόμενοι”· και οι “πονηρευόμενοι”, “θα εξολοθρευθούν”, λέει. Με ειλικρίνεια να εξομολογείστε. Σκέψου ότι τα λες στον Χριστό».

     Ένας μοναχός που τον γνώρισε από κοντά, αναφέρει περί αυτού: «Ήταν κάπως αγροίκος, ατημέλητος, ολιγόλογος και απόμακρος. Συχνά τον συναντούσε κανείς ημιξαπλωμένο στη γη πλέκοντας κομποσχοίνι. Όταν του μιλούσες, απαντούσε κοφτά· και μετά, με τη μακρόσυρτη βαριά φωνή του, έλεγε το “Κύριε Ιησού Χριστέ”, μην παύοντας ποτέ να πλέκει κομποσχοίνι και να βλέπει κάτω. Τα χέρια του ήταν δουλεμένα, όλο ρόζους, τα υποδήματά του ήταν με σόλες από λάστιχο αυτοκινήτων σαν βάρκες. Τα πόδια του κατάξηρα, σκασμένα, σαν το καβούκι της χελώνας. Όταν συνειδητοποίησε ότι το κουβάρι του έχει πλέον μαζέψει, ζήτησε την προστασία στη Μονή Σταυρονικήτα. Το 1995 πήγε στη Μονή με όλη την πραμάτειά του, που την αποτελούσαν τρεις πλάκες καθαρό κερί κι ένα τσουβάλι νήμα για κομποσχοίνια. Όλο το διάστημα που έμεινε στη Μονή ήταν σχεδόν κλινήρης. Οι πατέρες που τον διακονούσαν είχαν ν’ ακούσουν μόνο καλογερικό λόγο από το στόμα του. Με τη βαριά και συρτή φωνή του έλεγε συνεχώς την Ευχή του Ιησού. Διηγείτο χαριτωμένα όνειρα, οράματα και οπτασίες δαιμόνων και αγγέλων. Δεν ήταν καθόλου απαιτητικός. Έραινε τους διακονητές του με θερμές ευχαριστίες για την τόση φροντίδα τους προς αυτόν. Σήκωνε ένα μεγάλο σταυρό από χρόνια. Του είχε δοθεί ένα «αγκάθι στο σώμα» του, κατά τον θείο Παύλο, «για να μην υπερηφανεύεται» (πρβλ. Β΄ Κορ. 12, 7). Υπέφερε πολύ από μια μεγάλη κήλη και γι’ αυτό ήταν κλινήρης. Όταν έβγαινε, με δυσκολία επανερχόταν στη θέση της. Γι’ αυτό και όταν τον συναντούσε κανείς, ήταν ημιξαπλωμένος στη γη. Ήλθε ο καιρός που σταμάτησε πλέον να πλέκει κομποσχοίνια, να μιλάει και να εξιστορεί παλαιά γεγονότα. Διατηρώντας πλήρη διαύγεια πνεύματος επανελάμβανε μόνον την Ευχή».


     Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 18.2.1998, ημέρα Καθαρά Τρίτη. Εκοιμήθη τον μακάριο ύπνο των δικαίων, αφήνοντας παράδειγμα απλότητας και καρτερίας. Ετάφη στο κοιμητήρι της μονής Σταυρονικήτα.


※
[(1) Μοναχού
Μωυσέως Αγιορείτου
(1952–2014):
«Μέγα Γεροντικό
εναρέτων αγιορειτών
του 20ου αιώνος»,
Τόμ. Γ΄, Βίος 83ος,
σελ. 1461–1467,
Εκδόσεις «Μυγδονία»,
Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 20111.
(2) Ανωνύμου συγγραφέως:
«Από την ασκητική και ησυχαστική
αγιορειτική παράδοση»,
Μέρος 3ο, σελ. 662–671,
Άγιον Όρος 20111.
(3) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
προσάρτηση, υπομνηματισμός
και πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2017

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΛΑΣΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΛΑΣΙΟΣ


     Ο άγιος Βλάσιος καταγόταν από την επαρχία της Αρμενίας και ήταν ιατρός, ο οποίος έμοιαζε πολύ στην πολιτεία του με τον Δίκαιο Ιώβ· ήταν λοιπόν κι αυτός «άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, που απείχε από κάθε πονηρό πράγμα» (Ιώβ 1, 1). Έχοντας κερδίσει με τις αρετές αυτές την αγάπη των συμπολιτών του, εξελέγη επίσκοπος Σεβαστείας. Κατά τον Μεγάλο Διωγμό, ομολόγησε με σθένος την Πίστη του Χριστού και ενεθάρρυνε τους αγίους Μάρτυρες να φέρουν εις πέρας τον «αγώνα τον καλό» (πρβλ. Β΄ Τιμ. 4, 7). Επισκέφθηκε τον άγιο Ευστράτιο [13 Δεκ.] στη φυλακή του, λίγο πριν το ένδοξο μαρτύριό του, και εκεί στον τόπο του εγκλεισμού του, τέλεσε ειδικά γι’ αυτόν τη θεία Λειτουργία, αργότερα δε, ανέλαβε να περισυλλέξει τα τίμια λείψανα των αγίων Πέντε Μαρτύρων [οι άγιοι: Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης· 13 Δεκ.] και να τα παραδώσει στον λαό για τιμητική προσκύνηση. Λίγο αργότερα, αποσύρθηκε στο όρος Αργαίος και κλείσθηκε σε σπήλαιο, για να αναπέμπει στον Θεό προσευχές καθαρές, χωρίς κανέναν περισπασμό. Η ευωδία των αρετών του, προσείλκυσε κοντά του, σαν ένας άλλος νέος Αδάμ της Χάριτος, τα άγρια θηρία τα οποία έρχονταν στην είσοδο του σπηλαίου και περίμεναν ειρηνικά να ολοκληρώσει την προσευχή του για να λάβουν κατόπιν την ευλογία του αλλά και τη θεραπεία των παθημάτων τους.


     Επί βασιλείας του αυτοκράτορα Λικινίου (περί το 316), ο Αγρικόλαος, διοικητής της Καππαδοκίας, έφθασε στη Σεβάστεια με σκοπό να συλλάβει τους χριστιανούς. Σχεδιάζοντας να τους αναγκάσει να θηριομαχήσουν στο αμφιθέατρο, έστειλε ανθρώπους του στο βουνό να βρουν και να φέρουν άγρια θηρία. Φθάνοντας κοντά στο σπήλαιο του αγίου, οι στρατιώτες έμειναν έκπληκτοι βρίσκοντας εκεί πλήθος λέοντες, τίγρεις, αρκούδες, λύκους και άλλα αγρίμια να κρατούν γαλήνια συντροφιά στον Βλάσιο. Αμέσως πληροφόρησαν γι’ αυτό τον διοικητή ο οποίος τους διέταξε να τον συλλάβουν. Ο άγιος τούς υποδέχθηκε με προσήνεια, αναγγέλλοντάς τους ότι είχε ειδοποιηθεί για τον ερχομό τους από ένα όραμα και τους ακολούθησε δίχως να προβάλει την παραμικρή αντίσταση.


     Στον δρόμο, πολλοί ειδωλολάτρες μεταστράφηκαν στον Χριστό βλέποντας τη γαλήνη και την άφατη γλυκύτητα που διαχέονταν από τον άγιο και, στο πέρασμά του, ασθενείς άνθρωποι και άρρωστα ζώα βρήκαν την υγεία τους. Μάλιστα, μία γυναίκα με δάκρυα στα μάτια τού παρουσίασε το παιδί της που είχε πεθάνει από ασφυξία όταν κατάπιε ένα ψαροκόκαλο. Ο άγιος βύθισε το χέρι του στον λαιμό του και παρακάλεσε τον Θεό να λυτρώσει το παιδί και όσους στο μέλλον πάσχοντας από το ίδιο κακό θα επικαλούνται τη μεσιτεία του και, αμέσως, παρέδωσε το παιδί σώο και αβλαβές στη μητέρα του.


     Φθάνοντας στη Σεβάστεια, οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Βλάσιος απάντησε με σθένος στις ερωτήσεις του Αγρικόλαου, καταδικάζοντας τη ματαιότητα της λατρείας των άψυχων ειδώλων. Υπέστη με χαρά τους ραβδισμούς και φυλακίσθηκε. Μετά από καινούργια βασανιστήρια δήλωσε στον διοικητή: «Δεν φοβάμαι τους πόνους γιατί αποβλέπω στα μελλοντικά αγαθά», και τον έριξαν ξανά αιμόφυρτο στη φυλακή του.


     Επτά γυναίκες τον ακολουθούσαν μαζεύοντας σταγόνες από το αίμα του που χύθηκε στο χώμα, σαν να επρόκειτο για το πολυτιμότερο των αρωμάτων. Συνελήφθηκαν αμέσως και οδηγήθηκαν στον διοικητή που τις απείλησε με τρομερά βασανιστήρια αν αρνιούνταν να θυσιάσουν στα είδωλα. Υποκρινόμενες ότι δέχονταν την πρόταση, ζήτησαν να τους φέρουν αγάλματα στην όχθη της λίμνης –της ίδιας αυτής λίμνης που λίγο αργότερα κατέστη θέατρο του ένδοξου αγώνα των αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων [9 Μαρτ.]– για να μπορέσουν να τα πλύνουν πριν τους προσφέρουν επάξια θυσία. Μόλις τους έφεραν τα αγάλματα, τα πέταξαν στα βάθη της λίμνης. Μαθαίνοντας το νέο ο Αγρικόλαος, έξαλλος διέταξε να ετοιμάσουν μεγάλη φωτιά, χυτό μολύβι και σιδερένια χτένια, και ζήτησε από τις γυναίκες να διαλέξουν μεταξύ των βασανιστηρίων και των πλουσίων φορεμάτων και κοσμημάτων που διέταξε να τοποθετηθούν εκεί κοντά. Μία από τις γυναίκες, μητέρα δύο παιδιών, έτρεξε και πέταξε το λαμπρό φόρεμα στην φωτιά, ενθαρρυμένη από τα παιδιά της που φώναζαν: «Μη μας εγκαταλείπεις! Όπως μας έθρεψες με το μητρικό σου γάλα, άσε μας να σε ακολουθήσουμε για να κληρονομήσουμε τη Βασιλεία των Ουρανών!». Ο τύραννος είπε τότε να δέσουν τις άγιες γυναίκες σε έναν πάσσαλο και διέταξε να τους ξεσκίσουν το σώμα με τα σιδερένια χτένια. Αυτές όμως έμεναν θαυματουργικά άθικτες, ακόμη κι όταν τις έριξαν στις φλόγες. Τέλος τις αποκεφάλισαν, ενώ εκείνες ανέπεμπαν θερμές ευχαριστίες στον Θεό και στον δούλο Του Βλάσιο.


     Οι προσπάθειες του Αργικόλαου να κάμψει την αποφασιστικότητα του αγίου Βλασίου έμειναν μάταιες· τέλος, τον καταδίκασε σε θάνατο διά πνιγμού στη λίμνη. Όταν ο δήμιος τον οδήγησε στην όχθη, ο άγιος έκανε το σημείο του Σταυρού και άρχισε να βαδίζει πάνω στα νερά, μιμούμενος τον Κύριό του (βλ. Ματθ. 14, 22–34). Φθάνοντας στη μέση της λίμνης, κάλεσε τους ειδωλολάτρες να έλθουν να τον συναντήσουν, αν και εφόσον πίστευαν ότι μπορούσαν να εμπιστευθούν τους εαυτούς τους στους θεούς τους. Εξήντα οκτώ από αυτούς προχώρησαν και αμέσως πνίγηκαν, ενώ ένας λαμπρός Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε καλώντας τον άγιο Βλάσιο να έλθει προς την όχθη για να λάβει τον καλλίνικο στέφανο του μαρτυρίου.


