Τὸ Εἰλητάριον. «Γράψον ἃ εἶδες καὶ ἅ εἰσι» (Ἀποκ. α΄ 19).



Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ «ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ»

ΑΠΟ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ «ΤΟΥ ΑΚΑΘΙΣΤΟΥ»


      «Ο Μοναχός Άνθιμος που καταγόταν από την Πάτρα κι ήταν μαραγκός στο επάγγελμα, απεβίωσε εδώ στην Μονή του Διονυσίου σε ηλικία 72 ετών, το σωτήριο έτος 1917.
     Αυτόν, εμείς, και προλάβαμε να τον δούμε, και την ομιλία του να απολαύσουμε, αλλά και την διήγηση που παραθέτουμε πιο κάτω να γίνουμε κι εμείς αυτήκοοι μάρτυρες.
     Κατά το έτος 1916, διανύοντας εγώ το δεύτερο έτος της ζωής του δοκίμου μοναχού στην Μονή, προσβλήθηκα από ελονοσία. Νοσηλευόμουν αναγκαστικά στο θεραπευτήριο της Μονής. Κι ο μακαρίτης Άνθιμος μοναχός, πολλές φορές ερχόταν και με επισκεπτόταν. Και, με την καλοκάγαθη διάθεση της ψυχής του, με παρηγορούσε. Μου έλεγε να ελπίζω στην βοήθεια της Παναγίας μας, της μεγάλης μας Ιατρού και Προστάτιδος των Μοναχών. Και προς επίρρωση αυτών των λεγομένων του, μου διηγήθηκε ένα θαυματούργημα που έγινε σε αυτόν…

     –Κι εγώ, παιδάκι μου, όταν ήμουν στην ηλικία σου, μάλιστα νεόκουρος μοναχός, 25 ετών, με βρήκε μια μεγάλη ασθένεια, ώστε για μεγάλο διάστημα είχα γίνει ένα πτώμα. Όμως, ευχαριστώ την Παναγία μας που με λυπήθηκε και μ’ έκανε καλά.
     Τον ρωτάω:
     –Από τί ασθένεια έπασχες, γέροντα, κι έγινες όπως είπες ‘‘ένα πτώμα’’;
     –Ρωτάς ‘‘από τί ασθένεια’’, παιδί μου; Τόσο πολύ αδυνάτησαν τα μέλη του σώματός μου, που σε λίγο καιρό παρέλυσα ολόκληρος. Τα πόδια μου, αδυνάτησαν και βάδιζα με δεκανίκια. Και, σαν να μην έφθανε αυτό, ένα σύννεφο έπεσε πάνω στα μάτια μου και μόλις που μπορούσα να δω και να διακρίνω κάτι. Φρόντισε το Μοναστήρι κι ήρθαν δύο γιατροί, αλλά, δυστυχώς, καμμιά ωφέλεια απ’ αυτούς δεν είδα. Μάλιστα, όσο περνούσε ο καιρός, εγώ χειροτέρευα. Τότε, να μ’ έβλεπες! Κλάματα, μέρα και νύχτα! Έλεγα: ‘‘Αχ, Χριστέ μου!... Τί ’ν‘ αυτό το κακό που με βρήκε;!... Ο πιο αμαρτωλός, τελικά, εγώ είμαι;!... Από τώρα στο νοσοκομείο;!... Νέο καλογεράκι και να με υπηρετούν οι γέροι;!... Παράλυτος;!... τυφλός;!... Αλίμονό μου!... Ας πεθάνω, καλύτερα!...’’. Τέτοια, κι άλλα πολλά σαν κι αυτά, όσα δεν μπορείς να φανταστείς, έλεγα στον Χριστό μας, με δάκρυα και παράπονο.

