Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

ΑΓΑΠΗ, Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ

ΑΓΑΠΗ, Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΘΛΙΨΕΙΣ


     Από το Συναξάρι της 18ης Αυγούστου, του οσίου Αρσενίου του εν Πάρω (1800–1877), επιλέγουμε ένα μικρό πλην όμως άκρως ωφέλιμο απόσπασμα:
     «… Εκτός από τις εθελούσιες κακοπάθειες της ασκήσεως, ο όσιος Αρσένιος χρειάστηκε να δοκιμάσει και θλίψεις προερχόμενες από τους προκρίτους του νησιού, ακόμα και από τον μητροπολίτη, ο οποίος τον έπαυσε προσωρινά από τα ιερατικά καθήκοντά του.
     Ωστόσο χαιρόταν για τις θλίψεις αυτές, όπως ο άγιος Παύλος (βλ. Β΄ Κορ. 7, 4) και προσευχόταν για τους εχθρούς του. Υπέφερε επίσης για τις ταραχές και διχοστασίες ανάμεσα στις μοναχές της Μονής Μεταμορφώσεως, σε σημείο που αφού οι επιπλήξεις του παρέμεναν άκαρπες, αποφάσισε να τις εγκαταλείψει στην κακή τους θέληση. Στον δρόμο όμως συνάντησε τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, ο οποίος τον παρότρυνε να υπομένει τις αμαρτίες και τα πάθη των πνευματικών του τέκνων, όπως ο Χριστός υπομένει τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, και έτσι ο Αρσένιος αποφάσισε να επιστρέψει στην μονή…».

     Δοκιμάζουμε ουκ ολίγες θλίψεις από τους «προκρίτους», τους «προϊσταμένους» και τους «διοικητές» της μικρής και μεγάλης, της προσωπικής, διαπροσωπικής και αχανούς κοινωνίας, από τις μωρές, απάνθρωπες και απρόσωπες εξουσίες της, από κάθε έναν που επιβουλεύεται δολερά, σκληρά και άσοφα την ελευθερία και την ειρήνη μας και, για πολλούς και περιπεπλεγμένους λόγους, γίνεται εύκολα και αιφνίδια, ένας αδυσώπητος «μάστορας» και «αφέντης» στη ζωή και πορεία μας.
     Αντί να απολαύσουμε την ποθητή ενότητα, τη γαλήνη και την ξεκούραση, λαμβάνουμε πικρότατη πείρα των «ταραχών» και των «διχοστασιών» που επικρατούν σήμερα σε κάθε σχέση με τα όποια πρόσωπα. Και τα πρόσωπα ως συνήθως έχουν αμετάβλητους λογισμούς και ανυποχώρητες διαθέσεις. Άσπρο εμείς–μαύρο οι άλλοι. Η ενότητα, η συμψυχία και η ανιδιοτέλεια ως επί το πλείστον ανύπαρκτες. Μια βάρβαρη αρένα έχουν καταντήσει σχεδόν όλα τα συναπαντήματά μας, γιατί διαπιστώνουμε έντρομοι ότι αυτό που επικρατεί παντού είναι ένας πόλεμος «κακών θελημάτων». Κάθε άνθρωπος και ένα σκαιό θέλημα, μια πείσμωνα απαίτηση, μια οχληρή ισχυρογνωμοσύνη, μια παράλογη ιδέα, μια ανεδαφική πρόληψη και μια ανομολόγητη πλάνη. Ποιος να εγκαταλείψει τον εαυτό του, τον ταυτισμένο βαθιά υπαρξιακά με τα στρεβλά θελήματα και τις αγιάτρευτες εμμονές του, προκειμένου να ακούσει την καρδιά του άλλου; Κανένας δεν αντέχει κανέναν, κανένας δεν ακούει κανέναν, κανένας δεν αναγνωρίζει κανέναν. Πώς να σταθεί λοιπόν μέσα στη βαβελική και φαύλη κοινωνία μας η αγάπη και η υψηλότερη έκφρασή της που είναι η συγχώρεση; Το θέμα από μόνο του είναι όντως ένα τραγικό αδιέξοδο.
     Αν στραφούμε όμως, ολόψυχα και αδίβουλα, στον καρδιακό χριστιανισμό θα βρούμε συγκλονιστικές απαντήσεις που δεν φανταζόμασταν ότι υπάρχουν για μας. Η ζωή μας αν δεν ιχνηλατεί βαθμιαία τον Χριστό, αν δεν αποτελεί εγκάρδια μίμηση της ζωής Του, αν δεν ακολουθεί έμπρακτα τα βήματά Του, τότε θα είναι μια αβίωτη ζωή που σε πολλά επίπεδα έχει ήδη συνθηκολογήσει με την κόλαση, η οποία πάλι δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απουσία αγάπης και η παρουσία απόγνωσης.
     Η υπομονή στις θλίψεις δεν είναι ένας ψυχολογικός πειθαναγκασμός: είναι μυστήριο που ανάγεται στο ίδιο το πρόσωπο του Χριστού, είναι η ακατάλυτη δύναμη των αγίων Του που έγιναν ένα μ’ Αυτόν. Η συγχώρεση πάλι δεν είναι μια στείρα ηθική εντολή που μας κάνει αυτόματα «καλύτερους» και «ανώτερους» ανθρώπους έναντι των άλλων: είναι η οντολογική μας κατά Χριστόν ανάπτυξη και καταξίωση, γιατί μόνο στη θεϊκή αγάπη εμείς βρίσκουμε την πλήρη αποκατάστασή μας. Το θέλημα στον άνθρωπο συνιστά φιλαυτία και, με δαύτη, κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να ακούσει τη φωνή και το κέλευσμα του διπλανού του, κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τα αιτήματα της καρδιάς του άλλου, κανείς δεν μπορεί να εισέλθει στην ενότητα των προσώπων που είναι το χαρακτηριστικό της εν Χριστώ ζωής, ο τρόπος της παραδείσιας αγάπης.
     Παύουν όλα τα παραπάνω να είναι λόγια και θεωρίες, πότε; Όταν εμείς λάβουμε μέσα μας αισθαντικά τις αιώνιες εμπνεύσεις και ενισχύσεις που αποζητά η καρδιά μας και που δίνονται είτε από τον Ίδιο τον Χριστό είτε από τους αγίους Του. Ο σημερινός άνθρωπος έχει ανάγκη από τούτη την έμπνευση του Πνεύματος, για να αρχίσει επιτέλους να αγαπάει. Αλλά η έμπνευση του Πνεύματος δεν κατέρχεται παρά μόνο όταν δει «κάτι» μέσα μας, μέσα στην κρυμμένη και αφανή μας προαίρεση, «κάτι» που να την ελκύει δυνατά. Ο εμπνευσμένος εσωτερικά άνθρωπος δεν δύναται να έχει αγάπη δίχως υπομονή και συγχώρεση, γιατί δεν υπάρχει ποτέ αγάπη χωρίς αυτά τα δύο. Ο εμπνευσμένος άνθρωπος αγαπά αληθινότερα και καλύτερα, γιατί η υπομονή και η συγχώρεση δεν καλλιεργούν ποτέ μέσα του το θέλημα, τη φαντασία και την αυταπάτη. Και η έμπνευση αυτή είναι περισσότερο μια ακαταμάχητη τρέλα, παρά μια αναγκαία λογική ώθηση. Κι όταν αγαπά κανείς εμπνευστικά, τότε μόνο μπορεί να υπομένει, τότε μόνο επιθυμεί να συγχωρεί την κακότητα· προσπερνά το σάλο, την ταραχή, την ποταπότητα και την ακαταστασία και επιστρέφει δριμύς και χαλκέντερος πίσω στη δική του «μονή», πίσω στο αγαπημένο μετερίζι του αγώνα του, ανανεωμένος και δυνατός. Να μας δίνει η αγάπη του Χριστού κάθε έμπνευση και κραταίωση στην καρδιά, ώστε να συνεχίσουμε με ενότητα, υπομονή, ανδρεία και αγάπη την πορεία μας…

