Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΤΡΕΛΛΟ ΝΕΡΟ

ΤΟ ΤΡΕΛΛΟ ΝΕΡΟ
(Παραμύθι μέσα από το σήμερα)

     Μια φορά ήτανε ένας σουλτάνος, γνωστικός και καλός, που αγαπούσε σαν πατέρας τον κόσμο πού ’χε στην εξουσία του. Είχε κι έναν βεζίρη, σοφόν άνθρωπο, αστρολόγο, και δεν έκανε τίποτα ο σουλτάνος δίχως να πάρει τη γνώμη του.
     Μια μέρα, λέγει ο βεζίρης στον σουλτάνο: «Πολυχρονεμένε σουλτάνε, σε δυο–τρεις μήνες ο Αλλάχ θα βρέξει ένα τρελλό νερό, και πρέπει να το γνωρίζεις, για να κάνεις το χρέος σου από τώρα». «Και, τί είν’ αυτό το τρελλό νερό, βεζίρ–εφέντη;» τον ρώτησε ο σουλτάνος. «Αυτό το νερό», αποκρίθηκε ο βεζίρης, «λέγεται τρελλό νερό, επειδή όποιος το πιει, ή άνθρωπος ή ζωντανό, θα τρελλαίνεται και θα κάνει πράγματα παλαβά κι ανάποδα απ’ ό,τι δείχνει στον άνθρωπο η φρονιμάδα που τού ’δωσε ο Θεός, κι έτσι θα πέσει στον κόσμο μεγάλη ταραχή και δυστυχία. Κι εμείς, οι άρχοντές του, δεν θα μπορέσουμε πια να τον κυβερνήσουμε, γιατί μηδέ ο Αλλάχ δεν μπορεί να κυβερνήσει τρελλούς ανθρώπους». «Το λοιπόν, τί θα κάνουμε βεζίρ–εφέντη;». «Είναι ανάγκη, πολυχρονεμένε μου σουλτάνε, να μαζέψουμε από τώρα από τούτο το καλό νερό που πίνουμε, και να το φυλάξουμε, για να πίνουμε εμείς οι άρχοντες, ώστε να μην τρελλαθούμε κι εμείς μαζί με τους άλλους, και να τους κυβερνούμε καλά και με δικαιοσύνη, αφού ο Αλλάχ τούς κρέμασε στον λαιμό μας, και θα δώσουμε απολογία για την ζωή τους». Ο σουλτάνος το παραδέχθηκε, και πρόσταξε να μαζέψουν καλό νερό στις στέρνες του παλατιού.
     Στον διορισμένο καιρό που είπε ο βεζίρης, έβρεξε αληθινά ένα τρελλό νερό και, πίνοντάς το, τρελλαθήκανε άνθρωποι και ζωντανά, και βγήκανε από τα φρένα τους και τα βλέπανε όλα ανάποδα: το καλό, το λέγανε κακό· το γνωστικό, το λέγανε τρελλό· το τρελλό, το λέγανε σωστό· το δίκιο, άδικο· και το άδικο, δίκιο.
     Ο σουλτάνος κι ο βεζίρης πίνανε από το καλό νερό, κι έτσι είχανε σωστά τα φρένα τους, και κυβερνούσανε δίκαια και γνωστικά τον τρελλό τον κόσμο.
     Μα ο κόσμος, ενώ αγαπούσε πρωτύτερα τον σουλτάνο και τον βεζίρη, τώρα, με το στριμμένο μυαλό του, ένοιωθε το δίκιο για άδικο, και φώναζε καταπάνω τους, πως γινήκανε άδικοι και κακούργοι.
     Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες, περνούσε ο καιρός, κι ο κόσμος ολοένα αγρίευε καταπάνω στον σουλτάνο.
     Τότε βλέποντας ο σουλτάνος πως θα τον σκοτώνανε, φώναξε μια μέρα τον βεζίρη και του λέγει: «Βεζίρ–εφέντη, βλέπω πως δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε μ’ αυτούς τους παλαβούς και στο τέλος θα μας σκοτώσουνε. Το λοιπόν, ή πρέπει να περιμένουμε ένα τέτοιο τέλος, κυβερνώντας τους δίκαια και καλά, ή να πιούμε κι εμείς από το τρελλό νερό, να γίνουμε τρελλοί σαν κι αυτούς, και μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Ο Αλλάχ να μας συγχωρέσει που θα χαθεί η αλήθεια, μ’ αυτό που θα κάνουμε».
     Έτσι κ’ έγινε. Ο σουλτάνος κι ο βεζίρης ήπιανε από το τρελλό νερό και τρελλαθήκανε, και κάνανε κακουργήματα και παράλογα πράγματα, μα ο λαός τούς δόξαζε και τους πολυχρόνιζε και τους έλεγε πατεράδες του και φύλακες της δικαιοσύνης και της αλήθειας.
     Άραγε, εμείς που δεν ήπιαμε το τρελλό νερό που έχουνε πιει οι σημερινοί άνθρωποι, και γι’ αυτό μας έχουνε για τρελλούς, άραγε θα βαστάξουμε, ή θα το πιούμε κι εμείς στο τέλος, να τρελλαθούμε, για να μπορούμε να συννενοηθούμε με τους άλλους τρελλούς, μέσα σε τούτο το φρενοκομείο του σημερινού «πολιτισμού»;… 

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ (1895–1965)


[Φώτη Κόντογλου «Έργα», τόμ. Στ΄, «Μυστικά Άνθη», σελ. 117–118 και 309–310, Δ΄ έκδοση, «Αστήρ», Αθήνα, Σεπτέμβριος 1992.] 


Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014

«ΜΟΥ ΕΒΑΛΑΝ ΚΑΝΟΝΑ ΝΑ ΓΙΝΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ!»