     Πολλοί αδελφοί, μου έλεγαν να πάω έξω στον κόσμο, τάχα σε καλύτερους γιατρούς. Αλλά, ένας ευλαβής μοναχός, που μ’ αγαπούσε απ’ την ψυχή του και με λυπόταν που βρισκόμουν σ’ αυτήν την κατάσταση, σαν άκουσε που με συμβούλευαν να πάω έξω στους γιατρούς, με πλησιάζει, με παρηγορεί και μου δίνει θάρρος. Τονώνει, με την αδελφική του αγάπη, την πίστη μου και με προτρέπει να προσπέσω στην Παναγία, στην Εικόνα Της που έχουμε εδώ στην Μονή του Διονυσίου, την Εικόνα της Παναγίας ‘‘του Ακαθίστου’’. Να πάω να την παρακαλέσω με πίστη θερμή και με δάκρυα. Μάλιστα, δε, τώρα, που πλησιάζει κι η γιορτή Της (ήταν Μεγάλη Τεσσαρακοστή· και η Εικόνα ‘‘του Ακαθίστου’’ γιορτάζει το Σάββατο του Ακαθίστου, της 5ης Εβδομάδος των Νηστειών). Και, Αυτή, σαν πονετική Μητέρα που είναι, έχοντας πέλαγος ευσπλαγχνίας, να κάνει και σ’ εμένα τον ταλαίπωρο, το έλεός Της.


      Πείσθηκα σ’ αυτήν την συμβουλή του αδελφού, και στράφηκα μ’ όλη μου την ψυχή και την καρδιά προς την Παναγία, παρακαλώντας Την με δάκρυα. Κι όταν ήρθε η γιορτή Της (το 5ο Σάββατο της Αγίας Τεσσαρακοστής), ήδη από την παραμονή, πήγα και κλείστηκα μέσα στην Εκκλησία, στο ‘‘Καθολικό’’ της Μονής μας, στο Παρεκκλήσι όπου φυλάσσεται η Εικόνα Της.
     Εκεί, σιμά στην Εικόνα, δεν έπαυα να βάζω μετάνοιες, όσες μπορούσα. Απ’ τον πολύ μου τον κόπο, στο τέλος, απόκαμα. Και με πήρε ο ύπνος, εκεί, μπροστά στην Εικόνα Της. Αλλ’ ω, Πανύμνητε Μήτερ, πόσο μεγάλη είναι η χάρη Σου κι η ευσπλαγχνία Σου!...
     Βλέπω, αδελφέ μου, την Παναγία, ντυμένη στα ολόχρυσα, μέσα σ’ ένα λαμπρότατο φως, ν’ αστράφτει από λάμψη και δόξα, να βρίσκεται δυο πήχεις ψηλά πάνω από την γη και να με κοιτάζει με ιλαρότητα.
     Άνοιξε το πανάγιο και μελίρρυτο στόμα Της και μου λέει:
     –Γιατί κλαις, παιδί μου, Άνθιμε;
     –Πώς να μη κλαίω, Παναγία μου;! Δεν βλέπεις τα χάλια μου, πώς έγινα;!
      Μου λέει, πάλι, η Παναγία:
     –Όχι, μη κλαις! Έγινες καλά! Να επιμελείσαι στο εξής την σωτηρία σου!
     Κι αφού είπε αυτά, με ευλόγησε με μεγάλη συμπάθεια αγάπης και χάθηκε. 