π. Δαμιανός






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

«ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΑΝΑΓΙΑ!... ΠΟΥ ΥΠΑΓΕΙΣ;…»

«ΠΑΝΑΓΙΑ, ΠΑΝΑΓΙΑ!... ΠΟΥ ΥΠΑΓΕΙΣ;…»


     «Η ζωή της Παναγίας καλύπτεται από αγία σιγή», αναφέρει ο Άγιος Σιλουανός στους εξαίσιους λόγους του. Γι’ αυτό και όλες γενικά οι πληροφορίες για τον επίγειο βίο της Θεοτόκου είναι ολιγοστές, σύντομες και περιεκτικές. Μικρές, άμεσες ή έμμεσες αναφορές προέρχονται κυρίως από την Καινή Διαθήκη και σε αφθονία από την ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία διασώθηκε ακέραιη και αλώβητη από τους Αποστολικοὺς ακόμη χρόνους. Η Κυρία Θεοτόκος μέχρι τη σεπτή Κοίμησή της παρέμενε στα Ιεροσόλυμα και ήταν το πρώτιστο, το σεβάσμιο και το πάντιμο μέλος της πρώτης Εκκλησίας· ήταν το εκείνο το παμπολύτιμο πρόσωπο που τροφοδοτούσε με χάρη, έμπνευση, φωτισμό και δύναμη τους Αποστόλους· ο μυστικός θεόσταλτος πυρήνας του αποστολικού έργου τους. Τη φροντίδα της την είχε αναλάβει, ήδη από το Πάθος του Χριστού, ο αγαπημένος και επιστήθιος Μαθητής του Κυρίου, ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος.


     Οι τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της ήταν πραγματικά θαυμαστὲς και συγκινητικές. Κοντά της βρέθηκαν οι άγιοι Απόστολοι, οι οποίοι κατέφθασαν από τα πέρατα της οικουμένης στα Ιεροσόλυμα με τρόπο θαυμαστό· «επί νεφελών». Και τότε ο Ίδιος ο Κύριος, «ο Υιός της Παρθένου», εμφανίστηκε θριαμβευτικά και επινίκια «εν δόξη» με τη συνοδεία πλήθους δορυφορούντων αγγέλων, προκειμένου να υποδεχτεί και να παραλάβει την άχραντη ψυχή της πανυπεραγαπημένης Του Μητέρας. Η Θεοτόκος προσευχήθηκε στον Υιό της, παρηγόρησε τους Αποστόλους και, αφού υποσχέθηκε ότι θα είναι πάντα κοντά στην Εκκλησία για να μεσιτεύει αδιάκοπα για τους πιστούς και για όλο τον κόσμο προς τον Υιό της, παρέδωσε ειρηνικά και πανόσια την πανάμωμη και πανακήρατη ψυχή της στον Υιό της και Κύριο.


     Οι Απόστολοι εναπόθεσαν την αγία Σορό (=το σκήνωμα, το σώμα) της Κυρίας Θεοτόκου σε ένα «καινόν μνημείον» στη Γεθσημανή. Εκεί αργότερα η Αγία Ελένη έκτισε έναν περικαλλή ναό της Κοιμήσεως. Τρεις μέρες μετά την Κοίμηση της Παναγίας κατέβηκε πάλι ο Κύριος με τη συνοδεία των αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, καθώς και με πλήθος στρατιάς αγγέλων. Άγγελοι, με εντολή του Κυρίου, παρέλαβαν την αγία Σορὸ της Θεοτόκου και, όλοι μαζί, ανήλθαν προς τους ουρανούς. Η θαυμαστή Μετάσταση της Θεομήτορος είχε ήδη συντελεστεί. Το πανίερο σώμα της ενώθηκε με την πάναγνη ψυχή της, για να παρίσταται όλη, ακέραιη και άφθαρτη, ως Παντοβασίλισσα και Μητέρα, στα δεξιά της μεγαλωσύνης του Παμβασιλέως Χριστού, κοντά στον Υιό της, αιώνια και ατελεύτητα στην ανέσπερη Βασιλεία Του...