«ΜΟΥ ΕΒΑΛΑΝ ‘‘ΚΑΝΟΝΑ’’ ΝΑ ΓΙΝΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ!...» 
[Θαυμαστό χρονικό μιας γνήσιας κι αληθινής πνευματικής πατρότητος]

[Α΄]     Γνήσια και δυσεύρετα γνωρίσματα ενός αγίου Πνευματικού συναντάμε στην μεγάλη μορφή του Αγίου Όρους, τον παπα–Σάββα, τον –όνομα και πράγμα– «Πνευματικό» (1821–4/4/1908). Μέρα με την μέρα, ξεχώριζε σαν σπουδαίος θεραπευτής ψυχών. Όσοι τον πλησίαζαν, κατενθουσιασμένοι δεν έπαυαν να τον συνιστούν σ’ όλο τον κόσμο. Η φήμη του, σαν άριστος Πνευματικός, δεν άργησε να φτάσει στα πέρατα της Ορθοδοξίας.
     Η συγκαταβατικότητά του, η μακροθυμία του, το ευσυμπάθητο του τρόπου του, η διαγνωστική του δεινότητα, η ικανότητα να παρηγορεί, να ενισχύει και να καθοδηγεί και, μαζί μ’ αυτά, η αγιότητα του βίου του, τον καταξίωσαν σαν απαράμιλλο Πνευματικό. Στην συνέχεια, παραθέτουμε ένα από τα χαρακτηριστικά ανέκδοτα που κυκλοφορούν ακόμη στον Αγιονορείτικο χώρο γύρω από αυτόν, το οποίο διατρανώνει, το πόσο υπέροχος και χαρισματικός λευκαντής ψυχών ήταν ο παπα–Σάββας.

[Β΄]     Στην Σκήτη της Αγίας Άννης, κάπου ψηλά, είχε την Καλύβη του ένας Πνευματικός. Πνευματικός μεν κι αυτός, αλλά χωρίς την πείρα και την διάκριση του παπα–Σάββα. Μια φορά, κατέφθασε στο εξομολογητήριό του ένας βαριά, πολύ βαριά αμαρτωλός. Άλλος άνθρωπος, με τόσα πολλά κρίματα, δεν του ξανάτυχε.
     Εκείνος ο φτωχός προσκυνητής του θείου ελέους, σαν «κάλαμος συνετριμμένος», άρχισε την εξαγόρευση. Ο Πνευματικός, καθώς τον άκουγε, κυριεύθηκε από φρίκη. Αναταράχτηκαν τα σωθικά του. «Θεέ μου! Πω, πω, φρικαλεότητες! Τί, ακούω! Τί, σατανάς είναι τούτος!».
     Δεν πρόλαβε, ο δυστυχής εξομολογούμενος ν’ αποτελειώσει, κι ο Πνευματικός γεμάτος ταραχή τον διέκοψε:
     –Σταμάτα! Έχω φρίξει! Θα χάσω το μυαλό μου! Δεν είναι ανθρώπινες αμαρτίες, αυτές! Σατανικές, είναι! Φύγε! Η συγχώρεση, σού ’λειπε! Φύγε! Δεν μπορώ άλλο να σ’ ακούω! Φύγε!...

[Γ΄]     Το μόνο που είχε απομείνει στον κόσμο, για τον άτυχο προσελθόντα, ήταν το έλεος του Θεού. Αφού όμως κι η πόρτα αυτή του ελέους έκλεισε, δεν του απέμενε τίποτε άλλο, πια. Αντικρύζοντας κάτω την θάλασσα, σκεφτόταν την μόνη λύση: Να ορμήσει κάτω και να πνιγεί! Να θέσει ένα τέρμα στην τραγωδία του.
     Ο Θεός όμως είναι μεγάλος. Στην κατάσταση αυτή τον είδε κάποιος Αγιαννανίτης μοναχός που έτυχε να περνάει από ’κει και να του είναι και γνώριμος.
     –Εε! Τί, συμβαίνει; Πώς, είσαι έτσι; Τί, έχεις;
     Εκείνος, δεν μιλούσε.
     –Εε! Τί, έπαθες; Γιατί δεν μιλάς;
     Με τα πολλά, κατόρθωσε να μάθει τα καθέκαστα. Στεναχωρήθηκε, πικράθηκε η ψυχή του. Πώς όμως να τον βοηθήσει; Σκέφθηκε πως μία μόνο λύση απέμεινε: να τον οδηγήσει με κάθε τρόπο στον παπα–Σάββα. Κουράστηκε πολύ, αλλά στο τέλος νίκησε...

[Δ΄]     Σαν τον αντίκρυσε, ο παπα–Σάββας, κατάλαβε όλο του το δράμα. «Ο αδελφός μου», σκέφθηκε, «βρίσκεται στην άβυσσο. Για να τον ανεβάσω, χρειάζεται να κατεβώ κι εγώ ως εκεί».
     –Πνευματικέ, υπάρχει για μένα σωτηρία;
     –Για σένα, αδελφέ μου; Για όλους, υπάρχει σωτηρία. Η ευσπλαχνία του Θεού, είναι πιο πλατειά κι από τον ουρανό· και πιο βαθειά κι από την άβυσσο!
     –Μπαα! Για μένα, τον αμαρτωλό, δεν υπάρχει σωτηρία! Αδύνατον! Δεν υπάρχει, σωτηρία για μένα!...
     –«Για σένα δεν υπάρχει σωτηρία»;! Αστείο, πράγμα! Αφού, να σκεφθείς, υπήρχε για μένα! Για σένα, δεν θα υπάρχει;!...
     –Και, σαν τί αμαρτίες έκανες εσύ;
     –Εγώ; Μεγάλες, πολύ μεγάλες αμαρτίες!
     –Τί «μεγάλες», μου λες;! Ποιος μπορεί να έχει φταίξει στον Θεό τόσο πολύ σαν εμένα τον ταλαίπωρο;
     –Κι όμως! Να! Κάποτε, δεν πρόσεξα, παρασύρθηκα κι έπεσα στην τάδε αμαρτία.
     –Αα, Πνευματικέ μου! Την αμαρτία αυτή, έτσι ακριβώς όπως μου την λες, την έχω κάνει κι εγώ!
     –Κι εσύ; Αα, μην ανησυχείς τότε! Ο Θεός, θα σε συγχωρέσει τώρα. Αρκεί, που το ομολόγησες.
     Ο παπα–Σάββας, προχώρησε με τον ίδιο τρόπο. Το αγαθό και ψυχοσωτήριο τέχνασμα, πέτυχε απόλυτα. Ξεθάρρεψε ο δυστυχής και παρουσίασε με κάθε ειλικρίνεια όλο τον θλιβερό κατάλογο των αμαρτιών του. Του έδινε κουράγιο η ιδέα πως και ο Πνευματικός που τον άκουγε, ήταν όμοιός του.
     Του λέει στο τέλος, ο παπα–Σάββας:
     –Εγώ, που λες, μετανόησα και έκλαψα πικρά. Κι έχω δυο χρόνια τώρα που άλλαξα ζωή. Μάλιστα δε, μου έβαλαν και «κανόνα» να γίνω Πνευματικός. Τί, να κάνω; Το έκανα κι αυτό! Έκανα ελεημοσύνες, έκανα νηστείες, έγινα άλλος άνθρωπος!
     –Κι εγώ, Πνευματικέ μου, μετανοώ μ’ όλη μου την ψυχή!
     –Εε, αφού αποφασίζεις ν’ αλλάξεις κι εσύ ζωή, τότε, έλα να σου διαβάσω και την «Συγχωρητική Ευχή», να σου εξαλείψει ο Θεός όλες σου τις αμαρτίες…

[Ε΄]     Ύστερα από λίγο, ένας άνθρωπος, ένας άλλος άνθρωπος, φτερούγιζε από χαρά γιατί πέταξε από πάνω του πολλά δυσβάσταχτα φορτία. Συναντώντας στην Σκήτη της Αγίας Άννης τον γνωστό του, του είπε:
     –Μ’ έσωσες! Έγινα άλλος άνθρωπος!
     –Να δοξάζεις τον Θεό!
     –Καλός Πνευματικός! Καλός! Πονετικός. Μόνο που, ο καημένος, έκανε στην ζωή του πολύ χειρότερα πράγματα από μένα!!
     Ο γνωστός του, μπήκε αμέσως στο νόημα.
     –«Χειροτέρα από σένα»;! Ας γελάσω! Χριστιανέ μου, αυτός ζει και εγκαταβιώνει από μικρός μέσα στο Όρος και, τόσα χρόνια εδώ πέρα μέσα, έχει γίνει σωστός άγγελος! Γι’ αυτό και αξιώθηκε να γίνει Ιερεύς και Πνευματικός…
     Ο άλλος, έμεινε άναυδος. Τί, συνέβαινε; Με τις εξηγήσεις όμως που του έγιναν, κατάλαβε το καλοκάγαθο τέχνασμα της αγάπης. Δοκίμασε μεγάλη έκπληξη. Αλλά, κατάλαβε ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να σωθεί από το χείλος της αβύσσου. Από την στιγμή εκείνη, κορυφώθηκε μέσα του ένας απέραντος θαυμασμός και μία απεριόριστη αγάπη για τον παπα–Σάββα τον περίφημο «Πνευματικό». Τον υπέροχο αυτόν ιατρό και θεραπευτή των πληγωμένων και πονεμένων, από την αμαρτία, ψυχών…


ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ (1920–1979)


 [Αρχιμ. Χερουβείμ Καράμπελα: «Σύγχρονες Αγιορείτικες Μορφές – Σάββας ο Πνευματικός» (τευχ. 6), σελ. 49–50, 54–57, Θ΄ έκδοσις, Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 1998.]


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

ΓΕΡΟ–ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο «ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ»

ΓΕΡΟ–ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο «ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ»
Ή, «ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ»


     Δεν αποπειράθηκα να επισκεφθώ ποτέ –και, απ’ όσο γνωρίζω, δεν το κατόρθωσε κανείς ακόμη!– την Καλύβα του «Αγίου Βαρλαάμ», γιατί ο Γερο–Ευθύμιος που ζούσε εκεί, δεν δεχόταν κανέναν επισκέπτη. Νά ’σπαγες την πόρτα του με χτυπήματα, σημασία δεν θά ’δινε! Παράξενος άνθρωπος. Πολλές φορές έκαμνε τον σαλό. Κι ήταν τόσο πειστικός, που πολλοί πίστευαν πως ήταν όντως στ’ αλήθεια. Ερχόταν τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες γιορτές στην Λαύρα για θεία μετάληψη κι έψελνε μελωδικότατα στις αγρυπνίες. Λέγανε πώς κοσμικός όταν ήταν, εκτός από καλός τραγουδιστής, ήταν και άριστος μουσικός οργανοπαίχτης.
     Στο μονοπάτι, αν τον συναντούσες, υπήρχε πιθανότητα να πιάσεις κουβέντα μαζί του. Έτσι όμως και τρύπωνε μέσα στην Καλύβη του, καλύτερα να τον θεωρούσες «πεθαμένο»! Στην Λαύρα και στα Πανηγύρια έτρωγε «του σκασμού», για να τον βδελύττονται και για να τον κατηγορούν ως «κοιλιόδουλο». Ενώ εμείς που τον γνωρίζαμε καλά, ξέραμε πως στο Καλύβι του, εκτός από τσάϊ αγιορείτικο και παξιμάδι και ζάχαρη (που έπαιρνε από τον Τραπεζάρη και τον Αρχοντάρη, σαν «ανταμοιβή» και σαν «ευλογία» για το ψαλτικό του), δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο! Χιλιομπαλωμένα, τα ρούχα του. Γυαλιστερά, απ’ τη λέρα, το ράσο, το ζωστικό και το κουκούλι του. Φορούσε και μια σκούφια ξέβαφη στο κεφάλι του, πολλών δεκαετιών. Ίσως, νά ’ταν εκείνη που του φόρεσαν στην μοναχική κουρά του. Και, κάποια παπούτσια, που ήταν απορίας άξιο, πώς δεν τού ’φευγαν απ’ τα πόδια του!
     Τον θαύμαζαν πολλοί για την αρετή του, την νηστεία του και τον αναχωρητισμό του. Αρκετοί επεδίωξαν να γίνουν υποτακτικοί του, μα δεν το κατόρθωσαν όμως. Το αποπειράθηκε κάποτε ανεπιτυχώς ένας ευλαβής και οξυνούστατος θεολόγος που έφτασε από την Αθήνα κι είχε την καλή πρόθεση να ασκητεύσει αυστηρά μαζί του, μέσα στην ερημιά της Βίγλας και μέσα στην άκρα ησυχία και την ακτημοσύνη της Καλύβης του. Δεν άργησε όμως καθόλου «να τα βρει σκούρα» απ’ την πείνα και την ανέχεια κι απ’ την αυστηρότητα του Γερο–Ευθυμίου, κι έτσι, αποχαιρέτησε την Βίγλα, μια για πάντα! (Αργότερα, εκάρη μοναχός στην Διονυσίου, μετενεγράφη στην Λαύρα, χειροτονήθηκε εκτός Αγίου Όρους και, σήμερα, διδάσκει και ιεροπρακτεί στην Αγγλία).
     Καθώς οδοιπορούσε κάπου ο Γερο–Ευθύμιος, τον βρήκε και τον πλησίασε ο συγκεκριμένος θεολόγος και τού ’πε τον λογισμό του. Εκείνος τον αποπήρε, τον απώθησε, και τού ’πε ότι δεν θέλει υποτακτικό κι ότι δεν μπορεί κανένας να ζήσει μαζί του. Και, πως, αφού είναι «γραμματιζούμενος» και τα χέρια του τρυφερά και «μπαμπακένια», μόνο σε Κοινόβιο θά ’πρεπε να πάει. Υπήρξαν όμως τόσα παρακάλια, τόση η πειθώ, τόσα τα κλάματα, που ο σκληρός Γερο–Ευθύμιος κάμθηκε.
     Περιχαρής γι’ αυτήν την συγκατάθεση και «επιτυχία» του, ο υποψήφιος υποτακτικός, τον ακολούθησε. Και «στρώθηκε» στην προσευχή, στην άσκηση και στην υπακοή. Όμως σε λίγες μέρες, το σκληρό πρόγραμμα του Γέροντα, τον «ξέκανε»! Πολύωρες προσευχές και κομποσχοίνια, πολλές στρωτές μετάνοιες κι ορθοστασίες, εγερτήρια απ’ τα μεσάνυχτα για τον Όρθρο και σχεδόν πλήρης ασιτία: να, ποιό ήταν το «πρόγραμμα»! Έτσι, στην πρώτη κιόλας μετάβαση κι επίσκεψή του στην Λαύρα, χωρίς την γνώση και την ευλογία του Γέροντά του, τηλεφώνησε σε δικούς του και, μέσα σε λίγες μέρες, κατέφθασαν ταχυδρομικώς (και, κατεπειγόντως!) αρκετά δέματα με φρυγανιές, όσπρια, ζυμαρικά, ρύζια και κονσέρβες. Τα κουβάλησε όλα, ο καλός δόκιμος, μέσα στην Καλύβα κι άρχισε να τα τακτοποιεί.
     Είδε όμως ο Γερο–Ευθύμιος αυτό το «πρωτοφανές» γι’ αυτόν θέαμα, το τόσο «ασύμφωνο» και «προσβλητικό» για την ιστορία της Καλύβης του κι αναγκαστικά έλυσε την σιωπή του:
     –Τί, είν’ αυτά;! ρώτησε.
     –Μερικά «απλά», «φτωχικά» και «αναγκαία» πράγματα, Γέροντα, για νά ’χουμε να τρώμε «κάτι»!…
     Σιωπηλά απομακρύνθηκε αμέσως, ο Γερο–Ευθύμιος. Και, σε δυο–τρία λεπτά, επέστρεψε κρατώντας ένα κομμάτι χαρτονιού, που ξέσχισε απ’ τα νεοαφιχθέντα κιβώτια και, που τώρα, έγραφε επάνω του, με μεγάλα, ευδιάκριτα, κεφαλαία γράμματα:
     «ΜΑΖΕΨΕ ΤΑ ΟΛΑ, ΚΑΙ ΦΥΓΕ!».
     Ταράχθηκε σύγκορμος, ο καλός μας υποτακτικός. Παρακάλεσε πολύ, έκλαψε. Τσιμουδιά, ο Γέροντας! Μετάνοιες μαζί με «ευλόγησον!» και «θα τα εξαφανίσω!», ο δόκιμος. Άκρα σιωπή, ο Γερο–Ευθύμιος! Και, αντί για όποιας άλλης απαντήσεως, τού ’δειχνε αποφασιστικά, με τεταμένο το χέρι και τον δείκτη του συνέχεια προς την ταμπέλα, ενώ ταυτόχρονα ενατένιζε απαθώς το άπειρο απ’ το παράθυρο της σαθρής Καλύβας του.
     Τόσα χρόνια, μ’ έτρωγε η περιέργεια για το πώς νά ’ναι η Καλύβα του, πώς να ζει και πώς να περνάει, εκεί μέσα. Είναι καλό το εκκλησάκι του; Πώς νά ’ναι, άραγε, η Αγία Τράπεζά του; Δείλιαζα να τον αντικρύσω. Δεν ήξερα αν, κερδισμένος θα έβγαινα ή στεναχωρημένος, από κανένα «μάθημά» του. Από ’κείνα που μόνο αυτός ήξερε να δίνει, αν τον επισκεφθεί κανείς έτσι απρόοπτα και απροειδοποίητα. Τελικά, έλεγα στον εαυτό μου: «Τράβα τον δρόμο σου κι άσε τον Γερο–Ευθύμιο ‘‘στον κόσμο του’’ και στις ‘‘παραξενιές’’ του να προσβλέπουν αυτές προς τα υπερκόσμια»!...


ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΟΔΟΣΤΟΛΟΥ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ)



[Επισκόπου Ροδοστόλου Χρυσόστομου: «Πόθος και Χάρις στον Άθωνα», τόμ. 1ος, μέρος α΄, σελ. 88–91, Άγιον Όρος 2000. 
Κάποιες ελάχιστες και ελαφρές αλλαγές στην σύνταξη του αρχικού κειμένου, για ένα πιο «στρωτό» και απλούστερο ύφος, έγιναν καλόπιστα, με την δική μας ευθύνη και πρωτοβουλία.] 




ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΝ

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΤΩΝ ΘΛΙΜΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΩΝ 


     «Ο Κύριος, δεν ευαρεστείται με την προσευχή των υπερηφάνων. Όταν όμως θλίβεται η ψυχή του ταπεινού ανθρώπου, ο Κύριος πάντα την εισακούει.

     Ένας γέρος ασκητής, που ζούσε στις πλαγιές του όρους Άθω, είδε ότι οι προσευχές των μοναχών ανέβαιναν στους ουρανούς· και εγώ δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό. Ο ίδιος γέροντας, όταν ήταν μικρός και έβλεπε την στεναχώρια του πατέρα του για την ανομβρία που απειλούσε να καταστρέψει την συγκομιδή, απομακρύνθηκε στο βάθος του κήπου και προσευχήθηκε:
     ‘‘Κύριε, Εσύ είσαι Ελεήμων, Εσύ μας δημιούργησες, Εσύ μας τρέφεις και μας ενδύεις όλους. Βλέπεις, Κύριε, πώς στενοχωριέται ο πατέρας μου για την ανομβρία. Ρίξε τώρα βροχή στην γη!’’.
     Και τα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και κατέβηκε η βροχή και πότισε την γη.

     Ένας άλλος γέροντας που ζούσε κοντά στην θάλασσα, μου διηγήθηκε το εξής:
     ‘‘Ήταν μια νύχτα σκοτεινή… Ο αρσανάς, ήταν γεμάτος από ψαρόβαρκες. Ξέσπασε θύελλα και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Οι βάρκες, άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν, αλλ’ αυτό ήταν αδύνατον μέσα στην βροχή και την θύελλα. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση. Οι ψαράδες, φώναζαν με όλη τους την δύναμη και ήταν φοβερό να ακούς κραυγές φοβισμένων ανθρώπων! Λυπήθηκα τον λαό του Θεού και άρχισα να προσεύχομαι με δάκρυα:
     ‘Κύριε, κάνε την θύελλα να κοπάσει! Σταμάτησε τα κύματα! Λυπήσου τους πονεμένους ανθρώπους Σου και σώσε τους!’.
     Και σταμάτησε η θύελλα, γαλήνεψε η θάλασσα, και οι άνθρωποι, με ειρήνη πλέον, ευχαριστούσαν τον Θεό’’.

     Υπήρξε εποχή που νόμιζα ότι ο Κύριος κάνει θαύματα μόνο με τις προσευχές των αγίων. Τώρα όμως έμαθα ότι ο Κύριος θα κάνει το θαύμα Του και στον αμαρτωλό, αμέσως μόλις ταπεινωθεί η ψυχή του. Γιατί, όταν ο άνθρωπος μάθει την ταπείνωση, τότε ο Κύριος εισακούει τις προσευχές του.
     Πολλοί λένε, από έλλειψη πείρας, ότι ‘‘ο τάδε άγιος έκανε θαύμα’’, αλλά εγώ έμαθα ότι το Άγιο Πνεύμα που ζει μέσα στον άνθρωπο κάνει τα θαύματα. Ο Κύριος ‘‘πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι’’ (Α΄ Τιμ. β΄ 4) για να μένουν αιώνια μαζί Του. Γι’ αυτό και ακούει τις προσευχές του αμαρτωλού ανθρώπου και, αυτό, ή για το όφελος των άλλων ή για αυτού του ίδιου που προσεύχεται».  

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866–1938) 

[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ (1896–1993): «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης», μέρος β΄, Λόγος κ΄ («Ασκητικές σκέψεις, συμβουλές και παρατηρήσεις»), σελ. 583–584, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2ΟΟ310.]







Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
του Γέροντος Σωφρονίου με τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη 


     [Ο Γέροντας Σωφρόνιος (1896–1993), έζησε περίπου πέντε χρόνια (Φθινόπωρο του 1925–Πάσχα του 1930) στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πριν ακόμη γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (1866–1938). Ο Γέροντας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1930. Και, κάθε φορά που έβγαινε να θυμιάσει τους μοναχούς, αισθανόταν δέος και ντροπή όταν περνούσε μπροστά από τον Άγιο. Μέχρι τότε όμως, δεν έτυχε να συνομιλήσει μαζί του.
     Λίγο χρόνο μετά την χειροτονία του, ήλθε να τον επισκεφθεί ο ερημίτης μοναχός π.Βλαδίμηρος με τον οποίον συζήτησαν διάφορα πνευματικά θέματα. Κατανυγμένος από την συζήτηση και από την όλη πνευματική ατμόσφαιρα της συνομιλίας, ο π.Βλαδίμηρος, απευθύνει ξαφνικά το ερώτημα στον νεαρό ιεροδιάκονο:
     –Πάτερ Σωφρόνιε, πες μου ένα λόγο για την σωτηρία της ψυχής μου· πώς μπορώ να σωθώ; πώς μπορεί κανείς να σωθεί;
     Την αφήγηση για την συνέχεια του λόγου την αφήνουμε εξ ολοκλήρου στον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο:] 


     «Η συνάντησή μου με τον Γέροντα Σιλουανό συνέβη ως εξής: Ήμουν πολύ ντροπαλός και δεν μπορούσα να απευθυνθώ μόνος σε αυτόν. Μία ημέρα, με επισκέφθηκε ένας μοναχός που είχε σπουδάσει μηχανολόγος, ο π.Βλαδίμηρος. Αγαπούσα και εκτιμούσα πολύ αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν πραγματικά πράος. Αυτός, είχε πάει στον Άθωνα πριν από μένα. Ήταν άνθρωπος μορφωμένος, μηχανικός όταν ήταν στον κόσμο. Ζούσε στην έρημο την εποχή που με επισκέφθηκε, την δεύτερη μέρα του Πάσχα, αλλά είχαμε ήδη γνωρισθεί πιο πριν στο Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, όπου είχε γίνει μοναχός. Και, να! Την δεύτερη –ίσως και την πρώτη– ημέρα του Πάσχα του 1930, έρχεται και μου λέει:
     –Πάτερ Σωφρόνιε, πώς μπορώ να σωθώ;
     Εγώ, μη γνωρίζοντας πώς έπρεπε ουσιαστικά να του απαντήσω, του είπα:
     –Να στέκεσαι στα όρια της απογνώσεως· και, όταν δεν μπορείς και δεν αντέχεις άλλο, τότε να κάνεις ένα βήμα πίσω και ν’ απομακρύνεσαι από αυτά. Κάθισε και πιες ένα φλυτζάνι τσάϊ.
     Και του πρόσφερα το τσάϊ…». 


     [Ο λόγος αυτός και, προπαντός, η ενέργεια που του μεταδόθηκε, «χτύπησε» καίρια τον μοναχό Βλαδίμηρο, που αποχώρησε βαθειά συντετριμμένος για να επισκεφθεί κατόπιν τον Άγιο Σιλουανό προκειμένου να ελέγξει την αλήθεια και την ασφάλεια αυτής της, πνευματικής φύσεως, προτροπής.
     Την επομένη αυτής της συζητήσεως, ο Γέροντας κατέβαινε από την σκάλα του πολυωρόφου κτιρίου της Μονής προς την κεντρική αυλή και ο Άγιος Σιλουανός ανέβαινε από τον αρσανά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κανονικά, θα έπρεπε να συναντηθούν έξω από την είσοδο του Καθολικού. Ο Γέροντας Σωφρόνιος, όμως, από ευλάβεια όπως πάντοτε, λοξοδρόμησε για να μην συναντήσει τον Άγιο. Αλλά και ο Άγιος Σιλουανός άλλαξε πορεία και η συνάντηση μπροστά στην Τράπεζα ήταν αναπόφευκτη.
     Αυτήν την εξαιρετικά πολύτιμη συνάντηση θυμάται και μας την διηγείται ο ίδιος πάντα Γέροντας Σωφρόνιος:] 


     «Μετά από μένα, την επομένη, αυτός ο μοναχός πήγε στον Γέροντα Σιλουανό και του είπε ότι ήρθε να με δει: ‘‘Να, ήμουν στον π.Σωφρόνιο και μου είπε αυτό το πράγμα’’.
     Την άλλη μέρα, στην αυλή του Μοναστηριού, από την μία πλευρά προχωρούσε ο Γέροντας και από την άλλη κατέβαινα εγώ. Από σεβασμό, απομακρύνθηκα και έκανα στροφή για να του ανοίξω δρόμο να περάσει, διότι, χωρίς να τον γνωρίζω, έτρεφα βαθύ σεβασμό απέναντί του. Αλλά αυτός στράφηκε προς το μέρος μου και ήρθε να με συναντήσει και μου είπε:
     –Σας επισκέφθηκε χθες ο π.Βλαδίμηρος;
     –Μάλιστα.
     Και (αποφεύγοντας όλα τα ενδιάμεσα στάδια ενός κοινού, συμβατικού διαλόγου), ο πρώτος λόγος που του πρόφερα, ήταν:
     – Έ σ φ α λ α  σε κάτι στα λόγια μου;
     Και αυτός, είπε:
     –Όχι, είχατε δίκαιο· αλλά, αυτό που είπατε, δεν ήταν στα μέτρα του αδελφού. Τον υπερβαίνουν. Ελάτε σε μένα στο κελλί μου· θα ήθελα να μιλήσουμε για το θέμα αυτό.
     Τότε, μου έδωσε σημειώσεις από την ζωή του για τον πνευματικό αγώνα, όταν δεν μπορούσε να υπερνικήσει μέσα του την αμαρτία στο επίπεδο των λογισμών. Δηλαδή, όταν στον νου υπάρχουν λογισμοί κατακρίσεως, στην καρδιά γεννιέται αντιπάθεια, ψυχρό βλέμμα, απώθηση ανθρώπου, αδιαφορία προς αυτόν, κλπ.. 


     Μία νύχτα, κατά την οποία ο ίδιος βρισκόταν στα όρια της απογνώσεως, προσευχήθηκε στον Θεό: ‘‘Πώς μπορώ να ξεφύγω από αυτήν;’’. Τότε, του δόθηκε η απάντηση:
     ‘‘Κράτα τον νου σου στον άδη και μην απελπίζεσαι!’’.
     Και ο λόγος αυτός ήταν γι’ αυτόν η αρχή της νίκης· ήταν το άνοιγμα προς την οικουμενική αγάπη. Τότε, έπαψε να φοβάται. Καταδίκαζε τον εαυτό του στον άδη και εξαφανιζόταν κάθε κατάκριση για τους ανθρώπους. Και έμενε μόνο η συμπόνια. Είναι δύσκολο να το εξηγήσεις. Και ανάλογα με το μέτρο στο οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος, σ’ αυτήν την κατάσταση, πραγματικά δεν κατακρίνει. Δεν απορρίπτει, τα υπομένει όλα, θέλει για όλους το καλό. Γιατί, το Πνεύμα του Θεού, είναι εύκολο να εμφανιστεί και να εγγίσει τον άνθρωπο. Και έτσι εμπνεύστηκε ο Άγιος Σιλουανός. Η έμπνευση αυτή, είναι η έλευση του Αιωνίου Πνεύματος του Θεού (στην οποία περικλείεται η αρχική έννοια του όρου έμπνευση). Μου έδωσε, λοιπόν, τις σημειώσεις του και συζητήσαμε μαζί.
     Από τότε, εκείνος έγινε για μένα το πρώτο και κύριο στήριγμα όλης της μετέπειτα ζωής μου…». 



ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ
(1896–1993)
  

※
[ (1) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ):
«Οικοδομώντας τον ναό του Θεού
μέσα μας και στους αδελφούς μας»,
τόμ. α΄, κεφ. 14ο, σελ. 198–199, 20142·
(2) Του ιδίου: «Γράμματα στη Ρωσία»,
Κεφ. 1ο, §6, σελ. 38–39, 20091·
(3) Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία (Ζάχαρου):
«Αναφορά στην Θεολογία
του Γέροντος Σωφρονίου»,
Εισαγωγή, σελ. 14–15, 20001·
Εκδόσεις Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου,
Έσσεξ Αγγλίας.
(4) Επιμέλεια ανάρτησης,
έρευνα θέματος,
επιλογή φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΣΙΩΠΟΥΜΕ…»

«ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΣΙΩΠΟΥΜΕ…»

     «Τώρα ο κόσμος, όχι μόνον ‘‘ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται’’ (Α΄ Ιωάν. ε΄ 17), αλλά ‘‘καταπνίγεται’’, και οι άνθρωποι παντού παραφρόνησαν. Παραφρόνησαν από τον φόβο των επερχομένων στην γη συμφορών, όπως λέει και η Γραφή (Λουκ. κα΄ 26).
     Σε τέτοιους καιρούς, καλύτερα να σιωπούμε εμείς που δεν έχουμε την διάθεση να λύσουμε κανένα πρόβλημα με την οδό της βίας. Και ο αιώνας μας, είναι αιώνας ασκήσεως πρωτοφανούς βίας στην συνείδηση των ανθρώπων. Στην εποχή μας, παραβιάζονται όλα τα δικαιώματα του ανθρώπου, αν και εμείς ακούμε μόνο πληθωρικούς λόγους για την υπεράσπιση του ανθρώπου και των δικαιωμάτων του.
     Για πολλά χρόνια, έχω στην ψυχή μου τον εξής διχασμό: Από την μια πλευρά, είμαι γεμάτος από ενθουσιασμό και αγαθή έκπληξη μπροστά στον άνθρωπο· ενώ από την άλλη, γεμίζω θλίψη και πικρή ‘‘έκπληξη’’ για την αγριότητα και σκληρότητα των ανθρώπων. Και, όταν προσεύχομαι για τον κόσμο, τότε πάσχω στην προσευχή· προπαντός από την επίγνωση ότι, οι άνθρωποι, δεν θέλουν την αγάπη του Θεού, αλλά την απορρίπτουν με ισχυρογνωμοσύνη και προτιμούν το σκότος αντί του Φωτός (πρβλ. Ιωάν. γ΄ 19)». 


ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ (1896–1996)


[Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ: «Γράμματα στη Ρωσία», επιστ. 2η, 13η, σελ. 67, 105–106, έκδοση α΄, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2009.] 




«ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΦΟΒΟΥΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ»

«ΠΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΦΟΒΟΥΜΑΣΤΕ
ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ»

     «Πώς να μην φοβούμαστε την Μεγάλη Τεσσαρακοστή;
     Στην αρχή της διαμονής μου στο Άγιον Όρος (σημ.: το έτος 1925) η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ήταν για μένα μία μεγάλη γιορτή: Να ετοιμαστώ, για να δεχθώ την αποκάλυψη της αναστάσεώς μας! Αν δεχθούμε αυτήν την αποχή από την τροφή, μαζί με εμπνευσμένη προσευχή, όχι μόνον ο οργανισμός μας θα την αντέξει εύκολα, αλλά και πολλές αρρώστιες θα θεραπευτούν.
     Όσοι έχουν την ευλογία να έχουν καλή υγεία και μπορούν να απέχουν από την τροφή για μερικές εβδομάδες, φθάνουν σε κατάσταση μακαριότητος. Τα πάθη, γαληνεύουν. Ζωντανό αίσθημα ειρήνης και παρουσίας του Θεού συνοδεύει την προσευχή. Είναι κρίμα που σήμερα δεν έχουμε συχνά αυτήν την αντοχή.
     Είναι αδύνατον σήμερα να επιβάλλουμε πλήρως τους κανόνες της Εκκλησίας. Εφόσον είστε όλοι διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον, καθορίστε μόνοι σας την νηστεία (του ‘‘τριημέρου’’).
     Το μειονέκτημα των σαφώς καθορισμένων κανόνων είναι ότι καθησυχάζουν την συνείδηση εκείνων που μπορούν να τους τηρούν, και τους δίνουν την αίσθηση ότι είναι ‘‘σεσωσμένοι’’. Αυτό, είναι πολύ αφελές. Οι Φαρισαίοι, οι ασκητές και θεολόγοι της Παλαιάς Διαθήκης, εγκρατεύονταν επίσης· αλλ’ αυτό δεν ήταν αρκετό. Ο Χριστός, είπε: ‘‘Ἐὰν μὴ περισσεύῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον (τῶν ἀρετῶν) τῶν Γραμματέων καὶ τῶν Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν’’ (Ματθ. ε΄ 20).
     Πώς θα καθαρίσουμε την φύση μας από κάθε ίχνος προπατορικού αμαρτήματος; Αυτή, είναι η έννοια της ασκητικής ζωής. Έξω από αυτήν, δεν υπάρχει σωτηρία. Οι εξωτερικές εκδηλώσεις της ασκήσεως, όπως είναι η τήρηση των νηστειών, δεν αρκούν.
     Οφείλουμε να γεννηθούμε εκ θεμελίων!».