     Καταδικάσθηκε σε αποκεφαλισμό, μαζί με τα δύο τολμηρά παιδιά και, ακτινοβολώντας θείο φως, ο άγιος Βλάσιος ανέπεμψε προσευχή υπέρ όλων αυτών που θα επικαλούνταν τη βοήθειά του στις αρρώστιες και τις δοκιμασίες. Τότε του φανερώθηκε ο Κύριος μέσα σε πλήρη δόξα, λέγοντάς του: «Άκουσα την προσευχή σου και ό,τι Μου ζήτησες εκπληρώθηκε!».


     Τα σώματα των αγίων μαρτύρων τα ενταφίασαν ευλαβικά και έγιναν αργότερα πηγή ευλογίας για όλους όσοι συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο στους τόπους αυτούς για να εορτάσουν τη μνήμη τους. Ο άγιος Βλάσιος είναι ένας από τους πλέον τιμώμενους ιαματικούς αγίους, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Η τίμια κάρα του διατηρείται στη Μονή Κωνσταμονίτου στο Άγιον Όρος.


※
[ (1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος, Φεβρουάριος,
σελ. 118–120.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος».
Αθήναι Ιούνιος 20142.
(2) Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών του ενιαυτού»,
Τόμ. Β΄, σελ. 223–224.
Εκδόσεις «Δόμος»,
Αθήνα 20052.
(3) Ματθαίου Λαγγή:
«Μέγας Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. Β΄, σελ. 281–288,
Αθήναι 19985.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ


     Ο άγιος και ένδοξος μάρτυς Χαράλαμπος ζούσε κατά τους χρόνους της βασιλείας του αυτοκράτορα Σεπτίμου Σεβήρου (194-211) στην Μαγνησία επί του ποταμού Μεάνδρου, κοντά στην Έφεσο, όταν διοικητής της πόλεως ήταν ο Λουκιανός. Ήταν ηλικίας εκατόν επτά ετών και ασκούσε από πολύ καιρό το ιερατικό λειτούργημα για τους χριστιανούς της πόλεως, διδάσκοντάς τους με ζήλο πώς να ακολουθούν την οδό της αληθείας και κηρύττοντας σε όλους την πίστη του Χριστού, δίχως να φοβάται τις απειλές των ειδωλολατρών.

     Καταγγέλθηκε ως επικίνδυνος ταραχοποιός και οδηγήθηκε στο δικαστήριο του Λουκιανού, όπου στις απειλές του διοικητή απάντησε με τα λόγια: «Δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι επωφελές και σωτήριο για μένα. Τίποτε δεν μου είναι πιο ευχάριστο από τα βασανιστήρια για τον Χριστό. Εμπρός! Βασάνισε το γρηγορότερο το γηραλέο μου σώμα με ό,τι πιο ανυπόφορο κρίνεις εσύ μέσο, για να μάθεις ποια είναι η απροσμάχητη δύναμη του Χριστού μου!». Οι δήμιοι τότε του έβγαλαν την ιερατική στολή και με σιδερένια νύχια τού ξέσχισαν τις σάρκες, δίχως να μπορέσουν να του αποσπάσουν την παραμικρή κραυγή πόνου. Αντίθετα, τους έλεγε: «Σας ευχαριστώ, αδελφοί μου, γιατί γδέρνοντας το γερασμένο τούτο σώμα, ανανεώνετε την ψυχή μου και την προετοιμάζετε για την αιώνια μακαριότητα!».

     Βλέποντας με πόση γενναιότητα ο γέροντας αυτός υπέμενε το μαρτύριο, ο διοικητής Λουκιανός, αντί να μετανοήσει και να δοξάσει τον Θεό, κυριεύθηκε από άγρια μανία· όρμησε πάνω στον άγιο και βάλθηκε να του αποσπάσει το δέρμα με τα ίδια του τα χέρια. Αίφνης, όμως, με θεϊκή παρέμβαση, τα χέρια του αποκόπηκαν και έμειναν γαντζωμένα, ακίνητα, πάνω στο σώμα του μάρτυρος. Ακούγοντας τις κραυγές και τις ικεσίες του τυράννου, ο άγιος Χαράλαμπος τον σπλαχνίσθηκε και με την προσευχή του τον θεράπευσε. Μπροστά σε τέτοιο θαύμα και στην ζωντανή αυτή απόδειξη της αγάπης των χριστιανών για τους εχθρούς, οι δήμιοι Πορφύριος και Βάπτος αρνήθηκαν την λατρεία των ειδώλων και πίστεψαν στον Χριστό. Τρεις γυναίκες που παρευρίσκονταν εκεί έσπευσαν επίσης να διακηρύξουν άφοβα την πίστη τους.