      Ο Απόστολος Θωμάς –σύμφωνα με το λόγο της Παράδοσης– ήταν ο μόνος από τους Αποστόλους ο οποίος δεν ήταν παρών στην εξόδιο της Θεομήτορος, ωστόσο ετεροχρονικά είδε ιδίοις όμμασι και έδωσε την προσωπική του αποστολικὴ μαρτυρία για τη θαυμαστή Μετάστασή της. Κατά θεία οικονομία, άδεται υπερφυής λόγος γι’ αυτόν ότι ήταν μέσα στη μεγάλη ευδοκία και θέληση του Αγίου Θεού να μην παρευρεθεί σωματικά στην κηδεία της, κατακρατούμενος μακρυά στις Ινδίες, όπου αναλισκόταν για τη διάδοση του Ευαγγελίου. Εκεί, τρεις μέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου, «ηρπάγη» αιφνίδια και βρέθηκε στη Γεθσημανή για να είναι ο μόνος που θα επιμαρτυρούσε για όλα όσα εξαίσια θα συνέβαιναν σχετικά με την Αγία Ζώνη. Τότε, λοιπόν, κατά την εναέρια και υπέργεια οδό του, φερόμενος υπό θεόσταλτης νεφέλης, ψηλά επάνω από τον κενό θεομητερικό τάφο, συνάντησε την ίδια την Κυρία των ανθρώπων και των αγγέλων. Βλέποντας αυτός έκθαμβος την ολόσωμη Μετάσταση και την ένδοξη άνοδο της Παναγίας προς τους ουρανούς, φώναξε έκπληκτος, με ιερό άλγος και ακράτητο θεομητερικό πόθο προς Αυτήν: «Παναγία, Παναγία!... Πού υπάγεις;…». Και η Παναγία, καθώς ανέβαινε στους ουρανούς, λίγο πριν χαθεί από τα έκπληκτα μάτια του ενεού Αποστόλου, του είπε: «Δέξου αυτό, αγαπητέ μου!». Και αμέσως απεζώσθηκε τη Ζώνη της και την έδωσε στα χέρια του αργοπορημένου Αποστόλου, για να την έχει σαν μια πανίερη και εξαίσια ευλογία και σαν ένα εσαεὶ πάνσεπτο κτήμα και κειμήλιο η Εκκλησία, γεμάτο απερίγραπτη χάρη, αμείωτη ευωδία και εκπληκτική θεραπευτική δύναμη.


     Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού κάθε θείο γεγονός συνιστά και συγκροτεί εορτή· και κάθε εορτή, σκίρτημα βιώματος· το δε βίωμα, λαμβάνει αυτόχρημα ισχυρό τρόπο έκφρασης· και η έκφραση μεταγίνεται λειτουργικό γεγονός, λατρεία ακόρεστη που αναδύει ακατάπαυστα εμπνευστικές εκφράσεις και πηγαίες καταθέσεις ολόκληρου του θεοδιψαλέου είναι του πιστού ανθρώπου προς το απερινόητο μυστήριο του Αγίου Θεού· το μυστήριο της θείας αγάπης και σωτηρίας. Και τούτη η ενδόμυχη πεποίθηση για όλα τα ιερά γεγονότα και περιστατικά της Πίστεως είναι, πια, κάτι παραπάνω από ακλόνητη, βέβαιη και σωτήρια.


     Ασφαλώς είναι η ίδια εκείνη εμβιωματική πεποίθηση που βγαίνει μέσα από τα παναγιόφιλα στήθη των πιστών για την αγία Κοίμηση και την πανάφθορη Ζώνη της Θεοτόκου:
     «Ἐπὶ τῆς γῆς τὸν Κύριον
     ἱερῶς ἐσωμάτωσας,
     καὶ χερσὶν ἁγίαις
     ἀληθῶς διέζωσας,
     τὸν περιζωννύοντα
     τοὺς εὐσεβοῦντας δύναμιν·
     νῦν δὲ ἀναβᾶσα οὐρανῶν ὑπεράνω,
     κατέλοιπες ἀνθρώποις
     τὴν Τιμίαν σου Ζώνην,
     Παρθένε Θεοτόκε,
     κραταίωμα καὶ σκέπην».

     (Με απλά λόγια:
     «Με ιερό και μυστικό τρόπο,
     Παρθένε Θεοτόκε,
     έδωσες σώμα στον Κύριο,
     όταν Αυτὸς ήρθε
     και ενανθρωπίστηκε στη γη·
     και με τ’ άγια χέρια σου
     Τον τύλιγες στη μητρική αγκαλιά σου,
     Αυτόν που τυλίγει με δύναμη
     τους ευσεβείς χριστιανούς·
     και τώρα που ανέβηκες
     ακόμη και πιο πάνω
     από τους ουρανούς,
     άφησες στους ανθρώπους
     την τίμια Ζώνη σου,
     για να τους δυναμώνει
     και για να τους σκεπάζει»).

     Όπως επίσης ψάλλουμε και στο Απολυτίκιο της εορτής της Καταθέσεως της αγίας Ζώνης:
     «Πρὸς δόξαν ἀκήρατον,
     ἀνερχομένη Ἁγνή·
     χειρί Σου δεδώρησαι
     τῷ ἀποστόλῳ Θωμᾶ,
     τὴν πάνσεπτον ζώνην Σου».