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ (1896–1993)



[(1) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου Σαχάρωφ: «Περί Πνεύματος και ζωής» (Σταχυολόγηση: Maxime Egger), §101, §103–§107, σελ. 46–48, Α΄ έκδοση, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995. (2) Στην φωτογραφία: Ρωσική Μονή Αγίου Παντελεήμονος, σύγχρονο έργο του Aleksei Evstigeniev, 1999.] 


Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ



     Ο Αδάμ, ο πατέρας της Οικουμένης, γνώριζε στον Παράδεισο τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι, μετά την έξωσή του από τον Παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος από την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Όλη η έρημος αντηχούσε από τους λυγμούς του. Η ψυχή του βασανιζόταν από τη σκέψη:
     «Λύπησα τον αγαπημένο μου Θεό!».
     Δεν μετάνιωνε τόσο για την Εδέμ και το κάλλος της, όσο για την απώλεια της θείας αγάπης, που προσελκύει ακόρεστα τη ψυχή στον Θεό.


     Έτσι και κάθε ψυχή, που γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα τον Θεό και ύστερα έχασε τη Χάρη· δοκιμάζει αδαμιαίο πένθος. Θλίβεται η ψυχή και μεταμελείται σφόδρα, όταν προσβάλει τον αγαπημένο Κύριο. Έπληττε και θρηνούσε πικρά στη γη ο Αδάμ, και η γη δεν του έδινε χαρά· νοσταλγούσε τον Θεό και φώναζε:
     «Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και με δάκρυα Τον αναζητώ. Και πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, ευφραινόταν ειρηνικά η ψυχή μου και οι εχθροί δεν με πλησίαζαν. Τώρα, όμως, το πονηρό πνεύμα απέκτησε εξουσία επάνω μου, συγκλονίζει και τυραννάει την ψυχή μου.«
     »Γι’ αυτό και λιώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήινο δεν με παρηγορεί. Η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί με δίψα να Τον βλέπει πάλι και να Τον απολαμβάνει αχόρταγα.«
     »Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή και, από τον πολύ μου πόνο, στενάζω και οδύρομαι:
     “Ελέησόν με, ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα!”…». 


     Έτσι οδυρόταν ο Αδάμ και έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα από το πρόσωπό του και έπεφταν στο στήθος του και κάτω στη γη. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν από θλίψη. Και ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη. Και ήταν η θλίψη του, μετά την εξορία του από τον Παράδεισο, σαν τον ωκεανό μεγάλη! Και αυτή τη θλίψη την καταλαβαίνουν μόνο οι ψυχές που γνώρισαν τον Κύριο και την άμετρη αγάπη Του. 


     Ο Αδάμ πορευόταν επάνω στη γη και δάκρυζε από τον πόνο της καρδιάς και με τον νου του σκεπτόταν αδιάκοπα τον Θεό. Και όταν το ταλαιπωρημένο σώμα του δεν είχε πια δάκρυα, τότε το πνεύμα του φλεγόταν για τον Θεό, γιατί δεν μπορούσε να λησμονήσει το κάλλος του Παραδείσου. Όμως, όλο και περισσότερο η ψυχή του Αδάμ αγαπούσε τον Θεό και συνεχώς ορμούσε με τη δύναμη αυτής της αγάπης προς Αυτόν.


     Η ψυχή που έχασε τη Χάρη του Θεού, λαχταρά τον Δεσπότη και κλαίει όπως ο Αδάμ μετά την έξωσή του. Κανένας, τότε, δεν μπορεί να την παρηγορήσει, εκτός από τον Θεό. Τα δάκρυα του Αδάμ ήταν άφθονα. Κυλούσαν σαν ποτάμι και έβρεχαν το πρόσωπό του, το στήθος του και τη γη. Οι στεναγμοί του βαθείς και δυνατοί σαν το φυσερό του σιδερά και φώναζε:
     «Κύριε, Κύριε! Δέξαι με και πάλι στον Παράδεισο!».


   
     Η ψυχή του Αδάμ ήταν τέλεια στην αγάπη του Θεού και γνώρισε όλη τη γλυκύτητα του Παραδείσου, αλλά δεν είχε πείρα και δεν απέφυγε τον πειρασμό της Εύας, όπως απέφυγε τον πειρασμό της γυναίκας του ο πολύαθλος Ιώβ (Ιώβ 2, 9–10). Δεν είχε τη σύνεση να ρωτήσει τον Κύριο για εκείνο τον καρπό που του έδωσε η Εύα και γι’ αυτό έχασε τον Παράδεισο.
     Έχασε ο Αδάμ τον επίγειο Παράδεισο και τον αναζητούσε με θρήνους:
     «Παράδεισέ μου! Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε!»…


     Και ο Κύριος επάνω στον Σταυρό, με την αγάπη Του, του χάρισε άλλον Παράδεισο, καλύτερο από εκείνον που έχασε· (έναν νέο Παράδεισο που βρίσκεται) στους ουρανούς όπου είναι το άκτιστο Φως της Αγίας Τριάδος.
     «Τι να ανταποδώσουμε στον Κύριο 
     για την αγάπη Του προς εμάς;».

ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
(1866–1938)

※
[ (1) Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου Σαχάρωφ
(1896–1993):
«Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»
(1866–1938),
Μέρος Β΄
(«Οι Γραφές του Αγίου Σιλουανού»),
Λόγος ΙΗ΄
(«Ο θρήνος του Αδάμ»),
σελ. 401, 415, 534–536 και 541·
Έκδοση 
Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου·
Έσσεξ Αγγλίας, 200310.
(2) Επιμέλεια ανάρτησης,
επιλογή θέματος και φωτογραφιών,
πληκτρολόγηση κειμένων:
π. Δαμιανός. ]
※






Επιτρέπεται η αναδημοσίευση
των αναρτήσεων από το «Ειλητάριον»,
αρκεί να αναφέρεται απαραίτητα
ως πηγή προέλευσης.