     Μόλις θεραπεύτηκε, ο ευγνώμων διοικητής βαπτίσθηκε από τον άγιο και μεγάλος αριθμός κατοίκων της επαρχίας της Ασίας προσχώρησαν στον Χριστό. Όταν ο αυτοκράτορας Σεβήρος έμαθε ότι οι κάτοικοι της Μαγνησίας και της περιοχής εγκατέλειπαν τα είδωλα και ελάμβαναν το άγιο Βάπτισμα του γέροντα αυτού ιερέα, τον οποίο ο ίδιος είχε καταδικάσει σε θάνατο και ότι με την προσευχή του οι τυφλοί ανέβλεπαν και οι ανάπηροι περπατούσαν, ταράχτηκε πολύ και έστειλε αμέσως τριακόσιους στρατιώτες με εντολή να τρυπήσουν το σώμα του αγίου με καρφιά και να τον οδηγήσουν αλυσοδεμένο από την Μαγνησία στην Αντιόχεια της Πισιδίας, όπου διέμενε.

     Στον δρόμο οι στρατιώτες κακομεταχειρίζονταν ανελέητα τον άγιο. Τότε το άλογο πάνω στο οποίο τον είχαν βάλει, πήρε ξαφνικά ανθρώπινη φωνή και καταδίκασε τον αυτοκράτορα ως εχθρό του Θεού, τους δε στρατιώτες του ως δούλους του διαβόλου. Τρομοκρατημένοι οι ένοπλοι άνδρες συνέχισαν τον δρόμο τους δίχως να κάνουν το παραμικρό στον άγιο.

     Μόλις του παρουσίασαν τον σεβάσμιο γέροντα, ο αυτοκράτορας διέταξε να του τρυπήσουν το στήθος με μακριά σούβλα και να τον ρίξουν πάνω στην κάμινο που είχε ετοιμαστεί για τον σκοπό αυτό. Αλλά ο Χαράλαμπος έμεινε απαθής στον πόνο και η φωτιά έσβησε μόλις την άγγιξε. Έκπληκτος ο ηγεμόνας, τον ρώτησε τι ήταν αυτό που τον έκανε άτρωτο. Εκείνος απάντησε: «Η δύναμη του Χριστού!». Ο Σεβήρος θέλησε τότε να τον δοκιμάσει και του έφερε έναν άνθρωπο δαιμονιζόμενο επί τριάντα πέντε χρόνια. Με ένα του λόγο ο άγιος εξέβαλε το ακάθαρτο πνεύμα. Εν συνεχεία, του παρουσίασε έναν νεκρό νέο που ετοιμάζονταν να τον θάψουν. Αφού ανέπεμψε θερμή προσευχή στον Θεό, ο άγιος Χαράλαμπος τον ανασήκωσε από το φέρετρο τείνοντάς του το χέρι, σαν να επρόκειτο για κάποιον που κοιμόταν, προς μεγάλο θαυμασμό του αυτοκράτορα.

     Ο έπαρχος Κρίσπος φώναξε τότε: «Βασιλιά, θανάτωσε χωρίς άλλη χρονοτριβή τούτο τον άνθρωπο, γιατί με την μαγεία κατορθώνει αυτά τα θαύματα». Οργίλη μανία κυρίευσε ξανά τον αυτοκράτορα και κάλεσε τον άγιο να θυσιάσει στα είδωλα. Και όταν εκείνος αρνήθηκε, διέταξε να του συντρίψουν τις σιαγόνες με πέτρες και να του κάψουν τα γένια. Με μια νέα θεία επέμβαση, όμως, η φλόγα των δαυλών στράφηκε αίφνης προς τους δημίους και ο τόπος συγκλονίστηκε από σεισμό.