     (Δηλαδή:
     «Όταν ανέβαινες
     προς την άφθορη δόξα
     του Παραδείσου,
     έδωσες με τα χέρια σου
     στον Απόστολο Θωμά
     την πανσεβάσμια Ζώνη σου»).


      Ο Απόστολος Θωμάς στη συνέχεια πήγε και βρήκε τους υπόλοιπους Αποστόλους, πληροφορώντάς τους για το υπερθαύμαστο αυτό γεγονός. Μάλιστα, για αψευδές τεκμήριο όλων των λεγομένων του, τους επέδειξε την αγία Ζώνη της Παναγίας, την οποία αξιώθηκε να παραλάβει από τα ίδια τα θεομητερικά χέρια. Εκείνοι, από την πολλή αγάπη, τον πόθο και την προσήλωση που έτρεφαν προς την Παναγία, ήταν επί τρεις συνεχείς μέρες συναγμένοι γύρω από τον χαριτόβρυτο τάφο της Θεοτόκου, αναπέμποντας επιτάφιες δεήσεις και προσευχές. Μαθαίνοντας γι’ αυτή την παναγιόσδοτη εμπειρία του συναποστόλου τους, δοξολόγησαν τον Θεό και του ζήτησαν να τους ευλογήσει με τη Ζώνη της Παναγίας, καθώς ήταν ο μόνος απ’ αυτούς που αξιώθηκε μιας τέτοιας μεγάλης και εξαίρετης τιμής: να δει και να θεωρήσει την ένδοξη και υπερφυή Μετάσταση της Θεοτόκου και την υπό νεφελών θαυμαστή ανάβασή της προς τους ουρανούς· για την ακρίβεια δέ, απερίγραπτα πολύ πιο πάνω και πέρα από αυτούς τους ουρανούς, αλλά και πάνω και πέρα από κάθε άνθρωπο: «εκεί» όπου βρίσκεται υπεραιώνια ο αγαπημένος της Υιός και Κύριος.


     Οι ιεροί Ευαγγελιστές υπογραμμίζουν ότι η Κυρία Θεοτόκος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της άκουγε με μεγάλη προσοχή όσα ο Θεός αρχικά διά των αγίων αγγέλων απεκάλυπτε σ’ αυτή περί του Ιησού Χριστού και όσα κατόπιν ο Ίδιος ο Κύριος και Υιός της τής έλεγε. Και, όχι μόνο απλά άκουγε, αλλά κατεμβίωνε τους λόγους και τις εντολές του Κυρίου και με ιερό πόθο και ζήλο φύλαγε τους λόγους αυτούς μέσα στην παρθενική καρδιά της: «Η Μητέρα του Κυρίου διατηρούσε και φύλαγε όλα τα ρήματα του Υιού της μέσα στην καρδιά της», γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς (βλ. Λουκ. 2, 51). Η ζωή της Παναγίας ήταν μια διαρκής έμπρακτη εργασία και βαθιά εμβίωση των θείων εντολών. Και αυτό ακριβώς μας βεβαίωσε και ο Ίδιος ο Χριστός όταν, σε μια περίπτωση, μιλώντας στο πλήθος που Τον ακολουθούσε, είπε με έμφαση: «Μητέρα Μου και αδελφοί Μου είναι εκείνοι, οι οποίοι ακούνε τον λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν πιστά στη ζωή τους» (βλ. Λουκ. 8, 21). Ο λόγος αυτός του Κυρίου είναι απόδειξη ότι η Κυρία Θεοτόκος είχε ξεπεράσει κάθε κορυφή αγιότητας. Και μας αποκαλύπτει ταυτόχρονα ότι κάθε πιστός μπορεί να γίνει –κατά Χάρη– και «μητέρα» και «αδελφός» και «συγγενής» πραγματικά του Σωτήρος Χριστού, εάν και εφόσον, βέβαια, μέσα στη δική του ζωή αγαπά με την καρδιά του να ποθεί, να ακούει, να πράττει, να εφαρμόζει και να βιώνει τον ψυχότροφο και σωτήριο λόγο του Θεού.



(1) «Συναξαριστής» Αγίου Νικοδήμου,
Τόμ. γ΄, εκδόσεις «Δόμος», σελ. 472.
(2) Θ.Η.Ε., Τόμος 7ος
(«Η Κοίμησις της Θεοτόκου»),
σελ. 706–714.
(3) Ιερομονάχου Γρηγορίου:
«Η Υπεραγία Θεοτόκος», 
σελ. 40–41·
Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον
«Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος»·
Άγιον Όρος, 19941.
(4) «Μέγας Συναξαριστής»
Ματθαίου Λαγγή:
«Μην» Αύγουστος,
σελ. 242·
Αθήναι, 19995.
(5) «Θησαυρός Δαμασκηνού»
(«του Υποδιακόνου και Στουδίτου,
του και Θεσσαλονικέως»):
Λόγος ΙΒ΄
(«Εις την Κοίμησιν της Θεοτόκου»),
σελ. 193·
Εκδόσεις «Βασ.Ρηγοπούλου»·
Θεσ/νίκη, 1997.
(6) Μηναίον Αυγούστου:
Όρθρος τη ΛΑ΄ του αυτού μηνός (31ης),
Β΄ Κανών τῆς Η΄ Ωδής, Β΄ Τροπάριο, 
σελ. 306·
Εκδόσεις «Φως»·
Αθήνα, Αύγουστος 1970.
(7) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»,
Μέρος Β΄, Λόγος ΙΑ΄
(«Για την Θεομήτορα»),
σελ. 472·
Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας, 200310.
(8) Αγίου Μαξίμου Ομολογητού:
«Ο Βίος της Υπερευλογημένης
Δεσποίνης ημών Θεοτόκου
και Αειπαρθένου Μαρίας»
(από γεωργιανό κείμενο
του Αγίου Ευθυμίου του Ιβηρίτου)·
κεφ. Η΄ και Θ΄,
σελ. 210–213 και 215–226·
Έκδοση Ιερού Κελλίου
Αγίου Νικολάου «Μπουραζέρη»·
Καρυές Αγίου Όρους, 20132.
(9) Ιστότοπος Ναού Αγίας Ζώνης Πατησίων, 
«Ιστορία της Αγίας Ζώνης»
(άρθρο του Σύγγελη Κων/νου).
(10) Α΄ δημοσίευση:
Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013.
(11) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]







Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από τό «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.


«ΒΑΓΓΕΛΙΣΤΡΑ ΜΟΥ!»

«ΒΑΓΓΕΛΙΣΤΡΑ ΜΟΥ!»


Το προσκύνημα του Μακρυγιάννη
στην Παναγία της Τήνου

     Η πάνσεπτη και αγία μορφή της, «ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ περιβεβλημένη, πεποικιλμένη», γίνεται αποδέκτης τιμής κι ευλάβειας χιλιάδων πιστών.
     Πόλος έλξης στις ευσεβείς ψυχές τα προσκυνήματά της. Πρόσκληση και πρόκληση να ταξιδέψεις ως εκεί. Ν’ ασπαστείς ευλαβικά τη θαυματουργική εικόνα της· ν’ ακουμπήσεις στα πόδια της την ευγνωμοσύνη σου· να χύσεις το δάκρυ του σωματικού και ψυχικού σου πόνου· ν’ αποθέσεις εμπιστευτικά ελπίδες και όνειρα.
     Τι κι αν είσαι σίγουρος πως τόπος τιμής κι ευλάβειας είναι προ πάντων η καρδιά σου; Τ’ αποζητάς να φτάσεις στο χώρο εκείνο, τον αγιασμένο από την έντονη παρουσία της και τα θαύματά της.

     Κατάσπαρτη η Ορθόδοξη Πατρίδα μας από ιερά προσκυνήματα της Κυρίας Θεοτόκου. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους το προσκύνημα της Τήνου, που η εύρεση της αγίας εικόνας το 1823 θεωρήθηκε σημαδιακό γεγονός. Στη συνείδησή τους οι αγωνιστές του ’21 το δέχονται σαν μήνυμα πως η Παναγία Μητέρα θα ευλογήσει με επιτυχία τους απελευθερωτικούς αγώνες της Επανάστασης και θα χαρίσει στα παιδιά της την ποθητή λευτεριά.
     Γι’ αυτό και στο ναό της –αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα– που κτίστηκε πολύ γρήγορα πάνω απ’ τα ερείπια Βυζαντινής εκκλησιάς στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά, από τους πρώτους που φθάνουν να προσκυνήσουν την εικόνα της Ευαγγελιστρίας είναι γνωστοί πολέμαρχοι, αλλά και απλοί αγωνιστές: Μιαούλης και Κανάρης, Κολοκοτρώνης, Νικηταράς, Μακρυγιάννης κι άλλοι… κι άλλοι… ξυπόλητοι ανηφορίζουν το στενό καλντερίμι και ξεσκούφωτοι γονατίζουν μπροστά στη χαριτόβρυτη εικόνα της Μεγαλόχαρης. Και την ευχαριστούν. Και λένε τον καημό τους. Και δέονται να γίνει και πάλι η Υπέρμαχος Στρατηγός στο πολύπαθος γένος.


     Ειδικά ο Μακρυγιάννης, μετά την εύρεση της αγίας εικόνας, δεν πέρασε δυσκολία ατομική, οικογενειακή, εθνική, δίχως να επικαλεσθεί τη βοήθειά της. «Βαγγελίστρα μου!» έλεγε και ταύτιζε την προσφώνηση με το θαυματουργικό αποτέλεσμα. Κι από όσα ο ίδιος διηγείται δε φαίνεται ποτέ να του «χαλάει» χατίρι. Αντίθετα. Πικραμένος είναι με τον εαυτό του, που πολλές φορές «μετανογάει» και δεν «τηράει» το λόγο του.
     «Τὰ 1837 μοῦ ἄνοιξαν οἱ πληγὲς τοῦ σώματός μου, ὁποὺ εἶμαι πληγωμένος εἰς τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος καὶ ἔκαμα ἀστενὴς (=ἀσθενὴς) τέσσερους μῆνες· ἔτρεχαν οἱ πληγὲς ἀπὸ τὸ χέρι μου· ἐτρύπησε τὸ σῶμα μου ὅλο ἀπὸ τὴν πολυκαιρία τῆς ἀστένειάς μου. Εἶχα ὀχτὼ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οἱ ἐλπίδες καὶ ἀπὸ μέναν καὶ ἀπ’ οὕλους τοὺς γιατρούς (…). Ἔστειλα, ἦρθε ὁ πνευματικός, μὲ ξομολόγησε, μὲ μετάλαβαν (…). Ἔρχεται καὶ ἡ γυναίκα μου μὲ ὅλα μου τὰ παιδιά, νὰ πάρουν τὸν τελευταῖον ἀσπασμόν. “Βαγγελίστρα!...”, εἶπα, “πρέσβεψε καὶ σῶσε, ὅτι ἡ ὥρα ἦρθε!...”».
     Και «πρέσβεψε» η Μεγαλόχαρη. Και «κλεῖσαν οἱ πληγὲς πίσου καὶ σηκώθηκα σὰν θέλει ὁ Θεὸς καὶ ἡ χάρη της…».