     Τότε εγώ ξύπνησα. Και νόμιζα στην αρχή ότι ήταν όνειρο, αυτό που είδα. Τρίβω τα μάτια μου· έβλεπα τις καντήλες που έκαιγαν! Κάνω κουράγιο και σηκώνομαι όρθιος. Βλέπω να περπατάω με ευκολία! Ω! Τότε, πια, συνήλθα κι ήρθα στον εαυτό μου! Και κατάλαβα ότι η Παναγία με θεράπευσε κι από τις δύο μου τις ασθένειες! Ω! Πόση χαρά μού ήρθε! Πόσα δάκρυα έχυσα, ευχαριστώντας την Παναγία! Πόσους ύμνους έψαλα, αδελφέ μου, δεν περιγράφεται!
     Μετά από λίγο, ήρθε κι ο ‘‘Εκκλησιαστικός’’ κι άνοιξε τον Ναό. Κι όταν αυτός με είδε εντελώς υγιή, όπως κι όλοι οι Πατέρες, δοξολογούσαν τον Κύριο. Όλοι τους, μέσα από την ψυχή τους, ευχαριστούσαν την Παναγία για την άπειρη αγάπη και συμπάθεια που έχει σ’ όλους τους χριστιανούς και ιδιαίτερα σ’ εμάς τους μοναχούς.
     Στο τέλος, ο π.Άνθιμος, πρόσθεσε και το εξής: ‘‘Αχ, παιδί μου! Τότε, είχα πολλή ευλάβεια. Όταν έλεγα το ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…’, ‘έβραζε’ μέσα στην καρδιά μου, ‘έβραζε’ η ευχή!...’’.
     Αυτά, και άλλα πολλά, άκουσα από τον Γερο–Άνθιμο. Κι αφού τον ευχαρίστησα για τα όσα μου είπε, πολλά εκ των οποίων μου διαφεύγουνε, διότι τα σημειώνω τώρα (29/8/1956), μετά από σαράντα χρόνια, για να μην λησμονηθούν τελείως, εις δόξαν, τιμήν και ευχαριστίαν της Πανυπερευλογημένης και Πανενδόξου Δέσποινης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας. Αμήν».


ΛΑΖΑΡΟΣ
ΜΟΝΑΧΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ (1892–1974)



[(1) Λαζάρου Μοναχού Διονυσιάτου (1892–1974): «Διονυσιάτικαι Διηγήσεις», §49, σελ. 136—140, έκδ. (1η;) Ιερά Μονή Διονυσίου, Άγιον Όρος 1988. (2) Σε όλες τις φωτογραφίες: απόψεις της Παναγίας «του Ακαθίστου», της Ιεράς Μονής Διονυσίου, Αγίου Όρους. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία (κάτω): Ιερεύς λειτουργών στο φερώνυμο Παρεκκλήσιο της Παναγίας του «Ακαθίστου», το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά ενωμένο με το Καθολικό της Μονής Διονυσίου, Αγίου Όρους, αριστερά της «Λιτής» του. Στο τέμπλο, μετά την Εικόνα του Δεσπότου Χριστού, μέσα στο ιλαρό φως των κεριών, φαίνεται ευδιάκριτα η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας «του Ακαθίστου». Δώρο του Αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού του Γ΄ προς τον Κτίτορα της Μονής, Άγιο Διονύσιο, το 1375. Είναι η Εικόνα, ενώπιον της Οποίας, εψάλλησαν για πρώτη φορά οι «Χαιρετισμοί», επί Αυτοκράτορος Ηρακλείου και Πατριάρχου Σεργίου, το 626 μ.Χ., σαν μεγαλόπνοη έκφραση ανυπέρβλητης ποιητικής ευχαριστίας για την σωτηρία της Πόλης από την πολιορκία των Πέρσων και των Αβάρων. Κατά παράδοση, η Ιερά Εικών, θεωρείται έργο του Ευαγγελιστού και Αποστόλου Λουκά· πρόκειται για μία εικόνα που συγκαταριθμείται ανάμεσα στις εβδομήντα εικόνες (του πρώτου Θεοτοκογράφου—Αγιογράφου της Εκκλησίας μας), οι λεγόμενες «μικρές». Η σταχτόμαυρη, από την πολυκαιρία, ύλη της, αποτελείται από κερί και μαστίχα. Η δε μορφή της Θεοτόκου, αρκετά αλλοιωμένη, με δυσδιάκριτα πλέον χαρακτηριστικά. Αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι, πολλές φορές, κατά καιρούς, έχει αναβλύσει ευώδες μύρο.]





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου