Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Η ΜΥΣΤΙΚΗ «ΣΧΙΝΟΒΑΣΙΑ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ

Η ΜΥΣΤΙΚΗ «ΣΧΙΝΟΒΑΣΙΑ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ


     «Νὰ σᾶς πῶ κάτι ὡραῖο.
     Τό ’χω ξαναπεῖ ὅτι μοῦ ἄρεσε πολὺ τὸ δάσος. Εἶχα συνηθίσει στὴ μοναξιὰ κι ἤθελα νὰ εἶμαι μόνος. Ἤθελα νὰ ζῶ ἔξω, καὶ πιὸ πολὺ τὴ νύκτα. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἀνέβαινα πάνω σ’ ἕναν πρίνο, ψηλά, πάνω ἀπό δυόμισι μέτρα. Ἔφτιαξα ἐκεῖ ἕνα κρεββάτι μὲ σχίνους. Ἔκοψα σχίνα καὶ τὰ ἔπλεξα μὲ τὰ κλαδιὰ τοῦ πρίνου. Ἔβαλα ἀπὸ πάνω μία κουβέρτα καὶ τυλιγόμουνα. Ἦταν πολὺ ὡραῖο. Ἀνέβαινα μὲ μία σκάλα, ποὺ τὴν εἶχα φτιάξει μόνος μου, κι ὅταν ἔφθανα πάνω, τὴν τραβοῦσα καὶ κανεὶς δὲν μ’ ἐνοχλοῦσε. Τὸ κρεββάτι τὸ εἶχε ζώσει μία ἀγράμπελη, ποὺ εὐωδίαζαν πολὺ ὡραῖα τ’ ἄφθονα ἄνθη της. Κάτω ἀπὸ τὸν πρίνο ἦταν ἕνας πλούσιος σχίνος. Ἀπείχε ἀπ’ τὸν πρίνο, ἀπ’ τὴ ρίζα τοῦ πρίνου, κάνα δυὸ μέτρα μὲ τρία. Ἀνέβαινα στὸ κρεββάτι σκαρφαλώνοντας. Ἐκεῖ ἤμουν ὅλο προσευχή. Ἤμουν ἅγιορείτης. Ἤθελα μοναξιὰ καὶ Ψαλτήρι. Ἀλλὰ καὶ τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…”. Προσευχόμουν ὧρες ἐκεῖ στὸν πρίνο, μὲς στὰ λουλούδια τῆς ἀγράμπελης, πάνω στὸ σχινένιο κρεββάτι μου.
     Ἕνα βράδυ ποὺ σκαρφάλωσα στὸ κρεββάτι αὐτό, τὸ γεμάτο λουλούδια, ἔκανα τὴν προσευχή μου. Ἦταν νύκτα, μὲς στὴν ἐρημιά. Τὸ φεγγάρι ἔλουζε τὴν πλάση. Μὲ συνόδευαν τ’ ἀηδόνια, ποὺ μόλις εἶχαν ξυπνήσει καὶ κελαηδοῦσαν.
     Εἶπα πολλὰ ἀπ’ τὸ Ψαλτήρι καὶ κυρίως τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Σὲ μιὰ στιγμὴ σηκώθηκα ὄρθιος κι εἶπα νοερῶς τὸ ἀπόδειπνο.
     Τὴν ὥρα ποὺ ἄρχισα νὰ λέω τὴν εὐχὴ τῆς Παναγίας, ἔφτιαξα μία εἰκόνα νοερὴ τῆς Παναγίας: Πάνω σὲ ἕναν ὡραῖο, θεῖο καὶ ὑψηλὸ θρόνο ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ γύρω γύρω τὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων, ἀρχαγγέλων, χερουβείμ, σεραφείμ, τῶν μαρτύρων, τῶν ἁγίων, τῶν προφητῶν.
     Μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ μεγαλεῖο γονάτισα σὰν ἀνάξιος κι ἄρχισα νὰ λέω δυνατά:
     “Ἄσπιλε, ἀμόλυντε, ἄφθορε, ἄχραντε, ἁγνὴ Παρθένε, Θεόνυμφε Δέσποινα...”.
     Δέος, τρόμος μὲ κατέλαβε, ὅταν μία ἀκτίνα φωτεινή, ποὺ ἐρχόταν ἀπ’ τὴν Παναγία μας, χτυποῦσε τὸ κεφάλι μου, που εἶχα σκύψει ταπεινὰ ταπεινὰ γιὰ τὴ μεγάλη μου ἀναξιότητα...».


Ἦχος πλ. δ΄. Ὦ τοῦ παραδόξου θαύματος.
Πάτερ ἱερέ, Πορφύριε, * εὐκλείας θείας Χριστοῦ, * καὶ τῆς αἴγλης τῆς κρείττονος, * ὑπὲρ πᾶσαν ἔννοιαν, * ἀπολαύων ἐν δώμασι * τοῖς οὐρανίοις, * ἀπαύστως πρέσβευε * Χριστῷ, διδόναι * ἡμῖν μετάνοιαν, * καὶ πάσης ῥύεσθαι * συμφορᾶς τοὺς σπεύδοντας * σῇ ἀρωγῇ, * καὶ θερμὴν ἀντίληψιν, * ἐκδεχομένους σου.



ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ 
Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ (1906–1991)



[(1) Ἁγίου Πορφυρίου τοῦ Καυσοκαλυβίτου: «Βίος καὶ Λόγοι»,
μέρος 1ο, κεφ. 4ο, σελ. 109–111,
ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Χρυσοπηγῆς, Χανιά, Ὀκτώβριος 200910·
(2) «Ἀκολουθία εἰς τὸν ἀρτίως ἐκλάμψαντα
πνευματέμφορον Πατέρα ἡμῶν Πορφύριον»,
ποίημα τοῦ Δρος Χαραλάμπους Μ. Μπούσια
(Μ. Ὑμνογράφου τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας),
προσόμοια τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου, δ΄ τροπάριο, σελ. 43,
ἔκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου 
Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος, Μήλεσι Ὠρωποῦ, 
ἐκδοτικὴ παραγωγὴ «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι, Νοέμβριος 20031·
(3) Στὴν ὑπότιτλη φωτογραφία: πρωτότυπη ἁγιογραφικὴ σύνθεση
ἀπὸ τὸν ἐμπνευσμένο χρωστῆρα τοῦ Ξενοφῶντα Μπόκου.]






Σάββατο 27 Απριλίου 2013

ΑΣ ΥΠΟΔΕΧΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΤΑΠΕΙΝΟ ΝΙΚΗΤΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

     «Απέχοντας από κάθε κακία, με “νηστεία δεκτή”, όπως λέει και ο Μέγας Βασίλειος, ας προσέλθουμε όλοι κατά την Αγία Ημέρα της Αναστάσεως, ανανεωμένοι, καθαροί και άξιοι να μεταλάβουμε τα Άγια Μυστήρια. Αφού πρώτα, βγούμε για να προϋπαντήσουμε τον Κύριό μας, και να υποδεχτούμε με βάγια και με κλαδιά ελιάς, Αυτόν, που (βλέπουμε τώρα να) μπαίνει (μέσα) στην Αγία Πόλη (Ιερουσαλήμ), καθισμένος επάνω στο γαϊδουράκι...
     Τί νόημα έχει, άραγε, το ότι Αυτός κάθισε επάνω στο γαϊδουράκι; Αυτό έγινε για να επαναφέρει ο “Λόγος” του Θεού και να υποτάξει στην Θεότητά Του την ψυχή του ανθρώπου που ξέπεσε στην κατάσταση της “αλογίας” της αμαρτίας, –όπως λέει ο προφήτης Δαυΐδ (Ψαλμ. μη' [48], 21)–, και ομοιώθηκε με τα άλογα ζώα.
     Και, τί σημαίνει να Τον προϋπαντήσουμε με βάγια και με κλαδιά ελιάς; Όταν επιτίθεται κανείς κατά του εχθρού του και γυρίζει πίσω στην πόλη νικητής, τότε, κάθε φίλος (οικείος και γνώριμός του), τον υποδέχεται με βάγια, όπως ακριβώς ταιριάζει (και αρμόζει) σε έναν νικητή. Γιατί, τα βάγια, είναι σύμβολο νίκης...
     Επίσης, όταν αδικείται κάποιος και θέλει να παρουσιαστεί μπροστά στον δικαστή, ζητώντας από αυτόν να εκδικάσει την υπόθεσή του, κρατάει κλαδιά ελιάς, φωνάζοντας και παρακαλώντας να ελεηθεί και να βοηθηθεί. Γιατί, η ελιά, είναι σύμβολο ελέους.  
     Γι’ αυτό και εμείς υποδεχόμαστε τον Δεσπότη μας Ιησού Χριστό, με βάγια μεν, επειδή Αυτός είναι ο Νικητής, –γιατί Αυτός νίκησε, για λογαριασμό μας, τον (αρχέγονο) εχθρό μας (τον διάβολο)–, με κλαδιά ελιάς δε, επειδή ζητάμε από Αυτόν έλεος, ώστε, όπως ακριβώς νίκησε Εκείνος, έτσι και εμείς, ζητάμε την βοήθειά Του για να νικήσουμε και να κρατήσουμε τα σύμβολα της δικής Του Νίκης...
     Αυτά τα σύμβολα εκπροσωπούν, όχι μόνον την Νίκη που Εκείνος κέρδισε για χάρη μας, αλλά και αυτήν που κερδίσαμε (ή, που θα κερδίσουμε) όλοι εμείς, με την βοήθειά Του και με τις ευχές όλων των Αγίων. Αμήν».

[Αββάς Δωρόθεος: «Έργα Ασκητικά», ΙΕ΄ Διδασκαλία («Για τις Άγιες Νηστείες»), σελ. 356–359, Εκδόσεις «Ετοιμασία», Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Β΄ έκδοση, Καρέα, 1983.]