     Όταν αργότερα αρρώστησε πολύ βαριά το παιδί του και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλοι οι γιατροί της Αθήνας, με πόση απλότητα και ειλικρίνεια ομολογεί:
     «Ὅταν ἀστένησα ἐγώ, τάχτηκα νὰ πάγω εἰς τὴν Μεγαλόχαρη, τὴν Βαγγελίστρα (…)· ὅταν γιατρεύτηκα, τ’ ἀστόχησα νὰ πάγω· ἀρρωσταίνοντας καὶ τὸ παιδί, τὸ τάζω καὶ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ πάρω νὰ πάγω, ἀστοχῶ καὶ αὐτὸ ὅταν γέρεψε (=ὅταν γιατρεύτηκε). Ἔρχεται η 3η Σεπτεμβρίου, τὴν νύχτα ὁποὺ μᾶς εἶχαν τρογυρισμένα ὅλα τὰ στρατέματα, καὶ ἐγὼ χωρὶς δύναμιν. (…) Τότε περικαλιῶμαι τὸν Θεὸν καὶ τὴν χάρη της νὰ μᾶς προφτάσουνε, καὶ ὄντως ἔκαμεν νεκρανάστασην σὲ μᾶς καὶ μᾶς ἔσωσε· τάχτηκα καὶ τότε, πάλε τ’ ἀστόχησα!».


     Κι όταν γι’ άλλη μια φορά δίνει άδεια ο Θεός στον πειρασμό να τον πολεμήσει με την «ἕως θανάτου» αρρώστια της γυναίκας του, πάλι θα λάμψει η πίστη του. Ο τελευταίος γιατρός, βλέποντάς την σε απελπιστική κατάσταση και μη μπορώντας να βοηθήσει, «σηκώθη κι’ ἔφυε πολλὰ λυπημένος. Τότε καὶ ἐγὼ ἀπολπίστηκα· μαζώνω τὰ παιδιά μου, πηγαίνω εἰς τὶς εἰκόνες, κάνομεν τὶς μετάνοιές μας καὶ κλαίγαμεν, καὶ ἔλεγα: “Ὁ Θεὸς ἂς γένεις ἔλεος εἰς αὐτά, ὁποὺ θὰ μείνουν ἀρφανά”. (…) Σήκωσα τὰ μάτια μου εἰς τὸν οὐρανὸ καὶ παρακαλοῦσα καὶ ἔκλαιγα, καὶ λέγω: “Βαγγελίστρα μου, πολλὲς φορὲς μ’ ἔσωσες καὶ μένα καὶ τὸ σπίτι μου ὅλο, καὶ ἐγὼ στάθηκα ἀχάριστος, καὶ τώρα νὰ μοῦ βρεθεῖς, ὅτ’ εἶμαι χαμένος!”».
     Το νέο θαύμα το διαπίστωσαν οι γιατροί. Μη μπορώντας να δώσουν επιστημονική ερμηνεία, αρκέστηκαν να πουν «ἔγινε μεταβολή».
     «Ἐγὼ δὲν τοὺς εἶπα τίποτας ἀπὸ αὐτά· τοὺς πλέρωσα καὶ τοὺς εὐκαρίστησα, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἄρρωστος γνωρίσαμεν τὸν ἀληθὸν γιατρόν. Μετανογάω, πάλε δὲν πηγαίνω εἰς τὴν χάρη της (!)».


     Κι όταν αργότερα αποφασίζει να πάρει μαζί του και το παιδί, που το γιάτρεψε από τις πληγές, και να πάει στην Τήνο, με θλίψη θα ομολογήσει: «Δὲν εἶχα τὰ ἔξοδα εἰς τὸ χέρι». Ούτε τα ναύλα δεν είχε αυτός, που είχε δώσει τα πάντα στην Πατρίδα!
     Τέλος, στα 1844, κυνηγημένος από τη συνείδησή του για τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις του, φθάνει με το «παπόρι» στη Σύρα.
     «Εἶπα τοῦ παιδιοῦ κρυφὰ κι’ ἔπιασε καΐκι· σὲ δύο ὧρες πήγαμεν εἰς τὴν Τῆνο (…). Ἔκατσα εἴκοσι τρεῖς ἡμέρες· πῆγα εἰς τὴν χάρη της, νήστεψα καὶ ξεμολοήθηκα νὰ μεταλάβω· εἶπα τῶν πιτρόπων νὰ μοῦ βάλουν ἕνα σκουτὶ νὰ κοιμηθῶ κάτω εἰς τὴν ἐκκλησίαν ὅπου φανερώθη ἡ χάρη της· μὄστρωσαν ἐμπροστὰ εἰς τὴν εἰκόνα (…). Ἄρχισα ἐγὼ νὰ κάμω τὶς μετάνοιές μου καὶ τὴν ἁμαρτωλή μου προσευκὴ εἰς τοὺς σωτήρας τῆς πατρίδος μου καὶ θρησκείας μου καὶ μένα τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ὅλης μου τῆς οἰκογένειας μου (…). Μετάλαβα τὴν αὐγή, πήγαινα ὅσες μέρες στάθηκα, πήγαινα εἰς τὴν χάρη της, λειτρουγόμουν καὶ καθόμουν μὲ τοὺς πιτρόπους καὶ πατέρες ἐκεῖ».


     Αξιοζήλευτη πίστη… Καθαρή…
     Δίχως άστοχες κι άχρηστες παρεμβάσεις της λογικής.

     «Σημείωσα, ἀδελφοί, ὅσα μοναχός μου δοκίμασα καὶ εἶδα, τὸ ἔλεός της (…).
     Ὅποιος θέλει ἂς πιστεύει, ὅποιος δὲν θέλει ἂς κάμει ὅ,τι ἀγαπάγει».


[Από το Ορθόδοξο, μηνιαίο,
φοιτητικό περιοδικό
«Η δράσις μας»,
Έτος Λστ΄, Τεύχ. 350,
(Αύγουστος–Σεπτέμβριος 1997),
Άρθρο κάποιου ή κάποιας «Σ.», 
σελ. 220–221.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

Η ΠΟΛΥΥΜΝΗΤΗ

Η ΠΟΛΥΥΜΝΗΤΗ


     «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου,
     οὐρανοὶ ἐπαγάλλονται…
     πᾶσα ἡ γῆ δὲ εὐφραίνεται…».

     Η κτίση σαλεύεται, η επίγεια και ουράνια. Χοροί αγγέλων κατέρχονται. Προφήτες και Πατριάρχες προϋπαντούν τους Αποστόλους, όπου καταφθάνουν στην τιμή της Παρθένου.
     Άνδρες και γυναίκες, πρεσβύτεροι μετά νεωτέρων, περικυκλούντες της Θεοτόκου «τὸν ἱερὸν κράββατον», προπέμπουν χαίροντες το «μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, τὴν ἀειπάρθενον Θεομήτορα».
     Πανηγυρίζει στην Κοίμησή της η ανθρωπότητα ότι αναλαμβάνεται η Βασίλισσα ως Μεσίτρια στα Βασίλεια του Υιού της.

     «Τί καλὴ ἡ πλησίον μου»!

     Ποια είναι αυτή η Πολυύμνητη;
     Ποιος μπορεί να ζωγραφίσει το ωραιότατο άνθος, όπου φανερώθηκε σ’ όλους τους αιώνες, σε κάθε ανθρώπινη φυλή; Και ποιος να περιγράψει τη θεόφωτη καλλονή του προσώπου της;

     «Αὕτη τῶν ἐπὶ γῆς ἡ δόξα,
     τῶν κατ’ οὐρανῶν ἡ τερπνότης,
     τὸ πάσης τῆς κτίσεως
     ἐγκαλλώπισμα…
     Αὕτη μόνη στηριγμὸς
     ὁμοῦ καὶ παράκλησις…
     ἡ τὴν γῆν οὐρανώσασα
     καὶ τὸ γένος θεώσασα».


     Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, ασκητές και ποιμένες, μελωδοί και ρήτορες, αυτήν έχουν πηγή και αιτία των ύμνων τους.
     Σ’ αυτήν ανήκει κάθε έπαινος και αναπέμπεται κάθε εγκώμιο, γιατί αυτή μόνη φανέρωσε ποιος πλάστηκε και ποιος μπορούσε να γίνει ο άνθρωπος.
     Από αυτήν, όπως λένε οι άγιοι υμνητές της, προήλθε η «καινὴ κτίση» και αυτή άλλαξε το παν στον κόσμο. Ο ουρανός δέχτηκε νέους αναγεννημένους πολίτες. Κι αυτούς τους μετέφερε από τη γη η Παρθένος.

     Κάθε μέρα μυριάδες πιστών ορθοστατούν ή γονατίζουν ευγνώμονα και παρακλητικά μπροστά στην ταπείνωση, αλλά και τη δόξα του σεβασμίου προσώπου της. Την τιμούν, την υμνούν, την μεγαλύνουν, γιατί «έγινε Μητέρα Εκείνου για τον Οποίον άξιζε να γίνει Μητέρα» (Νικόλαος Καβάσιλας). Και δίκαια, αφού «κανένας δεν αγάπησε το Θεό περισσότερο από την Παναγία και κανέναν δεν αγάπησε ο Θεός περισσότερο από αυτήν» (Γρηγόριος Παλαμάς).

     Διαχρονικά, πολλούς αιώνες π.Χ. και σ’ όλους τους μ.Χ., οι άνθρωποι την ύμνησαν και την τίμησαν όσο τίποτε άλλο ανθρώπινο. Προτυπώσεις, προφητείες, Οικουμενικές Σύνοδοι, μεγάλοι Πατέρες, ασκητές, υμνογράφοι και ποιητές για εκείνη μιλούν, εκείνην υμνούν. Κι αν είχε μύριες γλώσσες ο άνθρωπος και μύρια στόματα κι αν όλες των ανθρώπων οι γλώσσες μαζευτούν ποτέ, δε θά ’φτιαχναν τα επάξια εγκώμια, για να υμνήσουν τη Θεομήτορα. «Γιατί εκείνη βρίσκεται ψηλότερα από κάθε μέτρο δοξολογικό» (Ιωάννης Δαμασκηνός). Αυτή, λοιπόν, και μόνη αυτή «ἄξιον ἐστιν ὡς ἀληθῶς» να την ονομάζουμε «Πολυύμνητη».


     Δεν υπάρχει ακολουθία της Εκκλησίας μας που να μην μνημονεύεται, που να μην υμνείται και που να μην εγκωμιάζεται η Παναγία, ως κυριότερος μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ως «διαπορθμευτής» των ανθρώπων από τη γη στον Ουρανό. Στους Όρθρους και στους Εσπερινούς, στις Ώρες και τα Απόδειπνα, στα Μεσονυκτικά και στις Θείες Λειτουργίες, σ’ όλα τα μυστήρια και σ’ όλες τις ιερές ακολουθίες της Εκκλησίας μας, κατέχει την κορυφαία –μετά την Τριαδική Θεότητα– θέση. Ο Ακάθιστος Ύμνος, οι Παρακλητικοί και άλλοι Κανόνες, εμπνευσμένοι από την πανύμνητη μορφή της, για κείνη μιλούν και σ’ εκείνη αναφέρονται· στην Πολυύμνητη.