     Ο αυτοκράτορας αρπάχτηκε από τον θρόνο του, έμεινε αιωρούμενος στον αέρα, και επί πολλή ώρα μαστιγωνόταν από αόρατους αγγέλους. Όταν η θυγατέρα του Σεβήρου, ονόματι Γαλήνη, έμαθε τι συνέβη, ήλθε και θερμοπαρακάλεσε τον άγιο μάρτυρα με δάκρυα στα μάτια, να ελευθερώσει τον πατέρα της, ομολογώντας ταυτόχρονα τον Παντοδύναμο Χριστό. Ελευθερωμένος από την βάσανο, ο αυτοκράτορας θαύμασε για λίγο την δύναμη του Θεού, αλλά αμέσως μετά υπέκυψε και πάλι στην τρέλα της ειδωλολατρίας και υπέβαλε σε σκληρά βασανιστήρια τον άγιο, τον οποίο είχε κρατήσει φυλακισμένο παρά τις επιτιμήσεις της θυγατέρας του, η οποία ματαίως του υπενθύμιζε τις ευεργεσίες που είχε λάβει από τον Θεό. Η οργή του τυράννου στράφηκε τότε κατά της ιδίας του της κόρης και την απείλησε με θάνατο αν δεν θυσίαζε στα είδωλα. Η Γαλήνη, κάνοντας πως υποκύπτει, μπήκε στον ναό, όπου κατακρήμνισε και συνέτριψε τα είδωλα.


     Ο Σεβήρος προσπάθησε τότε για μια τελευταία φορά να υποβάλει σε βασανιστήρια τον υπαίτιο της τόσο εντυπωσιακής αυτής μεταστροφής, τον Χαράλαμπο. Όμως ο άγιος, ακλόνητος σαν βράχος, αντιστάθηκε σε όλα τα εγχειρήματα των δημίων και έλαμψε στα μάτια όλων με το απαστράπτον φως της θείας Χάριτος. Δέχθηκε με χαρά την ποινή του θανάτου και φθάνοντας στον τόπο της θανάτωσης, ύψωσε τους οφθαλμούς και τις χείρες στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό που τον έφερε στο τέρμα του αγώνος του και Του ζήτησε για όσους Τον παρακαλέσουν στο όνομά του, για όσους εορτάσουν την μνήμη του ή τιμήσουν τα λείψανά του, την σωτηρία της ψυχής, την υγεία του σώματος και την αφθονία των αγαθών στην ζωή αυτή και την άλλη. Ακούστηκε τότε φωνή εξ ουρανού: «Έλα, Χαράλαμπε, γενναίε αθλητή, να λάβεις μέρος στην χαρά και την δόξα των μαρτύρων και των αγίων πατέρων!». Η κεφαλή του αποκόπηκε από το φονικό ξίφος στις 10 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ψυχή του υψώθηκε στον ουρανό στα κάλεσμα του Θεού πριν τον αποκεφαλισμό. Η δε μακαρία Γαλήνη ενταφίασε το τίμιο σκήνωμα του αγίου.

     Η κάρα του αγίου Χαραλάμπους διατηρείται στην Μονή του Αγίου Στεφάνου των Μετεώρων. Τμήματα των αγίων λειψάνων του, διασκορπισμένα σε πολλά μέρη ανά την Ελλάδα και αλλού, επιτελούν καθημερινά πλήθος θαυμάτων και έχουν καταστήσει τον άγιο Χαράλαμπο, τον γηραιότερο των αγίων, ιδιαιτέρως αγαπητό στον ελληνικό λαό.


※
[(1) Ιερομονάχου Μακαρίου
Σιμωνοπετρίτου:
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 6ος, Φεβρουάριος,
σελ. 106–109.
Διασκευή από τα Γαλλικά:
Σωτήρης Γουνελάς.
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,
Αθήναι Ιούνιος 20142.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.