     Ιδιαίτερα το μήνα Αύγουστο, τον φορτισμένο με τη μνήμη της μεγάλης γιορτής της, στις καρδιές και τα χείλη των Ορθοδόξων παιδιών της, βρίσκονται μεγαλυνάρια και εγκώμια, θεοτοκία και ωδές. Και, καθώς με την Κοίμησή της παραλαμβάνει ο Υιός και Κύριός της την αγία ψυχή της, δεν γιορτάζει μονάχα η γη. Πανηγυρίζει κι ο ουρανός. «Χορεύει από χαρά ο Δαβίδ κι οι άγγελοι αντάμα του χορεύουν, οι αρχάγγελοι χειροκροτούν, δοξάζουν οι δυνάμεις, μαζί και οι αρχές αγάλλονται, οι εξουσίες ευφραίνονται κι οι κυριότητες χαίρουν, οι θρόνοι πανηγυρίζουν, τα χερουβείμ υμνούνε, δοξολογούν τα σεραφείμ· γιατί καθώς δοξάζουνε της δόξας τη Μητέρα, πιότερο αυτοί δοξάζονται» (Ιωάννης Δαμασκηνός). Ας τη δοξάσουμε κι εμείς κατά πώς μας προτρέπει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Ας φτιάξουμε τη θύμηση και την καρδιά μας ένα ταμείο και μια κατοικία των αρετών της Θεοτόκου, ώστε βλέποντάς μας η Παρθένος στολισμένους μ’ αυτές τις αρετές, να επιθυμήσει το κάλλος των ψυχών μας και να έρθει νοερά προς εμάς».


     Γιατί καθώς «ἐκεῖνοι ὁποῦ ἔχουσι περιστερῶνας ἀλείφουσι μύρον μίαν περιστερὰν καὶ τὴν ἀφήνουσι νὰ περιπατῇ εἰς τοὺς κάμπους καὶ εἰς τὰ δάση καὶ εἰς τὰ ὄρη διὰ νὰ συμμαζώξῃ μὲ τὴν ἐδικήν της εὐωδίαν καὶ ἄλλας περιστεράς, τέτοιας λογῆς καὶ ὁ πανάγαθος Θεὸς εὐωδίασεν καὶ ἄλειψεν μὲ τὸ Πανάγιόν Του μύρον τὴν σημερινήν Του νύμφην καὶ θυγατέρα, καὶ τὴν ἔπεμψεν εἰς τὸν κόσμον διὰ παράδειγμα ἔμψυχον πάσης ἀρετῆς».

     Ως άνθρωπος με την αρετή της η Θεοτόκος μεγαλύνει το ανθρώπινον γένος. Ως αξία του Θεού μπορεί να το υπερασπίζεται και να ελκύει την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο εξαιτίας του δικού της κάλλους.
     Και δεν περιορίστηκε να ευεργετήσει μόνο τους ανθρώπους, αλλά ανέτειλε ως φως και γι’ αυτούς τους Αγγέλους, που έγιναν σοφότεροι, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό της καλύτερα τη σοφία και την αγαθότητα του Θεού.
     Όλοι, Άγγελοι και άνθρωποι, ωσάν να χρησιμοποιούσαν τα δικά της μάτια, μπόρεσαν να δουν πιο καθαρά, και έγινε η Παρθένος η μοναδική οδηγός κάθε ψυχής και κάθε νου προς την αλήθεια του Θεού.


     «Εκείνο τον καιρό…
     ενώ Αυτός μιλούσε…
     μια γυναίκα μέσ’ απ’ τον όχλο
     ύψωσε τη φωνή της
     και είπε προς Αυτόν·
     Καλότυχη η κοιλιά
     που Σε βάσταξε
     και οι μαστοί που θήλασες!
     Και Αυτός της είπε·
     Πράγματι, έτσι είναι.
     Αλλά καλότυχοι
     είναι επίσης κι εκείνοι
     που ακούνε το λόγο του Θεού
     και τον κρατούνε
     μέσα τους στην πράξη»
     (Λουκ. 11, 27–28).

     Στον πηγαίο μακαρισμό της Μητέρας Του από μια γυναίκα του λαού, που Τον άκουγε να μιλά, ο Υιός της απαντά με τον μακαρισμό όλων όσων προσέχουν και φυλάσσουν τους λόγους Του.
     Φανέρωσε έτσι στους ανθρώπους πως δεν τίμησε τη Μητέρα Του με μεγαλύτερα από τους άλλους βοηθήματα, ούτε δημιούργησε ο Ίδιος την αρετή της, που είναι πάνω απ’ όλα προαιρετικό αγαθό και έργο της προσωπικής μας προαίρεσης.

     Αλλά η Πανάμωμη νίκησε την πρωτάκουστη και θαυμαστή νίκη με τα όπλα που έδωσε ο Θεός σε όλους τους ανθρώπους, με την υπερέχουσα αγάπη της που είχε προς τον Θεό, «με τη ρωμαλεότητα της σκέψης της, την ευθύτητα της θέλησης και τη μεγαλειώδη σωφροσύνη της».
     Απέδωσε στον Θεό αναγεννημένη την ωραιότητα, που χάρισε στην ανθρώπινη φύση μας.
     Η Παναγία Μητέρα μας. Η Πολυύμνητη.



[Από λόγους «Εἰς τὴν Κοίμησιν»

Ιωάννου Δαμασκηνού,
Γρηγορίου του Παλαμά,
Νικολάου Καβάσιλα,
Μακαρίου του Πατμίου
και Νικοδήμου του Αγιορείτου.
Από το Ορθόδοξο, μηνιαίο,
φοιτητικό περιοδικό
«Η δράσις μας»,
(1) Έτος Λστ΄, Τεύχ. 350,
(Αύγουστος–Σεπτέμβριος 1997),
σελ. 219.
(2) Έτος Μβ΄, Τεύχ. 410,
(Ιούλιος–Αύγουστος 2003),
σελ. 203–204.
Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένου:
π. Δαμιανός.]






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Εἰλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.